Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

Τα μυθιστορήματα του Mitch Albom



Τον Mitch Albom τον γνώρισα μέσα σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Νέας Υόρκης. Χάζευα έναν πάγκο με τις νέες κυκλοφορίες μέσα στο Borders και το μάτι μου έπεσε πάνω στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του «For one more day». Έριξα μια ματιά στην περίληψη στο οπισθόφυλλο, μου φάνηκε ενδιαφέρον και χωρίς δεύτερη σκέψη το αγόρασα. Στη διαδρομή με το τρένο Νέα Υόρκη- Ουάσινγκτον , ξεκίνησα - υποτίθεται - να το διαβάζω χαλαρά και μέσα σε 3,5 ώρες το είχα ρουφήξει. Στα τελευταία κεφάλαια βούρκωνα όλο και πιο πολύ, στις τελευταίες σελίδες δεν μπορούσα να ελέγξω τα δάκρυα που έτρεχαν ασταμάτητα. Δεν είχαμε και χαρτομάντηλα και βγήκα απ’ το τρένο με πρησμένα μάτια. Το είχα ευχαριστηθεί όμως αυτό το κλάμα. Ήταν λυτρωτικό. Και ήταν η στιγμή που αγάπησα πολύ και τον Mitch Albom τον συγγραφέα αυτού του υπέροχου βιβλίου.

Στο «For one more day», ο ήρωας περνάει τη μεσήλικη κρίση του κουβαλώντας συγχρόνως ενοχές και για τον θάνατο της γηραιάς μητέρας του, για το ότι δεν ήταν εκεί ενώ θα μπορούσε.

Εύχεται να γύριζε τον χρόνο πίσω, να είχε την ευκαιρία να ξαναδεί τη μητέρα του και να της πει όσα δεν πρόλαβε όσον εκείνη ζούσε. Και ω του θαύματος, η ευκαιρία του δίνεται και μέσα απ’ αυτήν ο ήρωας επανασυναρμολογεί κομμάτια απ’ το παζλ της παιδικής του ηλικίας, βλέπει με άλλο μάτι τις οικογενειακές σχέσεις, ανακαλύπτει τη μητέρα και τον πατέρα του και συμφιλιώνεται με τον εαυτό του.

Δεν χρειάζεται βέβαια να πω ότι ο λόγος που το βιβλίο είναι τόσο συγκινητικό και αξιόλογο βρίσκεται στο πόσο αφορά τον καθένα από μας. Όλοι κάποτε είχαμε μια απώλεια αγαπημένου προσώπου και θα θέλαμε να μας είχε δοθεί η ευκαιρία να είχαμε πει περισσότερα ή να είχαμε κάνει κάτι ακόμα. Επιπλέον, το βιβλίο μιλάει για τη δύναμη της μητρικής αγάπης με τρόπο που δεν αμφισβητείται και χωρίς ν’ αγγίζει το μελό ή να εκβιάζει τη συγκίνηση.

Μετά απ’ αυτήν την εμπειρία λοιπόν, έψαξα στο διαδίκτυο για τα βιογραφικά του συγγραφέα και ανακάλυψα 2 ακόμα μυθιστορήματα του που έπρεπε να αποκτήσω.

Το ένα βρέθηκε σ’ ένα Borders κάπου στην Πενσιλβανία και διαβάστηκε στη διαδρομή Νιαγάρας- Big Bass Lake.

Το «Tuesdays with Morrie» είναι αυτοβιογραφικό και μιλάει για τις συναντήσεις που είχε ο ίδιος ο συγγραφέας με τον παλιό καθηγητή του Morrie ενώ ο τελευταίος πάσχει από ALS και βαδίζει προς τον θάνατο. Ο τρόπος με τον οποίο ο Morrie έχει αποφασίσει να αποδεχτεί το αναπόφευκτο του τέλους του- με αξιοπρέπεια, δίχως οργή, μίσος, άρνηση και οίκτο- αποτελεί μάθημα ζωής για τον συγγραφέα που στη διαδρομή της ζωής του κάπου έχασε τη μπάλα στο προσωπικό ζύγι των αξιών και των προτεραιοτήτων του και είναι ένα πραγματικό διαμάντι για όλους εμάς που τόσο συχνά ξεχνάμε πόσο σύντομο είναι το πέρασμα μας απ’ αυτόν τον κόσμο κι αναλωνόμαστε σε ματαιότητες.

«Να έρχεσαι να μου μιλάς όταν εγώ θα έχω φύγει», προτρέπει ο Morrie τον συγγραφέα.

«Μα δεν θα μπορούμε να συζητάμε », του αντιγυρίζει εκείνος.

«You talk, I'll listen».

Αφού ακολούθησε ένα ακόμα λυτρωτικό κλάμα από μέρους μου, επιδόθηκα στην ανεύρεση του τρίτου του μυθιστορήματος που στην πραγματικότητα είναι το πρώτο που έγραψε ο Mitch Albom.
Αυτό λοιπόν το τρίτο ήταν πια για μένα προσωπικό στοίχημα. Με κούρασε πολύ να το βρω, αλλά το κράτησα σαν τρόπαιο όταν επιτέλους το ανακάλυψα σ’ ένα ακόμα
Borders, στη Βοστώνη αυτή τη φορά ∙τίτλος του «The five people you meet in heaven» και διαβάστηκε στη διαδρομή Βοστώνη- Νέα Υόρκη – έτσι για να δώσω και τις λεπτομέρειες.

Ο Eddie ένας ηλικιωμένος εργάτης σ’ ένα μεγάλο λούνα παρκ πεθαίνει στην προσπάθεια του να σώσει ένα κοριτσάκι. Σ’ όλο το βιβλίο βλέπουμε τη διαδρομή του στον άλλο κόσμο, ας πούμε μέχρι την οριστική κατάληξη. Εκεί, στο ενδιάμεσο, ο Eddie θα συναντήσει 5 ανθρώπους που άλλους γνώριζε όσο ζούσε κι άλλους όχι και θα μάθει πως κανενός η ζωή δεν είναι ανεξάρτητη από τις άλλες και πως υπάρχει μια μυστική σχέση ανάμεσα στις ζωές των ανθρώπων. Ο καθένας μας επηρεάζει τον άλλον και ο άλλος τον επόμενο κοκ και όλες οι ανθρώπινες ιστορίες καταλήγουν τελικά σε μία μοναδική.

Ο Mitch Albom είναι σημαντικός γιατί είναι αυθεντικός. Δεν ψάχνει δύσκολα θέματα, αλλά τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται όπως η ζωή και ο θάνατος ή οι ανθρώπινες σχέσεις, είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολα επειδή διστάζουμε τις περισσότερες φορές να τα προσεγγίσουμε με απλό τρόπο. Εγώ τουλάχιστον, χαίρομαι που τον ανακάλυψα κι ευχαρίστως θα συνεχίσω να τον διαβάζω γιατί η γραφή του είναι ενδιαφέρουσα και η ματιά του αποπνέει φρεσκάδα.

Κι επειδή σε μια αναζήτηση που έκανα στο διαδίκτυο έμαθα ότι το «Tuesdays with Morrie» έχει γυριστεί και ταινία με τον Jack Lemon, θα επιδιώξω οπωσδήποτε να τη δω!


Σάββατο, Αυγούστου 30, 2008

Καλό αποκαλόκαιρο με εορταστικές πινελιές!


Κάθε φορά που είχα τη γιορτή μου ή τα γενέθλια μου όταν ήμουν παιδί, τσαντιζόμουν -για αστείο λόγο σύμφωνα με τη σκέψη ενός ενήλικα, αλλά εξαιρετικά σοβαρό για το σύμπαν ενός μικρού παιδιού-.

Ο λόγος λοιπόν ήταν ότι και στις δυο περιπτώσεις δεν ήταν ανοιχτά τα σχολεία και συνεπώς δεν μπορούσα να κεράσω καραμελίτσες στα άλλα παιδάκια – κατά πώς συνηθιζόταν τότε.

Βέβαια, τα χρόνια πέρασαν και το εν λόγω ζήτημα διόλου μ’ απασχολεί πλέον.

Έτσι γίνεται φαίνεται όταν μεγαλώνεις. Εστιάζεις περισσότερο στο πού θες να κεράσεις την καραμελίτσα κι όχι στην καραμελίτσα την ίδια.

Μια άλλη προέκταση του παιδικού μου θυμού ήταν ότι τόσο στη γιορτή όσο και στα γενέθλια, μύριζε άνοιγμα σχολείων. Και δεν ήταν για μένα ενοχλητικό για τον καθεαυτό λόγο του σχολείου τόσο, όσο για τη μελαγχολία που κουβαλάει το τέλος του Αυγούστου ή η περίοδος μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές.

Η μελαγχολία του Αυγούστου κυρίως, η μυρωδιά φθινοπώρου κι αυτό το πάντα ανέμελο καλοκαιράκι με τη σκέψη ενός χειμώνα γεμάτου υποχρεώσεων με κάνει κάθε φορά να θέλω να δραπετεύω απ’ τις «εορταστικές» ατμόσφαιρες.

Φέτος, θα σπάσω τον κανόνα και θα κάνω μια εξαίρεση. Έμαθα και μια καινούργια ευχή και είπα να μου τη χαρίσω μέρα που είναι και να τη μοιραστώ και με άλλους από δω μέσα.

«Καλό αποκαλόκαιρο», αντί του κλασικού «Καλό χειμώνα». Ακούγεται πιο αισιόδοξο, έτσι δεν είναι;

Α, και για να μην ξεχνιόμαστε; Γλυκάκι θα πάρετε;

Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2008

Τα παιδιά των μεταναστών δεν είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού.










Ομολογώ ότι τον παρακάτω νόμο δεν τον ήξερα και έμεινα με ανοιχτό το στόμα όταν διάβασα πώς σ’ αυτήν τη χώρα που ζούμε μπορούμε να γινόμαστε τόσο φαιδροί συνέχεια. Γηράσκω αεί εκπλησσόμενη…

Τον χειμώνα που μας πέρασε είχα την ευκαιρία να κάνω εθελοντικά μαθήματα διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στο "Ανοιχτό Σχολείο Μεταναστών του Πειραιά". Εκεί για πρώτη φορά γνώρισα μετανάστες απ’ όλον τον κόσμο – άλλους παράνομους κι άλλους με χαρτιά. Γνώρισα ανθρώπους που μοχθούν δουλεύοντας σε θέσεις που οι Έλληνες σνομπάρουν. Εργάτες που ιδρώνουν σε δύσκολες εργασιακές συνθήκες, γυναίκες που κάνουν τις καθαρίστριες και που διαθέτουν μια Κυριακή να μάθουν τη γλώσσα της «πατρίδας» που τους
«φιλοξενεί».


Εμείς, οι «Έλληνες» συναναστρεφόμαστε τέτοιους ανθρώπους στην καθημερινότητα μας. Τους πληρώνουμε για να μας βάψουν ή να μας καθαρίσουν το σπίτι μας ή για να κάνουν τις νοσοκόμες στους γηραιούς κι ανήμπορους συγγενείς μας.
Πόσο πατρίδα λοιπόν μπορεί να αποκαλείται μια χώρα που τους χρησιμοποιεί αλλά στην ουσία τους αγνοεί; Για ποια φιλοξενία μιλάμε όταν η μεγάλη πλειονότητα αυτών δεν έχει στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη;
Κάποιοι απ’ αυτούς γέννησαν εδώ τα παιδιά τους. Τα παιδιά αυτά δεν ομιλούν τη γλώσσα των δικών τους. Δεν έχουν καμιά επαφή με τη χώρα καταγωγής τους. Δεν την έχουν ίσως ποτέ επισκεφθεί αφού όταν μιλάμε για παράνομους μετανάστες, μια επίσκεψη θα ισοδυναμούσε με αναχώρηση χωρίς επιστροφή ή τουλάχιστον με επιστροφή χρυσοπληρωμένη.
Τα παιδιά αυτά δεν γνωρίζουν ινδικά ή αλβανικά ή πακιστανικά αφού στις παιδικές ηλικίες κάθε διαφοροποίηση δεν είναι αποδεκτή. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να νιώθουν ότι απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους συνομήλικους τους. Μιλάνε ελληνικά γιατί αυτά ακούνε, διδάσκονται ελληνικά στο σχολείο γιατί σε ελληνικό σχολείο πηγαίνουν, κάνουν ό, τι και τα ελληνάκια: βλέπουν τις ίδιες σειρές στην τηλεόραση, τρώνε την ίδια μάρκα πατατάκια και θέλουν μπάρμπι στις σχολικές τους τσάντες.



Τα κοριτσάκια του Μπιτού (Ινδία) και της Αρόσας (Σρι-Λάνκα), η Κωνσταντίνα και η Δήμητρα και η Αγγελική του Λαλ (Ινδία ) και της Μπίας (Ινδονησία) είναι βαφτισμένα εδώ και ακούνε σε ελληνικά ονόματα. Το μόνο που τα διαφοροποιεί από τα ελληνάκια της ηλικίας τους είναι το λίγο πιο σκούρο χρώμα στο δέρμα τους. Ο ελληνικός νόμος άραγε, τι δικαιώματα τους δίνει;
Μόλις ενηλικιωθούν για πού κινδυνεύουν να απελαθούν; Για μια χώρα της οποίας τη γλώσσα, την όψη, τα ήθη και τα έθιμα δεν γνωρίζουν καθόλου;

Υπάρχουν και άλλα «ξένα παιδάκια». Αυτά που ζούνε στο Γκάζι. Αυτά για τα οποία οι "Δρόμοι Ζωής" εδώ και χρόνια ακούραστα και με εθελοντική εργασία πασχίζουν να τους δώσουν ίσα δικαιώματα ζωής και παιδείας. Να μην είναι κοινωνικά αποκλεισμένα. Ένα παιδί απ’ αυτά, πέρασε πέρυσι στο Πανεπιστήμιο. Το παιδί αυτό, πώς το αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος; Το αποδέχεται ή θα το θεωρεί εσαεί διαφορετικό;


Παραθέτω τον νόμο έτσι όπως τον βρήκα κι επειδή δεν έχω νομικές γνώσεις, αν κάποιος ξέρει κάτι παραπάνω, ας μας το πει:

Σύμφωνα με το Α1, παρ.1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας και βάσει του ν. 3284/2004, την ελληνική ιθαγένεια αποκτά μόνο το τέκνο Έλληνα ή Ελληνίδας. Σπάνια κάποιος αποκτά αυτομάτως την ελληνική ιθαγένεια, χωρίς να συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση (όταν για παράδειγμα γεννιέται σε ελληνικό έδαφος και δεν αποκτά αλλοδαπή ιθαγένεια ή είναι αγνώστου ιθαγένειας).

Στην Ελλάδα ισχύει το δίκαιο του αίματος κι όχι το δίκαιο του εδάφους όπως συνήθως συμβαίνει στα περισσότερα ευρωπαϊκά τουλάχιστον κράτη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν χορηγούνται πιστοποιητικά γέννησης σε παιδιά μεταναστών, ούτε γίνονται εγγραφές σε δημοτολόγια (γεγονός που εξασφαλίζει την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας), με αποτέλεσμα παιδιά που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ελλάδα, να φτάνουν 18 χρονών και να κινδυνεύουν να απελαθούν ως οικονομικοί μετανάστες. Από την άλλη, οι χώρες καταγωγής δεν χορηγούν πιστοποιητικά γέννησης, μιας και είναι δύσκολη η απόδειξη συγγενικού δεσμού των παιδιών με τους γονείς. Συνεπώς τα παιδιά αυτά εκτίθενται σε ένα αδιανόητο νομικό κενό, δεν προστατεύονται ούτε καν στοιχειωδώς και το κυριότερο, δεν αναγνωρίζονται ως φορείς δικαιωμάτων, όπως αυτών που απολαμβάνουν όσοι έχουν την ελληνική ιθαγένεια. Η ανάγκη προσαρμογής του νομοθετικού πλαισίου είναι κάτι παραπάνω από επιτακτική, καθώς εκθέτει στην παράλογη αυστηρότητα του νόμου, παιδιά που δεν έχουν γνωρίσει άλλη πατρίδα πλην της Ελλάδας. Ακόμα, αξίζει να σημειωθεί ότι παιδιά μεταναστών, «κληρονομούν» την παρανομία των γονιών τους και δεν υπάρχουν νομικά πουθενά.

Τις ζωγραφιές μου τις χάρισαν η Κωνσταντίνα, η Δήμητρα και η Αγγελική.
UPDATE
H Krotkaya μου θύμισε κι αυτό που αξίζει να το δείτε.

Τετάρτη, Αυγούστου 27, 2008

Οι ευαίσθητοι μετανάστες του Φατίχ Ακίν.

Τον Φατίχ Ακίν τον έμαθα την Κυριακή που μας πέρασε, όταν είδα την «Άκρη του ουρανού».
Άκρως ποιητική ταινία, αποτελεί παράδειγμα του ότι η πραγματική τέχνη αναδεικνύεται απ’ τα απλά κι όχι απ’ τα περιττά φτιασίδια, δικαιώνοντας έτσι και το σοφό αρχαίο ρηθέν «Ουκ εν τω πολλώ το ευ».
Η θετική εντύπωση μου γι’ αυτόν ενισχύθηκε όταν είδα και το «Μαζί ποτέ» (έπαινοι στο dvdάδικο της γειτονιάς για τη συλλογή του) που αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του στην οποία εντάσσεται και «Η άκρη του ουρανού».
Ο Φατίχ Ακίν είναι μόνο 34 χρονών κι όμως ήδη το όνομα του έχει κάνει αίσθηση στο σοβαρό κινηματογραφικό στερέωμα. Τουρκικής καταγωγής ο ίδιος αλλά γεννημένος στο Αμβούργο μεταφέρει αυτή του την περιπλάνηση ανάμεσα στη χώρα καταγωγής και στη χώρα ανατροφής με πολύ συγκινητικό και επίκαιρο τρόπο.

Όσοι έχουν έρθει σε επαφή με μετανάστες, όσοι είναι ευαισθητοποιημένοι στα θέματα μεταναστών ή όσοι υπήρξαν παιδιά μεταναστών σίγουρα μπορούν να καταλάβουν την κινηματογραφική γλώσσα του Ακίν. Συχνά τα παιδιά των μεταναστών αρνούνται να μιλήσουν τη γλώσσα των γονιών τους και κάνουν ό, τι μπορούν για να αφομοιωθούν πλήρως από τη νέα πατρίδα, για να γίνουν αποδεκτοί, για να αποφύγουν την ετικέτα του «ξένου» και τα «χτυπήματα» των ρατσιστών.
Αυτός ο νόστος για την πατρίδα που κυλάει στο αίμα, η πραγματικότητα που μεταφράζεται σε μια νέα πατρίδα και μια νέα γλώσσα, οι βαθειά ριζωμένες παραδόσεις αλλά και η συνειδητή ή ασυνείδητη απόρριψη τους συναντιούνται στους ήρωες των δύο ταινιών του κι αντιμετωπίζονται σκηνοθετικά και σεναριακά με φυσιολογικό κι ευτυχώς απενοχοποιημένο τρόπο.


Στο πρώτο μέρος της τριλογίας του με θέμα «Έρωτας- Θάνατος- Διάβολος», στέκεται η ταινία «Μαζί ποτέ» (πρωτότυπος τίτλος στα γερμανικά «Gegen die Wand», στα αγγλικά «Head-On», στα τουρκικά «Duvara Karşı»).


Ο Τσάιτ ένας σαρανταπεντάρης αλκοολικός κάνει μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας και καταλήγει σ’ ένα κέντρο ψυχικής αποκατάσταστης. Εκεί γνωρίζει την Σιμπέλ μια εικοσάχρονη τουρκάλα που μάταια αποπειράθηκε ν’ αυτοκτονήσει κόβοντας τις φλέβες της και γίνεται αποδέκτης μιας παράξενης πρότασης. Η Σιμπέλ του προτείνει να παντρευτούν με λευκό γάμο σε μια προσπάθεια να ξεφύγει απ’ τα δεσμά της αυστηρής της οικογένειας. Ο Τσάιτ που έχει γερμανοποιηθεί τόσο ώστε να ξεχάσει σχεδόν την μητρική του γλώσσα, διστάζει αρχικά, αλλά στη συνέχεια δέχεται. Η Σιμπέλ μετά τον γάμο απολαμβάνει πλήρως την ελευθερία της διασκεδάζοντας κάθε βράδυ και εναλλάσσοντας ερωτικούς συντρόφους. Ο Τσάιτ αρχικά είναι αδιάφορος απέναντι της αλλά σύντομα εμπλέκεται με οδυνηρό τρόπο.


Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του, «Η άκρη του ουρανού»( πρωτότυπος τίτλος στα γερμανικά «Auf Der Anderen Seite», στα αγγλικά «The edge of heaven», στα τουρκικά «Yasamin Kiyisinda») καταγράφει τις ζωές έξι ανθρώπων, τεσσάρων τούρκων και δυο γερμανών που δεν συναντιούνται πάντα μεταξύ τους, αλλά που γυρνάνε σ’ ένα γαϊτανάκι οργής, θρήνου, απώλειας, θανάτου και συγχώρεσης.
Με κυκλικές επαναλήψεις ανάμεσα στους δυο τόπους, τη Γερμανία και την Τουρκία, ο σκηνοθέτης πραγματεύεται το ευαίσθητο θέμα της συγχώρεσης και της αποδοχής ανάμεσα σε γονείς και παιδιά πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα το γνωστό «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα».

Ο Αλί, Τούρκος μετανάστης στο Αμβούργο, γνωρίζει τη Γέτερ, πόρνη τουρκικής καταγωγής, την οποία παρακαλεί να μείνει μαζί του επί πληρωμή. Όταν η Γέτερ πεθαίνει, ο γιος του Αλί, Νεζάτ, καθηγητής λογοτεχνίας στο Αμβούργο, θ’ αναζητήσει την κόρη της Γέτερ Αϊτέν, μια πολιτική ακτιβίστρια την οποία καταζητεί η τουρκική αστυνομία. Ενώ ο Νεζάτ αποφασίζει να μείνει στην Κωνσταντινούπολη, η Αϊτέν θα καταφύγει στη Γερμανία για πολιτικό άσυλο.

«Μαζί ποτέ»
Χρυσή Άρκτος στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου, 2004
Βραβείο FIPRESCI, 2004
5 βραβεία Lola in Gold του Deutscher Filmpreis
Καλύτερη ταινία
Καλύτερη σκηνοθεσία
Καλύτερος Α' Γυναικείος ρόλος
Καλύτερος Α' Αντρικός ρόλος
Καλύτερη φωτογραφία
Βραβείο Gilde-Filmpreis της Filmmesse Leipzig, 2004
Βραβείο Silver Mirror Award στο Φεστιβάλ Ταινιών του Όσλο
Δυο Ευρωπαικά Βραβεία Κινηματογράφου (Europäischer Filmpreis), 2004
Καλύτερη Ταινία 2004
Καλύτερη σκηνοθεσία
Βραβείο Goya (καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία 2005)

«Η άκρη του ουρανού»
Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Κανών 2007
Οικουμενικό Βραβείο Φεστιβάλ Κανών 2007
Βραβείο Lux Καλύτερης Ταινίας 2007 - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Τετάρτη, Αυγούστου 13, 2008

Memories from USA and a touch of Canada

New York city



Whasington D.C

Alexandria in Virginia

Niagara falls- Toronto
Boston


Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2008

Έφτασε


ο καιρός για διακοπές!


Θα τα πούμε τις ήσυχες μέρες του Αυγούστου.

Να περνάτε όλοι καλά!

Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2008

Δώρο ζωής.

Είχα μήνες να τη δω και είχα τύψεις. Κάτι όμως που το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο, κάτι που δεν βόλευαν οι ώρες, όλο της έλεγα "θα περάσω" κι όλο δεν τα κατάφερνα. Εντωμεταξύ, ούτε εκείνη μ' έπαιρνε τηλέφωνο να ρωτήσει ανυπόμονα πότε θα πάω, κάτι που μου φάνηκε παράξενο, αφού παλιότερα συνήθιζε να μου τηλεφωνεί συχνά. Μέχρι που σκέφτηκα μήπως είχε συμβεί κάτι κακό, αλλά ξόρκιζα αμέσως τη σκέψη απ' το μυαλό μου.
Τελικά, πήγα το περασμένο Σάββατο. Καθόταν στη γνωστή της θέση, με τα μαλλιά ξέπλεκα κιένα ροζ νυχτικό. Ήταν κεφάτη κι έτσι όπως την περιτριγύριζαν και οι 3 γάτες της (όλη η γατοοικογένεια παρακαλώ, μαμά, μπαμπάς, παιδί), έμοιαζε σαν κοριτσάκι.
"Έχω να σου πω", μου έκανε συνομωτικά αμέσως μόλις η κυρία που την φροντίζει έφυγε για λίγο, για κάποια εξωτερική δουλειά.
Κι άρχισε να μου λέει. ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ! Φοβερό! Απρόσμενο! Καταπληκτικό!!! Γνωρίζονται από παλιά, αλλά λόγω μιας "συνεργασίας" μιλάνε συχνά στο τηλέφωνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο περίπου. Και κάποια στιγμή, αυτά τα "επαγγελματικά" τηλεφωνήματα έγιναν λίγο πιο προσωπικά. Άρχισε να εναλλάσσεται ο πληθυντικός με τον ενικό και να τηλεφωνιούνται ακόμα και χωρίς να υπάρχει λόγος. Ένα τηλεφώνημα το πρωί κι ένα το βράδυ. Της έστειλε και φωτογραφία του γιατί είχαν να ειδωθούν χρόνια. Κι αυτά τα τηλεφωνήματα την έκαναν να ξανανιώσει έφηβη. Σκιρτούσε κάθε φορά στην αναμονή τους και πέρασε κι ένα δυο βράδυα άυπνη,να σκέφτεται. Όλα τα κλασικά συμπτώματα του έρωτα δηλαδή. Η μονοτονία σταμάτησε. Η μοναξιά επίσης. "Πριν δεν είχε κανένα νόημα η ζωή μου", μου εξομολογήθηκε. "Να δεις, πώς το λέει ο Καβάφης: [...]είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα. Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει]".
"Τώρα έχω κάτι να περιμένω. Και ξέρεις ποιο είναι το πιο άσχημο; Να πεθαίνεις και να μην έχεις κανέναν δίπλα σου να σου δώσει ένα φιλί, να ξέρεις ότι σ' αγαπάει".
"Είστε πολύ τυχερή γυναίκα", της είπα. "Και οι δυο άντρες που παντρευτήκατε σας αγάπησαν πολύ και τους αγαπήσατε κι εσείς και τώρα υπάρχει κι ένας ακόμη που σας νοιάζεται". Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, σημάδι ότι συμφωνούσε.

Έφυγα λίγα λεπτά αφού χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος. Της πήγα τον ασύρματο κοντά της για να μιλήσει και τη χαιρέτησα διακριτικά. Πρόλαβα να δω τη λάμψη στο βλέμμα της, το πόσο φωτίστηκε το πρόσωπό της καθώς του μιλούσε. "Μια φίλη μου είναι εδώ, μπορώ να μιλήσω ελεύθερα", του είπε.
Κολακεύτηκα με τον χαρακτηρισμό "φίλη μου".
Η φιλία κι ο έρωτας δεν έχουν ημερομηνία λήξεως. Δεν πρέπει να έχουν. Απόδειξη ότι εκείνη έχει κλείσει τα 82 της χρόνια κι εκείνος είναι 80.

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

Το ακορντεόν.

Στο μικρό πλοίο για το κοντινό νησί, όλοι κι όλοι 7-8 επιβάτες. Με το ξεκίνημα ακούγεται ήχος μουσικής. Μια γυναίκα στραμμένη έτσι ώστε να την βλέπουμε, παίζει ακορντεόν. Είναι κάπως περασμένης ηλικίας, απροσδιόριστης, ή μάλλον έτσι φαίνεται επειδή κουβαλάει και την κούραση μιας ζωής που αλλιώς ίσως προδιαγραφόταν κι αλλιώς κυλάει.
Παίζει δυο κομμάτια και μετά σηκώνεται και περνάει ανάμεσα μας, χωρίς να κοντοστέκεται ιδιαίτερα. Ένα πλαστικό ποτηράκι κρέμεται στην άκρη του ακορντεόν της. Οι περισσότεροι ρίχνουν και κάτι- νομίζω όλοι. Λέει ευχαριστώ μ' έναν τρόπο που μοιάζει να το εννοεί πραγματικά.
Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη γρήγορα στο μυαλό μου. Πάω να σκεφτώ άσχημα. Πώς είναι όταν δυσανασχετείς από τους πολλούς επαίτες που μπαινοβγαίνουν στον ηλεκτρικό; Πώς είναι όταν αναρωτιέσαι ποιος έχει πράγματι ανάγκη και ποιος όχι; Πώς είναι όταν σε πιάνει μια ανεξήγητη άρνηση και δεν θες να δώσεις τα λίγα σου κέρματα; Παράλογο, αν εκείνη τη στιγμή σκεφτείς πόσο εύκολα θα τα χαλάλιζες για μια ανοησία.
Η γυναίκα γυρίζει πάλι στη θέση της. Πιάνει το ακορντεόν και αρχίζει ξανά. Αυτή τη φορά παίζει και τραγουδάει κιόλας. Είναι ένα θλιμμένο τραγούδι, της πατρίδας της, μάλλον σαν ρώσικα ακούγονται τα λόγια. Η φωνή της με κάνει κι ανατριχιάζω. Μα πιο πολύ η θλίψη των ματιών της και των δαχτύλων της έτσι όπως ακουμπάνε στα πλήκτρα του πολύτιμου γι' αυτήν ακορντεόν. Προσπαθώ να τη σκεφτώ σε μικρή, παιδική ηλικία. Όταν γνωριζόταν με τη μουσική, όταν μάθαινε το όργανο, μπορούσε ποτέ να αναλογιστεί ότι θα το έπαιζε για να εξοικονομήσει μερικές πενταροδεκάρες;
Η γυναίκα είναι καλλιτέχνης. Παίζει το τραγούδι της για το κοινό της. Παίζει και για πάρτη της. Μόλις τελειώνει δεν σηκώνεται πια. Αφήνει το ακορντεόν μπροστά της και κάθεται στη θέση της για το υπόλοιπο της διαδρομής, με τα νώτα της στραμμένα σε μας, σαν επιβάτης δηλαδή.
Σηκώνομαι σαν υπνωτισμένη. Ντρέπομαι για τις σκέψεις που είχα κάνει πρωτύτερα. Αφήνω κέρματα στο ποτηράκι. Έτσι όπως πάω να καθίσω πάλι στη θέση μου, βλέπω ότι δάκρυα κυλούν ασταμάτητα στα μάγουλα της. Γυρίζω στη θέση μου. Σκουπίζει τα μάγουλα της με την άκρη της μπλούζας της και τα υγρά της χέρια με το κουρτινάκι απ' το παράθυρο. Πολύ διακριτικά. Δεν θέλει να τη δει ή να την λυπηθεί κανένας.
Κάτι θα έλεγε το τραγούδι που την συγκίνησε, σκέφτομαι.
Το πλοίο φτάνει. Ο κόσμος βγαίνει. Μένω επίτηδες τελευταία. Η γυναίκα έχει σηκωθεί. Την πλησιάζω λίγο. Δεν ξέρω τι να της πω. Θέλω να την ευχαριστήσω μα ντρέπομαι κιόλας.
Της χαμογελώ. "Ευχαριστώ", μου λέει πρώτη εκείνη. "Παίζετε πολύ ωραία", της λέω. "Ευχαριστώ πολύ" κάνει ξανά. Είναι εξαιρετικά αξιοπρεπής. "Από πού είστε;" ρωτάω. "Από την Ουκρανία", μου απαντάει.
"Αυτό που τραγουδήσατε ήταν της πατρίδας σας;" ρωτάω και πάλι. "Ναι", κουνάει καταφατικά το κεφάλι. "Να είστε καλά", της λέω και φεύγω.

Δεν μπορώ να μην σκεφτώ τη μοίρα αυτών των λαών που κατέληξαν να περιμένουν την ελεημοσύνη, τη φιλανθρωπία αλλά και τον ρατσισμό των από τύχη πιο "προνομιούχων".

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

Θερινή ραστώνη

Θερινή ραστώνη και ραστώνη γενικότερα.
Πριν από μια βδομάδα, δεν είχα καθόλου χρόνο να γράψω. Τώρα δεν έχω καμία διάθεση. Σαν να έσβησε ο διακόπτης και να μην κατεβαίνουν οι λέξεις.

Ελπίζω να ανακάμψω σύντομα!

Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

Ο "Μικρός Πρίγκηπας" των Δρόμων Ζωής.

Ήδη νιώθω άσχημα που δεν πήγα στη γιορτή της σούπας. Μαζεύτηκαν πολλά τούτη την Άνοιξη και ο χρόνος είναι ελάχιστος. Τα σκεφτόμουν όμως αυτά τα γελαστά πιτσιρίκια και τα μεγαλύτερα το Σάββατο στις 17 Μαϊου. Κι ένιωθα σαν να ήμουνα εκεί; Πιάνεται;
Κι ήλπιζα να μπορώ να τα δω τουλάχιστον στη θεατρική τους προσπάθεια. Το ήθελα πολύ, αλλά όταν έλαβα την πρόσκληση και είδα την ημερομηνία, πάλι συννέφιασα μέσα μου. Την ώρα που θα ξεκινάνε το μαγικό ταξίδι τους στον κόσμο του "Μικρού Πρίγκηπα" εγώ θα είμαι αλλού. Κι έτσι, θα μείνω πάλι με τη σκέψη.

Ελπίζω να πάτε τόσοι που να γεμίσει η Πειραιώς με κόσμο και να μην χωράει το θεάτρο και ν' αναγκαστούνε να παίξουνε πάλι. ( ό, τι με συμφέρει λέω )

Καλή επιτυχία μέσα απ' την καρδιά μου.

Για περισσότερες πληροφορίες, εδώ

Παιδιά, merde! (θεατρικός όρος που αλά γαλλικά και σε εντελώς ελεύθερη απόδοση εύχεται "καλή επιτυχία" )

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2008

" Η γενιά των 700 ευρώ".


Χτες το βράδυ προβλήθηκε απ' το κρατικό κανάλι, η πολυσυζητημένη εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου στη "Θεματική βραδιά" με θέμα την γενιά των 700 ευρώ.

'Ηδη απ' την περασμένη εβδομάδα είναι γνωστό ότι η ΕΡΤ με απόφαση του προέδρου της δεν επιθυμεί τη συνέχιση των εκπομπών του Στέλιου Κούλογλου "Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα" και "Θεματική βραδιά". Ειπώθηκε μεταξύ άλλων, ότι ο βασικός λόγος υπήρξε η δυσαρέσκεια του κρατικού καναλιού για την επίμαχη εκπομπή της γενιάς των 700 ευρώ που η προβολή της θα είχε ως συνέπεια ενδεχόμενη κυβερνητική δυσαρέσκεια...

Παρακολούθησα χτες την εκπομπή, όχι από περιέργεια για το πώς τα βγάζουν πέρα κάποιοι συνάνθρωποι μας με 700 ευρώ, αλλά επειδή ανήκω σ' αυτήν τη γενιά. Δεν έχει σημασία αν βγάζω περισσότερα από 700 ευρώ, δεν θα είχε σημασία ακόμα κι αν ο μισθός μου συνοδευόταν από κάποια επιπλέον μηδενικά το μήνα- τουλάχιστον στον προσωπικό μου κώδικα συνείδησης. Το γεγονός ότι ανήκω στην ίδια γενιά μ' αυτούς τους ανθρώπους με ευαισθητοποιεί έτσι ώστε να μην μένω αδιάφορη σ' αυτό το "φαινόμενο των καιρών".

Το θλιβερό για μένα, πέραν της ίδιας της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας δεν είναι ούτε η αναμενόμενη δυσαρέσκεια του κρατικού καναλιού, ούτε η επιλογή να προβάλλουν την εκπομπή την ώρα που στο διπλανό κρατικό κανάλι μετέδιδαν το κιτσάτο σόου της Eurovision. Το θλιβερό δεν είναι ούτε καν το ότι το αυτί της κυβέρνησης δεν ιδρώνει- κι αυτό είναι αναμενόμενο!

Το πιο θλιβερό είναι ότι υπάρχουν νέα παιδιά εκεί γύρω στα 30- της ίδιας γενιάς δηλαδή ηλικιακά- που σήμερα μιλούσαν για την Eurovision με αγωνία κιόλας για τον τελικό του Σαββάτου...


Το πολύ ενδιαφέρον μπλογκ για τη γενιά των 700 ευρώ είναι εδώ

Πέμπτη, Μαΐου 22, 2008

Τα τριγενή και τα δικατάληκτα!

Τα θυμάται κανείς αυτά τα έρημα τριγενή και δικατάληκτα ή μιλάω άγνωστη γλώσσα; Κι αν ακόμα δεν ξέρει κάποιος που πήγε σχολείο ότι η γραμματική τα έχει ονομάσει έτσι, δεν μπορεί τουλάχιστον να τα αναγνωρίζει και να μην τα τραυματίζει;
Εδώ και λίγα χρόνια γίνομαι μάρτυρας της συχνής, συχνότατης κακομεταχείρισης του "διαφανούς" . Το τι "το διαφανή" και "του διαφανή" έχω ακούσει, δεν περιγράφεται!
Τόσο που σε λίγο θα αρχίσω ν' αναρωτιέμαι μήπως εγώ θυμάμαι άλλα αντ' άλλων απ' το σχολείο κι ο "σοφός" λαός που ορθώς ομιλεί εις άπταιστον προφορικήν τα λέει σωστά!
Αυτό όμως που πραγματικά με αποτέλειωσε ήταν ο βιασμός του ωραιότατου επιθέτου ο/η υπεριώδης, το υπεριώδες.
Ραδιοφωνική διαφήμιση λοιπόν γνωστής και μεγάλης εταιρείας καλλυντικών, μας προτρέπει να αγοράσουμε τη συγκεκριμένη αντιηλιακή κρέμα γιατί "η υπεριώδη" ακτινοβολία σκοτώνει!!!
Και να' λεγα ότι είναι τόσο άγνωστη λέξη αυτή η υπεριώδης; Καραμέλα έχει γίνει τα τελευταία χρόνια. Μα καλά, κανείς δεν βρέθηκε να προσέξει το λάθος; Ούτε απ' την εταιρεία καλλυντικών, ή τη διαφημιστική και τους ανθρώπους με τους παχυλούς μισθούς (η σπόντα για το δυσανάλογο σχεδόν πάντα μόρφωσης-οικονομικών απολαβών), ούτε απ' τα ραδιόφωνα που αγόρασαν και εκπέμπουν τη διαφήμιση;

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

Ιδιόγραφον!


Ευτυχώς που η Νίνα με κάλεσε σ' αυτό το ωραίο παιχνιδάκι κι έτσι βγήκα απ' την εσωστρέφεια των Άγιων ημερών.

Μ' αρέσει να γράφω. Πάντα μου άρεσε και παρόλο που οι υπολογιστές έχουν εισβάλει για τα καλά στη ζωή μας, η επαφή με τα παραδοσιακά μέσα γραφής εξακολουθεί να με συγκινεί. Αυτό γράφτηκε πριν από 5 χρόνια περίπου και είναι η μετάφραση (δική μου παρακαλώ) ενός ποιήματος του Carl Sandberg (Δεν πρόφτασα να βρω και το πρωτότυπο κι έτσι αρκεστείτε στη μετάφραση μου).

Όλα τα παραπάνω λοιπόν χάριν του http://autographcollectors.blogspot.com/.

UPDATE: Ούπς! Ξέχασα να προσκαλέσω. Καλώ λοιπόν για τα ιδιόγραφα τους:
renata
vita mi barouak
markos the gnostic
ellinida
an-lu

Τετάρτη, Απριλίου 23, 2008

Η εποχή της εσωστρέφειας.

Το Πάσχα προ των πυλών. Οι δρόμοι αρχίζουν και γεμίζουν εκδρομείς, οι γειτονιές αδειάζουν. Βρίσκεις να παρκάρεις πιο εύκολα. Προσπαθείς να προλάβεις τελευταίες εκκρεμότητες. Πάντα συσσωρεύονται τέτοιες πριν τις γιορτές.
Να κατεβάσεις τα καλοκαιρινά. Να ψωνίσεις για τα βαφτιστήρια.
Οι μυρωδιές της Άνοιξης να σου ευφραίνουν την ψυχή. Πάλι καλά- να σκέφτεσαι- με τόσο τσιμέντο και σκουπιδαριό, οι πασχαλιές μυρίζουν. «Ο Ιησούς απ’ τη Ναζαρέτ», το απόλυτο σήμα κατατεθέν της Μεγάλης Εβδομάδας εδώ και χρόνια.
Οι γύρω σου να μιλάνε για νηστεία και να περιμένουν μαγειρίτσες και αρνάκια. Ο φόβος ότι αυτό το Πάσχα θα βρέξει. Ξυπνάς δύσκολα τα πρωινά. Μαζεμένη κούραση; Υγρασία ή η βαρειά ατμόσφαιρα της Άνοιξης;
Οι φίλοι που είναι εδώ, οι λιγοστοί, οι εξής δύο παιδικές, οι σαν αδερφές πια. Οι άλλοι που νόμιζες ότι μπορούσες να ταιριάξεις αλλά δεν επέδειξαν το κατάλληλο ήθος. Οι φιλίες θέλουν ήθος. Όλες οι σχέσεις θέλουν ήθος, αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να συντηρούνται. Οι συμβιβασμοί για να μην μεταβληθείς σ’ ένα πλήρως αντικοινωνικό άτομο. Οι ελάχιστοι άνθρωποι που σε δέχονται όπως ακριβώς είσαι. Αυτοί που πλήγωσες, αυτοί που σε πλήγωσαν, αυτοί που «έφυγαν», αυτοί που θα’ρθουν. Οι άνθρωποι που γυρίζουν, οι εποχές που εναλλάσσονται.
Καιρός για στροφή προς τα μέσα...

photo:flickr-Poetic Espionage

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Στον Μεσαίωνα καίμε τις Νερατζιές...

Ειλικρινά δεν το’ξερα ότι βρισκόμαστε στον Μεσαίωνα κι ότι σύντομα θα πρέπει να δώσουμε όλοι λόγο για τα βιβλία μας καθώς και για το ότι η γη είναι στρογγυλή...

Σαν άλλος μαινόμενος ιεροεξεταστής άφησε την οργή του να ξεχειλίσει πριν από λίγο στο δελτίο ειδήσεων ο δικηγόρος Κώστας Πλεύρης. Αφορμή ένα λογοτεχνικό βιβλίο που σύμφωνα με τον κύριο Πλεύρη δεν δικαιούται να βρίσκεται στις σχολικές βιβλιοθήκες. Γι’ αυτό και το έσυρε στα δικαστήρια!

Η εν λόγω πέτρα του σκανδάλου ακούει στο όνομα «Ζιγκ Ζαγκ στις νερατζιές» είναι της Έρσης Σωτηροπούλου και κατηγορείται ότι περιέχει περιγραφές που σκανδαλίζουν. Η επιχειρηματολογία του κυρίου Πλεύρη εκεί εξαντλείται κιόλας, στις σκανδαλιστικές σκηνές και στον αντιπαιδαγωγικό τους χαρακτήρα.

Μάταια η παρουσιάστρια και τα υπόλοιπα «παράθυρα» προσπαθούν να του πουν ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν είναι σχολικό κι ότι άλλη η λειτουργία της λογοτεχνίας, άλλο τι διδάσκεται στο επίσημο σχολείο. Μάταια του θυμίζουν ότι κι εκείνος έχει βρεθεί στο σκαμνί ως κατηγορούμενος συγγραφέας στο παρελθόν. Μάταια, έτερος συνομιλητής αναρωτιέται πώς μόνο το συγκεκριμένο βιβλίο θεωρήθηκε ακατάλληλο, ενώ στις σχολικές βιβλιοθήκες υπάρχουν πλείστα άλλα που παραμένουν ανενόχλητα στα ράφια.

Εγώ θα προσέθετα ότι τα παιδιά δεν περιμένουν τις νερατζιές για να σκανδαλιστούν. Αρκεί να πατήσουν το κουμπί της τηλεόρασης. Τι θα κάνει ο κάθε κύριος Πλεύρης; Θα την απαγορεύσει απ’ τα σπίτια;

Επίσης θυμάμαι ότι στις σχολικές βιβλιοθήκες υπήρχαν-τουλάχιστον την εποχή που πήγαινα εγώ σχολείο- πολλά μυθιστορήματα της γενιάς του’ 30 που βρίθουν ερωτικών περιγραφών και γαργαλιστικών λεπτομερειών. Τι θα έκανε σ’ αυτήν την περίπτωση ο κύριος Πλεύρης; Θα εγκαλούσε στην τάξη τον Καραγάτση απ’ τον άλλο κόσμο;

Και μια και ανέφερα το όνομα του Καραγάτση, ας θυμηθώ και τον χαρακτήρα του Πολύκαρπου στο «Δέκα» που στο όνομα της ηθικής κατηγορεί τους πάντες στη μικρή λαϊκή γειτονιά, αλλά τα βράδυα γίνεται πελάτης στα σπίτια της Φίλωνος και μάλιστα έχει και ιδιαίτερα βίτσια...

Δεν έχω διαβάσει ακόμα το «Ζιγκ Ζαγκ στις νερατζιές». Ξέρω ότι έχει τιμηθεί με το Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος και θυμάμαι ότι το καλοκαίρι που μας πέρασε κάποιο γαλλικό κανάλι έκανε ένα πολύ αξιόλογο αφιέρωμα στη συγγραφέα και στο πόνημα της. Ξέρω επίσης ότι από αύριο ο εκδοτικός οίκος θα πανηγυρίζει αφού αυτό που τελικά κατάφερε ο κύριος Πλεύρης είναι να το διαφημίσει ακόμα και στον κόσμο που αγνοούσε την ύπαρξη του. Συνεπώς, ακόμα και στη σχολική βιβλιοθήκη να μην το βρει κάποιος έφηβος, φαντάζομαι ότι θα μπορούσε άνετα να το δει πάνω στο κομοδίνο της μαμάς ή του μπαμπά του...

Περαστικά μας!

Πέμπτη, Απριλίου 10, 2008

Πάμε βόλτα στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης;

Πριν μια βδομάδα ανηφόριζα τη Φωκίωνος Νέγρη. Είχα να την περπατήσω κάποια χρόνια και με κυρίευσε μια νοσταλγία για τις μέρες της εφηβείας μου. Θυμήθηκα τα σινεμά που σύχναζα, τις καφετέριες, τον παλιό Φλόκα, το πρώτο fast food, τον γραφικό Paesano με τη μαϊμουδίτσα του... Εκεί λοιπόν, στη Φωκίωνος που ακόμα και στη δική μου γένια άφησε το χνάρι της, στέκει ακόμα περήφανη η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης.

Η Δημοτική Αγορά ανήκει σ’ αυτά τα κτήρια που δείχνουν πως κάποτε η Αθήνα ήταν μια όμορφη, ανθρώπινη πόλη. Αν κάποιος έχει ταξιδέψει στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Γαλλία, θα καταλάβει σε πόση εκτίμηση έχουν οι άνθρωποι τις αγορές τους εκεί. Όχι μόνο στις επαρχιακές πόλεις της Γαλλίας, αλλά και στο κέντρο του Παρισιού, οι σκεπαστές αγορές τους είναι πραγματικά ένα κόσμημα. Οι άνθρωποι δεν τις βλέπουν μουσειακά, δεν τις αφήνουν να παρακμάσουν. Αντίθετα, τις επισκέπτονται κανονικά για τα ψώνια τους κι αυτές με τη σειρά τους αποτελούν ακόμη και τουριστικό πόλο έλξης, αφού μπορούν να σε ανταμείψουν με όμορφες εικόνες λαχανικών, φρούτων, μπαχαρικών ή ξηρών καρπών.

Σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτό, δυστυχώς η Αθήνα τα τελευταία χρόνια έχει να επιδείξει τεράστιες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και μάλιστα στο κέντρο της πόλης. Η Πατησίων την οποία και ανέβαινα τη μέρα που επισκέφτηκα τη Φωκίωνος Νέγρη, είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Εγώ βεβαίως ίσως αφελώς σκέφτομαι τι δουλειά έχει ένα σούπερ μάρκετ, πλάι σε μια μικρή μπουτίκ ρούχων ή γιατί κάποιοι κινηματογράφοι ή θέατρα εξαφανίστηκαν βίαια απ’ τον χάρτη χάριν μιας ραφιέρας τυριών ή σάλτσας;

Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης είναι το καταφύγιο των τελευταίων ρομαντικών αυτής της πόλης. Πρόκειται για κτίριο του μεσοπολέμου. Για την ακρίβεια κατασκευάστηκε το 1935 όταν δήμαρχος της Αθήνας ήταν ο Κοτζιάς και αποτέλεσε σημείο αναφοράς της καθημερινής ζωής στο πέρασμα των δεκαετιών, αφού εκτός των άλλων, λειτουργούσε θετικά ως προς την αποσυμφόρηση της Κεντρικής Αγοράς Αθηνών.

Όταν έχεις ψωνίσει την τροφή σου από ένα μέρος, θλίβεσαι να το βλέπεις να εγκαταλείπεται επειδή δεν εξυπηρετεί τα μεγαλεπήβολα σχέδια των τοπικών αρχόντων.

Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, η τότε δήμαρχος Αθηναίων Ντόρα Μπακογιάννη αύξησε τα ενοίκια των εμπόρων, εκείνοι δεν μπόρεσαν να ανταπεξέλθουν κι επειδή το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, η Αγορά έβαλε λουκέτο. Τα σχέδια του Δήμου βέβαια στόχευαν στην ανέγερση ενός εμπορικού κέντρου με γραφεία και γκαράζ, συνολικού εμβαδού 1180τμ.
Οι κάτοικοι της Κυψέλης ξεσηκώθηκαν και αντέδρασαν έντονα στο ενδεχόμενο κατεδάφισης της Δημοτικής Αγοράς. Κατέλαβαν τον χώρο της Αγοράς και κινητοποιήθηκαν έτσι ώστε να καταφέρουν αυτός να κηρυχθεί διατηρητέος.

Στις 24 Οκτωβρίου 2005 ελήφθη η Υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΝΣΑΚ/81792/2115 (ΦΕΚ 1580/Β/16-11-2005) που χαρακτηρίζει ως μνημείο – σύμφωνα με το Νόμο 3028/2002 – τη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης.

Σύμφωνα με την Απόφαση, η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης «αποτελεί εξαιρετικό δείγμα δημόσιου κτιρίου που κατασκευάστηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου, το 1935, επί Δημαρχίας Κ. Κοτζιά. Διαθέτει το χαρακτήρα ενός κτιρίου στο οποίο τα εμπορεύματα έφεραν ακόμα ενεργά το χρηστικό στοιχείο. Η συναλλαγή ήταν μια πραγματική ανάγκη και οι αγοραστές γνώριζαν ενδεχομένως τους καταστηματάρχες. Γι’ αυτό πλην της αρχιτεκτονικής , τυπολογικής και μορφολογικής αξίας, είναι φορέας της ιστορίας ενός τύπου εμπορίου που η γενικευμένη σύγχρονη εμπορευματοποίηση απαξιώνει και εξαφανίζει. Επίσης, η Αγορά αποτελεί χαρακτηριστικό κτίσμα του μοντέρνου κινήματος, που κατορθώνει να ενσωματώνει με επιτυχία ιστορικές αναφορές απ’ τον κλασικισμό. Αποτελεί σημείο αναφοράς για τους κατοίκους και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινή ζωή. Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης είναι ένα μοναδικό τοπόσημο στην κυψέλη, που είναι κάτοικοι αναγνωρίζουν αλλά και χρησιμοποιούν, για να προσδιορίσουν και να ορίσουν την γειτονιά ως έννοια και ταυτόχρονα τη θέση αυτών των ίδιων σε αυτό το χώρο της τοπικής κοινότητας»



Ο πρώτος στόχος επετεύχθη. Έναν χρόνο αργότερα- συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2006, με τοπική πρωτοβουλία και με τη στήριξη της παράταξης "Ανοιχτή Πόλη", η Δημοτική Αγορά ξεκίνησε να συναντήσει και τον επόμενο στόχο της που είναι η μεταμόρφωση της σε πολιτιστικό χώρο. Εκείνο το δεκαήμερο (15-24/12/2006) φιλοξενήθηκαν ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον και τη μαζική συμμετοχή των πολιτών.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι ο σαφής προσδιορισμός της χρήσης της Αγοράς που θα πρέπει να συνάδει με τις σημερινές ανάγκες της περιοχής έτσι όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί, αλλά σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα του κτιρίου που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αλλάξει. Ήδη έχουν συγκεντρωθεί περισσότερες από 4.000 υπογραφές κατοίκων του 6ου Διαμερίσματος που ζητούν «να γίνει η Δημοτική Αγορά ανοιχτό και δημόσιο πολιτιστικό κέντρο» κι όχι ένα ακόμη θέατρο που θα αλλοίωνε τον εσωτερικό χώρο του κτιρίου.

Η προσωπική μου εμπειρία από την Αγορά καταγράφεται εδώ. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, την ιστορική αναδρομή, τις χρήσεις, τις προτάσεις του πολιτιστικού συλλόγου κλπ, εδώ

Δευτέρα, Απριλίου 07, 2008

Ανακυκλώστε, είναι μεταδοτικό!

Τέλειωσε η γιορτή ανακύκλωσης με τον βαρύγδουπο τίτλο: «Μεγάλη γιορτή ανακύκλωσης του Δήμου Αθηναίων», μετά από 12 μέρες εορταστικών εκδηλώσεων στο Σύνταγμα.. Η επίσημη έναρξη πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαρτίου και η αυλαία έπεσε το Σάββατο, 5 Απριλίου. Οι εκδηλώσεις τέθηκαν υπό την αιγίδα των υπουργείων ΠΕΧΩΔΕ και Παιδείας, ενώ ο δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης ανέλαβε τον ρόλο του επίσημου παρουσιαστή, βλ και οικοδεσπότη. Τα τραγουδιστικά χρέη τα ανέλαβε ο Μιχάλης Χατζηγιάννης που τελευταία πάει με όλα κι έτσι όλοι οι Αθηναίοι πολίτες είχαν την χαρά να «απολαμβάνουν» από τα μεγάφωνα τις επιτυχίες του…
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Χατζηγιάννης έχει ανακηρυχθεί σε «υποστηρικτή της ιδέας της ανακύκλωσης» στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης του Δήμου Αθηναίων...
Τέλος, διαβάσαμε ότι σ’ αυτήν τη μεγάλη γιορτή συμμετείχαν και αρκετοί μαθητές οι οποίοι ανακύκλωσαν άδειες συσκευασίες στα Ολοκληρωμένα Κέντρα Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης, συμμετείχαν στο Μεγάλο Διαγωνισμό Ανακύκλωσης για τα σχολεία, με σημαντικά έπαθλα, έμαθαν τα οφέλη της ανακύκλωσης από τη συμμετοχή τους στο «Εργαστήρι Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης» κι έπαιξαν το «Παιχνίδι της Ανακύκλωσης με σχετικά κουίζ και ερωτήσεις.

Ωραία ως εδώ, αλλά εγώ έχω τις εξής απορίες:

Γιατί όλο αυτό μου φάνηκε κάτι σαν Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει;
Τι σημαίνει η φράση υποστηρικτής της ιδέας της ανακύκλωσης; Κι εγώ θέλω να γίνω. Αυτοανακηρύσσομαι ΤΩΡΑ υποστηρίκτρια. Ε, και;
Γιατί στις περισσότερες γειτονιές της Αθήνας δεν υπάρχουν κάδοι ανακύκλωσης;
Γιατί δεν μας το είπανε πιο μπροστά να μαζεύουμε από καιρό τα ανακυκλώσιμα σκουπίδια μας και να τους τα πάμε πεσκέσι;
Αν το είχαμε κάνει, με τι μέσο θα τα κουβαλάγαμε;
Μήπως είχα δικαίωμα αδείας 3 ωρίτσες κάθε μέρα για να πηγαίνω με δόσεις και να προλαβαίνω κι έναν καφέ στα όρθια;
Μήπως τελικά Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα και δη ο Δήμος Αθηναίων;

Για την ιστορία του πράγματος και για να σοβαρευτούμε, οι γιορτές και τα συναφή είναι απλώς η αδυναμία μας να πράξουμε τα ουσιώδη. Πώς αλλιώς να εξηγήσω ότι στην περιοχή όπου εργάζομαι - και όπου επί σειρά μηνών ερχόμουνα με φορτωμένο το αυτοκίνητο κάθε βδομάδα κουβαλώντας σκουπίδια προς ανακύκλωση μια και στη γειτονιά μου δεν έχουμε κάδους ανακύκλωσης - βρίσκονται δέκα μπλε κάδοι που καταλήγουν στην ίδια ακριβώς χωματερή και συλλέγονται βεβαίως απ’ τους ίδιους εργάτες που συλλέγουν και τα υπόλοιπα σκουπίδια; Μας το είπανε οι ίδιοι οι εργάτες με την φράση «ΤΕΤΟΙΑ ΕΝΤΟΛΗ ΕΧΟΥΜΕ».
Α, και να μην το ξεχάσω. Μεγάλης αλυσίδας supermarket που νοιάζεται για την ανακύκλωση και προωθεί και τις σχετικές σακκούλες, πετάει καθημερινά τα σάπια λαχανικά και κρεατικά του σε έναν τέτοιο μπλε κάδο. Προφανώς, αυτοί ξέρουν ότι δεν υφίσταται καμία ανακύκλωση…

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

PR στις εργασιακές σχέσεις.



Αυτό που πραγματικά μ’ εξοργίζει στις ανθρώπινες σχέσεις, στις εργασιακές για να είμαι πιο συγκεκριμένη, είναι ο λανθασμένος τρόπος διαχείρισης τους.
Απαιτεί μεγάλη προσπάθεια το να μπορείς να κρατήσεις τις ισορροπίες σ’ ένα εκ φύσεως εχθρικό περιβάλλον όπως είναι το εργασιακό, αλλά και να μπορείς να εισέλθεις και να εξέλθεις αυτού με αξιοπρέπεια, χωρίς μάλιστα να στιγματίζεσαι απ’ τον απόηχο των χαρακτηρισμών: στριφνή, ιδιότροπη, ψηλομύτα, σνομπ ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο.
Οι εργασιακοί χώροι στους οποίους και αναφέρομαι είναι χώροι με πολλές παγίδες. Περνάς αναγκαστικά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου σ’ αυτούς, αλλά ευτυχώς όχι και το σπουδαιότερο. Εξαίρεση σ’ αυτό είναι όσοι δεν έχουν κάτι ενδιαφέρον να αντιτάξουν στην after office hours ζωή, με αποτέλεσμα να ξεδιπλώνουν τη μικρότητα, την κατινιά και την ημιμάθεια τους (αυτή η τελευταία είναι στη δική μου αξιολόγηση μεγάλη πληγή) σ' όλο τους το μεγαλείο!
Αναγκαζόμαστε όλοι μας στην καθημερινότητα μας και σ’ αυτήν την υποχρεωτική συνεύρεση με τους «συναδέλφους» να τους μιλάμε, να τους συναναστρεφόμαστε, να τους ανεχόμαστε, ενώ θα θέλαμε να τους σπάσουμε τα μούτρα ή να ανταλλάσσουμε απλώς τα τυπικά, τα όσα σχετίζονται καθαρά με τη δουλειά.
Κι όμως, επειδή είναι καθαρά ανθρώπινη ανάγκη η επικοινωνία κι επειδή δεν είμαστε στη ζούγκλα να λύσουμε τις διαφορές μας αλλιώς ( καλά η εργασιακή ζούγκλα είναι βέβαια απείρως πιο επικίνδυνη), αναγκάζεσαι να πεις κι εσύ δυο κουβέντες για τη ζωή σου για να μην είσαι μονίμως ο μουγγός αντικοινωνικός του γραφείου.
Οπότε, θα πεις τι έκανες το Σαββατοκύριακο ή πώς τα πέρασες στο ταξίδι ή πού σκέφτεσαι να πας για διακοπές. Θ' ακούσεις τον παραληρηματικό μονόλογο της μάνας συναδέλφου που "άλλη παιδί δεν έκανε μόνο η Μαριώ το Γιάννη", ή της άλλης μάνας που θεωρεί πώς προφανώς γέννησε διάνοιες και μεταφέρει τις ατάκες τους στο γραφείο ή τα διακοσμητικά προβλήματα αυτής που μόλις μετακόμισε σε νέο σπίτι.

Εγώ συνηθίζω να ακούω ευγενικά and that’s all! Βοηθάει και το γεγονός ότι δεν έχω παιδιά, οπότε δεν μπορώ να συμμετέχω πιο ενεργά στις ειδικές κουβέντες.
Αποφεύγω να δείχνω φωτογραφίες απ’ τα ταξίδια μου, παρόλο που πολλές φορές μου λένε
«φέρε να δούμε καμιά φωτογραφία». Ποτέ δεν έχω δείξει ούτε μία προσωπική. Μια φορά τους έδειξα δυο τρεις γενικές, που απαθανάτιζαν τοπία, έτσι για να χρυσώσω το χάπι. Παίζει και να μην σε πιστεύει κανείς αν δεν πας με κάποιο πειστήριο, αλλά αυτό ομολογώ τώρα μου ήρθε στο μυαλό κι αν αναλογιστώ το επίπεδο αυτών με τους οποίους συν-εργάζομαι, είναι μια πολύ πιθανή εκδοχή. Και βέβαια δεν με νοιάζει καθόλου, απλώς πιστεύω στην μαζεμένη αρνητική ενέργεια και δεν την επιθυμώ καθόλου.
Προσπαθώ να είμαι ευγενής και να μην ειρωνεύομαι καμία επιλογή και – πιστέψτε με- υπάρχουν πολλές που θα άξιζαν χλευασμού. Ενδεικτικά αναφέρω ότι έχω ακούσει με μεγάλο ενδιαφέρον πόσο ωραία ήταν στα μπουζούκια το Σάββατο, ή πόσο θα ήθελε κάποια/ ος να πάει να δει το τάδε έργο που εγώ ούτε με σφαίρες θα έβλεπα ή τι έγινε στη «Μαρία την άσχημη» που επίσης δεν βλέπω ή….
Κι αυτά είναι τα ανώδυνα. Δεν μ’ ενοχλούν οι επιλογές των άλλων στον βαθμό που δεν ενοχλείται κι αυτός ο κάποιος απ’ τις δικές μου επιλογές διασκέδασης ή που δεν θα σηκώσει το φρύδι πετώντας ένα «Πφ, βαριά κουλτούρα»… Δεν το έχω ακούσει, για να είμαι ειλικρινής, αλλά στο ανέκδοτο με τον γρύλλο που πολλές φορές παίζω, θα ήθελα να πω κι εγώ ένα «Πφ, καμία κουλτούρα».
Υπάρχουν βέβαια και πιο επικίνδυνα θέματα. Ακούω ας πούμε ότι «τι ωραία που θα ήταν να διώχναμε όλους τους ξένους απ’ τη χώρα μας» ή πέρυσι άκουγα διάφορα χαριτωμένα για το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού ή πρόσφατα άκουσα πόσο δίκιο έχει η εκκλησία στις απόψεις της για την ελεύθερη συμβίωση… Εδώ, δεν σχολιάζω ποτέ και δεν συμμετέχω ποτέ. Κάνω ότι δεν ακούω. Είναι ευαίσθητα τα θέματα και θυμάμαι πάντα την κουβέντα μιας καθηγήτριας που έκανε ένα σεμιναριακό μάθημα για τις Διεθνείς σχέσεις (λυπάμαι που δεν θυμάμαι το όνομα της, αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια ) κι έλεγε ότι καλό είναι να μην θίγονται θρησκευτικά, πολιτικά ή ποδοσφαιρικά θέματα ανάμεσα σε απλούς γνωστούς, γιατί είναι σοβαροί παράγοντες διαταραχής σχέσεων με ακραίες ή και απρόβλεπτες συνέπειες.
Ναι, ναι, απόλυτο δίκιο είχε. Εδώ ανάμεσα σε φίλους και προσέχεις. Δεν θα ξεχάσω πριν από χρόνια, που είχε φανεί κάπως ακραίο σε στενή μου φίλη το ότι δεν ήθελα να νηστεύσω τη Μεγάλη Εβδομάδα. Συνεπώς, να μην φυλαχθώ απ’ τους γνωστούς- άγνωστους συναδέλφους;

Έχω πάει ακόμα και για καφέ με τους συναδέλφους κι έχουμε βγει και δυο- τρεις φορές. Είναι μέσα στο παιχνίδι κι αυτό. Δεν το έκανα υποκριτικά, ήταν σαν χειρονομία καλής θελήσεως. Αλλά, δεν μπορώ να τους δω και σαν φίλους.

Αν τα γράφω όλα αυτά σήμερα, είναι γιατί ελπίζω ότι θα με βοηθήσουν να αποφορτιστώ από ένα περιστατικό που έγινε το πρωί. Δεν ήταν κάτι σημαντικό, μάλλον ασήμαντο θα το χαρακτήριζα, αλλά ήταν ενδεικτικό για το ότι τελικά απαιτείται καλή γνώση Δημοσίων σχέσεων για τη βγάλεις καθαρή, τη μέρα εννοώ και ίσως όχι μόνο…

[Η φωτογραφία είναι απ' το flickr: Tommy Forbes]

Τρίτη, Απριλίου 01, 2008

Πρωταπριλιά με Πινόκιο!

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παιδάκι που το έλεγαν Πινόκιο. Για να είμαστε ειλικρινείς- αν και το ψέμα έχει την τιμητική του σήμερα- ο Πινόκιο ήταν αρχικά μια ξύλινη κούκλα που έφτιαξε ο μπαρμπά Τζεπέτο για να μην νιώθει μοναξιά.
Τα υπόλοιπα τα ξέρετε όσοι έχετε διαβάσει κάποτε το δημοφιλές παραμύθι του Κάρλο Κολόντι...

Πινόκιο, Χρόνια πολλά αγόρι μου!

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

Για την Παγκόσμια ημέρα ποίησης. Για την Εαρινή Ισημερία


ΡΟΔΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΛΗΜΑ

Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.

Κωστής Παλαμάς 1905