Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006
ΟΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ ΝΕΥΡΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΑΣ
Η παράσταση ξεκινάει όταν η μητέρα της αποφασίζει σε συνεργασία με τον ψυχίατρο που την παρακολουθεί να της σταματήσουν τη φαρμακευτική αγωγή. Αυτές λοιπόν τις πρώτες μέρες της "απεξάρτησης", η Ντόρα νιώθει για πρώτη φορά στη ζωή της τα βέλη του έρωτα στη θέα ενός νεαρού πλασιέ αρωμάτων που μπαίνει σαν πελάτης στο μανάβικο. Η Ντόρα είναι άμαθη και αφελής σαν μικρό παιδί. Κανείς δεν της έχει μιλήσει γι' αυτά τα πράγματα, κανείς δεν την έχει προετοιμάσει για τα ζητήματα της καρδιάς κι έτσι μέσα στην αθωότητα της γίνεται το εύκολο θύμα αυτού του νεαρού που τη χρησιμοποιεί για να ικανοποιήσει τις σαδιστικές του προτιμήσεις. Έτσι, η Ντόρα θα γνωρίσει για πρώτη φορά τον σαρκικό έρωτα και θα μάθει να της αρέσει συνδυασμένος με πόνο ακόμα κι όταν αυτός ο πόνος σημαίνει τη σωματική της κακοποίηση. Παράλληλα, τα ομολογεί όλα στη μητέρα της κι όταν εκείνη την πηγαίνει στον ψυχίατρο, η Ντόρα αναγκάζεται να ακούσει μακροσκελείς αναλύσεις εν είδει μαθήματος σεξουαλικής αγωγής, ενώ εκείνης της αρκεί μια μόνη πραγματικότητα: η ηδονή που νιώθει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που συνευρίσκεται με τον πλασιέ. Η Ντόρα, αθώο θύμα του κόσμου στον οποίο ζει, σύντομα μένει έγκυος κι εκπλήσσει τους πάντες όταν ομολογεί ότι θα ήθελε να κρατήσει το μωρό. Παρόλα αυτά, ούσα έρμαιο των γονιών της και της αναπηρίας της, δέχεται να υποβληθεί σε έκτρωση. Το κορμί της πονάει, το μυαλό της δεν συλλαμβάνει τη σοβαρότητα της επέμβασης στη οποία υποβλήθηκε και η καρδιά της αρχίζει να λειτουργεί όπως και κάθε φυσιολογικού ανθρώπου. Επιθυμεί μια κανονική ζωή."Αυτός σε εκμεταλλεύεται" της λένε οι γονείς της όταν η ίδια επιμένει ότι την αγαπάει. "Αυτά τα πράγματα τα νιώθει κανείς", απαντάει εκέινη με αφοπλιστική αθωότητα. Η Ντόρα μέσα στη αναπηρία της, επικοινωνεί με τα ανθρώπινα ένστικτα της και μιλάει σοφά, παρόλο που δεν υπάρχουν πρόθυμα αυτιά να την ακούσουν. Οι γονείς της, είναι πολύ απασχολημένοι με τη δική τους ζωή στην οποία η Ντόρα λειτουργεί ως άλυτο πρόβλημα, ο ψυχίατρος αποστηθίζει τα πρέπει που αποτελούν μέρος της δουλειάς του κι όλοι τους συναποφασίζουν να στερήσουν απ' τη Ντόρα δια παντός το δικαίωμα της να γίνει μητέρα, υποβάλλοντας την σε υστερεκτομή. Αφού δεν μπορούν να της σταματήσουν τις ερωτικές σχέσεις, ας ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους... Η Ντόρα αδυνατεί να καταλάβει τι ακριβώς της έχει συμβεί και πόσο τελεσίδικο είναι αυτο και συνεχίζει να κάνει όνειρα για μια κοινή ζωή με τον νεαρό εραστή της που αφού πέρασε καλά, την ξεφορτώνεται με τον δικό του τρόπο και αλλάζει πλευρό για να κοιμηθεί.
Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη μ' έναν μπρεχτικό τρόπο, με γρήγορες αλλαγές σκηνών και μια οθόνη που δηλώνει κάθε φορά τον χώρο και τον χρόνο δράσης. Ένα τετράγωνο στο μέσον της σκηνής, λειτουργεί άλλοτε σαν κρεββάτι, άλλοτε σαν τραπέζι κι άλλοτε σαν πάγκος μανάβικου με λαχανικά.
Κάνω ιδιαίτερη μνεία στην Κόρα Καρβούνη που υποδύεται τη Ντόρα επειδή είναι απλώς συγκλονιστική. Παιζει την αυτιστική με όλες τις ίνες του κορμιού της και είναι πραγματικά συνταρακτική στην πιο τραγική ατάκα της παράστασης. "Πάντα είμαι θλιμμένη, αλλά δεν το καταλαβαίνει κανείς. Ήμουν χαρούμενη μόνο όσο ζούσε αυτό μέσα μου".
Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006
ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ. I
Εξηγούμαι: η ιδέα ήταν να γίνει μια ερευνητική δουλειά πάνω στις δέκα εντολές και κλήθηκαν ισάριθμοι σκηνοθέτες να πειραματιστούν με μία εντολή ο καθένας.
Ανά δύο, οι εντολές θα παίζονται για 40 παραστάσεις δίνοντας τη θέση τους στις επόμενες δύο.
Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου ούτε πάντα όσα τω πλησίον σου εστί
Ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαϊδης διαλέγει μια ιστορία απ’ την παλαιά Διαθήκη για να υπο- στηρίξει την εντολή.
Στο κέντρο της σκηνής μια τεράστια δεξαμενή νερού που λειτουργεί σαν χώρος λουτρού και κάθαρσης συγχρόνως.
Ο βασιλιάς Δαβίδ βλέπει μια μέρα την όμορφη Βηθσαβέε να παίρνει το μπάνιο της κι αρχίζει να την επιθυμεί. Η έλξη είναι αμοιβαία και σύντομα συνάπτουν παράνομη σχέση αφού η Βησθαβέε είναι παντρεμένη με τον Ουρία. Στην Παλαιά Διαθήκη μάλιστα, η Βησθαβέε πέφτει σε δυσμένεια και γι’ αυτό δεν αναφέρεται με το όνομα της αλλά ως «η εκ του Ουρία».
Ο Δαβίδ χρησιμοποιεί όλη του την εξουσία για να βγάλει απ’ τη μέση τον αντίπαλο. Ο διπλά προδομένος ήρωας (και από τη γυναίκα του και από τον βασιλιά του) πέφτει στο πεδίο της μάχης. Σκοτώνεται σαν μαχόμενος ήρωας και δεν μαθαίνει ποτέ για τη διπλή προδοσία.
Το παράνομο ζευγάρι ζει μαζί και αποκτά ένα γιο. Σύντομα όμως, έρχεται η τιμωρία του Κυρίου με τον προφήτη Νάθαν που χρησιμοποιεί την παραβολή της αμνάδας και προαναγγέλλει το θάνατο του παιδιού τους. Οι μοιχοί τιμωρούνται και συνειδητοποιούν το μέγεθος της αμαρτίας που διέπραξαν. Ο Κύριος θα τους σπλαχνιστεί σύντομα και θα τους δώσει μια ακόμα ευκαιρία με την έλευση ενός ακόμα παιδιού, του Σολόμωντα.
Καταγράφω στα φωτεινά σημεία της παράστασης τη σκηνή που ο Δαβίδ και η Βησθαβέε χορεύουν ένα ιδιότυπο ταγκό που ομοιάζει απόλυτα με ερωτική πράξη στα κρεσέντι και τα ντιμινουέντι της, σε χορογραφική επιμέλεια της Ειρήνης Αλεξίου. Επίσης, τη μουσικότατη σκηνή που ο βασιλιάς Δαβίδ μεθάει τον Ουρία με σκοπό να τον παραπλανήσει μια νύχτα πριν τον στείλει στον θάνατο. Το τραγούδι του Δαβίδ και του Ουρία στην εν λόγω σκηνή είναι τουλάχιστον σπαρακτικό. Για τον ένα σηματοδοτεί την απώλεια της γήινης ευτυχίας του τη στιγμή που για τον άλλο προαναγγέλλει τον ερχομό της δικής του απόλαυσης με νοερό υπότιτλο πάντα το διαχρονικό «Ο θάνατος σου η ζωή μου».
Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης
Ο Στρατής Πανούριος μελετάει τις σχέσεις γονιών παιδιών κάτω από μια τραγική και κωμική ταυτόχρονα ανάμνηση.
Πέντε ταλαντούχοι νέοι ηθοποιοί εναλλάσσονται στους ρόλους γονιών- παιδιών και ανακαλούν εικόνες από την οικογενειακή τους ζωή.
Ένας άνδρας, παλιατζής μάλλον, ανοίγει την παράσταση βγάζοντας από ένα χαρτοκιβώτιο αντικείμενα και ρούχα παλιότερης εποχής. «Μαμά, μπαμπάς, αδερφή », αναφωνεί και ο σκηνικός χρόνος και χώρος πηγαίνουν μπρος πίσω για να ζωντανέψουν στα μάτια των θεατών σκηνές από τη ζωή του. Ο γάμος της μαμάς και του μπαμπά, η απόλυτη ευτυχία, ο τσακωμός τους, η ρουτίνα στο σπίτι, η αδερφή που έτρωγε μικρή τα νύχια της, η καθημερινή τριβή στις σχέσεις γονιών παιδιών, όλα όσα θέλανε να πούνε οι μεν στους δε και δεν προλάβανε ή δεν τολμήσανε.
Η σκηνοθεσία είναι εξαιρετικά μοντέρνα και με γρήγορο κινηματογραφικό τρόπο κατορθώνει να παράγει γέλιο και συγκίνηση ταυτόχρονα, όπως γίνεται άλλωστε και στην πραγματική – εκτός σκηνής – ζωή.
Μια γυναίκα επιστρέφει στη γενέτειρα της μετά από χρόνια. Θυμάται τη μάνα της τις μικροτριβές τους, το πόσο επιθυμούσε να φύγει απ’ τη μητρική αγκαλιά, να πετάξει με τα δικά της φτερά. Την ψάχνει κι όταν συνειδητοποιεί ότι η μάνα «έφυγε» πια, κραυγάζει σπαρακτικά «μάνα» μην μπορώντας να δεχτεί τη βίαιη κοπή του ομφάλιου λώρου.
Στο τέλος, αυτός που είχε ανοίξει το κουτί στην έναρξη, χώνεται πάλι μέσα του για να κλείσει την σκηνή λέγοντας «ξεπουλάω πολύτιμα φυλαχτά, μυστικά σώματα, γερασμένα, χτυπημένα, ταλαιπωρημένα, παλιά παιδιά πουλάω, αδειάζω σώματα, στόματα»…
Σας συστήνω την παράσταση ανεπιφύλακτα. Καινούργιος τρόπος έκφρασης, φρέσκο θέατρο, φυτώριο καλλιτεχνών.
Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006
Θεατρική Ύβρις
Ο χώρος, ένα παλιό εργοστάσιο στην Πειραιώς, κοντά στη σχολή Καλών Τεχνών, με μια αίθουσα ειδικά διαμορφωμένη, με κλιματισμό, μεγάλη χωρητικότητα και μοντέρνα διακόσμηση. Στον περίβολο, τραπεζάκια πάνω στα χαλίκια για αναψυκτικά, σνακς και κουβεντούλα πριν ην παράσταση. Η ατμόσφαιρα πέρα για πέρα καλλιτεχνική. Μαζεμένο όλο το enfant gate της θεατρικής Αθήνας, σκηνοθέτες, συγγραφείς, ηθοποιοί, θεατρολόγοι. Η είσοδος στην αίθουσα έγινε απ’ τη σκηνή, με τους ηθοποιούς να μας καλωσορίζουν, να μας προσφέρουν αναψυκτικά και να χαμογελάνε. Ατμόσφαιρα πανηγυριού. Το σόου ξεκίνησε με ζωντανή μουσική και τραγούδι στα γερμανικά. Οι ηθοποιοί χόρευαν στη σκηνή και τράβηξαν και μια κοπέλα απ’ την πρώτη σειρά των θεατών να συμμετέχει στο χορό μαζί τους. Η διαδραστικότητα που λέγαμε. Όταν το τραγούδι τέλειωσε και η κοπέλα επέστρεψε στη θέση της, ένας απ’ τους ηθοποιούς άρχισε να παίζει με το εσώρουχο του. Με πλάτη στο κοινό άρχισε να το μαζεύει απ΄ τις άκρες, μέχρι που το έκανε στρινγκ. Το κατέβασε και ήρθαμε σε επαφή με τη θέα των οπισθίων του. Γύρισε μπροστά μας σε πλήρη αδαμιαία περιβολή με μια μικρή βενετσιάνικη μάσκα να καλύπτει τη γενετήσια του περιοχή και το πέος του να κρέμεται απ’ το στόμα της μάσκας. Άρχισε να το κουνάει ( σ.σ το πέος) σαν να ήταν γλώσσα που κρεμόταν κοροϊδευτικά απ’ το στόμα της μάσκας κι άρχισε τις προγραμματικές δηλώσεις του θιάσου στα γερμανικά με ελληνική μετάφραση σε μια οθόνη ψηλά εν είδη υπέρτιτλων. «Εδώ δεν ήρθατε για να ευχαριστηθείτε, αλλά για να σας πονέσουμε. Μάλιστα, τώρα ήταν σαφές τι θα επακολουθούσε. Μάλιστα, παίζοντας με το πέος του είπε ξαφνικά στ’ αγγλικά «Oh that’s a hair» και πιάνοντας την τρίχα κατέβηκε στους θεατές και την προσέφερε με περισσή ευγένεια στην κοπέλα που είχαν ανεβάσει στη σκηνή λίγα λεπτά πριν. Δεν ξέρω πώς αισθάνθηκε η καημένη… Για τις υπόλοιπες 2 ώρες χωρίς διάλειμμα ήμασταν υποχρεωμένοι να υποστούμε όλο αυτό ο φρικώδες θέαμα με άντρες ντυμένους σαν τραβεστί, με πόρτες που ανοιγόκλειναν αποκαλύπτοντας ηθοποιούς καθισμένους σε λεκάνη τουαλέτας, με ηθοποιό που παρίστανε έναν τέλειο αυνανισμό μπροστά μας και την απαραίτητη εκσπερμάτιση έχοντας προσαρμόσει ένα ομοίωμα πλαστικού πέους στο δικό του που την ύστατη στιγμή εξερράγη και τον περιέλουσε με νερό… Στο βάθος όλων αυτών, ο χαρούμενος νεανικός έρωτας του έργου του Σαίξπηρ μετατράπηκε σε ένα αέναο κυνηγητό ανάμεσα σε άντρες τραβεστί και γυναίκες που θύμιζαν εκδιδόμενες χορεύτριες στη Μπανγόνγκ, μαλλιοτραβήγματα, ξύλο και σεξουαλικά υπονοούμενα υπό τους ήχους της γερμανικής μουσικής κάτι ανάμεσα σε heavy metal και μπαλάντας.
Η οικειοθελής αποχώρηση απ’ την αίθουσα, έτσι όπως αυτή ήταν διαμορφωμένη, ήταν αδύνατη. Ακόμα και μια αδιαθεσία να σε έπιανε, ήσουν αναγκασμένος να παραμείνεις στη θέση σου. Αθάνατη Ελλάδα με τις όπως να’ ναι κατασκευές για τα πάσης φύσεως φεστιβάλ…
Στο τέλος, είδαμε ξανά την περιβόητη σκηνή μάσκας – πέους με τον ηθοποιό που το έκανε στην αρχή να το κάνει τώρα σε συνάδελφο του, κουνώντας του βεβαίως συγχρόνως το πέος.
Το κοινό χειροκρότησε ξέφρενα φέρνοντας το θίασο πέντε έξι φορές στη σκηνή και φωνάζοντας Μπράβο, Μπράβο.
Η φρίκη μου για ό,τι είχα περάσει ήταν απερίγραπτη. Παρακολουθώ ανελλιπώς θέατρο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια με μέσο όρο παραστάσεων τις τριάντα τη σεζόν. Ασχολούμαι με το θέατρο από το 1993 και το θεωρώ σπουδαία μορφή τέχνης. Κάτι τέτοιο όμως, σαν το θέαμα της Παρασκευής δεν έχω ξαναδεί ποτέ. Δεν μ’ ενόχλησε το γυμνό, ούτε το παίζω ηθικολόγος, αλλά όλο αυτό είναι πέρα από κάθε λογική και δεν εξυπηρετεί σε τίποτα. Δεν το υπαγορεύει ούτε το κείμενο, ούτε η παράσταση. Και θυμώνω που ο γερμανικός θίασος είχε το θράσος να χρησιμοποιήσει ένα κλασικό αριστούργημα του Σαίξπηρ για να μας σοκάρει και να μας χλευάσει.
Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού στο τέλος. Κι όπως πολύ σωστά είπε άνθρωπος του θεάτρου off the record την επόμενη μέρα, «αν το έκανε αυτό έλληνας σκηνοθέτης, θα τον είχαν ξεσκίσει». Κι έχει δίκιο.
Ναι, αγαπημένε γερμανικέ θίασε, να μας ξανάρθεις, εδώ στη γη των ξενομανών και φαντασμένων. Πουλάμε την ψυχή μας για μεταμοντέρνες παραστάσεις. Τόσο, που το Υπουργείο Πολιτισμού δεν δίνει τα λεφτά των επιχορηγήσεων στους εδώ θιάσους τα τελευταία δύο χρόνια, για να πληρώσει τα δικά σας έξοδα. Μόνο που την άλλη φορά, να μας προειδοποιήσετε ότι πρόκειται για τσόντα για να συμμετέχουμε όσοι τυχόν το επιθυμούμε σε μια παρτούζα επί σκηνής υπό τους ήχους κάποιου κλασικού συγγραφέα του οποίου τα κόκκαλα θα τα κάνουμε να τρίζουν απ’ τα ηχηρά ντεσιμπέλ της μουσικής μας.
Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006
Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη

Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες
……………………………………………………….
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
Τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;
Είχα γράψει, θυμάμαι, μια ανάλυση στο μάθημα των Νέων Ελληνικών για το εν λόγω ποίημα που είχε αρέσει πολύ και είχε διαβαστεί και στην τάξη. Μακάρι να είχε διασωθεί μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Θα ήθελα πολύ σήμερα να διάβαζα τι έγραφα τότε.
Λίγα χρόνια αργότερα, αγόρασα την Έρημη χώρα του Έλιοτ σε μετάφραση Σεφέρη. Το διάβαζα με ενδιαφέρον, αλλά κάτι μου έλειπε. Ίσως να ήταν κάπως νωρίς για να επικοινωνήσω με τα υψηλά διανοήματα συγγραφέα και μεταφραστή. Ωστόσο, καταλάβαινα ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει.
Εγώ μπήκα στη ζωή του Σεφέρη πριν από λίγους μήνες, όταν διάβασα την προσωπική αλληλογραφία του. Πρόκειται για μια σειρά γραμμάτων που αντάλλαξε με τη γυναίκα του Μαρώ σε δύο χρονικές περιόδους, τα ερωτικά από το 1936 ως το 1940, και τα συζυγικά από το 1944 ως το 1959. Ρίχτηκα στο διάβασμα τους με φοβερό πάθος. Ακόμα κι όταν τα τελείωσα, τα σκεπτόμουνα συχνά. Η επιστολογραφία σαν είδος είναι έτσι κι αλλιώς θελκτική αφού συντηρεί την αδιακρισία, επιτρέπει να εισβάλλεις απρόσκλητος στη ζωή του άλλου και συχνά διαλύει τους μύθους. Εμένα μου άρεσε γιατί επιτέλους μέσα από τα γράμματα αυτά ανακάλυψα τον άνθρωπο Σεφέρη, τις σκέψεις του τόσο για καθημερινά όσο και για σοβαρά ζητήματα -πολλά μάλιστα σχετιζόμενα με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, αφού τα επεξεργάζεται με την ιδιότητα του διπλωμάτη- , τα συναισθήματα του, το χιούμορ του. Το ύφος του και η πολύπλευρη προσωπικότητα του μ’ έκαναν να θέλω να διαβάσω κι ό,τι άλλο εκτός ποίησης έχει γράψει. Πρόσφατα, είχα την τύχη να αποκτήσω και τα δοκίμια του συγκεντρωμένα σε δυο τόμους από το 1936 ως το 1971 όπου ξεδιπλώνει τη σκέψη του για ζητήματα γλώσσας, ύφους, ρυθμού.
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει τόσο πολύ ο Σεφέρης. Ίσως επειδή τα ποίηματα του μου κινούν μια διαδικασία σκέψης σε συνδιασμό με συναισθηματική τέρψη. Κι αυτό μου προκαλεί την περιέργεια και την ανάγκη να τον διαβάζω όλο και περισσότερο προκειμένου να κατανοήσω το υπο-κείμενο (εδώ η λέξη με διττή σημασία: υποκείμενο, το πρόσωπο που παράγει την ποίηση, ο ποιητής δηλαδή αλλά και το κάτω από το κείμενο, τι κρύβεται σαν σκέψη και αφορμή κάτω απ’ τους στίχους που παραδίδονται. Ο Σεφέρης έζησε από πολύ νέος στην Ευρώπη, πρώτα στο Παρίσι και μετά το Λονδίνο και ήρθε σε άμεση επαφή με τα πνευματικά και ποιητικά ρεύματα που άλλαξαν τα λογοτεχνικά δεδομένα μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι όταν το 1931 κυκλοφόρησε η Στροφή, ερχόταν στην ελληνική ποίηση μια αλλαγή και μια πραγματική στροφή. Ο Σεφέρης δεν κάνει εύκολη ποίηση και προπαντός η ποίηση του δεν είναι χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική πηγάζοντας απ’ τη σκέψη του πάνω στα ανθρώπινα όχι βέβαια του μικρόκοσμου του αλλά ενός ευρύτερου περιβάλλοντος.
Παραθέτω εδώ λίγους στίχους από το Βασιλιά της Ασίνης. Βρέθηκα στη μυκηναϊκή Ασίνη ένα όψιμο βροχερό φθινοπωρινό απόγευμα και ατένισα νοσταλγικά το βράχο δίπλα στη θάλασσα, εκεί που πέρασε ο ποιητής λίγες ξέγνοιαστες μέρες τον Αύγουστο του 1938 κάτω από τη σκέπη ενός ξεχασμένου απ’ το χρόνο και την ιστορία βασιλιά.
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.
Παρασκευή, Απριλίου 07, 2006
Τέλος καρναβαλιού του Goldoni
Πάλι θέατρο είχε η χτεσινή βραδιά. Είναι τέτοια τώρα η εποχή, με μια
γλυκύτητα στην ατμόσφαιρα κι ένα απαλό αεράκι το βράδυ που για να καθίσεις
και να συγκεντρωθείς σε μια σκοτεινή αίθουσα, πρέπει να υπάρχει λόγος και το
θέαμα να είναι τέτοιο που να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Το Τέλος
καρναβαλιού πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Είναι ανάλαφρο το έργο, χαρούμενο
κι αισιόδοξο. Βασισμένο στα πρότυπα της Comedia del arte. Η ιστορία απλή:
ένας πλούσιος υφαντουργός καλεί στο σπίτι του μέλη της συντεχνίας του για να
γιορτάσουν την τελευταία μέρα του καρναβαλιού. Τα πρόσωπα είναι όλοι οι
γνώριμοι τύποι της Comedia del arte: ο πανταλόνε, ο καρατερίστας άντρας, ο
ζεν πρεμιέ, ο ζεν κομίκ, η ενζενί, η σουμπρέτα, ο μπούφος.
Η αναλογία αντρών και γυναικών είναι τέτοια που η κατάληξη του έργου να τους
βρει σε απόλυτα ζευγάρια. Πίσω απ' όλη τη γιορτή, εξελίσσεται μια ερωτική
ιστορία. Η κόρη του υφαντουργού είναι ερωτευμένη με τον νεαρό σχεδιαστή που
είναι στη δούλεψη του πατέρα της κι ο οποίος έχει λάβει πρόσκληση να πάει να
δουλέψει στη Μόσχα μαζί με μια μεσόκοπη γαλλίδα κεντήστρα. Πρέπει όλα να
σχεδιαστούν έτσι ώστε η κόρη να σμίξει με το νεαρό και να φύγει μαζί του στη
Μόσχα. Ο πατέρας της που αποδέχεται μεν τη σχέση των δύο παιδιών αλλά
διστάζει ν' αποχωριστεί τη μοναχοκόρη του και να μείνει μόνος στη Βενετία,
θα παντρευτεί τη γαλλίδα κι έτσι θα καμφθούν οι αρχικές του αντιρρήσεις για
το γάμο.
Ο Γκολντόνι έγραψε και παρουσίασε το Τέλος καρναβαλιού λίγο πριν
μεταναστεύσει για το Παρίσι. Αυτός είναι και ο βασικός πυρήνας του έργου
του. Η μετανάστευση κι η υπόσχεση για επιστροφή. Κλείνει έτσι το μάτι στο
βενετσιάνικο κοινό του, αφού και στο έργο οι βασικοί ήρωες πάνε σε άλλη
χώρα. Ο θίασος χορεύει στην ατμόσφαιρα του τρελού καρναβαλιού με την
υπόσχεση να επιστρέψει και πάλι με λαμπρότητα. Ο υφαντουργός φεύγει απ' την
πόλη, για να γυρίσει στο μέλλον μεγαλουργώντας ξανά.
Παρασκευή, Μαρτίου 31, 2006
Δούλες του Ζενέ από το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας
Παρασκευή, Μαρτίου 24, 2006
Ταρτούφος από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου
Ήταν ευχάριστη έκπληξη η πρεμιέρα του Ταρτούφου από την Πειραματική σκηνή του Εθνικού θεάτρου την περασμένη Παρασκευή 17 Μαρτίου.
Ο Ταρτούφος συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κορυφαία έργα τόσο της παγκόσμιας δραματουργίας όσο και των θεατρικών έργων του Μολιέρου. Έμεινε μάλιστα και στη γλώσσα ως όρος για να δηλώσει την υποκρισία. Στην εποχή του προκάλεσε πληθώρα αρνητικών αντιδράσεων αφού το 1664 χρονιά κατά την οποία γράφτηκε, κινητοποίησε το μένος της θρησκευτικής ηγεσίας της Γαλλίας απέναντι στο Μολιέρο σε βαθμό τέτοιο που έθεσε μάλιστα και υπό αίρεση την μέχρι τότε εύνοια που είχε ο συγγραφέας από τον Λουδοβίκο τον ΙΔ. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1669, μετά από αρκετές απαγορεύσεις και περιπέτειες ο Μολιέρος παίρνει την πολυπόθητη άδεια απ’ το βασιλιά να παρουσιάσει το έργο του, χωρίς καμία περικοπή.
Δυο αιώνες αργότερα, ο Κοραής προτρέπει τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη να μεταφράσει το Μολιέρο κι αυτή η μετάφραση που πραγματοποιείται και εκδίδεται στη Βιέννη το 1815, είναι ιστορικής σημασίας, όχι μόνο γιατί είναι η πρώτη μετάφραση του Μολιέρου στα ελληνικά, αλλά επιπλέον γιατί είναι έμμετρη, γραμμένη στην καθομιλουμένη και σηματοδοτεί την απαρχή της επιρροής του διαφωτισμού στο νεοελληνικό θέατρο. Ο Κοκκινάκης τηρεί πιστά το πλαίσιο του πρωτότυπου έργου, αλλά αλλάζει τα γαλλικά ονόματα πλην αυτό του Ταρτούφου και τα κάνει αρχαία ελληνικά – αφού στην εποχή του ήταν έκδηλος και ο θαυμασμός προς το ένδοξο παρελθόν των αρχαίων προγόνων-. Επιπλέον, η μετάφραση του έρχεται σε μια περίοδο που οι γλωσσικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις έχουν φτάσει στο αποκορύφωμα τους.
Ο Ταρτούφος είναι η ενσάρκωση της υποκρισίας. Μπαίνει στο σπίτι του αφελή και εύπιστου Όργωνα και κοιτάει πώς να επωφεληθεί όλο και περισσότερο απ’ τη εύνοια που του δείχνει ο οικοδεσπότης. Μάταια η υπηρέτρια και ο αδερφός του Όργωνα προσπαθούν να του ανοίξουν τα μάτια για το ποιόν του Ταρτούφου. Ο Όργωνας λατρεύει τον Ταρτούφο τόσο πολύ που θα θελήσει να τον παντρέψει με την κόρη του κι έτσι να τον κάνει και επίσημα μέλος της οικογένειας. Θα πειστεί μόνο όταν γίνει αυτόπτης μάρτυρας της ερωτικής εξομολόγησης του Ταρτούφου προς τη γυναίκα του. Θα θελήσει να τον διώξει απ’ το σπίτι, αλλά δυστυχώς θα πρέπει να το εγκαταλείψει ο ίδιος αφού στο μεταξύ το έχει κάνει ήδη δωρεά στον Ταρτούφο. Τη λύση δίνει σαν από μηχανής Θεός ο ίδιος ο βασιλιάς που επαναφέρει την τάξη, κλείνοντας τον Ταρτούφο στη φυλακή και απονέμοντας δικαιοσύνη.
Το εντυπωσιακό με τον Ταρτούφο είναι ότι είναι πάντα επίκαιρος ως θέμα αφού η υποκρισία και η φαυλότητα δεν είναι σημεία των καιρών, αλλά έχουν διαχρονικότητα. Ο Ταρτούφος είναι τολμηρό έργο γιατί στην εποχή που γράφτηκε, ο Μολιέρος τόλμησε να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την αυλή του ευεργέτη του Λουδοβίκου του ΙΔ ( συγκεκριμένα με τα μέλη της αδελφότητας της Θείας Ευχαριστίας που αποτελείτο από θεοσεβούμενους αριστοκράτες και πλούσιους αστούς) και να θέσει επί σκηνής σοβαρά ζητήματα ηθικής.
Στον ελληνικό χώρο, η σπουδαιότητα του έργου έγκειται στη διαμάχη που ξεσήκωσε πριν καν εκδοθεί η μετάφραση. Είμαστε σε μια προεπαναστατική εποχή όπου οι ιδέες του Διαφωτισμού μάχονται να επικρατήσουν στον κόσμο της διανόησης.
Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του ιερομόναχου Αθανάσιου Πάριου, λίγο πριν την έκδοση της μετάφρασης: […ότι οι άνθρωποι ούτε γεννώνται ούτε είναι ελεύθεροι και ότι τα μιαρά συγγράμματα πρέπει να κατακρίνονται, να στηλιτεύονται και να καίγονται…]
Επίσης και κάποιοι Φαναριώτες όπως ο ποιητής Αλέξανδρος Κάλφογλου θα εκφράσει τους φόβους του για την τάση των νέων προς τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Αλλά και ο Μιχαήλ Περδικάρης, πολέμιος του Διαφωτισμού θα πει πως: [… ο κίνδυνος δεν προέρχεται απ’ τους Τούρκους ή από τις άθλιες κοινωνικές συνθήκες αλλά από το ασεβές μίασμα της γαλλικής φιλοσοφίας…]
Στην παράσταση της Πειραματικής σκηνής η σκηνοθέτης Λίλλυ Μελεμέ, έδωσε φρέσκια πνοή στο έργο και τη μετάφραση. Η παράσταση ξεκινάει με τον Αδαμάντιο Κοραή να προτρέπει τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη να μεταφράσει τον Ταρτούφο.
Το έργο αρχίζει. Όλα τα πρόσωπα που παίζουν βρίσκονται επί σκηνής. Όταν δεν μιλάνε κάθονται βουβά ο καθένας στην καρέκλα του ενδιαφέρον εύρημα γιατί σκηνοθετικά σπάει την απόλυτη ταύτιση και βγαίνει από τις νόρμες μιας φυσιολογικής ροής παράστασης. Τα κοστούμια ήταν εξαιρετικά. Είχαν τον αέρα της γαλλικής μόδας της εποχής σε συνδυασμό με ελληνικές προ επαναστατικές πινελιές, όπως ένα φέσι με φούντα, στοιχείο που μου φάνηκε πολύ διασκεδαστικό για τη λεπτών αποχρώσεων ειρωνεία που περνούσε. Τα σκηνικά λιτά και συγχρόνως να γεμίζουν το μάτι. Ενώ δεν υπήρχε ίχνος από έπιπλο μεγαλοαστικού σπιτιού, παρά μόνο κάτι μεταλλικές κατασκευές που άλλοτε θύμιζαν κρεβάτι, άλλοτε βιβλιοθήκη κι άλλοτε σαλόνι, είχες την αίσθηση ότι όλα είναι πλήρη μπροστά στα μάτια σου.
Οι ηθοποιοί πολύ κεφάτοι αν και στις πρεμιέρες όλοι συνήθως είναι μαγκωμένοι. Φαινόταν ότι διασκέδαζαν πολύ αυτό που έκαναν κι επιπλέον χειριζόντουσαν την έμμετρη γλώσσα με απόλυτη οικειότητα. Αυτό μάλιστα το τελευταίο συνετέλεσε στο να εισπράξει τη ρίμα κι ο θεατής με απόλυτα φυσικό τρόπο και να μην κουράζεται απ’ τον άκουσμα ενός γλωσσικού ύφους που είναι πια πεπερασμένο. Το έργο τελειώνει με τον Αδαμάντιο Κοραή να εμφανίζεται και πάλι για να σχολιάσει στον ίδιο τον Κοκκινάκη τη μετάφραση του Ταρτούφου.
Δευτέρα, Μαρτίου 13, 2006
Bella Venezia

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις στάθηκε η παράσταση του καινούργιου έργου του Γιώργου Διαλεγμένου Bella Venezia από το Λευτέρη Βογιατζή στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων.
Επικρατεί η άποψη ότι τα νεοελληνικά έργα είναι προορισμένα να διαβάζονται και να παρασταίνονται μόνο στη γενέτειρα τους κι αυτό γιατί υπάρχουν γλωσσικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και ευρύτερα πολιτιστικοί παράγοντες που τα καθιστούν δυσπρόσιτα για εξαγωγή. Και η αλήθεια είναι ότι όλη σχεδόν η συγγραφική παραγωγή μιας θαυμαστής γενιάς θεατρικών συγγραφέων που άνθισε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ελάχιστα μπορεί να ενδιαφέρει και να συγκινήσει το μέσο Ευρωπαίο ή Αμερικανό, κυρίως γιατί είναι βαθιά βιωματική γραφή.
Ακόμα κι ο παλαιότερος Καμπανέλης με την εξαιρετική Αυλή των θαυμάτων δύσκολα μπορεί να προσεγγίσει ένα ευρωπαϊκό αστικό κοινό, ενώ αντίθετα μπορεί ακόμα να συγκινήσει κι ένα ελληνικό νεανικό και τούτο γιατί οι χαρακτήρες της αυλής αν και έσβησαν πια από την άναρχη αστική οικοδόμηση, είναι εγγεγραμμένοι σ’ έναν συνολικό εθνικό θα τολμούσαμε να πούμε γενετήσιο κώδικα μνήμης.
Είναι λοιπόν εξαιρετικά ενθαρρυντική η περίπτωση του Διαλεγμένου που αν και τα πρώτα του έργα ανάγονται στο πεδίο του ρεαλισμού, πρώτα με τη Νύχτα της Κουκουβάγιας πριν από έξι χρόνια και πιο ολοκληρωμένα τώρα, να μας αποκαλύπτει ένα εντελώς διαφορετικού ύφους νεοελληνικό έργο. Ένα έργο που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να το κατατάξει υφολογικά σε μια συγκεκριμένη κατηγορία και που επιπλέον αν και χρονικά εξελίσσεται στις αρχές του 20ου αιώνα και αφορά μια οικογενειακή ιστορία πατριού, μητέρας και κόρης και με έντονο το γλωσσικό ύφος της εποχής, εντούτοις λειτουργεί σε μια ιδιαίτερα ποιητική και ατμοσφαιρική διάσταση που άλλωστε προβάλλεται ιδιαίτερα από τη λεπτή και προσεγμένη σκηνοθεσία του Βογιατζή.
Η παράσταση του Βογιατζή, αποτελεί παράδειγμα του πώς η θεατρική πράξη ακόμα και μέσα σε εποχές που ποσοτικά η θεατρική παραγωγή αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς, μπορεί να τραβήξει την προσοχή του θεατή, του απλού αλλά και του πιο εκπαιδευμένου και να λειτουργήσει ευεργετικά μέχρι την ψυχική κάθαρση κατά τα ζητούμενα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Μια σκηνοθεσία σχεδόν κινηματογραφική, με απανωτά φλας μπακ και με μόνιμο σχεδόν ένα μουσικό χαλί που άλλοτε κορυφώνεται κι άλλοτε σιωπά, η παράσταση ισορροπεί ανάμεσα σ’ ένα ονειρικό σύμπαν όμοιο με το σκοτεινό υποσυνείδητο όπου ακόμα και οι πιο μύχιες και άνομες σκέψεις κι επιθυμίες μπορούν να νομιμοποιηθούν και σε μια πραγματικότητα στην οποία τα όσα παραστάθηκαν ξεπηδούν από τις σελίδες ενός παλιού μυθιστορήματος, αρωγού στη νυχτερινή ανάπαυση μιας γριάς καμαριέρας.
Η Bella Venezia είναι η ηρωίδα του Διαλεγμένου, το νεαρό κορίτσι που ποθεί ο πατριός, η κόρη που δεν συμμορφώνεται με τους ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες της εποχής της κατά τις επιταγές της μητέρας της. Είναι ένα κανάλι με βρώμικα νερά το όνομα μου, λέει σαρκαστικά η ίδια σε μια σκηνή του έργου. Είναι η Βενετία με τα κανάλια του ονείρου για τις ρομαντικές ψυχές, είναι και το ζωντανό σύμβολο του ίδιου του υγρού στοιχείου που μας προσκαλεί σε μια αέναη επιστροφή στη μήτρα της ύπαρξης μας.

