Δευτέρα, Απριλίου 30, 2007
Λα, λα, λα, λα!
1. Όλα τα παλιά του Γούναρη και του Μαρούδα
Ξεχωρίζω:
Ένα βράδυ που’ βρεχε
Ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά
Άρχισαν τα όργανα
2. Ό, τι τραγούδησε το δίδυμο Μανώλης Χιώτης- Μαίρη Λίντα, χωρίς εξαιρέσεις.
3. Οι θαλασσιές οι χάντρες – Χορν
4. Εφτά τραγούδια θα σου πω, τραγουδισμένο απ’ τη Μελίνα στη «Στέλλα».
5. Το άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε καραβάκια στο Αιγαίο δεν με παίρνετε καλέ κλπ, κλπ, κλπ - Μοσχολιού
Έχω πληροφορηθεί ότι το τραγουδούσα κατά την προσχολική μου ηλικία!
6.Κάθε λιμάνι και καημός του Γαβαλά
7.Η ζωή εδώ τελειώνει του Διονυσίου
Ευχαριστώ θερμά την Composition doll για την πρόσκληση
Τι, πρέπει να καλέσω κι εγώ τώρα ή θ’ αρχίσετε να βαράτε;
Αν θέλουν λοιπόν, ας τραγουδήσουν μαζί μας οι ακόλουθοι:
Goudaki
Στέφυ
All my life
Bebelac
Μπαμπάκης
Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007
Η παράνοια της περσόνας.
Έβαλε ένα malt, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βάλθηκε να σχεδιάζει την εκδίκηση του. Εκδίκηση αριθμός 13855. Αυτόν τον αριθμό θα χρησιμοποιούσε ένας αόρατος παρατηρητής της ζωής του. Όσες φορές είχε σχεδιάσει να εκδικηθεί τους κρατούντες στον εργασιακό του χώρο, άλλες τόσες είχε καταλήξει να κοιμάται στον καναπέ αποκαμωμένος έχοντας τελειώσει όλο το μπουκάλι με το malt που αρχικά προοριζόταν για ένα ποτηράκι- έτσι να χαλαρώσει.
Όχι, αυτήν τη φορά το είχε αποφασίσει. Θα έφτανε ως το τέλος. Αρκετά πια!
Οι μυρωδιές απ’ τα λουλούδια της άνοιξης του προκάλεσαν δυσφορία. Του γύρναγαν τον χρόνο πίσω, στην παιδική του αθωότητα, στα εφηβικά του ξενύχτια, στους νεανικές του έρωτες κι αυτό ήταν κάτι που πονούσε πολύ.
Πισωπάτησε και χώθηκε ξανά μέσα στο αχανές μοναχικό του σπίτι. Έκλεισε τα παράθυρα, έβαλε τα air condition να δουλεύουν στο φουλ. Πέταξε με μανία το ακριβό του κοστούμι στο πάτωμα. Η θέρμη απ’ το πάτωμα του γαργάλησε τις πατούσες. Θερμαινόμενα δαπεδα. Η απαίτηση της πρώην του όταν αγόρασε το διαμέρισμα. «Θέλω να περπατάω ξυπόλητη και να το φχαριστιέμαι». Ποιος ξέρει σε ποιανού το θερμαινόμενο δάπεδο περπατάς τώρα, αναρωτήθηκε και μπήκε στο ντους.
Το νερό που έτρεχε με ορμή πάνω του τον βοηθούσε να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του
Θα κάνω κοσμογονικές αλλαγές, αποφάσισε καθώς σκουπιζόταν.
Έκλεισε όλα τα μηχανήματα air condition και ξανάνοιξε τα παράθυρα. Έβαλε κι ένα CD να παίζει. Ας μην αφεθώ στο τυχαίο του ραδιοφώνου, είπε στον εαυτό του, ενώ το κινητό του που χτυπούσε τον έκανε να χαμογελάσει. Οπς, με πρόλαβε η Barbie, σκέφτηκε κι απάντησε με την πιο αδιάφορη φωνή που διέθετε.
EKEINH: Μωρό μου θα βγούμε;
ΑΥΤΟΣ:Δεν έχω όρεξη για έξοδο.
ΕΚΕΙΝΗ: Για ένα ποτάκι μόνο. Έλαααα
ΑΥΤΟΣ:Όχι, όχι για ποτό. Με τίποτα.
ΕΚΕΙΝΗ: Ε, καλά. Να φας δεν θέλεις;
ΑΥΤΟΣ:Ναι, θα φάω.
ΕΚΕΙΝΗ: Θα παραγγείλεις κινέζικα;
ΑΥΤΟΣ:Όχι, όχι κινέζικα.
ΕΚΕΙΝΗ: Σούσι που έχουμε και καιρό;
ΑΥΤΟΣ:Ούτε σούσι
ΕΚΕΙΝΗ: Τι λες για πολυνησιακό;
ΑΥΤΟΣ:Ούτε πολυνησιακό
ΕΚΕΙΝΗ: Πάμε στο καινούργιο ιταλικό;
ΑΥΤΟΣ:Τις σιχάθηκα τις πίτσες
ΕΚΕΙΝΗ: Δηλαδή να μην έρθω; Κρίμα και ήθελα να με δεις με το καινούργιο μου Dolce & Gabanna
ΑΥΤΟΣ:Αν θες έλα, αλλά φόρα κάτι απλό. Θα πάμε στο ταβερνάκι της γειτονιάς. Είναι υπόγειο κι ο τηγανητός μπακαλιάρος μπορεί ν’ αφήσει ανεξίτηλα την παρουσία του στα ρούχα σου γλυκειά μου.
ΕΚΕΙΝΗ: Ε, άσε καλύτερα. Κάνω και δίαιτα. Θα πάρω την Κλαίρη να πάμε για κανά ποτάκι.
ΑΥΤΟΣ: Καλά, όπως νομίζεις. Μια άλλη φορά.. Καληνύχτα.
Έσκασε στα γέλια. Εύκολο ήταν τελικά να την ξαποστείλει.
Άνοιξε το ψυγείο. Χυμός, περιέ, παγάκια.
Μάλιστα. Ίσως τελικά να έπρεπε να πάει μέχρι το ταβερνάκι της γωνίας.
Ο άλλος στον οποίο θα μεταμορφωνόταν σιγά-σιγά έπρεπε ακόμα και να διατρέφεται διαφορετικά.
Συνεχίζεται
Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007
Θυμάστε;
Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007
Στα δύο...
Αλλά είναι κι άλλες εικόνες που ενισχύουν την εντύπωση που έχω για τους δυο κόσμους στην ίδια πόλη. Είναι οι γειτονιές των δυτικών προαστίων, κάτι παλιές μονοκατοικίες, κάτι απομεινάρια γειτονιάς του ' 50, τα προσφυγικά της Δραπετσώνας, οι εργατικές πολυκατοικίες, ακόμα και πίσω απ' το πολυτελές Intercontinental στη Συγγρού. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί σαν να μην αντιλαμβάνονται ότι έχει προχωρήσει η ζωή με άλλο ρυθμό. Γυναίκες που δεν εργάζονται, που συναντιούνται στα μανάβικα και στο φούρνο κι ανταλλάσσουν καμιά απ' τις στερεότυπες κουβέντες, συνταξιούχοι που πίνουνε καφέ ή ούζο στο καφενείο.
(Όταν πριν από κανά μήνα έψαχνα, αφελώς σε μια τέτοια γειτονιά, καφετέρια για καπουτσίνο, επανήλθα σύντομα στην πραγματικότητα και ήπια ελληνικό σε καφενείο που μύριζε τηγανητό μπακαλιάρο και κρασί, ενώ δίπλα παίζανε πρέφα).
Είναι κι ο άλλος κόσμος των γυάλινων κτιρίων της Κηφισίας, οι εργαζόμενοι απ' το πρωί ως το βράδυ που τρώνε από delivery και τρέχουν να τα προλάβουν όλα και στην "καλύτερη" ακόμα εξέλιξη, είναι και οι κάτοικοι των επαύλεων της Εκάλης και της Πολιτείας που βλέπουν επιλεκτικά πίσω απ' τα φιμέ τζάμια μιας λιμουζίνας.
Και σήμερα το απόγευμα που ένας πονοκέφαλος με καθήλωσε σπίτι και άνοιξα για λίγο την χαζοτηλεόραση, συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν πια και οι δυο κόσμοι στον γαλαξία των σχέσεων και των συμπεριφορών. Σε απογευματινή εκπομπή απ' αυτές στις οποίες θίγεται ένα πρόβλημα και καλούν 2 ειδικούς και το κοινό συμμετέχει, ενώ κάποιοι τηλεφωνούν κιόλας, το θέμα ήταν: επιτυχημένες γυναίκες με άντρες υποδεέστερου επαγγέλματος και το καίριο ερώτημα ήταν εσείς βάσει ποιου κριτηρίου κάνετε σχέσεις;
Με τα ίδια μου τ' αυτιά άκουσα την γνωστή πια Μάρα Μεϊμαρίδη, χωρίς αιδώ και συναίσθηση για το ότι εκφράζει γνώμη σε μέσο μεγάλης δύναμης, να δηλώνει και να συμβουλεύει αδιάντροπα πως βάσει χρήματος βεβαίως, βεβαίως και πως αν έχει λυθεί αυτό καθώς και το ποιες ανέσεις μπορεί να σου προσφέρει ο άλλος, βρίσκονται και τα συναισθήματα. Κι αν δεν βρεθούν κιόλας, δεν είναι και τόσο σημαντικό.
Τώρα γιατί εγώ και μερικοί άλλοι ηλίθιοι νομίζαμε ότι ο έρωτας και η προσωπικότητα είναι τα πρωτεύοντα;
Μάλλον είναι επειδή ερχόμαστε απ' τον άλλο κόσμο, αυτόν που σβήνει...
Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007
Να παίζει το τρανζίστορ τ' αμερικάνικα...
Ο Χαρτοπόντικας έκανε ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα και ανοίγει νέους δρόμους.
Τα FΜ τα ξέρατε, καιρός να μάθετε και τα blog-ερτζιανά.
Πατήστε εδώ και ακούστε τον να απαγγέλει κάτι δικό του αλλά και marko the gnostic.
Τρίτη, Απριλίου 10, 2007
Η Σύρος το Πάσχα
Με τη Σύρο φλέρταρα πολύ πριν την επισκεφθώ κι οι συγκυρίες τα έφεραν έτσι ώστε να πατήσω για πρώτη φορά το έδαφος της για 20 μόνο λεπτά στο αεροδρόμιο. Με μια πτήση πήγα, με την επόμενη έφυγα δηλαδή.
Την ξανάδα ή μάλλον την είδα για πρώτη φορά πριν από εφτά χρόνια, στο καλύτερο σαββατοκύριακο της ζωής μου και την ερωτεύτηκα. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά...
Νομίζω ότι η εικόνα της Ερμούπολης, όπως την προσεγγίζει το πλοίο, είναι η ωραιότερη εικόνα νησιού. Δεν έχω πάει βέβαια σ’ όλα τα νησιά κι έτσι πιθανόν να μην είμαι αντικειμενική, αλλά για τις αγάπες μου, δεν θέλω και να είμαι!
Η Σύρος έχει άρωμα εποχής, έχει στυλ, έχει τη γοητεία μιας πεπερασμένης ακμής και κυκλοφορεί ακόμα, σε πείσμα νεότερου ήθους κι έθους, με μακρύ φόρεμα, κρινολίνο και ομπρέλα για τον ήλιο. Πάει στο θέατρο και κάθεται σε θεωρεία, βλέπει εκθέσεις ζωγραφικής ή φωτογραφίας, σαν αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα του Χαρισιάδη για την Επίδαυρο, και ξεκουράζει το βλέμμα της στο απέραντο γαλάζιο που χτυπά στους βράχους των Βαποριών.
Πίνει καφέ στην οδό Ερμού, σουλατσάρει στα μικρά εμπορικά δρομάκια, κοιτάζει τα παλιά σπίτια και στο μυαλό της ανοίγουν σάλες χορού και τραπεζαρίες με κεντητά τραπεζομάντιλα και πορσελάνινα σερβίτσια. Όταν θέλει να γλυκαθεί, τρώει λουκουμάδες στην πλατεία, κάτω απ’ το επιβλητικό κτίριο του Δημαρχείου και πίνει σουμάδα για να δροσιστεί. Όταν πάλι θέλει να μερακλώσει ανεβαίνει μέχρι την Άνω Σύρα και παίζει στη φαντασία της το μπουζούκι του Βαμβακάρη. Κι όταν θέλει να χορέψει πιο μοντέρνα ακούσματα, πάει στον παλιό Κλέαρχο ή στο Πειραματικό.
Η Σύρος φέτος το Πάσχα ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία. Δεν είχα πάει ποτέ Πάσχα κι έτσι ανυπομονούσα πώς και πώς να βρεθώ εκεί. Ε, την είχα πεθυμήσει κιόλας.
Δεν μπορώ βέβαια να καυχηθώ για το απόλυτο των χριστιανικών στιγμών που βίωσα τη Μεγάλη Βδομάδα γιατί θα ήταν ψέματα. Μπορώ όμως ν’ αφήσω τις εντυπώσεις μου απ’ τον Καθολικό Επιτάφιο.
Φέτος λοιπόν που συνέπεσε το Καθολικό με το Ορθόδοξο Πάσχα, ήταν μια ευκαιρία να δούμε κάτι διαφορετικό κι έτσι μετά από πολύ λαχάνιασμα λόγω των πολυάριθμων σκαλοπατιών, βρεθήκαμε στην κορυφή του λόφου και πιο συγκεκριμένα στον Σαν Τζώρτζη.
Η λειτουργία είναι μεταφρασμένη ολόκληρη στα νέα ελληνικά. Τα μόνα λατινικά που ακούσαμε ήταν σε δυο τρεις ψαλμωδίες προς το τέλος. Κομμάτια απ’ το ευαγγέλιο διάβαζαν και δυο τρεις απ’ τους πιστούς που ήταν όμως ενδεδυμένοι με άσπρα άμφια και υποκλίνονταν με ευσέβεια πρώτα στον επίσκοπο και τους άλλους δυο και μετά ανέβαιναν στον άμβωνα. Οι πιστοί παρακολουθούσαν με απόλυτη προσήλωση, γεγονός που μου έκανε εντύπωση αφού στις ορθόδοξες εκκλησίες συνήθως δεν συμβαίνει το ίδιο. Ο σταυρός είναι καλυμμένος μ’ ένα μοβ ύφασμα το οποίο αφαιρούν σταδιακά σε 3 φάσεις οι ιερείς, κι όταν φεύγει εντελώς, προσκυνούν οι πιστοί.
Ακολουθούν λίγοι ψαλμοί ακόμα, μια σύσταση του επισκόπου για ευσέβεια κι όχι για φολκλορισμό του Πάσχα κι αμέσως μετά τελείται το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.
Ο επιτάφιος βγαίνει απ’ τον ναό γύρω στις 10 το βράδυ. Είναι μικρός κι έχει ένα άγαλμα του σταυρωμένου Ιησού μέσα. Πριν απ’ αυτόν, βγαίνει ο σταυρός κι άλλα σύμβολα, όπως ζάρια, πετεινός, ματωμένο χιτώνιο. Η περιφορά πραγματοποιείται στα στενοσόκακα της Άνω Σύρου σε απόλυτη ησυχία. Οι πιστοί δεν κρατάνε ούτε κεριά, ούτε φαναράκια. Ακούγονται μόνο ψαλμοί. Στα μικρά μπαλκόνια και στις αυλές, λιγοστοί άνθρωποι, κυρίως περασμένης ηλικίας στέκονται για να αποτίσουν φόρο τιμής.
Ψάχνω εδώ και 2 ώρες έναν εμπνευσμένο επίλογο να κλείσω το κείμενο για τη Σύρο και δεν κατεβαίνει τίποτα. Γι’ αυτό λοιπόν το αφήνω έτσι αυτό το ποστ, ανολοκλήρωτο συμβολικά για να μου θυμίζει ότι το κεφάλαιο Σύρος δεν κλείνει τόσο εύκολα κι ότι θα επιστρέψω.
Τρίτη, Απριλίου 03, 2007
Καλό Πάσχα
Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007
Η κυρία Κ
Η κυρία Κ ετοιμάζεται να κλείσει τον Σεπτέμβριο τα 82 της χρόνια. Ζει μόνη σ’ ένα μεγάλο και φωτεινό διαμέρισμα., απ’ το οποίο δεν βγαίνει σχεδόν ποτέ. Έχει κινητικά προβλήματα και γενικά κλονισμένη υγεία. Μια γυναίκα πηγαίνει καθημερινά, της καθαρίζει, της ψωνίζει, της δίνει τα φάρμακα, της υπενθυμίζει τα ωράρια της ινσουλίνης και φεύγει μέχρι την επόμενη μέρα.
Η κυρία Κ ζει μόνη της εδώ και 2 σχεδόν χρόνια, από τότε δηλαδή που πέθανε ο άντρας της. Έχει για παρέα ένα θηλυκό λυκόσκυλο που κατοικεί στο μπαλκόνι και 2 γατιά, ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό. Το αρσενικό το απέκτησε πέρυσι χρησιμοποιώντας ένα τέχνασμα. Η γυναίκα που το βρήκε και το έσωσε απ’ τον δρόμο, δίσταζε να της το δώσει από φόβο για το προχωρημένο της ηλικίας της. Η κυρία Κ επιστράτευσε όλες τις αθώες πονηριές που γνωρίζει και κατάφερε να κάνει τον γάτο σύντροφο της. Μέσα στην απόγνωση των γηρατειών και της μοναξιά της είχε αρχίσει μάλιστα να πιστεύει ότι ο γάτος ενσάρκωνε κατά κάποιον τρόπο τον λατρεμένο της άντρα. Σύντομα, φρόντισε να περιοριστεί στον ρόλο της «μητέρας» του γάτου και του αγόρασε γάτα θηλυκιά και τσαχπίνα για να τακτοποιεί αυτός τις ορέξεις του. Τα τρία πρώτα μωρά γεννήθηκαν και δόθηκαν προς υιοθεσία. Υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι η γάτα κυοφορεί εκ νέου. Φυσικά, ούτε λόγος για στείρωση. Η κυρία Κ σέβεται τη φύση των ζωντανών της και δεν θέλει να επέμβει τεχνητά.
Τον υπόλοιπο χρόνο της, ασχολείται με την έκδοση κάποιων μεταφράσεων του άντρα της και κάποιες φορές κάθεται στον υπολογιστή και δακτυλογραφεί το μυθιστόρημα της ζωής της προσπαθώντας να ξορκίσει τα παιδικά της φαντάσματα απ’ τη μια, αλλά και το αμείλικτο του χρόνου απ’ την άλλη.
Η κυρία Κ είναι μια γηραιά κυρία, αλλά συγχρόνως το μυαλό της δουλεύει εντυπωσιακά καλά, είναι επιδεκτική μαθήσεως ( πόσοι στην ηλικία της χρησιμοποιούν υπολογιστή και DVD;) και ενήμερη για όλα.
Σήμερα μάλιστα, με ενημέρωσε για τα πακέτα εναλλακτικής τηλεφωνίας καθώς και για τα πλεονεκτήματα που αυτή προσφέρει. Α, ξέχασα να πω ότι η κυρία Κ έχει και κινητό τηλέφωνο! Αυτό τη δυσκολεύει κάπως επειδή τα γράμματα στο μενού είναι πολύ μικρά, αλλά το έχει για ώρα ανάγκης. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς που μας πέρασε, ξενύχτησε πάνω στον υπολογιστή, έπαθε μια κρίση απ’ το ζάχαρο κι όταν πήγε να σηκωθεί, σωριάστηκε στο πάτωμα χτυπώντας το κεφάλι της. Σύρθηκε μέσα στα αίματα και μετά από ώρες πήρε τηλέφωνο την κυρία που τη βοηθάει στο σπίτι και που ευτυχώς μένει κοντά και νοιάζεται. Γι’ αυτό, από τότε έχει και το κινητό στην τσέπη της ρόμπας της...
Η κυρία Κ έχει δυο παιδιά και κάμποσα εγγόνια. Έχει κι ένα δισέγγονο. Σήμερα που την επισκέφθηκα έγινα ακουσίως μάρτυρας ενός τηλεφωνήματος που είχε με την κόρη της. Η κόρη τηλεφώνησε αρχικά και αμέσως έβαλε τη μάνα να πάρει πάλι- για προφανείς οικονομικούς λόγους. Απ’ τα λεγόμενα της κυρίας Κ, κατά τη διάρκεια της μισής και πλέον ώρας που διήρκεσε το τηλεφώνημα, κατάλαβα ότι έχει προβλήματα περιουσιακής φύσεως με τα παιδιά της. Κατέληξε με τη φράση «είναι κρίμα να περιμένουν τα παιδιά πότε θα πεθάνει η μάνα τους για να την κληρονομήσουν». Κούνησα αμήχανα το κεφάλι. Έβραζα από θυμό, όπως και τόσες άλλες φορές στο παρελθόν, μια που γνωρίζω πολύ καλά την κατάσταση, αλλά δεν θέλησα να πάρω θέση κι ούτε θα το κάνω ποτέ∙ είναι λεπτό το ζήτημα και δεν μου πέφτει λόγος. Η κυρία Κ συνέχισε και καταλήγοντας: «γι’ αυτό κι εγώ έχω δώσει όλη μου την αγάπη σ’ αυτά εδώ», είπε και χάιδεψε τρυφερά τον γάτο που κούρνιαζε δίπλα της. «Όποιος θέλει να έρχεται να με βλέπει, θα πρέπει να υποστεί εκτός από μένα και τη μυρωδιά τους»
[σ.σ: τα ζώα δεν είναι στειρωμένα και μυρίζουν].
Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007
Άντε να πω βιβλία τώρα…
Τώρα βέβαια είναι δύσκολο να γράψω τα 7 αγαπημένα γιατί και θα παραλείψω πολλά και θα ξεχάσω άλλα. Επιπλέον, τα αγαπημένα έχουν αλλάξει από εποχή σε εποχή. Ας πούμε, άλλη ήταν η λίστα της εφηβείας, άλλη εκεί γύρω στα 20-25 κι άλλη τώρα.
Δεν θα αναφέρω καθόλου θεατρικά, γιατί είναι πάρα πολλά και θα αφήσω τα λογοτεχνικά απέξω. Θα κάνω όμως μια πονηριά: θα γράψω θεατρικά στο άλλο μπλογκ. Krotaki επιτρέπεις;
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
«Αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη – Μαρώς»- Επιμέλεια Α’ τόμου Μιχάλη Κοπιδάκη, Β’ τόμου Μαρίας Στασινοπούλου γιατί μ΄αρέσει ο,τιδήποτε έγραψε ο Σεφέρης και
ο, τιδήποτε τον αφορά.
«Η μυστηριώδης φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα»- Ουμπέρτο Έκο γιατί είναι το χρονικό μιας ολόκληρης εποχής μέσα απ’ τη ματιά και την πένα του Έκο.
«Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» – Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές γιατί ο άνθρωπος είναι γεννημένος παραμυθάς.
«Το τρένο με τις φράουλες» – Γιάννης Ξανθούλης γιατί ανακάλυψα τον Ξανθούλη και το ιδιαίτερο χιούμορ του κι έκτοτε διαβάζω ό,τι βγάζει.
«Η ανατροπή» – Νίκος Θέμελης γιατί είναι άρτιο, καλογραμμένο και πλούσια πηγή ιστορικών γεγονότων. (Διάβασα όλη την τριλογία και το επόμενο που έβγαλε).
«Τερέζα»- Φρέντυ Γερμανός γιατί το είχα βρει συναρπαστικό όταν το διάβασα, το ρούφηξα κυριολεκτικά και είχα στείλει και γράμμα στον Γερμανό για να του δηλώσω πόσο μου άρεσε
«Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» – Μίλαν Κούντερα, γιατί ήταν διαφορετικό απ’ ό, τι είχα διαβάσει ως τότε
Και κάνω και μια ζαβολιά και βάζω ένα 8ο
«Η αγάπη άργησε μια μέρα»- Λιλή Ζωγράφου γιατί με είχε συγκινήσει.
Ωραία, και τώρα ποιους να καλέσω;
Μαργαρίτα
Γκουδάκι
Στέφυ
Σκαρθάλι
philos
Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007
Πόρος, καλοκαίρι του 1977
Μαργαρίτα και Μπαμπάκη, σας ευχαριστώ πολύ!
Ανέβηκαν στην κορυφή ενός λόφου δίπλα απ’ το σπίτι να κάνουνε πικ-νικ και να φτιάξουνε βραχιολάκια από πευκοβελόνες.
Η Λένα είχε την ιδέα κι η Αλίκη την ακολούθησε ως μικρότερη που ακολουθεί κατά πόδας τη μεγαλύτερη.
Τη φοβόταν κατά βάθος τη Λένα. Είχαν 6 χρόνια διαφορά κι η Λένα όλο κάτι τρομακτικές ιστορίες της διηγιόταν και την έκανε να τρέμει απ’ τον φόβο της.
Την περασμένη βδομάδα κιόλας, η κυρία Φανή, η μαμά της Λένας την έστειλε σε κάποια εξαδέλφη, δυο-τρία χιλιόμετρα πιο μακριά να της πάει κάτι. Η Αλίκη πήγε για παρέα. Στην επιστροφή όμως, η Λένα παράκουσε τις εντολές της μαμάς της «την Αλίκη να την κρατάς απ’ το χέρι γιατί είναι μικρούλα» κι επιτάγχυνε το βήμα της. Τα μικρά πόδια της Αλίκης δεν μπορούσαν να κάνουν τόσο μεγάλο βηματισμό κι αναγκαζόταν να τρέχει για να φτάσει τη Λένα. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η Αλίκη φοβόταν ακόμα πιο πολύ. Έκανε το λάθος να εξωτερικεύσει το φόβο της στη Λένα κι εκείνη αντί να τη βοηθήσει και να την καθησυχάσει, την τρόμαξε ακόμα περισσότερο: «τώρα θα έρθει και ο κακός και θα σε πάρει και δεν θα ξαναδείς τη μαμά σου». Η Αλίκη έσφιξε τα χείλη να μην κλάψει. Δεν ήθελε να φαίνεται μωρό. Αλλά μωρό ήταν. Μόλις πεντέμισι χρονών...
Το χειρότερο ήταν ότι όταν γύρισαν πίσω, κανείς δεν την πίστευε. Νόμιζαν ότι τα γεννάει η φαντασία της όλα αυτά.
Έτσι και τώρα, στο ύψωμα του λόφου, πέραν του ότι η Λένα έφαγε όλα τα σαλαμάκια του πικ νικ και δεν την άφηνε στην ησυχία της να φτιάχνει βραχιολάκια, συνέχιζε να σπέρνει τον τρόμο:
«Αν σε ρίξω από δω, θα πέσεις και θα σκοτωθείς. Κάτω είναι γκρεμός».
Γκρεμός βέβαια δεν ήταν, κι ούτε θα πάθαινε τίποτα αν έπεφτε, ίσως κανά δυο γδαρσίματα στα ήδη γδαρμένα παιδικά της γόνατα.
«Θέλω να πάμε στο σπίτι μας», είπε στη μαμά της κι όσο εκείνη δεν της έδινε σημασία, τόσο πιο πολύ κλαψούριζε και χτύπαγε τα πόδια κάτω.
«Μα κάνε λίγο υπομονή», απάντησε η κυρία Φανή που ήταν παρούσα. «Θα φάμε και θα φύγετε. Δεν σ’ αρέσει εδώ; Να πάρε ένα κουλουράκι», της είπε γλυκά και της έτεινε το χέρι με το κουλουράκι ενώ ταυτόχρονα της άφησε ένα χάδι στα ατίθασα μαλλάκια.
Κανείς δεν με πιστεύει, σκέφτηκε η Αλίκη μουτρωμένη και σούφρωσε τα χειλάκια της. Εκτός αυτού, την κορόιδεψαν κι από πάνω. Ούτε φυσικά επέστρεψαν σπίτι τους το απομεσήμερο.Ο αδερφός της κι ο Γιωργάκης έπαιζαν με κάτι σαραβαλιασμένα αυτοκινητάκια στη σκιά της αυλής, οι μαμάδες έλεγαν μυστικά στην κουζίνα κι ο μπαμπάς της με τον κύριο Μιχάλη έλεγαν ακαταλαβίστικα στο σαλόνι κι εκείνη δεν μπορούσε ούτε το παιδικό στην τηλεόραση να δει.
«Άμα βγάλεις το δίπλωμα, να πάρεις το καινούργιο Φίατ. Είναι το καλύτερο μοντέλο της χρονιάς» αποφάνθηκε με ύφος ειδήμονα ο κύριος Μιχάλης.
«Μα στ' αλήθεια είναι καλό;», ρώτησε μ’ ενδιαφέρον ο μπαμπάς της
«Θέσφατο σου λέω. Όπου και να ρωτήσεις το ίδιο θα σου πούνε», δήλωσε πάλι ο κύριος Μιχάλης.
Θέσφατο επανέλαβε από μέσα της κι η Αλίκη. Να μια άγνωστη, καινούργια λέξη που θα μπορούσε να τη βγάλει απ’ την πλήξη του καυτού καλοκαιρινού μεσημεριού.
Τι θα πει θέσφατο; Και ποιον να ρωτήσει που όλοι μέσα στο σπίτι ήταν απασχολημένοι και κανείς δεν της έδινε σημασία;
Πήγε δειλά στο δωμάτιο της Λένας κι έσπρωξε την πόρτα. Εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και διάβαζε. Η Αλίκη δεν ήξερε ακόμα να διαβάζει. Τον Σεπτέμβριο θα πήγαινε στην Α’ δημοτικού. Αυτή σαν μεγάλη θα ξέρει, σκέφτηκε και πλησίασε αποφασιστικά.΄
Οι 5 λέξεις που προτείνω εγώ είναι
έλατο
ελάφι
άμαξα
άγιος
ύπνος
και καλώ σε παιχνίδι τους
χαρτοπόντικα
αλκιμήδη
αλκυόνη
vita mi barouak
lupa
Απογοήτευση
Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2007
Διαπιστώσεις
Κάποια πρωινά που είμαι κακοδιάθετη ή βιαστική ή εκνευρισμένη, εύχομαι από μέσα μου να μην τον συναντήσω γιατί βαριέμαι ακόμα και τις καλημέρες. Άλλες πάλι φορές, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω καθόλου ψιλά κι αισθάνομαι άσχημα.
Δεν νιώθω το ίδιο με όλους και για όλους τους ανθρώπους των φαναριών. Υπάρχουν στιγμές – και μάλλον θα τις έχετε ζήσει οι περισσότεροι- που μ’ εκνευρίζει φοβερά να τους βλέπω σε κάθε φανάρι, άλλους να θέλουν να σου καθαρίσουν με το ζόρι το αυτοκίνητο, άλλους να πουλάνε χαρτομάντηλα ή θήκες για κέρματα, αξεσουάρ αυτοκινήτων ή λούτρινα ζωάκια.
Στις στιγμές δικαιοσύνης που υπάρχουν μέσα μου, σκέφτομαι πως κάνουν κι αυτοί μια δουλειά. Αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν πατρίδα και οικογένεια για να βρουν τι, μια γη επαγγελίας ίσως;
Η μοίρα του ανθρώπου από παλιά κρύβει μια αέναη αναζήτηση της γης της επαγγελίας, όχι με τη βιβλική της μορφή ίσως, αλλά με τη ρεαλιστική.
Εδώ, δεν ζούνε σε σπίτια άνετα και πλούσια, δεν τρώνε κρέας κάθε μέρα και δεν έχουν την πολυτέλεια να πλένονται ή να ψωνίζουν ρούχα γι’ αυτούς και τα παιδιά τους. Δεν πάνε σινεμά, δεν βγαίνουν έξω για φαγητό και δεν θυμούνται από πότε έχουν να δουν τη μάνα τους. Το πιθανότερο είναι να τους περιμένει κάποιος που τους εκμεταλλεύεται στη γωνία και παίρνει ποσοστά απ’ τα ψιλά που μαζεύουν.
Το επίσης πιθανό είναι να τους εκνευρίζουμε κι εμείς με την αδιαφορία μας και τους κακούς μας τρόπους.
Πόσο στ’ αλήθεια διαφέρουμε απ’ αυτούς; Η πλειονότητα των γηγενών επίσης δεν ζει σε πολύ άνετα σπίτια, ψωνίζει ρούχα και τρόφιμα με πλαστικό χρήμα, κάνει Χριστούγεννα και Πάσχα με εορτοδάνεια και δεν έχει χρόνο να δει τη μάνα της γιατί κάνει και δεύτερη δουλειά για να τα φέρει βόλτα.
Αν το βλέπαμε σε μια γενικότερη θεώρηση, είναι βασικά η σχέση που έχουμε κι εμείς με τ’ αφεντικά μας στη δουλειά. Τις περισσότερες φορές θα θέλαμε να τους χαστουκίσουμε ή να τους βρίσουμε, αλλά το βουλώνουμε και κάνουμε ό, τι μας πούνε. Βέβαια και τ’ αφεντικά μας είμαι σίγουρη ότι επιθυμούν το ίδιο για τους ανώτερους τους και πάει λέγοντας αφού ανεβαίνεις, ανεβαίνεις κι όλο και κάποιος βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από σένα. Το ίδιο κι όσο κατεβαίνεις. Βγάζεις τ’ απωθημένα σου στους χαμηλότερους ξεχνώντας τα δικά σου. Κι έτσι είναι πολύ εύκολο να φορέσεις τους χειρότερους τρόπους σου όταν έρχεσαι αντιμέτωπος μαζί τους.
Δεν θέλω να κάνω την έξυπνη. Ούτε λέω πως είναι δυνατόν να είναι κανείς συνέχεια χαμογελαστός και μ’ ένα κουτί ψιλά δίπλα του και να δίνει σ’ όλους.
Διαπιστώσεις κάνω για τις ανισότητες της ζωής...
Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2007
Σκουπίδια

Συνήθως με πιάνει μια νοσταλγική διάθεση με τα αντικείμενα που έρχονται απ’ το παρελθόν και ειδικά όσο πιο πίσω πάμε, τόσο μεγαλύτερη η νοσταλγία ∙σαν αντίκες που ανεβαίνει η τιμή ανάλογα με την παλαιότητα.
Αυτή τη φορά όμως, πέταγα χωρίς συναισθηματισμούς, αφενός γιατί δεν τους άφησα να εκδηλωθούν, αφετέρου γιατί η ανάγκη ν’ αναπνεύσω υπήρξε ισχυρότερη.
Κατέβασα σακκούλες με μπιχλιμπίδια απ’ το δημοτικό ήδη, κάτι γόμες φραουλίτσες, κάτι σημειωματάρια, κάτι κονκάρδες απ’ το γυμνάσιο με ποπ τραγουδιστές πάνω, σαραβαλιασμένες απ’ τη χρήση κούκλες, ένα σωρό βιντεοκασσέτες που μόνο χώρο έπιαναν, σημειώσεις ξένων γλωσσών, μπεστ σέλερς της χρυσής εποχής των Bell και γενικά ό, τι παρέμενε στα αζήτητα τόσα χρόνια.
Καθώς κατέβαζα την τελευταία σακκούλα χτες το απόγευμα κι ενώ έλεγα μέσα μου «ξεφορτώσου τα, καλύτερα έτσι, μαζί μας θα τα πάρουμε άλλωστε;» ένας νεαρός περισυνέλλεγε απ’ τον κάδο των απορριμάτων τις βιντεοκασσέτες που είχα πετάξει το προηγούμενο βράδυ. Δίστασα, αλλά αποφάσισα να του μιλήσω: «αυτές τις πέταξα εγώ χτες. Έτσι, από περιέργεια, τι θα τις κάνεις;». Έδειξε ότι αιφνιδιάστηκε λίγο με την ερώτηση, αλλά μου απάντησε αμέσως συνοδέυοντας την απάντηση του μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο εγκαρδιότητας (μάλλον αμηχανίας, θα το χαρακτήριζα εγώ) «Τις μαζεύω και γράφω άλλα έργα πάνω τους», είπε και πρόσθεσε «δεν πιστεύω να πειράζει που ψάχνω στα σκουπίδια»…
Ανέβηκα σπίτι σκεπτόμενη σε ποιο παζάρι θα καταλήξουν, στο Σχιστό ίσως την άλλη Κυριακή. Τον παρακολούθησα για λίγο απ’ το μπαλκόνι. Πήρε κι άλλα πράγματα, παλιά διαφημιστικά, κάτι πλαστικές τσάντες φροντιστηρίων, τέτοια.
Να πάω στο Σχιστό την άλλη Κυριακή να δω πόσο πουλιούνται τα σκουπίδια της ζωής μου;
Σήμερα το πρωί, κατεβάινοντας στον δρόμο και κατευθυνόμενη προς το αυτοκίνητο, το σκουπιδιάρικο μάζευε τους κάδους.
Χαμογελώντας μπήκα στο αυτοκίνητο. Ό, τι δεν πουληθεί, θα λιώσει στις χωματερές, σκέφτηκα κι έβαλα μπρος να φύγω.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007
Αλληγορία

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μάλλον άσχημη και αδιάφορη πολιτεία, ένα χωράφι είχε μείνει έρημο και ακαλλιέργητο. Φύτρωναν σ’ αυτό δειλά- δειλά κάποια λουλουδάκια κι οι άνθρωποι που έλεγαν να το χτίσουν, όλο και το ανέβαλλαν ώσπου το ξέχασαν και τα άφησαν να μεγαλώσουν.
Στην αρχή ήταν κάτι σαν ένα μικρό θαύμα. Ποιος θα πίστευε ότι θα άνθιζαν ακόμα λουλούδια σ’ αυτήν την πόλη; Όταν άρχισαν τα πρώτα να σκάνε μύτη, όλοι πέρναγαν και τα κοίταγαν με περιέργεια στην αρχή, άλλοτε με δυσπιστία, κάποιοι αποδοκίμασαν την ύπαρξη τους μάλιστα με έντονο τρόπο.
«Πρέπει να τα ξεριζώσουμε τώρα που είναι νωρίς», αποφάνθηκε χαϊδέυοντας τη μεγάλη κοιλιά του, ένας άσχημος χοντρός με πούρο. «Αυτά μεγαλώνουν γρήγορα και θα μας πνίξουν» πρόσθεσε βαθυστόχαστα. «Κι αυτή η μυρωδιά τους…», συμφώνησε μια ξερακιανή κυρία, έντονα βαμμένη στις αποχρώσεις του φούξια. «Μ’ έχουν ζαλίσει, κοντεύω να λιποθυμίσω. Δεν μπορώ πια να αναπνεύσω το γνώριμο καυσαεριάκι μου». «Βαρέθηκα ν’ ανοίγω τις κουρτίνες το πρωί και να βλέπω μπροστά μου όλα αυτά τα χρώματα. Έχει καταντήσει πολύ κουραστικό όλο αυτό. Θα πάω στον οφθαλμίατρο αύριο. Τα μάτια μου που τόσο είχαν συνηθίσει το άσπρο και το μαύρο, βλέπουν όλο χρώματα τώρα. Μπλιαχ, είναι απαίσιο», είπε τέλος κι ένας νεαρός κι έφτυσε με μανία πάνω στα λουλούδια
Τα λουλούδια τα άκουγαν όλα αυτά αλλά τα προσπερνούσαν αδιάφορα και μεγάλωναν και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Θαρρείς και κάποια μαγική δύναμη, απομεινάρι τελευταίων μεγάλων θαυμάτων τα είχε φέρει εκεί και τα άφηνε να πούνε το δικό τους τραγούδι. Ένα τραγούδι, άλλοτε χαρούμενο κι άλλοτε μελαγχολικό, σαν τη ζωή την ίδια. Πολλαπλασιάζοντουσαν μάλιστα με γρήγορους ρυθμούς και τα χρώματα, οι μυρωδιές και τα ονόματα τους ήταν μια πανδαισία αισθήσεων. Άλλο ήταν πορτοκαλί, άλλο κίτρινο, άλλο μύριζε πιο έντονα, άλλο μεθυστικά. Κι όλα χαιρόντουσαν που τα άφηναν να μεγαλώσουν και δεν μπορούσαν να τα κόψουν. Όρθωναν το ανάστημα τους ανάμεσα σε παλιοκτίρια, σκουπίδια και λάσπες και κανείς δεν τα πείραζε. Κάποια στιγμή μάλιστα, είχαν γίνει τόσα πολλά και τόσο όμορφα που όλη η πόλη άρχιζε να συζητάει πάλι γι’ αυτά. Πέρναγε ο απλός κόσμος και τα θαύμαζε. Τα μύριζε, τα χάϊδευε, τα κοίταζε σαν αξιοπερίεργο φαινόμενο. Κάποιοι θέλανε να πάνε να φυτέψουν κι αυτοί σπόρια και να τα δούνε να μεγαλώνουν και ν’ ανθίζουν, άλλοι πήγαιναν κρυφά το βράδυ επιθυμώντας να τα ξεριζώσουν, όχι όλα, τα πιο όμορφα και τα πιο μεγάλα. Αυτό όμως ήταν αδύνατο. Το μαγικό που είπαμε είχε κάνει καλά τη δουλειά του. Τα λουλούδια μεγάλωναν κι όσο μεγάλωναν γινόντουσαν και πιο δυνατά. Οι ρίζες τους έφταναν πολύ βαθειά στη γη κι ήταν αποφασισμένα σε πείσμα των κακών και των καιρών να εξακολουθήσουν να υπάρχουν.
Είχαν γίνει κάτι σαν οικογένεια. Κι όπως σ’ όλες τις οικογένειες, κάποια ήταν πιο αγαπημένα μεταξύ τους, κάποια τσακωνόντουσαν και κάποια πιο μικρά, τρέχανε κάθε λίγο και λιγάκι να πάρουνε μυστικά και συμβουλές απ’ τα μεγαλύτερα και να τους μοιάσουν.
Κι ήρθε μια μέρα που το παλιό χωράφι με τις λάσπες γέμισε ασφυκτικά από χρώματα μυρωδιές και κατοίκους κι έπρεπε λίγο να ξαλαφρώσει. Ένα άλλο χωραφάκι εκεί δίπλα περίμενε κι αυτό να ομορφύνει. Κι έγινε το θαύμα. Σύντομα μωβ, κόκκινα και κίτρινα λουλουδάκια άρχισαν να σκάνε μύτη κι εκεί. Άνθισε το χωραφάκι και μεγάλωνε. Έγινε κι αυτό πολύ όμορφο κι όλο και περισσότεροι άρχισαν να μεταναστεύουν προς τα’ κει. Ήθελαν ν’ αλλάξουν τόπο, να δώσουν ομορφιά και αλλού. Κι απ’ το νέο τους σπίτι έστελναν σήματα με τις μέλισσες στους παλιούς τους γείτονες και τους καλούσαν να έρθουν κι εκείνοι.
Ένα λουλουδάκι στο παλιό χωράφι, ήταν πολύ αναστατωμένο. Είχε μεγαλώσει, είχε ανθίσει, είχε βγάλει χρώματα και μυρωδιές, αλλά ανακάλυψε ότι στο διπλανό χωράφι είχε βρεθεί ένας σωσίας του. Κάποιος είχε πάρει το όνομα του και κυκλοφορούσε. Δεν μοιάζανε στη μορφή και μυρίζανε αλλιώτικα, αλλά όπως και να το κάνεις, η ταυτότητα είναι σημαντικό πράγμα κι αν στην πάρουνε, δεν ξέρεις πώς ν’ αντιδράσεις. Καθότανε λοιπόν κι έβλεπε το σωσία χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα. «Να του πω να φύγει, δεν γίνεται», σκεφτόταν. «Να του πω ν’ αλλάξει όνομα, πάλι δεν γίνεται.Αυτά τα καινούργια είναι άμαθα ακόμα κι αν τους πεις κάτι, έστω και με καλό ύφος, θα το εκλάβουν ως αρνητικό και θα πάρει άσχημες προεκτάσεις».
Έτσι καθόταν με σταυρωμένα πέταλα το λουλουδάκι μας και ξεφύσαγε. Είχε διάφορα συναισθήματα κι όλα αρνητικά. Να το ξεριζώσει, να το εξαφανίσει, να πάει να του πετάξει πολύ νερό κι έτσι αυτό να σαπίσει και να μαραθεί, να του ρίξει κοπριά και να βρωμάει και κανείς να μην το πλησιάζει.Να συνεχίσει να σφυρίζει αδιάφορα αγνοώντας το.
Κι ένα πρωί, μάλλον βρήκε τη λύση κοιτάζοντας γύρω του και τα υπόλοιπα «αδέλφια». Ήθελε να τα ρωτήσει κι εκείνα, αλλά δίσταζε. «Να δημιουργήσει θέμα στα καλά καθούμενα;» σκεφτόταν.
«Τι σημασία έχει ένας σωσίας άλλωστε; Τι κακό μπορεί να σου κάνει; Όλα τα λουλούδια χωράμε κι όλα χρειαζόμαστε. Το καθένα από μας είναι πρωτότυπο. Άλλωστε το όνομα είναι αυτό που κάνει τη διαφορά ή το χρώμα και η μυρωδιά;
Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007
Τα 5 πράγματα που δεν θ' αλλάξουν τον κόσμο.
Τελοσπάντων, έτοιμη για τη συνέντευξη και πάμε:
1. Πάσχω από διάφορους ψυχαναγκασμούς και ιδιοτροπίες που μεγαλώνουν όσο μεγαλώνω κι εγώ. Για παράδειγμα, νιώθω ότι χρειάζομαι μια υποτυπώδη τάξη-τουλάχιστον όπως την ορίζω στο μυαλό μου - κάθε φορά που πρόκειται να ξεκινήσω κάτι .
2. Υποφέρω πολύ όταν πρόκειται να γράψω κάτι. Έχω κατά καιρούς πολλές ιδέες αλλά δεν υλοποιείται ούτε το 5%. Αυτά που γράφω, είτε για δημοσίευση, είτε για ιδιωτική χρήση, κυοφορούνται μέσα μου όσο καιρό πρέπει και για να σκάσουν μύτη πρέπει υποχρεωτικά να βρω την πρώτη φράση. Μετά, το κείμενο ρέει σαν νεράκι και ξαναβρίσκω την ηρεμία μου.
3. Είμαι εξαιρετικά αντιφατικό άτομο. Άλλες φορές θέλω να είμαι σε συνεχή ένταση και δραστηριότητα κι άλλες σε απόλυτη γαλήνη και απραξία. Καμία απ' τις δυο καταστάσεις δεν μ' ευχαριστεί με τη διάρκεια της. Επίσης, η αντιφατικότητα μου φαίνεται απ' τον τρόπο που με "εισπράττουν" οι άλλοι. Κάποιοι με χαρακτηρίζουν αντικοινωνική και απόμακρη κι άλλοι, εξαιρετικά φιλική. Η αλήθεια είναι στη μέση: έχω ελάχιστους φίλους με τους οποίους νιώθω άνετα να είμαι ο εαυτός μου 100% , αλλά τα τελευταία χρόνια μαθαίνω να κάνω προσπάθειες και με άλλους.
4. Είμαι απαιτητική και δεν καταφέρνω εύκολα να έρθω σε ειρήνη με τον εαυτό μου. Απαιτώ απ' τους άλλους, αλλά πρώτα απαιτώ από μένα. Σαν να με βάζω μπροστά σ' έναν καθρέφτη κάθε φορά και να με κοιτάζω να δω αν τα έχω κάνει όλα καλά και τι θα μπορούσα να κάνω καλύτερα. Είμαι και βαθιά ενοχική και ο εύκολος στόχος είναι ο εαυτός μου. Τον χτυπάω αλύπητα
5. Αγαπάω και αντιπαθώ με ένταση. Έχω πέσει έξω μια φορά μόνο νομίζω στην κακή κρίση μου για κάποιον και μου το έχω κατά κάποιον τρόπο συγχωρήσει επειδή τότε είχα το ακαταλόγιστο του νεαρού της ηλικίας. Στις άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα είναι καθαρά θέμα χημείας για μένα. Γι' αυτούς που αγαπώ πολύ μπορώ πραγματικά να κάνω τα πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Πετάω το μπαλάκι στους
Μαργαρίτα
Composition doll
Ημίαιμος
o kairos
alzap
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007
Μια πόλη που ασχημαίνει και πεθαίνει.
Δεν πρόκειται να αναλωθώ σε λεπτομέρειες τύπου περί του θεσμικού του πλαισίου και του θέματος με την εξ ευρώπης χρηματοδότηση του. Δεν τα γνωρίζω άλλωστε επακριβώς.
Απορώ και αφελώς ίσως αναρωτιέμαι ποιος/ποιοι αποφάσισαν να μας «μπαστακωθεί» αυτό το τερατούργημα εκεί. Η ερώτηση είναι ρητορική βεβαίως. Λυπάμαι πολύ που θα αναγκάζομαι να το βλέπω στο εξής, στην πιο παλιά γειτονιά της Αθήνας, λυπάμαι και γι’ αυτούς που θα επισκεφθούν πρώτη φορά την Αθήνα και θα το δουν να κλέβει σε ύψος τον ιερό βράχο.
Αξιοσημείωτο είναι βέβαια το ενδεχόμενο να μην έχει λεφτά το ΥΠΠΟ για να το ολοκληρώσει κι έτσι να το έχουμε και να το «καμαρώνουμε» σ’ αυτήν την κατάσταση.
Λυπάμαι που ακόμα και δυο τρεις περιοχές που είχαν έναν χαρακτήρα, γίνονται κι αυτές βορά στο κέρδος και τον εύκολο εντυπωσιασμό.
Δεν υπάρχει πια καθόλου αισθητική σ’ αυτήν την πόλη. Το υδροκέφαλο τέρας είναι επιπλέον και κακάσχημο.
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007
Η Αλεπού στο ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΟ
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007
Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ
Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να διαβάσω αμέσως πριν, ένα βιβλίο που γράφτηκε προ δεκαεπενταετίας για τον βίο το έργο και την πολυτάραχη προσωπικότητα της Καμίλ Κλωντέλ. Έχω κόλλημα με την Κλωντέλ και σας το έχω δείξει και σε σχετικό ποστ. Την Καμίλ λοιπόν, ακολούθησε ο βίος, το έργο και η πολυτάραχη προσωπικότητα της αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβιας Πλαθ.
Το ενδιαφέρον του εν λόγω βιβλίου είναι ότι εστιάζει στον θάνατο πιο πολύ απ’ ότι στη ζωή της, προτάσσοντας τον μάλιστα και στον τίτλο, ίσως γιατί η ζωή της Σύλβιας ήταν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε το 1932 στη Βοστόνη και ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας της Όττο Πλαθ ήταν διακεκριμένος καθηγητής εντομολογίας στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης. Ο πρόωρος θάνατος του όταν η Σύλβια ήταν οκτώ ετών, σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή της και από κεινη τη στιγμή και μετά δεν έπαψε να της λείπει η αγάπη του και η αποδοχή του. Πίστευε μάλιστα ότι εκείνος εξακολουθούσε να ζει μέσα της «υφασμένος μες στα κύτταρα του ψηλού μου κορμιού». Επισκέπτεται για πρώτη φορά τον τάφο του σε ηλικία εικοσιέξι ετών και μεταφέρει την ατμόσφαιρα του χώρου στο μυθιστόρημα της «Ο γυάλινος κώδωνας». Στα τελευταία ποιήματα της – σύμφωνα με τον Α. Αλβάρεζ- δείχνει να έχει πειστεί ότι η ρίζα της δυστυχία της ήταν ο θάνατος του πατέρα της τον οποίον υπεραγαπούσε κι εκείνος την εγκατέλειψε και την έσυρε μαζί του στον θάνατο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας της μάλιστα, έλεγε στον εαυτό της ότι η ένταση με την οποία ποθούσε την ανδρική συντροφιά προπερχόταν από την παρουσία ενός μεγαλύτερου άνδρα μέσα στο σπίτι κι αργότερα ως παντρεμένη, δεν είχε την παραμικρή ανοχή στη μακρόχρονη στέρηση του συζύγου της.
Σε ηλικία 17 χρονών, είναι ήδη συντάκτρια στο «The Bradford» και συγχρόνως γράφει μια στήλη για το «The Townsman». Απ’ το 1950, αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα για περιοδικά, ανάμεσα τους το «Και το καλοκαίρι δεν θα ξανάρθει» για το «Seventeen» και το «Πικρές φράουλες» για το «Christian Science Monitor». Γίνεται δεκτή με υποτροφία στο κολέγιο Σμιθ της Μασαχουσέτης και δυο μήνες πριν συμπληρώσει τα 20 χρόνια της βραβεύεται για το διήγημα της «Κυριακή στους Μίντον».
Πραγματοποιεί την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας τον Αύγουστο του 1953 καταπίνοντας μεγάλη ποσότητα υπνωτικών χαπιών. Στο ημερολόγιο τοίχου, δίπλα στις 4 Ιουλίου 1953 είχε γράψει τη λέξη απόφαση. Το διάστημα των επτά εβδομάδων που μεσολάβησε ανάμεσα στην απόφαση και την πράξη, ήταν για να δώσει χρόνο στον εαυτό της να αναθεωρήσει. Ένα ενδιαφέρον περιστατικό που η Σύλβια αρεσκόταν πολύ να διηγείται ήταν πώς έμαθε να μπουσουλάει σε νηπιακή ηλικία. Την είχαν αφήσει στην αμμουδιά και κείνη κατευθυνόταν προς το πελώριο κύμα. Η μητέρα της την άρπαξε εγκαίρως. Αν και ουσιαστικά δεν κινδύνεψε πραγματικά τότε, η ερμηνεία που η ίδια έδινε στο γεγονός, ήταν πιο επικίνδυνη απ’ το ίδιο το γεγονός γιατί την έκανε να παγιώσει έναν τρόπο σκέψης και να εγκλωβιστεί στη σαγήνη που της ασκούσε ο θάνατος. Σ’ ένα μεταγενέστερο ποίημα της τις «Τουλίπες», φαίνεται καθαρά πως η επιθυμία θανάτου γίνεται αναπόσπαστη με την παλινδρομική επιθυμία της ν’ αποποιηθεί τις ευθύνες της καθημερινότητας. Έχει παραδώσει το όνομα και τα ρούχα της στις νοσοκόμες, το ιστορικό της στον αναισθησιολόγο, το σώμα της στον χειρουργό. Είναι γαλήνια, είναι ο κανένας.
Μόλις συνήλθε σωματικά απ’ την κατάποση των υπνωτικών, εισήλθε στην ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου κι έναν μήνα αργότερα, τέθηκε υπό την παρακολούθηση της Δρ Ρουθ Μπούσερ.
Θαρρείς κι αυτό που ήθελα να σκοτώσω, δεν ήταν μέσα από το δέρμα, δεν ήταν ο αδύναμος, γαλάζιος παλμός που τιναζόταν κάτω από το δάχτυλο μου, μα κάπου αλλού, πιο βαθιά, πιο μυστικά, κάπου πολύ πιο δύσκολο να βρεθεί. - "Ο γύαλινος κώδωνας"
Επιστέφει υγιής στο κολέγιο και το καλοκαίρι του 1954 παρακολουθεί μαθήματα στο Χάρβαρντ. Η διπλωματική της εργασία στο Σμιθ έχει τίτλο «Ο σωσίας του Ντοστογιέφσκι». Κερδίζει υποτροφία για το Κέιμπριτζ.
Η διετία 1954-55 καταγράφεται ως ιδιαίτερα έντονη για τις σχέσεις της με το άλλο φύλλο. Οι άντρες διαδέχονται ο ένας τον άλλο στη ζωή της μέχρι τον Φεβρουάριο του 1956 όπου σ’ ένα πάρτυ του Κέιμπριτζ, γνωρίζει τον γοητευτικό Τεντ Χιουζ, φέρελπι νέο ποιητή που έμελλε να είναι ο εκλεκτός στην καρδιά της. Σπεύδει να τον παντρευτεί 4 μήνες μετά την πρώτη γνωριμία τους. Η σχέση τους είναι θυελλώδης. Η Σύλβια προσκολλάται πάνω του και γίνεται ιδιαίτερα κτητική και ζηλιάρα, γεγονός που κάποιες φορές οδηγεί ακόμα και σε ξυλοδαρμό από την πλευρά του Χιουζ. Τα 7 χρόνια που μεσολαβούν από το γάμο τους ως την αυτοκτονία της, είναι μια αέναη μετακίνηση του ζευγαριού στην Αγγλία ψάχνοντας το ιδανικό σπίτι που θα τους στεγάσει με διαλείματα ταξιδιών στην Αμερική, στη γενέτειρα της Σύλβιας. Εντωμεταξύ, το 1957, η Σύλβια αποφοιτά απ’ το πανεπιστήμιο και αρχίζει να διδάσκει στο Σμιθ. Ξεκινάει ψυχανάλυση με τη Δρ Μπούσερ το 1958 ενώ το 1960 φέρνει στον κόσμο τη Φρίντα, το πρώτο τους παιδί. Η καθημερινότητα τη βρίσκει μοιρασμένη ανάμεσα στα καθήκοντα της μητρότητας, του σπιτιού και στις συγγραφικές της ενασχολήσεις. Έξι μήνες μετά τη γέννηση της κόρης της, εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ο κολοσσός». Το 1962, αποκτά και το δεύτερο παιδί της, τον Νίκολας και γράφει ποίηση σε πολύ εντατικούς ρυθμούς, ακόμα και τα ξημερώματα που τα παιδιά κοιμούνται. Τον Ιούνιο αυτής της χρονιάς, ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο της να βγαίνει έξω απ’ το δρόμο, καταγράφεται απ’ την ίδια σαν απόπειρα αυτοκτονίας. Παράλληλα, πληροφορείται την παράνομη σχέση του Χιουζ με την γερμανορωσίδα Άσια Ουέβιλ. Στην Άσια και τον άντρα της, τον νεαρό καναδό ποιητή Ντέιβιντ Ουέβιλ, είχαν πουλήσει οι Χιουζ το διαμέρισμα τους στο Λονδίνο. Η εξωσυγική ιστορία του Χιουζ, κλονίζει ιδιαίτερα την ήδη εύθραυστη ψυχοσύνθεση της, γεγονός που αποτυπώνεται έντονα στα τελευταία 26 ποιήματα κατά τη διάρκεια του μήνα που ακολούθησε τον χωρισμό τους.
Εγκαταλείπει το σπίτι στο Ντέβον κι εγκαθίσταται με τα δυο παιδιά σ’ ένα διαμέρισμα του Λονδίνου. Εκδίδει τον Ιανουάριο του 1963 τον «Γυάλινο κώδωνα» με ψευδώνυμο κι αρχίζει να ετοιμάζει μια συλλογή με σαρανταένα ποίηματα υπό τον γενικό τίτλο «Άριελ.»
Στις 10 Φεβρουαρίου του 1962, η Σύλβια Πλαθ άφησε ψωμί και γάλα δίπλα στα κρεββάτια των κοιμισμένων παιδιών της. Ύστερα, έχωσε πετσέτες και σεντόνια στις χαραμάδες της πόρτας του υπνοδωματίου τους και της κουζίνας. Επίσης, με ιδιαίτερη σχολαστικότητα κόλλησε ταινία στις χαραμάδες των πορτών. Άφησε ένα σημείωμα με το όνομα και το τηλέφωνο του δόκτορα Χόρντερ και την παράκληση να του τηλεφωνήσουν κι έχωσε το κεφάλι της μέσα στο φούρνο έχοντας ανοίξει όλους τους διακόπτες του γκαζιού.
Η Σύλβια διέθετε μπόλικα υπνωτικά χάπια για να αυτοκτονήσει, επέλεξε όμως το γκάζι κι αυτό θυμίζει περιγραφή της ίδιας στο ημερολόγιο της, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν διάλεξε αέριο αντί για νοβοκαϊνη στον οδοντίατρο απολαμβάνοντας την αίσθηση της καθόδου του αερίου στα πνευμόνια της.
Τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο της υπήρξαν επεισοδιακά υπό την έννοια ότι η Σύλβια όσο ακόμα ζούσε ήταν σχετικά άγνωστη, ενώ μετά θάνατον, έλαμψε διεθνώς, κάτι σπάνιο για ποιητή, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε και μια ολόκληρη φιλολογία γύρω από χαμένα κομμάτια του έργου της καθώς και από χαμένα της γράμματα και σελίδες ημερολογίου. Οι ευθύνες αποδόθηκαν στον Τεντ Χιουζ, ο οποίος μάλιστα εντελώς αψυχολόγητα όρισε ως υπεύθυνο του συνόλου του πνευματικού έργου της Σύλβιας την αδερφή του με την οποία η ποιήτρια δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις. Σήμερα 44 χρόνια μετά την αυτοκτονία της Σύλβιας Πλαθ, δεν υπάρχει επίσημος βιογράφος της.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007
Νέο αλεπουδίσιο μπλόγκι
Όσοι πιστοί, κάντε ένα κλικ εδώ.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007
Εγώ, ο άλλος...

Καταλήγεις λοιπόν κάποτε στη διαμορφωμένη σου εικόνα. Αποδέχεσαι κιόλας ότι αυτή από ένα σημείο και μετά δεν μπορεί ν΄αλλάξει. Αυτή είναι, πάει και τελείωσε. Και βάσει αυτής πορεύεσαι.
Μέχρι που κάποια στιγμή, σκάει μύτη κι ο άλλος σου εαυτός, ο σκοτεινός, ο άγνωστος και σε φέρνει σε πλήρη αμηχανία. Σαν παιδί που εν μέσω τυπικής επίσκεψης συγγενών, ξερνάει στους καλεσμένους τι λέγατε γι’ αυτούς με τον μπαμπά πριν εμφανιστούνε.
Ξεστομίζεις ένα "μικρά παιδιά, η φαντασία τους οργιάζει", το κοιτάς απειλητικά, το τσιμπάς με τρόπο κι από αμηχανία ανάβεις τσιγάρο και καταπίνεις σοκολατάκι την ίδια στιγμή.
Έτσι και στην περίπτωση του εαυτού. Στην αρχή κάνεις πως δεν τον είδες, μετά αποφασίζεις να τον αντιμετωπίσεις. Βγάζεις δειλά-δειλά το κεφάλι, τα μάτια, τον κοιτάς, τον περιεργάζεσαι, του τείνεις το χέρι να πεις ένα χαίρω πολύ έστω κι αν δεν χαίρεις καθόλου. «Τώρα εδώ θα μπαστακωθεί;» σκέφτεσαι. «Γιατί ήρθε; τι θέλει; καλά δεν περνούσαμε και χωρίς αυτόν;»
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καλύτερη άμυνα δεν είναι η επίθεση. Δεν πέφτεις δηλαδή πάνω του να τον κατασπαράξεις, γιατί είναι εκτός των άλλων και μάταιο, εδώ που τα λέμε. Αυτός είναι ύπουλος και θ’ αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Θα παραφυλάξει και θα σου τη φέρει κάποια άλλη στιγμή. Απ’ την άλλη, ούτε και τον καλοδέχεσαι γιατί και η υπερβολική ευγένεια και διάχυση με την πρώτη γνωριμία, γεννάει υποψίες. Αποφασίζεις να του αναγνωρίσεις τουλάχιστον το δικάιωμα ύπαρξης. Γιατί δεν είσαι και φασισταριό στο τέλος – τέλος της γραφής. Άλλο τώρα που η όλη κατάσταση σου θυμίζει κρατίδιο που το είχες υποτάξει, ζήτησε την αυτονομία του κι επειδή οι διεθνείς νόμοι το επιβάλλουν, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Αρχίζεις και σκέφτεσαι πονηρά. Σαν αποικιοκράτης. Τι κι αν πάντα με τη μεριά των επαναστατών ήσουνα; Τώρα νιώθεις δικτάτορας μέχρι το μεδούλι. Αλλά πρέπει να φερθείς διπλωματικά. Ένας επαναστάτης είναι ικανός να τα παίξει όλα για όλα. Μπορεί και να σε βουτήξει στο αίμα, αν τον φτάσεις στα άκρα. Ας του παραχωρήσεις καταρχήν το δικαίωμα να υπάρχει. Έπειτα βέβαια, θα πρέπει να του παραχωρήσεις κι άλλες εξουσίες, ίσως - ίσως ακόμα και να τον εξισώσεις. Είναι επικίνδυνο το παιχνίδι. Σαν εξουσιαστής σε εξουσιαζόμενο πρέπει να φερθείς και δεν είναι κι εύκολο. Χιλιάδες τα παραδείγματα γύρω μας…
Και μετά γεννιέται το μεγάλο ερώτημα. «Και τώρα τί; Άλλαξαν τα σύνορα; Άλλαξαν οι ονομασίες; Θ’ανοίγω τον εσωτερικό μου χάρτη και θα έχουν γίνει όλα γης μαδιάμ; Ποια η αιτία; Ποια η αφορμή; Τι φίδι κολοβό έτρεφα μέσα μου και δεν το’ ξερα» κι άλλα τέτοια... Στις πιο ανώδυνες περιπτώσεις, το αποδίδεις σε μια κακιά στιγμή που απλώς αντί να βρίζεις πρέπει να ευγνωμονείς γιατί σε βοήθησε να ανακαλύψεις καλύτερα την πολυπρισματικότητα σου (λέμε τώρα…). Αν γνωρίζεις καλά τον αντίπαλο(τελικά η λέξη εχθρός είναι βαριά και άδικη) μπορείς να τον αντιμετωπίσεις καλύτερα ( το ρήμα εξουδετερώσεις είναι απλώς ουτοπικό).
Με άλλα λόγια και σταματώντας αυτό το παραλήρημα, θέλω να πω ότι όλοι μας έχουμε κάποιες σκοτεινές πλευρές που δεν τις αποκαλύπτουμε στους άλλους επειδή στις ανθρώπινες σχέσεις λειτουργεί ένας μηχανισμός συνύπαρξης, συγκάλυψης, συμβιβασμού κά . Βέβαια στην ουσία της και στην πορεία της, η συνύπαρξη θ’ αποκαλύψει κι αυτές τις σκοτεινές πλευρές που άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο θα αναδύονται. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Είναι απλώς ανθρώπινο.


