Ανεβαίνοντας την Πειραιώς με κατεύθυνση την Αθήνα, κοίταγα αρχικά αφηρημένα και στη συνέχεια με πολύ πιο συγκεκριμένο βλέμμα τις αφίσες που γεμίζουν τους τοίχους και ασχημαίνουν την πόλη. Κι εντυπωσιάστηκα. Με την κακή έννοια. Απ’ τη μια μεριά, προεκλογικές φάτσες, απ’ την άλλη φάτσες για σκυλάδικα (οι φαν του είδους ας μου συγχωρήσουν την έκφραση, αλλά εμένα αυτά τα μαγαζιά μόνο ιαχές τύπου γαβ μου φέρνουν στο μυαλό).
Κοινή παρατήρηση: όλοι έχουν περάσει από Photoshop. Δηλαδή είναι εκπληκτικό πόσο φρέσκοι, λαμπεροί και ατσαλάκωτοι είναι αυτοί που και πάνω από 4 δεκαετίες ζωής κουβαλάνε στις πλάτες τους και τραγουδάνε όλη τη νύχτα (φαίνεται η νύχτα ωφελεί την επιδερμίδα) και τρέχουν στους δρόμους και στις λαϊκές για τα προβλήματα του λαού….( λέμε και καμιά μ….να περάσει η ώρα). Αμ, τα δόντια τους; Ούτε οδοντόκρεμα να διαφήμιζαν. Μάλλον οι οδοντίατροι σκίζουν τα πτυχία τους αυτή τη στιγμή. Με τέτοιες τέλειες οδοντοστοιχίες, καλύτερα ν’ αλλάξουν επάγγελμα.
Κι έπειτα γέλασα μέσα μου γιατί σκέφτηκα πώς αν τα πρόσωπα δεν ήταν αναγνωρίσιμα, θα μπορούσαν οι μεν να παραστήσουν τους δε και τούμπαλιν. Η αφίσα για παράδειγμα της κυρίας Νατάσσας Θεοδωρίδου με νέο λουκ, δεν θα μπορούσε άραγε να είναι αφίσα δημοτικής συμβούλου; Τι παραπάνω δηλαδή είχε η 25χροινη γιατρός Τάδε Ταδοπούλου - Δείνα πολιτευόμενη ως Ντέμπορα της οποίας φέιγ- βολάν μοιράζανε προχτές έξω από έναν σταθμό τραίνου;
Και το άλλο; Μαύρη αφίσα με τα ονόματα Ρέμος Μαρινέλλα χωρίς τα πρόσωπα τους πουθενά και με τη λεζάντα «Τα λόγια είναι περιττά». Ακριβώς δίπλα, χρωματιστή αφίσα με τη λεζάντα «Δεν έχω πολλά να πω. Έχω πολλά να κάνω» και την υπογραφή Νικήτας Κακλαμάνης. Εκλεκτικές συγγένειες ε;
Αφήνω για το τέλος το καλύτερο. Αλήθεια, αυτό το σατανικό, ποιος το σκέφτηκε; Τεράστια αφίσα και αγκαλιασμένοι ο Πάγκαλος με τη Ντόρα. Μάλλον ονειρεύομαι, σκέφτηκα. Αφού αυτοί όποτε συναντηθούν σε τηλεοπτικό πάνελ, σφάζονται. Τα μάτια μου δεν κάνουν πουλάκια. Πιο κάτω, η ίδια αφίσα αλλά αγκαλιασμένοι αυτή τη φορά ο Σπηλιωτόπουλος με την Διαμαντοπούλου. Κοινό σλόγκαν: Αλλάζω (το αλλά με άλλο χρώμα απ’ το ζω). Ε, ναι είναι σαφές, τα παιδιά αλλάζουν πίστα, ε κόμμα ήθελα να πω.
Αλλά τι σημασία έχει; Αν μεθαύριο, εκλεγούν οι μεν στη θέση των δε ή αλλάξουν δουλειά οι μεν με τους δε, θα υπάρξει άραγε καμιά τεράστια διαφορά;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή, Οκτωβρίου 13, 2006
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2006
ARTHUR RIMBAUD: ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ
Γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου του 1854 στη Charles Ville και το πλήρες όνομα του ήταν Jean Nicola-Arthur-Rimbaud.Ο πατέρας του, λοχαγός του πεζικού, εγκατέλειψε τη σύζυγο του λόγω αγεφύρωτων διαφορών. Συγχρόνως, εγκατέλειψε και τα πέντε τους παιδιά. Ο Arthur που ήταν δευτερότοκος, έγινε μόνιμος αντίπαλος για την αυστηρή μητέρα του που συνήθιζε να βάζει τα παιδιά της να περπατάνε σε τέλεια στοίχιση. Στο σχολείο παρουσίαζε μια τέλεια αντιφατική προσωπικότητα. Απ’ τη μια, αρίστευε κι απ’ την άλλη έμπλεκε σε καβγάδες. Οι καθηγητές του παραδέχονταν το δυνατό του μυαλό και οι συμμαθητές του το επαναστατικό του πνεύμα. Στο σπίτι, στην διαρκή διαμάχη με τη μητέρα του, απέρριπτε σταδιακά για να την κοντράρει τον Θεό, το έθνος, όλους τους κανόνες κοινωνικής ηθικής καθώς και τις πανεπιστημιακές σπουδές. Μάλιστα θεωρούσε και το απολυτήριο γυμνασίου εντελώς περιττό.
Ήδη απ’ τα 16 του, αυτό που βαθύτερα επιθυμούσε ήταν να ζήσει ως ποιητής, πράγμα που ταύτιζε με την διαρκή ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Στα τέλη του Αυγούστου του 1870, αποπειράθηκε να αποδράσει απ’ το σπίτι του, πράξη που τον οδήγησε κατευθείαν στην φυλακή Μαζά, εξαιτίας μιας παρεξήγησης κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων στον σιδηροδρομικό σταθμό απ’ όπου θα το έσκαγε. Ο Arthur κουβαλούσε ένα πυκνογραμμένο σημειωματάριο που αν και ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για στίχους, λόγω του γαλλογερμανικού πολέμου που μαινόταν, η αστυνομία το θεώρησε ύποπτο. Με τη μεσολάβηση ενός παλιού του καθηγητή, αποφυλακίστηκε κι επέστρεψε σπίτι. Η μητέρα του τον υποδέχτηκε με τη ράβδο στα χέρια. Μερικές μέρες αργότερα, ο ατίθασος Arthur το ξανάσκασε για τη βελγική πόλη Σαρλερουά. Για ένα μήνα βίωσε πείνα, ταλαιπωρία, κίνδυνο κι έγραψε στίχους γεμάτους θλίψη. Μετά επέστρεψε σπίτι γιατί ξεκινούσε ο χειμώνας.
Από το Νοέμβριο του 1870 ως το Φεβρουάριο του 1871 αποφάσισε ότι θα γινόταν οραματιστής:
«Ένας Ποιητής γίνεται οραματιστής μέσω μιας μακράς, άνευ ορίων συστηματικής αποδόμησης όλων των αισθήσεων. Με όλες τις φόρμες του έρωτα, της απελπισίας, της τρέλας, αναζητά τον εαυτό του, τον εξαντλεί με όλα τα δηλητήρια και συλλαμβάνει την πεμπτουσία τους».
Την ίδια εποχή αρχίζει ο σταδιακός εθισμός του στο αλκοόλ, αρχικά με αραιωμένη με νερό μπίρα. Παράλληλα, τον προβληματίζει η λογοτεχνική αξία κλασικών όπως του Ομήρου, του Ρακίνα, του Ουγκό και θεωρεί τη γαλλική γλώσσα άχρωμη και ανούσια. Ωστόσο, θαυμάζει πολύ τον Πωλ Βερλαίν. Κι έτσι, αποφασίζει να ξαναφύγει για το Παρίσι αυτή τη φορά. Άντεξε δυο μήνες μακριά απ’ την οικογενειακή γαλήνη κι επέστρεψε στην πόλη του άφραγκος και ταλαιπωρημένος με τα πόδια.
Μάκρυνε τα μαλλιά του, κάπνιζε πίπα κι έπλεκε χλευαστικά στιχάκια για τους αστούς με τα οποία ψυχαγωγούσε τους εκκεντρικούς θαμώνες του καφέ Πτι Μπουά όπου και σύχναζε. Στα τέλη του Σεπτέμβρη του 1871 κι ενώ ήδη αισθανόταν εγκλωβισμένος στα στενά όρια της επαρχιακής του πόλης, επεδίωξε να έρθει σε επαφή με τον Βερλαίν, αποστέλλοντας του κάποιους στίχους, Λίγο καιρό αργότερα ήρθε η απάντηση: «Ελάτε, αγαπητή μεγάλη ψυχή, σας περιμένουμε, σας επιθυμούμε».
Στο Παρίσι ο Βερλαίν, παρά τις αντιρρήσεις της γυναίκας του και των πεθερικών του, αποφασίζει να φέρει και τον Rimbaud στο σπίτι κι έτσι ζουν μαζί μια εποχή που πυροδοτεί το έργο «Μια εποχή στην κόλαση» το οποίο ολοκλήρωσε ο Rimbaud το φθινόπωρο του 1873. Μαζί περιπλανώνται στη Μονμάρτρη, στο Καρτιέ Λατέν, στα καφέ της Τρυντέν. Κοιμόνται τη μέρα και τη νύχτα επιδίδονται σε παντός είδους καταχρήσεις. «Δεσποινίς Rimbaud» τον αποκαλούν ειρωνικά κι εκείνος γίνεται όλο και πιο σαρκαστικός, κακεντρεχής, προσβλητικός
Οι δυο σύντροφοι συνεχίζουν τη φαντασιακή τους αναζήτηση σε Βέλγιο και Αγγλία. Οι τσακωμοί όμως, οι σκηνές ζηλοτυπίας και η ανέχεια, άρχισαν να τους δηλητηριάζουν με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν ο ένας τον άλλον εκ περιτροπής. Ανταλλάσσουν επιστολές επανασύνδεσης γεμάτες μεταμέλεια, απειλές αυτοκτονίας, και όρκους αφοσίωσης. Το δράμα κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1873, όταν ο Βερλαίν πυροβόλησε στο χέρι τον Rimbaud μετά την απόφαση του τελευταίου να χωρίσουν οριστικά, Ο Βερλαίν κατέληξε στη φυλακή και ο Rimbaud επέστρεψε σπίτι του.
Με έξοδα της μητέρας του τυπώθηκε το «Μια εποχή στην κόλαση» σε 500 αντίτυπα, τα 495 απ’ τα οποία τα έκαψε ο δημιουργός τους στη συνέχεια. Η ποίηση δεν τον ενδιέφερε πια. Αντιθέτως ήθελε να μάθε τα πάντα. Διετέλεσε παιδαγωγός στη Βυρτεμβέργη, φορτοεκφορτωτής στη Μασσαλία, υπάλληλος τσίρκου στη Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη, κλέφτης ταλαίπωρου αμαξά στη Βιέννη, λιποτάκτης του ολλανδικού στρατού στη Σουμάτρα. Ενδιαμέσως, επέστρεφε στη γενέτειρα του για να αφοσιωθεί στην εκμάθηση ασιατικών γλωσσών, στο πιάνο, χτυπώντας τα πλήκτρα που είχε ζωγραφίσει στο τραπέζι και ξύρισε το κεφάλι του.
Ανάμεσα στο 1880 και 1891, άρχισε να τον έλκει η Αφρική . Οργάνωνε και συνόδευε καραβάνια ανάμεσα στις χώρες της Ερυθράς θάλασσας, εμπορευόμενος χρυσό, ελεφαντόδοντο και όπλα. Συγχρόνως άρχισε να παραπονείται για ταχυκαρδίες, ρευματισμούς και αφόρητη πλήξη. Τον είλκυσε ξαφνικά το Ισλάμ κι άρχισε να μελετάει αποκλειστικά το Κοράνι. Του έφταιγαν όλα, οι ντόπιοι, ο θρησκευτικός φανατισμός, η αδυναμία του να πλουτίσει, το ότι δεν παντρεύτηκε.
Επέστρεψε υποχρεωτικά στην πόλη του τον Μάιο του 1891, προσβεβλημένος από καρκίνο. Στο νοσοκομείο της Κονσεψιόν, υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό του ενός κάτω άκρου. Δήλωνε συνεχώς έτοιμος να απαλλαγεί απ’ τη μίζερη του ύπαρξη , παρόλο που έκανε σχέδια να προσθέσει ξύλινο πόδι. Επιθυμούσε να γυρίσει στην Αφρική και να τον γιατρέψει ο ζεστός ήλιος. Ο καρκίνος όμως έκανε μετάσταση και ο Rimbaud άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Νοεμβρίου, έχοντας μόλις κλείσει τα 37 του χρόνια.
Με δυο σονέτα θέλησε ο άλλοτε αγαπημένος του να ωραιοποιήσει το πρόωρο τέλος:
«Εσύ νεκρός, νεκρός, νεκρός! αλλά τουλάχιστον νεκρός όπως εσύ το θέλεις».
Ήδη απ’ τα 16 του, αυτό που βαθύτερα επιθυμούσε ήταν να ζήσει ως ποιητής, πράγμα που ταύτιζε με την διαρκή ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Στα τέλη του Αυγούστου του 1870, αποπειράθηκε να αποδράσει απ’ το σπίτι του, πράξη που τον οδήγησε κατευθείαν στην φυλακή Μαζά, εξαιτίας μιας παρεξήγησης κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων στον σιδηροδρομικό σταθμό απ’ όπου θα το έσκαγε. Ο Arthur κουβαλούσε ένα πυκνογραμμένο σημειωματάριο που αν και ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για στίχους, λόγω του γαλλογερμανικού πολέμου που μαινόταν, η αστυνομία το θεώρησε ύποπτο. Με τη μεσολάβηση ενός παλιού του καθηγητή, αποφυλακίστηκε κι επέστρεψε σπίτι. Η μητέρα του τον υποδέχτηκε με τη ράβδο στα χέρια. Μερικές μέρες αργότερα, ο ατίθασος Arthur το ξανάσκασε για τη βελγική πόλη Σαρλερουά. Για ένα μήνα βίωσε πείνα, ταλαιπωρία, κίνδυνο κι έγραψε στίχους γεμάτους θλίψη. Μετά επέστρεψε σπίτι γιατί ξεκινούσε ο χειμώνας.
Από το Νοέμβριο του 1870 ως το Φεβρουάριο του 1871 αποφάσισε ότι θα γινόταν οραματιστής:
«Ένας Ποιητής γίνεται οραματιστής μέσω μιας μακράς, άνευ ορίων συστηματικής αποδόμησης όλων των αισθήσεων. Με όλες τις φόρμες του έρωτα, της απελπισίας, της τρέλας, αναζητά τον εαυτό του, τον εξαντλεί με όλα τα δηλητήρια και συλλαμβάνει την πεμπτουσία τους».
Την ίδια εποχή αρχίζει ο σταδιακός εθισμός του στο αλκοόλ, αρχικά με αραιωμένη με νερό μπίρα. Παράλληλα, τον προβληματίζει η λογοτεχνική αξία κλασικών όπως του Ομήρου, του Ρακίνα, του Ουγκό και θεωρεί τη γαλλική γλώσσα άχρωμη και ανούσια. Ωστόσο, θαυμάζει πολύ τον Πωλ Βερλαίν. Κι έτσι, αποφασίζει να ξαναφύγει για το Παρίσι αυτή τη φορά. Άντεξε δυο μήνες μακριά απ’ την οικογενειακή γαλήνη κι επέστρεψε στην πόλη του άφραγκος και ταλαιπωρημένος με τα πόδια.
Μάκρυνε τα μαλλιά του, κάπνιζε πίπα κι έπλεκε χλευαστικά στιχάκια για τους αστούς με τα οποία ψυχαγωγούσε τους εκκεντρικούς θαμώνες του καφέ Πτι Μπουά όπου και σύχναζε. Στα τέλη του Σεπτέμβρη του 1871 κι ενώ ήδη αισθανόταν εγκλωβισμένος στα στενά όρια της επαρχιακής του πόλης, επεδίωξε να έρθει σε επαφή με τον Βερλαίν, αποστέλλοντας του κάποιους στίχους, Λίγο καιρό αργότερα ήρθε η απάντηση: «Ελάτε, αγαπητή μεγάλη ψυχή, σας περιμένουμε, σας επιθυμούμε».
Στο Παρίσι ο Βερλαίν, παρά τις αντιρρήσεις της γυναίκας του και των πεθερικών του, αποφασίζει να φέρει και τον Rimbaud στο σπίτι κι έτσι ζουν μαζί μια εποχή που πυροδοτεί το έργο «Μια εποχή στην κόλαση» το οποίο ολοκλήρωσε ο Rimbaud το φθινόπωρο του 1873. Μαζί περιπλανώνται στη Μονμάρτρη, στο Καρτιέ Λατέν, στα καφέ της Τρυντέν. Κοιμόνται τη μέρα και τη νύχτα επιδίδονται σε παντός είδους καταχρήσεις. «Δεσποινίς Rimbaud» τον αποκαλούν ειρωνικά κι εκείνος γίνεται όλο και πιο σαρκαστικός, κακεντρεχής, προσβλητικός
Οι δυο σύντροφοι συνεχίζουν τη φαντασιακή τους αναζήτηση σε Βέλγιο και Αγγλία. Οι τσακωμοί όμως, οι σκηνές ζηλοτυπίας και η ανέχεια, άρχισαν να τους δηλητηριάζουν με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν ο ένας τον άλλον εκ περιτροπής. Ανταλλάσσουν επιστολές επανασύνδεσης γεμάτες μεταμέλεια, απειλές αυτοκτονίας, και όρκους αφοσίωσης. Το δράμα κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1873, όταν ο Βερλαίν πυροβόλησε στο χέρι τον Rimbaud μετά την απόφαση του τελευταίου να χωρίσουν οριστικά, Ο Βερλαίν κατέληξε στη φυλακή και ο Rimbaud επέστρεψε σπίτι του.
Με έξοδα της μητέρας του τυπώθηκε το «Μια εποχή στην κόλαση» σε 500 αντίτυπα, τα 495 απ’ τα οποία τα έκαψε ο δημιουργός τους στη συνέχεια. Η ποίηση δεν τον ενδιέφερε πια. Αντιθέτως ήθελε να μάθε τα πάντα. Διετέλεσε παιδαγωγός στη Βυρτεμβέργη, φορτοεκφορτωτής στη Μασσαλία, υπάλληλος τσίρκου στη Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη, κλέφτης ταλαίπωρου αμαξά στη Βιέννη, λιποτάκτης του ολλανδικού στρατού στη Σουμάτρα. Ενδιαμέσως, επέστρεφε στη γενέτειρα του για να αφοσιωθεί στην εκμάθηση ασιατικών γλωσσών, στο πιάνο, χτυπώντας τα πλήκτρα που είχε ζωγραφίσει στο τραπέζι και ξύρισε το κεφάλι του.
Ανάμεσα στο 1880 και 1891, άρχισε να τον έλκει η Αφρική . Οργάνωνε και συνόδευε καραβάνια ανάμεσα στις χώρες της Ερυθράς θάλασσας, εμπορευόμενος χρυσό, ελεφαντόδοντο και όπλα. Συγχρόνως άρχισε να παραπονείται για ταχυκαρδίες, ρευματισμούς και αφόρητη πλήξη. Τον είλκυσε ξαφνικά το Ισλάμ κι άρχισε να μελετάει αποκλειστικά το Κοράνι. Του έφταιγαν όλα, οι ντόπιοι, ο θρησκευτικός φανατισμός, η αδυναμία του να πλουτίσει, το ότι δεν παντρεύτηκε.
Επέστρεψε υποχρεωτικά στην πόλη του τον Μάιο του 1891, προσβεβλημένος από καρκίνο. Στο νοσοκομείο της Κονσεψιόν, υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό του ενός κάτω άκρου. Δήλωνε συνεχώς έτοιμος να απαλλαγεί απ’ τη μίζερη του ύπαρξη , παρόλο που έκανε σχέδια να προσθέσει ξύλινο πόδι. Επιθυμούσε να γυρίσει στην Αφρική και να τον γιατρέψει ο ζεστός ήλιος. Ο καρκίνος όμως έκανε μετάσταση και ο Rimbaud άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Νοεμβρίου, έχοντας μόλις κλείσει τα 37 του χρόνια.
Με δυο σονέτα θέλησε ο άλλοτε αγαπημένος του να ωραιοποιήσει το πρόωρο τέλος:
«Εσύ νεκρός, νεκρός, νεκρός! αλλά τουλάχιστον νεκρός όπως εσύ το θέλεις».
Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006
Αποκλίνουσες συμπεριφορές
Σύμφωνα με τον τυπικό ορισμό της ψυχιατρικής, η σχιζοφρένεια ορίζεται σαν μια σοβαρή ασθένεια του εγκεφάλου που επηρεάζει τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του ατόμου. Σύμφωνα με τις στατιστικές 1 στους 100 ανθρώπους προσβάλλεται από την ασθένεια, ασχέτως φύλου, κοινωνικής τάξης, χώρας και πολιτισμού. Στην ιστορία της ανθρωπότητας, πολλοί ήταν εκείνοι που ξεχώρισαν μέσα απ’ το καλλιτεχνικό ή πνευματικό τους έργο, ενώ έπασχαν από σχιζοφρένεια Όπως λέει ο γερμανός διανοητής Μπότο Στράους: «οι ποιητές και οι διανοούμενοι κατοικούσαν πάντα πολύ κοντά στη σχιζοφρένεια».
Ουσιαστικά ο Στράους αναγνωρίζει έναν κοινό παρονομαστή ανάμεσα στην καλλιτεχνική/ πνευματική ιδιοφυΐα και την τρέλα.
Παλιότερα ο Σαίξπηρ μέσα απ΄ τους στίχους του έλεγε: «Ο παράφρων, ο εραστής κι ο ποιητής όλοι από φαντασία είναι φτιαγμένοι». Αλλά και ο Βρετανός ποιητής Τζον Ντράιντεν έγραφε; «Τα μεγάλα πνεύματα στενή σχέση έχουν με την τρέλα και φράχτες χαμηλοί ορίζουν τα όρια τους».
Κατά το 19ο αιώνα ήταν πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι η ιδιοφυΐα, με άλλα λόγια η υπέρβαση των δυνατοτήτων των κοινών θνητών είναι ένα είδος διανοητικής διαταραχής που αποδίδεται σε κάποια νεύρο - εγκεφαλική ιδιομορφία αν και σήμερα θεωρείται ότι η ταύτιση τρέλας ιδιοφυΐας αποτελεί ένα λαθεμένο και υπεραπλουστευτικό σχήμα,. Ωστόσο, ανιχνεύονται περιπτώσεις ομοιότητας και σύνδεσης ανάμεσα σε υψηλό δείκτη αντίληψης και σχιζοφρένειας.
Ενδεικτικά θα αναφέρω τους παρακάτω που νόσησαν από σχιζοφρένεια.
Βίνσεντ Βαν Γκογκ( 1853-1890)
Με την περίπτωση του ασχολήθηκαν πάνω από 150 ψυχίατροι οι οποίοι διέγνωσαν από σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη, επιληψία, σύφιλη μέχρι και δηλητηρίαση από μπογιά. Ο ίδιος γράφοντας στον αδερφό του διαμαρτυρόταν ότι ο αέρας της Αρλ σφύριζε ενοχλητικά στα αυτιά του, γεγονός που αποδίδεται σήμερα σε ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ακολούθησε μια περίοδος εγκλεισμού του στο άσυλο του Σαν Ρεμί, όπου δημιούργησε μερικά απ’ τα πιο σπουδαία του έργα. Η προτίμηση του στο κίτρινο χρώμα, σύμφωνα με τελευταίες μελέτες, αποδίδεται στο ότι υπέφερε από ξανθοψία. Αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος και εξέπνευσε δυο μέρες αργότερα, στις 27 Ιουλίου του 1890.
Αντονέν Αρτό (1896-1948)
Την περίοδο της εφηβείας του πέρασε μια μεγάλης διάρκειας κατάθλιψης και οι γονείς του φρόντισαν για την μακροχρόνια εισαγωγή του σε ιδρύματα. Συνολικά νοσηλεύτηκε 5 χρόνια, με διακοπή για να καταταγεί στο στρατό, όπου όμως τελικά δεν κατετάγη λόγω της διαπιστωμένης νοητικής του διαταραχής. Το 1919, ο δρ Νταρντέλ σύστησε τη χορήγηση οπίου γεγονός που οδήγησε στον εθισμό του. Στο έργο του αποτυπώνονται με πολύ έντονο τρόπο τα βιώματα του απ ‘τον κόσμο της παραφροσύνης. Η Αναίς Νιν σημειώνει γι’ αυτόν στο ημερολόγιο της: «Αγάπησαν περισσότερο την τρέλα του ξεχνώντας να τον κατανοήσουν ως καλλιτέχνη».
Βασλάβ Νιζίνσκι (1890-1950)
Ο μυθικός Ρώσος χορευτής εκδήλωσε συμπτώματα ψυχικής διαταραχής σε μια περιοδεία στη Νότιο Αμερική το 1916. Άρχισε να φοβάται τους άλλους χορευτές, ενώ κυριευόταν απ’ την ιδέα ότι θα πέσει σε κάποια κρυφή καταπακτή. Τρία χρόνια αργότερα υπέστη νευρικό κλονισμό που εξελίχθηκε σε σχιζοφρένεια. Στα ημερολόγια του ο ίδιος λέει: «Μου αρέσει η τρέλα γιατί ξέρω πώς να μιλήσω σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ξέρω ότι όλοι θα λένε ότι ο Νιζίνσκι τρελάθηκε αλλά δεν με νοιάζει. Θέλουν να με χώσουν σε ψυχιατρείο επειδή χορεύω καλά και δίνω χρήματα σε όποιον μου ζητήσει».
Σιντ Μπάρετ (1946-2006)
Έπασχε από σχιζοφρένεια και σύνδρομο Άσπεργκερ ενώ η πολύχρονη χρήση ναρκωτικών επηρέασε την πνευματική του διαύγεια και επιδείνωσε την ψυχική του κατάσταση. Τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του έζησε την ανωνυμία του ερημίτη. Άκουγε μόνο όταν τον αποκαλούσαν με το πραγματικό του όνομα, Ρότζερ και μιλούσε για τον Σιντ σε τρίτο πρόσωπο. Ο Ντέιβιντ Γκίλμουρ δήλωσε κάποτε: «Πιστεύω ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί την προοπτική της επιτυχίας και όλα τα παρεπόμενα της»
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896-1940)- Ζέλντα Φιτζέραλντ (1900-1948)
Ένας απ’ τους μεγάλους συγγραφείς του 20ου αιώνα, εκπρόσωπος της λεγόμενης χαμένης γενιάς. Μαζί με τη γυναίκα του Ζέλντα ενσάρκωσαν το μύθο των ωραίων και καταραμένων, ζώντας μια ζωή ταραχώδη, κοσμοπολίτικη και μποέμ. Στα 30 του χρόνια ήταν ήδη αλκοολικός. Η Ζέλντα μετά τον νευρικό κλονισμό που υπέστη το 1939, οδηγήθηκε σε αλλεπάλληλους εγκλεισμούς σε ψυχιατρικά ιδρύματα, όπου και πέθανε πέφτοντας θύμα μιας πυρκαγιάς την παραμονή της υποβολής της σε ηλεκτροσόκ.
Τζων Νας (1928-)
Ο ιδιοφυής μαθηματικός που συνέλαβε τη Θεωρία των Παιγνίων, πάλεψε με τους προσωπικούς του δαίμονες για παραπάνω από 30 χρόνια ανάμεσα σε ιδρύματα και θεραπείες. «Άκουγα φωνές μέσα στο κεφάλι μου κυρίως από ανθρώπους που διαφωνούσαν μαζί μου. Ένα συνεχές παραλήρημα. Σαν ένα όνειρο που έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ». Ο Νας εκδήλωσε τα πρώτα συμπτώματα το 1958 σε ηλικία 29 ετών και η διάγνωση ήταν παρανοϊκή σχιζοφρένεια και ήπια κατάθλιψη.
Από μείζονες ψυχιατρικές νόσους που στιγμάτισαν για πάντα την ιστορία με το έργο τους, έπασχαν και οι ακόλουθοι:
Ο Γεώργιος Βιζυηνός πέθανε στο Δρομοκαίτειο το 1894, αφότου είχε νοσηλευθεί για δυο χρόνια. Παράλληλα, ο επίσης πεζογράφος Γεράσιμος Βώκος, πέρασε μεγάλες περιόδους της ζωής του σε ψυχιατρικές κλινικές.
Κορυφαίοι σύνθετες, όπως ο Σούμπερτ ή ο Σούμαν έπασχαν από βαριά κατάθλιψη. Ο συνθέτης Τσαϊκόφσκι, βασανιζόταν για χρόνια από την ευαίσθητη, μανιοκαταθλιπτική του φύση.
Η συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ δίνει τέλος στη ζωή της μετά από κρίση μείζονος κατάθλιψης. Το ίδιο και ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης.
Ο γλύπτης της διάσημης «Κοιμωμένης», ο Γιαννούλης Χαλεπάς, εκδήλωσε την ψυχική του ασθένεια το 1877. 11 χρόνια μετά, κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Ύστερα από 3 χρόνια νοσηλείας επέστρεψε στην οικογένεια του και έζησε ήρεμα τα 36 τελευταία χρόνια της ζωής του.
Η Καμίλ Κλωντέλ παρέμεινε έγκλειστη για 3 δεκαετίες σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, όπου και πέθανε το 1943. Η μητέρα της αδιαφορώντας για τις ιατρικές παραινέσεις, αρνήθηκε να την επανεντάξει στην οικογένεια, αφήνοντας την μόνη κι αβοήθητη.
Σε αποκλίνουσα τέλος συμπεριφορά μπορεί να αποδοθεί και η αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου στα 41 του το 1910. Ο Γιαννόπουλος καβάλησε γυμνός το άλογο του παραδέρνοντας στη θάλασσα της Ελευσίνας «Να περάσεις με μια δρασκελιά απ’ τη μια ζωή στην άλλη» έλεγε συχνά. Δυο μέρες αργότερα το σώμα του το ξέβρασε το κύμα. Έλειπαν τα μάτια του και στο μέτωπο έχασκε μια βαθιά τρύπα.
Το κεφάλι του ήταν χαλασμένο, όπως το κεφάλι του αρχαίου έφηβου της κάρτας που είχε στείλει στο φίλο του Ίωνα Δραγούμη λίγες μέρες πριν γράφοντας: «Τι κρίμα να μην σας δω. Φεύγω για Θεσσαλίες. Τι κρίμα».
(Τα παραπάνω στοιχεία αντλήθηκαν απ’ το άρθρο της Μαρίνας Οικονόμου Λαλιώτη με τίτλο Τρελές ιδιοφυίες για τον Ταχυδρόμο, 26/8/2006, από το διαδίκτυο καθώς και από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού «Η εκτέλεση», Εκδ. Κάκτος.).
Ουσιαστικά ο Στράους αναγνωρίζει έναν κοινό παρονομαστή ανάμεσα στην καλλιτεχνική/ πνευματική ιδιοφυΐα και την τρέλα.
Παλιότερα ο Σαίξπηρ μέσα απ΄ τους στίχους του έλεγε: «Ο παράφρων, ο εραστής κι ο ποιητής όλοι από φαντασία είναι φτιαγμένοι». Αλλά και ο Βρετανός ποιητής Τζον Ντράιντεν έγραφε; «Τα μεγάλα πνεύματα στενή σχέση έχουν με την τρέλα και φράχτες χαμηλοί ορίζουν τα όρια τους».
Κατά το 19ο αιώνα ήταν πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι η ιδιοφυΐα, με άλλα λόγια η υπέρβαση των δυνατοτήτων των κοινών θνητών είναι ένα είδος διανοητικής διαταραχής που αποδίδεται σε κάποια νεύρο - εγκεφαλική ιδιομορφία αν και σήμερα θεωρείται ότι η ταύτιση τρέλας ιδιοφυΐας αποτελεί ένα λαθεμένο και υπεραπλουστευτικό σχήμα,. Ωστόσο, ανιχνεύονται περιπτώσεις ομοιότητας και σύνδεσης ανάμεσα σε υψηλό δείκτη αντίληψης και σχιζοφρένειας.
Ενδεικτικά θα αναφέρω τους παρακάτω που νόσησαν από σχιζοφρένεια.
Βίνσεντ Βαν Γκογκ( 1853-1890)
Με την περίπτωση του ασχολήθηκαν πάνω από 150 ψυχίατροι οι οποίοι διέγνωσαν από σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη, επιληψία, σύφιλη μέχρι και δηλητηρίαση από μπογιά. Ο ίδιος γράφοντας στον αδερφό του διαμαρτυρόταν ότι ο αέρας της Αρλ σφύριζε ενοχλητικά στα αυτιά του, γεγονός που αποδίδεται σήμερα σε ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ακολούθησε μια περίοδος εγκλεισμού του στο άσυλο του Σαν Ρεμί, όπου δημιούργησε μερικά απ’ τα πιο σπουδαία του έργα. Η προτίμηση του στο κίτρινο χρώμα, σύμφωνα με τελευταίες μελέτες, αποδίδεται στο ότι υπέφερε από ξανθοψία. Αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος και εξέπνευσε δυο μέρες αργότερα, στις 27 Ιουλίου του 1890.
Αντονέν Αρτό (1896-1948)
Την περίοδο της εφηβείας του πέρασε μια μεγάλης διάρκειας κατάθλιψης και οι γονείς του φρόντισαν για την μακροχρόνια εισαγωγή του σε ιδρύματα. Συνολικά νοσηλεύτηκε 5 χρόνια, με διακοπή για να καταταγεί στο στρατό, όπου όμως τελικά δεν κατετάγη λόγω της διαπιστωμένης νοητικής του διαταραχής. Το 1919, ο δρ Νταρντέλ σύστησε τη χορήγηση οπίου γεγονός που οδήγησε στον εθισμό του. Στο έργο του αποτυπώνονται με πολύ έντονο τρόπο τα βιώματα του απ ‘τον κόσμο της παραφροσύνης. Η Αναίς Νιν σημειώνει γι’ αυτόν στο ημερολόγιο της: «Αγάπησαν περισσότερο την τρέλα του ξεχνώντας να τον κατανοήσουν ως καλλιτέχνη».
Βασλάβ Νιζίνσκι (1890-1950)
Ο μυθικός Ρώσος χορευτής εκδήλωσε συμπτώματα ψυχικής διαταραχής σε μια περιοδεία στη Νότιο Αμερική το 1916. Άρχισε να φοβάται τους άλλους χορευτές, ενώ κυριευόταν απ’ την ιδέα ότι θα πέσει σε κάποια κρυφή καταπακτή. Τρία χρόνια αργότερα υπέστη νευρικό κλονισμό που εξελίχθηκε σε σχιζοφρένεια. Στα ημερολόγια του ο ίδιος λέει: «Μου αρέσει η τρέλα γιατί ξέρω πώς να μιλήσω σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ξέρω ότι όλοι θα λένε ότι ο Νιζίνσκι τρελάθηκε αλλά δεν με νοιάζει. Θέλουν να με χώσουν σε ψυχιατρείο επειδή χορεύω καλά και δίνω χρήματα σε όποιον μου ζητήσει».
Σιντ Μπάρετ (1946-2006)
Έπασχε από σχιζοφρένεια και σύνδρομο Άσπεργκερ ενώ η πολύχρονη χρήση ναρκωτικών επηρέασε την πνευματική του διαύγεια και επιδείνωσε την ψυχική του κατάσταση. Τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του έζησε την ανωνυμία του ερημίτη. Άκουγε μόνο όταν τον αποκαλούσαν με το πραγματικό του όνομα, Ρότζερ και μιλούσε για τον Σιντ σε τρίτο πρόσωπο. Ο Ντέιβιντ Γκίλμουρ δήλωσε κάποτε: «Πιστεύω ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί την προοπτική της επιτυχίας και όλα τα παρεπόμενα της»
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896-1940)- Ζέλντα Φιτζέραλντ (1900-1948)
Ένας απ’ τους μεγάλους συγγραφείς του 20ου αιώνα, εκπρόσωπος της λεγόμενης χαμένης γενιάς. Μαζί με τη γυναίκα του Ζέλντα ενσάρκωσαν το μύθο των ωραίων και καταραμένων, ζώντας μια ζωή ταραχώδη, κοσμοπολίτικη και μποέμ. Στα 30 του χρόνια ήταν ήδη αλκοολικός. Η Ζέλντα μετά τον νευρικό κλονισμό που υπέστη το 1939, οδηγήθηκε σε αλλεπάλληλους εγκλεισμούς σε ψυχιατρικά ιδρύματα, όπου και πέθανε πέφτοντας θύμα μιας πυρκαγιάς την παραμονή της υποβολής της σε ηλεκτροσόκ.
Τζων Νας (1928-)
Ο ιδιοφυής μαθηματικός που συνέλαβε τη Θεωρία των Παιγνίων, πάλεψε με τους προσωπικούς του δαίμονες για παραπάνω από 30 χρόνια ανάμεσα σε ιδρύματα και θεραπείες. «Άκουγα φωνές μέσα στο κεφάλι μου κυρίως από ανθρώπους που διαφωνούσαν μαζί μου. Ένα συνεχές παραλήρημα. Σαν ένα όνειρο που έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ». Ο Νας εκδήλωσε τα πρώτα συμπτώματα το 1958 σε ηλικία 29 ετών και η διάγνωση ήταν παρανοϊκή σχιζοφρένεια και ήπια κατάθλιψη.
Από μείζονες ψυχιατρικές νόσους που στιγμάτισαν για πάντα την ιστορία με το έργο τους, έπασχαν και οι ακόλουθοι:
Ο Γεώργιος Βιζυηνός πέθανε στο Δρομοκαίτειο το 1894, αφότου είχε νοσηλευθεί για δυο χρόνια. Παράλληλα, ο επίσης πεζογράφος Γεράσιμος Βώκος, πέρασε μεγάλες περιόδους της ζωής του σε ψυχιατρικές κλινικές.
Κορυφαίοι σύνθετες, όπως ο Σούμπερτ ή ο Σούμαν έπασχαν από βαριά κατάθλιψη. Ο συνθέτης Τσαϊκόφσκι, βασανιζόταν για χρόνια από την ευαίσθητη, μανιοκαταθλιπτική του φύση.
Η συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ δίνει τέλος στη ζωή της μετά από κρίση μείζονος κατάθλιψης. Το ίδιο και ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης.
Ο γλύπτης της διάσημης «Κοιμωμένης», ο Γιαννούλης Χαλεπάς, εκδήλωσε την ψυχική του ασθένεια το 1877. 11 χρόνια μετά, κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Ύστερα από 3 χρόνια νοσηλείας επέστρεψε στην οικογένεια του και έζησε ήρεμα τα 36 τελευταία χρόνια της ζωής του.
Η Καμίλ Κλωντέλ παρέμεινε έγκλειστη για 3 δεκαετίες σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, όπου και πέθανε το 1943. Η μητέρα της αδιαφορώντας για τις ιατρικές παραινέσεις, αρνήθηκε να την επανεντάξει στην οικογένεια, αφήνοντας την μόνη κι αβοήθητη.
Σε αποκλίνουσα τέλος συμπεριφορά μπορεί να αποδοθεί και η αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου στα 41 του το 1910. Ο Γιαννόπουλος καβάλησε γυμνός το άλογο του παραδέρνοντας στη θάλασσα της Ελευσίνας «Να περάσεις με μια δρασκελιά απ’ τη μια ζωή στην άλλη» έλεγε συχνά. Δυο μέρες αργότερα το σώμα του το ξέβρασε το κύμα. Έλειπαν τα μάτια του και στο μέτωπο έχασκε μια βαθιά τρύπα.
Το κεφάλι του ήταν χαλασμένο, όπως το κεφάλι του αρχαίου έφηβου της κάρτας που είχε στείλει στο φίλο του Ίωνα Δραγούμη λίγες μέρες πριν γράφοντας: «Τι κρίμα να μην σας δω. Φεύγω για Θεσσαλίες. Τι κρίμα».
(Τα παραπάνω στοιχεία αντλήθηκαν απ’ το άρθρο της Μαρίνας Οικονόμου Λαλιώτη με τίτλο Τρελές ιδιοφυίες για τον Ταχυδρόμο, 26/8/2006, από το διαδίκτυο καθώς και από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού «Η εκτέλεση», Εκδ. Κάκτος.).
Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006
Καμίλ Κλωντέλ: Η ιστορία μιας γυναίκας
«Το φτωχό μου μυαλό έχει αρρωστήσει στ’ αλήθεια και δεν μπορώ πια ούτε να σηκωθώ απ’ το κρεββάτι τα πρωινά. Χτες το βράδυ περιπλανήθηκα για ώρες στο αγαπημένο μας μέρος και δεν ήσουν εκεί. Ο θάνατος θα ήταν ευπρόσδεκτος, η αγωνία μου είναι τεράστια. Γιατί δεν με περίμενες στο στούντιο μας; Πού πας; Τι πόνο ακόμα μου επιφυλάσσει η μοίρα; Καμίλ, είσαι η αγάπη μου, παρόλες τις δυσκολίες. Γιατί δεν πιστεύεις ότι θα τα εγκαταλείψω όλα για σένα; Αχ να μπορούσα να πάω αλλού, σε άλλη χώρα κάπου για να ξεχάσω. Υπάρχουν στιγμές που στ’ αλήθεια πιστεύω ότι θα σε ξεχάσω, αλλά την επόμενη στιγμή, νιώθω τη φοβερή δύναμη που ασκείς πάνω μου. Λυπήσου με. Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Είμαι στα πρόθυρα της τρέλλας. Καμίλ μου, σε διαβεβαιώνω ότι δεν αισθάνθηκα ποτέ έτσι για καμία άλλη γυναίκα κι ότι η ψυχή μου σου ανήκει. Όλα τα άλλα μου είναι αδιάφορα. Συντηρώ καταστάσεις για τις οποίες νιώθω αδιαφορία. Μόνο εσύ μπορείς να με σώσεις».
Το 1891, χρονιά κατά την οποία η σχέση τους βρίσκεται στο αποκορύφωμα της, η Καμίλ του γράφει μεταξύ άλλων από τη γαλλική πόλη Islette.
«Αν είσαι καλός και κρατήσεις τις υποσχέσεις σου, θα βρεθούμε στον παράδεισο σύντομα. Κοιμάμαι εντελώς γυμνή για να πιστέψω ότι είσαι δίπλα μου. Αλλά δεν είσαι… Σου στέλνω την αγάπη μου, Σε παρακαλώ να μην μου ξανακάνεις απιστίες».
Η σχέση των δύο εραστών διακόπτεται μετά από δική της πρωτοβουλία το 1894, έπειτα από μια έκτρωση στην οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί. Η Καμίλ ένιωθε εξαντλημένη και το μόνο που επιθυμούσε ήταν να ξεφύγει από την ασφυκτική επιρροή του Rodin για να μπορέσει να δημιουργήσει το δικό της έργο. Η αιτία του χωρισμού τους ήταν η αδυναμία του Rodin να διαλύσει τη σταθερή σχέση του με τη νόμιμη σύντροφο του Ροζ Μπερέ, σχέση ανεξήγητη για τους τρίτους, γεγονός που όπως προκύπτει από μαρτυρίες της εποχής, οφειλόταν στον φόβο, την ενοχή, τη συνήθεια,. Όπως μάλιστα έγραφε ο ίδιος για την Ροζ, «κόλλησε πάνω μου σαν ζωάκι». Και δεν ξεκόλλησε ποτέ. Απέκτησαν ένα γιο, τον μικρό Auguste και ο γάμος τους, το 1917, κανονίστηκε από άλλους, που ήθελαν να διασφαλίσουν την κληρονομιά του έργου του καλλιτέχνη στη χώρα του.Εκεί γύρω στο 1893, η Καμίλ θα δημιουργήσει ένα απ’ τα κορυφαία της γλυπτά, την «Ωριμότητα», συμβολικό για τη σχέση της με το Rodin που όδευε προς το τέλος.
«... Μια νεαρή γυμνή γυναίκα είναι γονατισμένη και τείνει παρακλητικά τα χέρια της σ' έναν γυμνό μεγαλύτερό της άνδρα, τα δάχτυλά τους αγγίζονται, όμως αυτός δεν την κοιτάζει, έχει το βλέμμα στραμμένο σε μιαν άλλη γυναίκα, που στέκεται πίσω του και προσπαθεί να τον τραβήξει προς το μέρος της. Αυτός δείχνει κουρασμένος, δεν θέλει να εγκαταλείψει τη νεαρή γυναίκα κι όμως δεν μπορεί να αντισταθεί στη δύναμη της μεγαλύτερης γυναίκας που έχει κουλουριαστεί γύρω του σαν φίδι. Ίσως αυτή είναι η σύζυγος και η νεώτερη είναι η ερωμένη. Ίσως πάλι να πρόκειται για την πάλη μεταξύ της νιότης και της ζωής από τη μία, των γηρατειών και του θανάτου, από την άλλη. Το ανθρώπινο αυτό τρίγωνο έχει κάτι το μοιραίο, η μεγαλύτερη γυναίκα είναι οπωσδήποτε η πιο δυνατή και θα θριαμβεύσει στο τέλος, η νεαρότερη όμως διαθέτει ζωντάνια και ενέργεια, έστω και στην παράκλησή της, έστω κι αν ο άνδρας αποστρέφει το βλέμμα του και δείχνει αδύναμος, άβουλος και απελπισμένος...».
Το οριστικό τέλος θα γραφτεί το 1898, ενώ παράλληλα η Καμίλ, επιχειρεί να ακολουθήσει μια ανεξάρτητη καλλιτεχνική πορεία με μια σειρά από σημαντικά έργα και διακρίσεις. Από το 1898 εκθέτει έργα της σε διάφορα Salon αλλά οι συμμετοχές της διακόπτονται ξαφνικά το 1905 χρονιά από την οποία παρατηρείται μία έντονη απομόνωση της σε συνδυασμό με ψυχολογικές διαταραχές που την οδηγούν στην συστηματική καταστροφή πολλών έργων της αλλά και κατηγορίες εναντίον του Ροντέν σχετικά με κλοπή από μέρους του δικών της ιδεών. Τον Οκτώβριο του 1907 η Καμίλ συμμετέχει σε δημόσια έκθεση ενώ η εφημερίδα La Fronde φιλοξενεί μία προσωπική της συνέντευξη. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιείται η τελευταία ατομική της έκθεση, συνολικά έντεκα γλυπτών, στη Gallery Blot. Η ψυχική της υγεία παραμένει άστατη, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα ημερολόγια του αδελφού της, στα οποία περιγράφει την αδερφή του ως διαταραγμένη. Σταδιακά απομονώνεται όλο και περισσότερο, ενώ η οικονομική της κατάσταση είναι πλέον πολύ κακή. Το 1913 πεθαίνει ο πατέρας της ωστόσο εκείνη δεν ενημερώνεται για το γεγονός από την οικογένειά της. Οκτώ ημέρες μετά την κηδεία του, μετά από υποκίνηση του αδελφού της, εισάγεται στην ψυχιατρική κλινική Maison de Santé. Θεωρείται πιθανό πως για την εισαγωγή της υπέγραψε η μητέρα της. Σε μια επιστολή της προς τον ξάδελφό της η ίδια γράφει την ίδια χρονιά: «[...] πιστεύω ότι είμαι στα πρόθυρα ενός κακού τέλους [...]. Ήταν χωρίς νόημα η τόση εργασία και το ταλέντο με μία ανταπόδοση όπως αυτή». Η τοπική εφημερίδα L' Avenir de L' Aisne δημοσιοποιεί τον εγκλεισμό της, ενώ και πολλά δημοσιεύματα που ακολουθούν, κατηγορούν την οικογένειά της για το χαμό μιας διάνοιας της τέχνης. Το 1914 ο Rodin αποστέλλει χρήματα για την κάλυψη της νοσηλείας της ενώ κατόπιν παρότρυνσης του Mathias Morhardt, διατηρεί και ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο Biron όπου διαμένει για την προστασία και φύλαξη των έργων της πρώην αγαπημένης του. Στα χρόνια που ακολουθούν η Καμίλ μεταφέρεται σε διάφορα ιδρύματα και άσυλα, ενώ δέχεται επισκέψεις μόνο από τον αδελφό της. Το 1920 ο γιατρός της, Dr. Brunet, στέλνει επιστολή στην μητέρα της ζητώντας την βοήθεια της για την σταδιακή επανένταξη της Καμίλ στο οικογενειακό περιβάλλον, βοήθεια που όμως εκείνη (σ.σ η μητέρα) αρνείται.
Το 1932, 15 χρόνια μετά το θάνατο του Rodin και 11 πριν απ’ αυτόν της Καμίλ, ο Eugene Blot ανακαλύπτει όλη τους την ερωτική αλληλογραφία και της στέλνει το ακόλουθο γράμμα.
«Στην πραγματικότητα μόνο εσένα αγάπησε. Το βλέπω ξεκάθαρα σήμερα. Όλες οι άλλες υπήρξαν ασήμαντες περιπέτειες. Έζησε μια γελοία ζωή στο βάθος της καρδιάς όμως, παρέμεινε άντρας με Α κεφαλαίο. Ξέρω ότι σε άφησε Καμίλ, Δεν ψάχνω να βρω δικαιολογίες. Υπέφερες πολύ μαζί του. Αλλά δεν παίρνω τίποτα πίσω απ’ αυτά που σου γράφω. Ο χρόνος θα γιατρέψει τα πάντα.».
Μετά από περίπου τριάντα χρόνια εγκλεισμού σε ψυχιατρικές κλινικές, η Καμίλ θα πεθάνει τελικά μόνη κι αβοήθητη στις 19 Οκτωβρίου του 1943. Η σορός της βρίσκεται σήμερα στο κοιμητήριο του Monfavet.
Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006
Η διαδρομή του Ίωνα Δραγούμη προς την εκτέλεση
Όταν ο 27χρονος Ίωνας Δραγούμης πέρναγε την πόρτα του θεάτρου «Ζιζίνια» της Αλεξάνδρειας στις 19 Μαρτίου 1905, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ερχόταν αντιμέτωπος μ’ ένα παράξενο πεπρωμένο. Οι δυο γυναίκες που ερωτεύτηκε ήταν εκεί. Η μία, στη σκηνή υποδυόταν Ηλέκτρα απ’ την «Ορέστεια» σε μετάφραση στη Δημοτική που παραλίγο να αιματοκυλήσει την Αθήνα το 1903. Η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη. Η άλλη, καθισμένη στο φουαγιέ, χαμογελαστή μέσα στη ροζ μεταξωτή τουαλέτα της. Η Πηνελόπη Δέλτα.
Ο Δραγούμης, δεύτερο απ’ τα εννιά παιδιά του Στέφανου Δραγούμη, σύμφωνα με τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, προοριζόταν για πολιτικός κληρονόμος του πατέρα του. Μόνο που ο ίδιος, επιστρέφοντας απ’ τη Θεσσαλία του 1897, δεν ήξερε πια αν ήθελε να γίνει πολιτικός. Σπούδασε Νομικά για να ικανοποιήσει τον πατέρα του, αλλά δεν σκόπευε να δικηγορήσει. Η Μακεδονία το 1902 είχε στοιχειώσει το μυαλό του με άλλες φιλοδοξίες. Υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών, διορίστηκε πρόξενος στο Μοναστήρι, στον Πύργο της Βουλγαρίας και στη Φιλιππούπολη.
Στην Αλεξάνδρεια, το Υπουργείο τον έστειλε για την αναθέρμανση της ελληνικής κυβέρνησης με την εκεί κοινότητα.
Οι αλεξανδρινές του μέρες κυλούν πληκτικά. «[…] Ο καθένας εδώ κοιτάζει να περάσει την ώρα του παίζοντας χαρτιά, μιλώντας και γελώντας. Τι άδεια ζωή! Άδεια από συγκίνηση, από ταραχή, από αίσθημα, από βάθος […]».
Συχνά του έρχεται η επιθυμία να τα παρατήσει όλα και να γυρίσει πάλι στο Μοναστήρι.
«Αγαπάω τα υπόδουλα μέρη γιατί εκεί αισθάνομαι ελεύθερος να κάνω κάτι πιο ελληνικό. Εκεί τουλάχιστον μπορώ να κάνω μια επανάσταση».
Το Μάη του 1905, η δολοφονία του πρωθυπουργού Δεληγιάννη θα’ ναι το επίκεντρο των συζητήσεων στην Αλεξάνδρεια. Θα’ ναι και μια αφορμή να βλέπει συχνότερα την Δέλτα που έχει αρχίσει ήδη να ερωτεύεται. «Ο Δραγούμης και η Δέλτα ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο», έλεγαν μέχρι πριν λίγα χρόνια κάποιοι εναπομείναντες γέροι Αλεξανδρινοί που έζησαν το ειδύλλιο. «Ακόμα κι αν δεν ήξερες τίποτα, το μάντευες στον αέρα που ανάπνεαν».Η σχέση τους που ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια ενός πλατωνικού έρωτα, ώθησε την Δέλτα στη συγγραφή. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο εκείνη είναι μεγαλωμένη, ο αυστηρός πατέρας της, οι δισταγμοί της ν’ αφήσει άντρα και παιδιά, γράφουν το οριστικό τέλος στο Βεσλάου , έξω απ’ τη Βιέννη το καλοκαίρι του 1908. Ακολουθούν δυο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας της. Απ’ τον χωρισμό τους και μετά θα ντυθεί για πάντα στα μαύρα μέχρι την επιτυχημένη αυτή τη φορά αυτοκτονία της το 1941, τη μέρα που μπήκαν οι γερμανοί στην Αθήνα. Το τελευταίο ερωτικό της μήνυμα προς τον Ίωνα είναι το μυθιστόρημα της «Για την πατρίδα» που μιλάει για την ιστορία δυο ηρώων στη Μακεδονία του 10ου αιώνα.
Ο έρωτας του με τη Μαρίκα Κοτοπούλη ξεκινάει στην Κωνσταντινούπολη του 1908, σε μια βαρκάδα στο Βόσπορο. Θα κρατήσει δώδεκα χρόνια, ως την εκτέλεση εκείνου. Πρόκειται για μια θυελλώδη σχέση που γέννησε τη δυσαρέσκεια πολλών και ειδικά της οικογένειας Δραγούμη που αδυνατούσε να δεχτεί ότι ο γιος τους ζει με μια κοινή – όπως την ονόμαζαν- γυναίκα. Οι εφημερίδες που δεν τον χώνευαν, είχαν βρει ανοιχτό πεδίο για μάχη «Καταχράστηκε λεφτά και τα έδωσε στην ερωμένη του. Πλαστογράφησε επιταγές για να της κάνει θέατρο».
Απ’ το 1916 ζούσαν επίσημα μαζί στο σπίτι της οδού Ξενίας. Η σχέση τους δοκιμάστηκε όλα αυτά τα χρόνια όχι μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά κι απ’ το άστατο του χαρακτήρα και των δυο τους καθώς κι απ’ το φλογερό τους ταμπεραμέντο.
«Σ’ αγαπάω άγρια σαν το θηρίο, ξέρε το»! της έγραφε τα πρώτα χρόνια
Άλλοτε αγαπιόντουσαν τρελλά: «Σ’ αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή» κι άλλοτε έφταναν σε λόγια που πλήγωναν: «Δεν θα γλιτώσεις ποτέ από μένα» του είπε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σμύρνη σ’ έναν από τους πολλούς τσακωμούς τους. «Θα δημοσιεύσω όλα τα γράμματα σου στις εφημερίδες». Με το πέρασμα των χρόνων, ακόμα και η οικογένεια Δραγούμη αποδέχτηκε την Κοτοπούλη σαν χρόνια ασθένεια που δεν γιατρεύεται με τίποτα. Ένα -ένα θα άνοιγε ο Ίων στη Μαρίκα τα παράθυρα του κόσμου. Τη Δέλτα την είχε ωθήσει στο γράψιμο και της είχε εμφυσήσει την ιδέα του αγώνα για τη Μακεδονία. Στη Μαρίκα, θα γνωρίσει την πνευματική διανόηση της εποχής, τον Παλαμά, τον Καρκαβίτσα, τον Καζαντζάκη.
Τους ένωνε η αντιπαλότητα προς τον Βενιζέλο. Τους χώριζε η εξάρτηση της ντίβας απ’ τη μορφίνη.
Την Παρασκευή 31 Ιουλίου 1920, κι ενώ ο Ίωνας παρακολουθούσε πρόβα της αγαπημένης του στο θέατρο, η είδηση ότι δολοφόνησαν το Βενιζέλο στο Παρίσι, τάραξε την Αθήνα. Ο Ίωνας με τη Μαρίκα- φανατικοί αντιβενιζελικοί-ξεκίνησαν για την Κηφισιά μέχρι να εκτονωθεί η κατάσταση στην Αθήνα. Έξω απ’ τη βίλα Θων στους Αμπελόκηπους όπου ήταν το τάγμα του Γύπαρη σταμάτησαν τη μαύρη Φόρντ του Ίωνα αλλά ο λοχίας γρήγορα τους άφησε να φύγουν. Λίγες ώρες αργότερα, ο Δραγούμης, υποκινούμενος απ’ την επιθυμία να γράψει ένα άρθρο για την απόπειρα στην «Πολιτική Επιθεώρηση», ξεκινάει να κατέβει ξανά στην Αθήνα. Τον σταματούν στο ίδιο σημείο. Τον κατεβάζουν βίαια απ’ το αυτοκίνητο και με κλωτσιές τον οδηγούν στο εσωτερικό της βίλας. Κάποιοι πολίτες φώναζαν οργισμένοι «Σκοτώστε το φονιά του Βενιζέλου». Ωστόσο, η είδηση ότι ο Βενιζέλος σώθηκε και ήταν καλά είχε ήδη φτάσει.
Παρών στον κήπο της βίλας και ο Μπενάκης που συνομίλησε με τον Γύπαρη καθώς 8 άντρες με ξιφολόγχες οδηγούσαν τον Δραγούμη στο Φρουραρχείο κατ’ εντολήν του Γύπαρη. Μπροστά στο Αρεταίειο, στα στρατιωτικά λουτρά, το απόσπασμα σταμάτησε. Απ’ τη γωνιά της Παπαδιαμαντοπούλου ο Ρώσος ακόλουθος παρακολουθούσε τη σκηνή σαστισμένος: «Είδα τους στρατιώτες να στήνουν τον άνθρωπο με το άσπρο κοστούμι σ’ έναν τοίχο. Ύστερα έκαναν τέσσερα βήματα πίσω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ετοιμάζονταν να τον εκτελέσουν. Εμείς περιμέναμε το τραμ κι εκατό μέτρα πιο κάτω, ένας άνθρωπος περίμενε το θάνατο».
«Επί σκοπόν», διέταξε ο λοχίας. «Πυρ». Κανείς απ’ τους 8 στρατιώτες δεν πυροβόλησε. «Ρίχτε ρε», φώναξε ο λοχίας. Κι έριξε πρώτος. Την ίδια ώρα έπεσαν και οι σφαίρες του αποσπάσματος. Την ώρα που ο Δραγούμης σωριαζόταν στο έδαφος, μερικές τον βρήκαν πίσω στην πλάτη. Όταν ο λοχίας πλησίασε πάνω του, το αριστερό του πόδι έκανε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις. Ζούσε ακόμα. Τον πυροβόλησε άλλη μια, στο κεφάλι. Το αριστερό πόδι έμεινε ακίνητο.
Η Κοτοπούλη θα μάθει το θάνατο του 23 μέρες αργότερα, όταν δεν θα μπορούν να της κρύψουν πλέον την απουσία του.
Ο Γύπαρης θα φωτογραφίσει τον Μπενάκη ως τον ηθικό αυτουργό στη δίκη των 8 εκτελεστών. Ο Μπενάκης παραπέμπεται για ηθική αυτουργία αλλά αθωώνεται ένα χρόνο αργότερα. Το 1921 ο εισαγγελέας ήταν αντιβενιζελικός, το 1922 ο ανακριτής ήταν βενιζελικός... Στη δίκη του 1935 η ιστορία ξαναζωντανεύει. Ο Γύπαρης εξακολουθεί να εμμένει στον Μπενάκη, οι στρατιώτες όμως διαψεύδουν οποιαδήποτε χρηματική δοσοληψία με το Μπενάκη με σκοπό την εκτέλεση του Δραγούμη. Μέχρι τις μέρες μας, το όνομα του ανθρώπου που έδωσε την εντολή της εκτέλεσης, δεν μαθεύτηκε ποτέ.
Στο σημείο που έπεσε ο Δραγούμης, στήθηκε μια λευκή στήλη το 1921, στην οποία ήταν γραμμένο ότι εκεί έπεσε ο Ίων Δραγούμης «…ο οποίος καθ’ όλην την ζωήν αυτού ηγωνίσθη υπέρ των ελευθεριών του λαού και υπέρ της αναγεννήσεως του
Ελληνισμού και της Ανατολής».
Για την ανέγερση της στήλης συμφώνησαν όλα τα κόμματα κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση κι όπως επίτασσε το ελεγείο που είχε γράψει ο Παλαμάς:
«Λευκή ας στηθεί όπου έπεσες κολώνα
πώς έπεσες, γραφή να μην το λέει…
Λευκή, με της Ελλάδας την εικόνα.
Μονάχα αυτή ταιριάζει να σε κλαίει.
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει…»
Μια προφητική σελίδα απ’ το ημερολόγιο του Δραγούμη:
«Στη γη είμαι και με τρώει το σκουλήκι. Ποιος με θυμάται; Κανένας δεν ήρθε μαζί μου στο χώμα. Γρήγορα θα γιατρευτεί η πληγή τους απ’ το θάνατο μου. Κι όσοι έμειναν ζωντανοί τους παίρνει η ζωή και τους στριφογυρίζει στον τρελό της χορό.».
Τα τελευταία χρόνια κάθε πρωί πέρναγα έξω από το σημείο που εκτέλεσαν τον Δραγούμη χωρίς ποτέ να προσέξω τη λευκή στήλη που στήθηκε στη μνήμη του. Συχνά, έπινα καφέ στον προαύλιο χώρο της άλλοτε έπαυλης Θων, εκεί που τον συνέλαβαν, τον χτύπησαν κι έβγαλαν την απόφαση να τον σκοτώσουν. Σκέφτομαι πάντα ότι δυστυχώς στην πόλη που ζούμε το μπετόν κι η αδιαφορία σβήνουν ηθελημένα και άδικα την ιστορία κάποιων ανθρώπων.
Ο Δραγούμης, δεύτερο απ’ τα εννιά παιδιά του Στέφανου Δραγούμη, σύμφωνα με τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, προοριζόταν για πολιτικός κληρονόμος του πατέρα του. Μόνο που ο ίδιος, επιστρέφοντας απ’ τη Θεσσαλία του 1897, δεν ήξερε πια αν ήθελε να γίνει πολιτικός. Σπούδασε Νομικά για να ικανοποιήσει τον πατέρα του, αλλά δεν σκόπευε να δικηγορήσει. Η Μακεδονία το 1902 είχε στοιχειώσει το μυαλό του με άλλες φιλοδοξίες. Υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών, διορίστηκε πρόξενος στο Μοναστήρι, στον Πύργο της Βουλγαρίας και στη Φιλιππούπολη.
Στην Αλεξάνδρεια, το Υπουργείο τον έστειλε για την αναθέρμανση της ελληνικής κυβέρνησης με την εκεί κοινότητα.
Οι αλεξανδρινές του μέρες κυλούν πληκτικά. «[…] Ο καθένας εδώ κοιτάζει να περάσει την ώρα του παίζοντας χαρτιά, μιλώντας και γελώντας. Τι άδεια ζωή! Άδεια από συγκίνηση, από ταραχή, από αίσθημα, από βάθος […]».
Συχνά του έρχεται η επιθυμία να τα παρατήσει όλα και να γυρίσει πάλι στο Μοναστήρι.
«Αγαπάω τα υπόδουλα μέρη γιατί εκεί αισθάνομαι ελεύθερος να κάνω κάτι πιο ελληνικό. Εκεί τουλάχιστον μπορώ να κάνω μια επανάσταση».
Το Μάη του 1905, η δολοφονία του πρωθυπουργού Δεληγιάννη θα’ ναι το επίκεντρο των συζητήσεων στην Αλεξάνδρεια. Θα’ ναι και μια αφορμή να βλέπει συχνότερα την Δέλτα που έχει αρχίσει ήδη να ερωτεύεται. «Ο Δραγούμης και η Δέλτα ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο», έλεγαν μέχρι πριν λίγα χρόνια κάποιοι εναπομείναντες γέροι Αλεξανδρινοί που έζησαν το ειδύλλιο. «Ακόμα κι αν δεν ήξερες τίποτα, το μάντευες στον αέρα που ανάπνεαν».Η σχέση τους που ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια ενός πλατωνικού έρωτα, ώθησε την Δέλτα στη συγγραφή. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο εκείνη είναι μεγαλωμένη, ο αυστηρός πατέρας της, οι δισταγμοί της ν’ αφήσει άντρα και παιδιά, γράφουν το οριστικό τέλος στο Βεσλάου , έξω απ’ τη Βιέννη το καλοκαίρι του 1908. Ακολουθούν δυο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας της. Απ’ τον χωρισμό τους και μετά θα ντυθεί για πάντα στα μαύρα μέχρι την επιτυχημένη αυτή τη φορά αυτοκτονία της το 1941, τη μέρα που μπήκαν οι γερμανοί στην Αθήνα. Το τελευταίο ερωτικό της μήνυμα προς τον Ίωνα είναι το μυθιστόρημα της «Για την πατρίδα» που μιλάει για την ιστορία δυο ηρώων στη Μακεδονία του 10ου αιώνα.
Ο έρωτας του με τη Μαρίκα Κοτοπούλη ξεκινάει στην Κωνσταντινούπολη του 1908, σε μια βαρκάδα στο Βόσπορο. Θα κρατήσει δώδεκα χρόνια, ως την εκτέλεση εκείνου. Πρόκειται για μια θυελλώδη σχέση που γέννησε τη δυσαρέσκεια πολλών και ειδικά της οικογένειας Δραγούμη που αδυνατούσε να δεχτεί ότι ο γιος τους ζει με μια κοινή – όπως την ονόμαζαν- γυναίκα. Οι εφημερίδες που δεν τον χώνευαν, είχαν βρει ανοιχτό πεδίο για μάχη «Καταχράστηκε λεφτά και τα έδωσε στην ερωμένη του. Πλαστογράφησε επιταγές για να της κάνει θέατρο».
Απ’ το 1916 ζούσαν επίσημα μαζί στο σπίτι της οδού Ξενίας. Η σχέση τους δοκιμάστηκε όλα αυτά τα χρόνια όχι μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά κι απ’ το άστατο του χαρακτήρα και των δυο τους καθώς κι απ’ το φλογερό τους ταμπεραμέντο.
«Σ’ αγαπάω άγρια σαν το θηρίο, ξέρε το»! της έγραφε τα πρώτα χρόνια
Άλλοτε αγαπιόντουσαν τρελλά: «Σ’ αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή» κι άλλοτε έφταναν σε λόγια που πλήγωναν: «Δεν θα γλιτώσεις ποτέ από μένα» του είπε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σμύρνη σ’ έναν από τους πολλούς τσακωμούς τους. «Θα δημοσιεύσω όλα τα γράμματα σου στις εφημερίδες». Με το πέρασμα των χρόνων, ακόμα και η οικογένεια Δραγούμη αποδέχτηκε την Κοτοπούλη σαν χρόνια ασθένεια που δεν γιατρεύεται με τίποτα. Ένα -ένα θα άνοιγε ο Ίων στη Μαρίκα τα παράθυρα του κόσμου. Τη Δέλτα την είχε ωθήσει στο γράψιμο και της είχε εμφυσήσει την ιδέα του αγώνα για τη Μακεδονία. Στη Μαρίκα, θα γνωρίσει την πνευματική διανόηση της εποχής, τον Παλαμά, τον Καρκαβίτσα, τον Καζαντζάκη.
Τους ένωνε η αντιπαλότητα προς τον Βενιζέλο. Τους χώριζε η εξάρτηση της ντίβας απ’ τη μορφίνη.
Την Παρασκευή 31 Ιουλίου 1920, κι ενώ ο Ίωνας παρακολουθούσε πρόβα της αγαπημένης του στο θέατρο, η είδηση ότι δολοφόνησαν το Βενιζέλο στο Παρίσι, τάραξε την Αθήνα. Ο Ίωνας με τη Μαρίκα- φανατικοί αντιβενιζελικοί-ξεκίνησαν για την Κηφισιά μέχρι να εκτονωθεί η κατάσταση στην Αθήνα. Έξω απ’ τη βίλα Θων στους Αμπελόκηπους όπου ήταν το τάγμα του Γύπαρη σταμάτησαν τη μαύρη Φόρντ του Ίωνα αλλά ο λοχίας γρήγορα τους άφησε να φύγουν. Λίγες ώρες αργότερα, ο Δραγούμης, υποκινούμενος απ’ την επιθυμία να γράψει ένα άρθρο για την απόπειρα στην «Πολιτική Επιθεώρηση», ξεκινάει να κατέβει ξανά στην Αθήνα. Τον σταματούν στο ίδιο σημείο. Τον κατεβάζουν βίαια απ’ το αυτοκίνητο και με κλωτσιές τον οδηγούν στο εσωτερικό της βίλας. Κάποιοι πολίτες φώναζαν οργισμένοι «Σκοτώστε το φονιά του Βενιζέλου». Ωστόσο, η είδηση ότι ο Βενιζέλος σώθηκε και ήταν καλά είχε ήδη φτάσει.
Παρών στον κήπο της βίλας και ο Μπενάκης που συνομίλησε με τον Γύπαρη καθώς 8 άντρες με ξιφολόγχες οδηγούσαν τον Δραγούμη στο Φρουραρχείο κατ’ εντολήν του Γύπαρη. Μπροστά στο Αρεταίειο, στα στρατιωτικά λουτρά, το απόσπασμα σταμάτησε. Απ’ τη γωνιά της Παπαδιαμαντοπούλου ο Ρώσος ακόλουθος παρακολουθούσε τη σκηνή σαστισμένος: «Είδα τους στρατιώτες να στήνουν τον άνθρωπο με το άσπρο κοστούμι σ’ έναν τοίχο. Ύστερα έκαναν τέσσερα βήματα πίσω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ετοιμάζονταν να τον εκτελέσουν. Εμείς περιμέναμε το τραμ κι εκατό μέτρα πιο κάτω, ένας άνθρωπος περίμενε το θάνατο».
«Επί σκοπόν», διέταξε ο λοχίας. «Πυρ». Κανείς απ’ τους 8 στρατιώτες δεν πυροβόλησε. «Ρίχτε ρε», φώναξε ο λοχίας. Κι έριξε πρώτος. Την ίδια ώρα έπεσαν και οι σφαίρες του αποσπάσματος. Την ώρα που ο Δραγούμης σωριαζόταν στο έδαφος, μερικές τον βρήκαν πίσω στην πλάτη. Όταν ο λοχίας πλησίασε πάνω του, το αριστερό του πόδι έκανε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις. Ζούσε ακόμα. Τον πυροβόλησε άλλη μια, στο κεφάλι. Το αριστερό πόδι έμεινε ακίνητο.
Η Κοτοπούλη θα μάθει το θάνατο του 23 μέρες αργότερα, όταν δεν θα μπορούν να της κρύψουν πλέον την απουσία του.
Ο Γύπαρης θα φωτογραφίσει τον Μπενάκη ως τον ηθικό αυτουργό στη δίκη των 8 εκτελεστών. Ο Μπενάκης παραπέμπεται για ηθική αυτουργία αλλά αθωώνεται ένα χρόνο αργότερα. Το 1921 ο εισαγγελέας ήταν αντιβενιζελικός, το 1922 ο ανακριτής ήταν βενιζελικός... Στη δίκη του 1935 η ιστορία ξαναζωντανεύει. Ο Γύπαρης εξακολουθεί να εμμένει στον Μπενάκη, οι στρατιώτες όμως διαψεύδουν οποιαδήποτε χρηματική δοσοληψία με το Μπενάκη με σκοπό την εκτέλεση του Δραγούμη. Μέχρι τις μέρες μας, το όνομα του ανθρώπου που έδωσε την εντολή της εκτέλεσης, δεν μαθεύτηκε ποτέ.
Στο σημείο που έπεσε ο Δραγούμης, στήθηκε μια λευκή στήλη το 1921, στην οποία ήταν γραμμένο ότι εκεί έπεσε ο Ίων Δραγούμης «…ο οποίος καθ’ όλην την ζωήν αυτού ηγωνίσθη υπέρ των ελευθεριών του λαού και υπέρ της αναγεννήσεως του
Ελληνισμού και της Ανατολής».
Για την ανέγερση της στήλης συμφώνησαν όλα τα κόμματα κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση κι όπως επίτασσε το ελεγείο που είχε γράψει ο Παλαμάς:
«Λευκή ας στηθεί όπου έπεσες κολώνα
πώς έπεσες, γραφή να μην το λέει…
Λευκή, με της Ελλάδας την εικόνα.
Μονάχα αυτή ταιριάζει να σε κλαίει.
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει…»
Μια προφητική σελίδα απ’ το ημερολόγιο του Δραγούμη:
«Στη γη είμαι και με τρώει το σκουλήκι. Ποιος με θυμάται; Κανένας δεν ήρθε μαζί μου στο χώμα. Γρήγορα θα γιατρευτεί η πληγή τους απ’ το θάνατο μου. Κι όσοι έμειναν ζωντανοί τους παίρνει η ζωή και τους στριφογυρίζει στον τρελό της χορό.».
Τα τελευταία χρόνια κάθε πρωί πέρναγα έξω από το σημείο που εκτέλεσαν τον Δραγούμη χωρίς ποτέ να προσέξω τη λευκή στήλη που στήθηκε στη μνήμη του. Συχνά, έπινα καφέ στον προαύλιο χώρο της άλλοτε έπαυλης Θων, εκεί που τον συνέλαβαν, τον χτύπησαν κι έβγαλαν την απόφαση να τον σκοτώσουν. Σκέφτομαι πάντα ότι δυστυχώς στην πόλη που ζούμε το μπετόν κι η αδιαφορία σβήνουν ηθελημένα και άδικα την ιστορία κάποιων ανθρώπων.
Δευτέρα, Μαΐου 15, 2006
ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. B’ μέρος
Η Παπαδάκη διέπρεψε σε μια εποχή που η προχειρότητα κι ο αυτοσχεδιασμός στο θέατρο θριάμβευαν. Γράφει η Ειρήνη Καλκάνη σ’ ένα άρθρο της: […]Μόνο όποιος είδε την Ελένη να «κρεάρει» ένα ρόλο, είναι σε θέση να μαρτυρήσει τι ακριβώς σημαίνει τούτο…Από τη στιγμή που ήταν να ζωντανέψει στη σκηνή μια ηρωίδα, ο έξω κόσμος έπαυε να υπάρχει γι’ αυτήν. Τα κείμενα των έργων που έπαιζε είναι βασανισμένα από μολυβιές, παρατηρήσεις, σχόλια, σκέψεις που φανέρωναν μια κατανόηση εκπληκτική, όπου καμιά λεπτομέρεια δεν έμενε χωρίς να σχολιαστεί… Διάβαζε τα απάντα, ό, τι είχε γραφτεί για το συγγραφέα, το έργο αλλά και τους ηθοποιούς που το είχαν παίξει…μέσα στη σύλληψη του συγγραφέα έβρισκε την ψυχή της ηρωίδας που γινόταν τώρα δική της ψυχή...Η Ελένη έπαυε να είναι αυτή η ίδια, έπλαθε το βάδισμα της, την κίνηση των χεριών της, το λόγο στα χείλη της, τον πόνο στην έκφραση της… όσες φορές συναντιόμουν με την Ελένη έμενα με την εντύπωση ότι είχα πράγματι ανταμωθεί μ’ ένα «ιερό τέρας»[…]
Οι προσπάθειες παραγκωνισμού της (οι οποίες τις περισσότερες φορές πέτυχαν), ο αμείλικτος πόλεμος που της έγινε, η αναπάντεχη σύλληψή της από το ΕΑΜ με την κατηγορία της «αντιδραστικής» και της «φιλενάδας του Ράλλη» αντικατοπτρίζουν μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Το «Ελληνικόν Αίμα», αντιστασιακή εφημερίδα της Κατοχής, έγραφε στις 15 Οκτωβρίου 1943 για την «ψευδοκυβέρνηση των Αθηνών»: «Ο πρωθυπουργός, κερδοσκοπήσας στο χρηματιστήριο, εδώρησε στον γεροντικό του έρωτα μία ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων». Μιλούσε για τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη και την κόρη ενός φίλου του, τη διάσημη ηθοποιό τού θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. Το άρθρο τη χαρακτήριζε επίσης «ομοφυλόφιλη». H ίδια δεν παραδέχθηκε ποτέ ερωτική σχέση με τον πρόεδρο της δοτής κυβέρνησης. Του είχε όμως επιτρέψει να της στέλνει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να την πηγαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Αργότερα οι ΕΛΑΣίτες που τη συνέλαβαν, έψαξαν και για τη ζώνη αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. H σύλληψη και εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από τον ΕΛΑΣ υπήρξε μία από τις βαρβαρότητες των Δεκεμβριανών. Υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί πλήρως, καθώς έχει καλά κρυμμένα μυστικά. Ιδεολογική διαφορά, υπερβάλλων ζήλος, επαγγελματικός φθόνος ή ερωτική αντιζηλία; Όλα είναι πιθανά, με πιθανότερη εκδοχή τα επαγγελματικά πάθη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελένη Παπαδάκη σε πολλές περιπτώσεις έσωσε ανθρώπους ανεξαρτήτως φρονημάτων, από τους Γερμανούς. Ένας από αυτούς λεγόταν Ελευθερουδάκης. Γιος του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου. Επίσης ο γιατρός Γιώργος Μουστρούφας, κατοπινό στέλεχος του υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του βουνού, ύστερα από παράκληση της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. H Παπαδάκη είχε πρόσβαση και στον δήμαρχο (Άγγελο Έβερτ) και στον πρωθυπουργό. Εν τέλει όμως αυτό έγινε μπούμερανγκ και της κόστισε τη ζωή.
«Δίκη» ήταν, η συνέλευση του Σωματείου Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της Παπαδάκη («Θάνατος στην πουτάνα», φώναζαν κάποιοι) που έστρωσε το έδαφος για την εκτέλεσή της.
Εκείνη δεν προσήλθε για να απολογηθεί, έστειλε όμως την παρακάτω επιστολή στο δικηγόρο του Σωματείου κ. Δάνο: «Λυπούμαι διότι δεν μου είναι επιτετραμμένον να παρουσιαστώ ενώπιον της Συνελεύσεως για να απολογηθώ επί των κατηγοριών, τας οποίας μου αποδίδει η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, λόγω του ανάρμοστου τρόπου καθ’ ον είναι συντεταγμένη αύτη. Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσο αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβάσιμων στοιχείων και συκοφαντικής δυσφημίσεως, οικοδομήματος ασύστολων κατηγοριών βασιζομένων μόνο «επί εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των παρακτικών, μια τοιαύτη άμυνα, επαναλαμβάνω, θα απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπώς ήδη δια της ως άνω αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ, εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτόν και τις αποφάσεις του.Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».
Το φινάλε γράφεται τη νύχτα της 21ης προς 22 Δεκεμβρίου 1944. Ο πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ με το ψευδώνυμο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (...)» Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο.
Και πρόσθεσε: «Δεν λυπήθηκα τίποτα άλλο παρά το γούνινο παλτό της που το πήρε ο Ορέστης».
Πέρασε πάνω από μήνας, όταν στις 26 Ιανουαρίου του 1945, κατά την εκταφή των πτωμάτων στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε το πτώμα της Παπαδάκη σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα, σ’ ένα λάκκο μαζί με τρεις τέσσερις άλλους. Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω απ’ το θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση και με το σώμα της γεμάτο κακώσεις και μια σφαίρα φυτεμένη στον αυχένα. . Μόλις διαδόθηκε το νέο, μαθητές και μαθήτριες της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθαν και κάλυψαν το σώμα με κλαριά. . Κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση σε μια ατμόσφαιρα βαθύτατου πένθους και αγανάκτησης και με πλήθος καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.
«…Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι(…)για να μπορέσουμε να ονομαστούμε χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη(…). Χάσαμε ένα απ’ το πιο τρανά κι απ’ τα πιο σπάνια καυχήματα της ελληνικής σκηνής-χάσαμε έναν καλό φίλο κι έναν ωραίο άνθρωπο(…). Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη…Ίσαμε επάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής, μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη. Μια λέξη ακόμα: συγχώρεσέ μας…» Αλέξης Σολομός, 28.11.1945
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο Θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδερφές, εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Άγγελος Σικελιανός
Η ψυχή της Ελένης Παπαδάκη μπορεί να αναπαυθεί με τη συναίσθηση ότι εξετέλεσε τον προορισμό της, έστω κι αν δεν πρόφθασε να τον συμπληρώσει. Όσοι δημιουργούν και χαρίζουν ομορφιά, δεν ματαιοπονούν(…). Η Ελένη Παπαδάκη δεν πέθανε: Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε όταν τους λησμονάνε, λέει ο ποιητής». Άλκης Θρύλλος , «Νέα Εστία», 1.10.1945
Οι προσπάθειες παραγκωνισμού της (οι οποίες τις περισσότερες φορές πέτυχαν), ο αμείλικτος πόλεμος που της έγινε, η αναπάντεχη σύλληψή της από το ΕΑΜ με την κατηγορία της «αντιδραστικής» και της «φιλενάδας του Ράλλη» αντικατοπτρίζουν μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Το «Ελληνικόν Αίμα», αντιστασιακή εφημερίδα της Κατοχής, έγραφε στις 15 Οκτωβρίου 1943 για την «ψευδοκυβέρνηση των Αθηνών»: «Ο πρωθυπουργός, κερδοσκοπήσας στο χρηματιστήριο, εδώρησε στον γεροντικό του έρωτα μία ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων». Μιλούσε για τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη και την κόρη ενός φίλου του, τη διάσημη ηθοποιό τού θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. Το άρθρο τη χαρακτήριζε επίσης «ομοφυλόφιλη». H ίδια δεν παραδέχθηκε ποτέ ερωτική σχέση με τον πρόεδρο της δοτής κυβέρνησης. Του είχε όμως επιτρέψει να της στέλνει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να την πηγαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Αργότερα οι ΕΛΑΣίτες που τη συνέλαβαν, έψαξαν και για τη ζώνη αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. H σύλληψη και εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από τον ΕΛΑΣ υπήρξε μία από τις βαρβαρότητες των Δεκεμβριανών. Υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί πλήρως, καθώς έχει καλά κρυμμένα μυστικά. Ιδεολογική διαφορά, υπερβάλλων ζήλος, επαγγελματικός φθόνος ή ερωτική αντιζηλία; Όλα είναι πιθανά, με πιθανότερη εκδοχή τα επαγγελματικά πάθη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελένη Παπαδάκη σε πολλές περιπτώσεις έσωσε ανθρώπους ανεξαρτήτως φρονημάτων, από τους Γερμανούς. Ένας από αυτούς λεγόταν Ελευθερουδάκης. Γιος του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου. Επίσης ο γιατρός Γιώργος Μουστρούφας, κατοπινό στέλεχος του υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του βουνού, ύστερα από παράκληση της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. H Παπαδάκη είχε πρόσβαση και στον δήμαρχο (Άγγελο Έβερτ) και στον πρωθυπουργό. Εν τέλει όμως αυτό έγινε μπούμερανγκ και της κόστισε τη ζωή.
«Δίκη» ήταν, η συνέλευση του Σωματείου Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της Παπαδάκη («Θάνατος στην πουτάνα», φώναζαν κάποιοι) που έστρωσε το έδαφος για την εκτέλεσή της.
Εκείνη δεν προσήλθε για να απολογηθεί, έστειλε όμως την παρακάτω επιστολή στο δικηγόρο του Σωματείου κ. Δάνο: «Λυπούμαι διότι δεν μου είναι επιτετραμμένον να παρουσιαστώ ενώπιον της Συνελεύσεως για να απολογηθώ επί των κατηγοριών, τας οποίας μου αποδίδει η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, λόγω του ανάρμοστου τρόπου καθ’ ον είναι συντεταγμένη αύτη. Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσο αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβάσιμων στοιχείων και συκοφαντικής δυσφημίσεως, οικοδομήματος ασύστολων κατηγοριών βασιζομένων μόνο «επί εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των παρακτικών, μια τοιαύτη άμυνα, επαναλαμβάνω, θα απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπώς ήδη δια της ως άνω αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ, εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτόν και τις αποφάσεις του.Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».
Το φινάλε γράφεται τη νύχτα της 21ης προς 22 Δεκεμβρίου 1944. Ο πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ με το ψευδώνυμο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (...)» Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο.
Και πρόσθεσε: «Δεν λυπήθηκα τίποτα άλλο παρά το γούνινο παλτό της που το πήρε ο Ορέστης».
Πέρασε πάνω από μήνας, όταν στις 26 Ιανουαρίου του 1945, κατά την εκταφή των πτωμάτων στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε το πτώμα της Παπαδάκη σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα, σ’ ένα λάκκο μαζί με τρεις τέσσερις άλλους. Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω απ’ το θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση και με το σώμα της γεμάτο κακώσεις και μια σφαίρα φυτεμένη στον αυχένα. . Μόλις διαδόθηκε το νέο, μαθητές και μαθήτριες της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθαν και κάλυψαν το σώμα με κλαριά. . Κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση σε μια ατμόσφαιρα βαθύτατου πένθους και αγανάκτησης και με πλήθος καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.
«…Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι(…)για να μπορέσουμε να ονομαστούμε χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη(…). Χάσαμε ένα απ’ το πιο τρανά κι απ’ τα πιο σπάνια καυχήματα της ελληνικής σκηνής-χάσαμε έναν καλό φίλο κι έναν ωραίο άνθρωπο(…). Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη…Ίσαμε επάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής, μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη. Μια λέξη ακόμα: συγχώρεσέ μας…» Αλέξης Σολομός, 28.11.1945
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο Θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδερφές, εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Άγγελος Σικελιανός
Η ψυχή της Ελένης Παπαδάκη μπορεί να αναπαυθεί με τη συναίσθηση ότι εξετέλεσε τον προορισμό της, έστω κι αν δεν πρόφθασε να τον συμπληρώσει. Όσοι δημιουργούν και χαρίζουν ομορφιά, δεν ματαιοπονούν(…). Η Ελένη Παπαδάκη δεν πέθανε: Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε όταν τους λησμονάνε, λέει ο ποιητής». Άλκης Θρύλλος , «Νέα Εστία», 1.10.1945
Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006
ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Α’ μέρος
Ορμώμενη από τον chartopontika που στο post του «Η βασίλισσα κι ο καμπούρης», θυμίζει μια λησμονημένη ιστορία, αποφάσισα να δημοσιεύσω κι εγώ με τη σειρά μου την ιστορία που ακολουθεί σαν μια ιστορία που αν και παλιά, δεν της πρέπει να μείνει ξεχασμένη.
Το άστρο της Ελένης Παπαδάκη διέγραψε σύντομη τροχιά γύρω απ’ τον πλανήτη γη, αλλά έλαμψε με ασυνήθιστη ένταση για 19 ολόκληρα χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε και η καριέρα της στο θεατρικό στερέωμα. Έμελλε να έχει μόνο καλλιτεχνικές αποχρώσεις, αλλά η απρόβλεπτη τροπή των γεγονότων μέσα στις βαρβαρότητες ενός εμφυλίου, προσέδωσαν μια έντονη πολιτική χροιά στο τραγικό της φινάλε.
Η ιστορία της τα είχε όλα: έρωτα, πάθη, τέχνη κι ένα φόνο που παραμένει ανεξιχνίαστος ως τις μέρες μας. Ίσως γι’ αυτό να ιντριγκάρει κιόλας.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη είναι λιγότερο γνωστή σήμερα, αλλά στην εποχή της, ήταν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του θεάτρου. Όσοι την είδαν επί σκηνής, συμφωνούσαν πως το παίξιμό της δεν είχε ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο. Κι αυτό, ενώ συνυπήρχε με "ιερά τέρατα", όπως η Παξινού, η Μανωλίδου, ο Βεάκης, ο Μινωτής, η Αλκαίου, ο Γληνός, κ.ά. Άλλωστε, όταν την είδαν για πρώτη φορά στη σκηνή, τόσο η Κοτοπούλη, όσο κι η Κυβέλη, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μεγάλη διάδοχό τους. Όμως, στα 41 της χρόνια και στο απόγειο της καριέρας της, έμελλε να βρει τραγικό και αποτρόπαιο θάνατο την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ποιος έδωσε την εντολή να σκοτώσουν την Ελένη Παπαδάκη; Ερώτημα που μάλλον δεν πρόκειται ν’ απαντηθεί ποτέ. Οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν κατονομαστεί αν και ο φόνος της χρεώνεται στο αριστερό λαϊκό κίνημα της εποχής. Πάντως, ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας απ’ την αρχή:
Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1903 στην οδό Ιπποκράτους 70Β, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι απ’ αυτά που κοιτώντας τα σήμερα προσπαθούμε να μαντέψουμε την ιστορία των ανθρώπων που τα κατοίκησαν κάποτε και που συμπτωματικά υπάρχει ακόμα.
Κάποια Κυριακή, την ώρα που η οικοδέσποινα τραγουδούσε μια άρια απ’ την «Τόσκα», ακούστηκε ασυνήθιστος θόρυβος απ’ το διπλανό δωμάτιο. Όταν οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες άνοιξαν περίεργοι την ενδιάμεση πόρτα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ασυνήθιστο θέαμα. Όλες οι καρέκλες ήταν βαλμένες προσεκτικά σαν να κάθονταν πάνω τους θεατές. Το μικρό κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι κάνοντας παντομιμικές κινήσεις και υποκλινόταν μπροστά στο κοινό της.
«Ελένη, τι κάνεις εκεί»; ρώτησαν οι γονείς της. «Είμαι…θοποιός», απάντησε με σταθερή φωνή το μικρό κορίτσι.
Η Ελένη Παπαδάκη μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον διανοούμενων. Ο παππούς της υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και καθηγητής αισθητικής. Ο πατέρας της γεννημένος στο Φανάρι σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή, η μητέρα της πήρε ανώτατη μουσική παιδεία. Απ’ τα παιδικά της χρόνια λοιπόν, η μικρή Ελένη γαλουχήθηκε με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Λάτρευε το διάβασμα, τη μελέτη και την ησυχία. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Παρακολούθησε ως ακροάτρια τα μαθήματα της Φιλοσοφικής σχολής για δύο χρόνια. Αγαπημένα της βιβλία ήταν αυτά που μιλούσαν για το ίνδαλμα της, την Ελισάβετ της Αυστρίας. Μάλιστα δεν πραγματοποίησε ποτέ και το όνειρο της να ερμηνεύσει κάποτε ένα θεατρικό ρόλο εμπνευσμένο απ’ τη ζωή της αυτοκράτειρας.
Ως άνθρωπος ήταν ιδιόρρυθμη, πολύ ευγενική με όλους, πολύπλοκη και δύσκολη. Την αποκαλούσαν «πριγκίπισσα της μοναξιάς».
(...) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (...) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (...) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (...) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (...) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (...) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (...) πνευματικός άνθρωπος (...) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (...) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (...) ζεστός άνθρωπος (...) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (...) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (...) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (...) σεμνή (...) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά...».
Η επιθυμία της να βγει στο θέατρο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εύκολα καθώς οι γονείς της δεν διανοούνταν ν’ ασχοληθεί η κόρη τους με το ευτελές επάγγελμα της θεατρίνας. Την άφησαν ωστόσο ν’ ασχοληθεί με τη μουσική προσπαθώντας να δώσουν ένα διέξοδο στις παράξενες ανησυχίες της. Το 1923 εξαιτίας μιας σοβαρής πλευρίτιδας, αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου κι έπεισε τελικά τους γονείς της να παρακολουθήσει ως ακροάτρια τα μαθήματα της Δραματικής σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Συμμαθήτρια της στη σχολή και η Αντιγόνη Μεταξά, μετέπειτα «Θεία Λένα». Η πρώτη της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το «Gloria Victis» του Στέφανου Δάφνη και την «Μακρινή πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν.
«[…]κυριαρχία της σκηνής, επιβολή αυστηρή στον εαυτό της και αυτοπειθάρχησις αξιοθαύμαστη, τάκτ σπάνιο, αέρας θεάτρου σπάνιος, βλέμμα θερμό κι εκφραστικό, πολλή εξυπνάδα κι αντίληψις, έκφραση, μιμική του προσώπου καλή και προπάντων τέμπο και κλίμαξ φωνής σπανίως θεατρικά. Να την φωτίσει μονάχα το Άγιο Πνεύμα να μείνει οριστικά στο θέατρο! Αυτή είναι το μεγάλο άστρο του Ελληνικού Ωδείου[...]»
Στις 10 Ιανουαρίου του 1925 παίρνει και επίσημα το βάπτισμα της σκηνής σε επαγγελματική παράσταση με τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά.
Μέσα σε 19 μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες την θεατρική τέχνη με συγκλονιστικές ερμηνείες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Μαργαρίτα Γκοτιέ στην «Κυρία με τας καμελίας» του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, Ελα Ρέντχαϊμ στον «Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, Λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια της Λαίδης Ουίντερμηρ» του Όσκαρ Ουάιλντ, Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, Πριμαντόνα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, Κλυταιμνήστρα στην ιστορική παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 11/9/1938, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, βασίλισσα Ελισάβετ στον «Ντον Κάρλος» του Σίλερ, Ερσίλια Ντρέι στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, Ιφιγένεια στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τέλος Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.
«[…]Κι ήταν για μένα μια μικρή ευτυχία η γνωριμία μου με το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ευτυχία να βλέπω την Ελένη Παπαδάκη να κατεβαίνει τη μνημειακή εσωτερική σκάλα της πλημμυρισμένης από άπλετη λάμψη σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου με τη βεντάλια της Λάιδης Ουίντερμηρ στα χέρια της. Η βεντάλια με τα γλυκά χρωματιστά φτερά, η χάρη κι η λυγεράδα της Ελένης, ο κομψός σαρκασμός του Ουάιλντ, μια τέλεια βραδιά το δίχως άλλο[...] Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, 8/12/37
Με την είσοδο της στο νεοσύστατο Εθνικό θέατρο το 1932,δεν άργησε να γνωρίσει το φθόνο και τον παρασκηνιακό πόλεμο που της κήρυξαν οι ίδιοι της οι συνάδελφοι, με αποτέλεσμα να της δίνονται ρόλοι δευτερεύοντες ή ακατάλληλοι για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.
Ενώ τη διόρισαν στο Εθνικό, τη διέγραψαν αμέσως επειδή δεν μπόρεσε να διακόψει τις παραστάσεις της στην Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει πάραυτα! Μετά την ξαναπήραν, βέβαια. Οι αντιπαλότητες όμως ήταν μεγάλες σε μία εποχή που γέννησε μύθους: Παξινού, Μινωτής, Μανωλίδου, Χορν, Αυλωνίτης, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου και από την ΕΑΜική πλευρά Βεάκης, Κατράκης, Βανδής, Δημήτρης Μυράτ, Βασταρδής, Ασπασία Παπαθανασίου και τόσοι άλλοι. Όπως αποκαλύπτεται από γράμμα της Ελένης Παπαδάκη προς φίλη της από την Αγγλία, όπου είχε πάει με την Κατίνα Παξινού και τον Κωστή Μπαστιά. «Δεν φαντάζεσαι πόσο "καλλιεργημένο" είναι το έδαφος από την Κατίνα για την Κατίνα (...) H κατάστασις πάντοτε αηδής».
Με αφορμή τον τελευταίο της ρόλο στην Εκάβη, ο Λίνος Καρζής έγραψε:
«[…]Την έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα υποσχετικά βήματα της πάνω στη σκηνή. Την είδα να μαραίνεται στο περιθώριο αδυνατώντας να εξανθήσει την πλούσια θεατρική της ιδιοφυΐα. Την ένιωσα στα δεσμά αντιτραγικών σκηνοθετικών αντιλήψεων που είχαν τη δύναμη από εξωκαλλιτεχνικούς λόγους να την κρατούν στα πλαίσια τους ανίκανη ν’ αποδώσει την τραγική που μέσα της ανυπομονούσε ν αναδυθεί έξαρση. Έπρεπε να’ ρθει η ώρα που οι σκηνοθετικές αντιλήψεις στα χέρια διστακτικών επιγόνων θα’ χαναν την επιβολή τους. Οι κλίκες θα σκορπίζονταν. Και ιδού η εξάνθηση των ικανοτήτων, η θαυμαστή αποκάλυψη[..]»
και αλλού:
«[…]ήταν μια γνήσια τραγωδός η Ελένη Παπαδάκη εκείνο το Δεκέμβρη του 43. Το Εθνικό θέατρο έδινε κι αυτό τη μάχη του όπου καμιά κατοχή δεν μπορούσε να θολώσει. Ήταν! Η ευγένεια και το μεγαλείο με τα οποία ενσάρκωσε τη βασιλική γερόντισσα της Τροίας […]»
«[…]Αλλά, αφού είδαμε οπωσδήποτε τη ρίζα και μαντέψαμε τη ζωτικότητα της ρίζας, τούτο μόνο για την ώρα ας μας αρκεί. Κι όταν η ρίζα υπάρχει, αύριο θα ξαναϋπάρξει και ο κορμός […]» Άγγελος Σικελιανός, Ελεύθερον Βήμα, 30 12.1943).
Το άστρο της Ελένης Παπαδάκη διέγραψε σύντομη τροχιά γύρω απ’ τον πλανήτη γη, αλλά έλαμψε με ασυνήθιστη ένταση για 19 ολόκληρα χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε και η καριέρα της στο θεατρικό στερέωμα. Έμελλε να έχει μόνο καλλιτεχνικές αποχρώσεις, αλλά η απρόβλεπτη τροπή των γεγονότων μέσα στις βαρβαρότητες ενός εμφυλίου, προσέδωσαν μια έντονη πολιτική χροιά στο τραγικό της φινάλε.
Η ιστορία της τα είχε όλα: έρωτα, πάθη, τέχνη κι ένα φόνο που παραμένει ανεξιχνίαστος ως τις μέρες μας. Ίσως γι’ αυτό να ιντριγκάρει κιόλας.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη είναι λιγότερο γνωστή σήμερα, αλλά στην εποχή της, ήταν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του θεάτρου. Όσοι την είδαν επί σκηνής, συμφωνούσαν πως το παίξιμό της δεν είχε ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο. Κι αυτό, ενώ συνυπήρχε με "ιερά τέρατα", όπως η Παξινού, η Μανωλίδου, ο Βεάκης, ο Μινωτής, η Αλκαίου, ο Γληνός, κ.ά. Άλλωστε, όταν την είδαν για πρώτη φορά στη σκηνή, τόσο η Κοτοπούλη, όσο κι η Κυβέλη, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μεγάλη διάδοχό τους. Όμως, στα 41 της χρόνια και στο απόγειο της καριέρας της, έμελλε να βρει τραγικό και αποτρόπαιο θάνατο την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ποιος έδωσε την εντολή να σκοτώσουν την Ελένη Παπαδάκη; Ερώτημα που μάλλον δεν πρόκειται ν’ απαντηθεί ποτέ. Οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν κατονομαστεί αν και ο φόνος της χρεώνεται στο αριστερό λαϊκό κίνημα της εποχής. Πάντως, ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας απ’ την αρχή:
Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1903 στην οδό Ιπποκράτους 70Β, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι απ’ αυτά που κοιτώντας τα σήμερα προσπαθούμε να μαντέψουμε την ιστορία των ανθρώπων που τα κατοίκησαν κάποτε και που συμπτωματικά υπάρχει ακόμα.
Κάποια Κυριακή, την ώρα που η οικοδέσποινα τραγουδούσε μια άρια απ’ την «Τόσκα», ακούστηκε ασυνήθιστος θόρυβος απ’ το διπλανό δωμάτιο. Όταν οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες άνοιξαν περίεργοι την ενδιάμεση πόρτα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ασυνήθιστο θέαμα. Όλες οι καρέκλες ήταν βαλμένες προσεκτικά σαν να κάθονταν πάνω τους θεατές. Το μικρό κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι κάνοντας παντομιμικές κινήσεις και υποκλινόταν μπροστά στο κοινό της.
«Ελένη, τι κάνεις εκεί»; ρώτησαν οι γονείς της. «Είμαι…θοποιός», απάντησε με σταθερή φωνή το μικρό κορίτσι.
Η Ελένη Παπαδάκη μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον διανοούμενων. Ο παππούς της υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και καθηγητής αισθητικής. Ο πατέρας της γεννημένος στο Φανάρι σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή, η μητέρα της πήρε ανώτατη μουσική παιδεία. Απ’ τα παιδικά της χρόνια λοιπόν, η μικρή Ελένη γαλουχήθηκε με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Λάτρευε το διάβασμα, τη μελέτη και την ησυχία. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Παρακολούθησε ως ακροάτρια τα μαθήματα της Φιλοσοφικής σχολής για δύο χρόνια. Αγαπημένα της βιβλία ήταν αυτά που μιλούσαν για το ίνδαλμα της, την Ελισάβετ της Αυστρίας. Μάλιστα δεν πραγματοποίησε ποτέ και το όνειρο της να ερμηνεύσει κάποτε ένα θεατρικό ρόλο εμπνευσμένο απ’ τη ζωή της αυτοκράτειρας.
Ως άνθρωπος ήταν ιδιόρρυθμη, πολύ ευγενική με όλους, πολύπλοκη και δύσκολη. Την αποκαλούσαν «πριγκίπισσα της μοναξιάς».
(...) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (...) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (...) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (...) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (...) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (...) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (...) πνευματικός άνθρωπος (...) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (...) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (...) ζεστός άνθρωπος (...) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (...) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (...) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (...) σεμνή (...) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά...».
Η επιθυμία της να βγει στο θέατρο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εύκολα καθώς οι γονείς της δεν διανοούνταν ν’ ασχοληθεί η κόρη τους με το ευτελές επάγγελμα της θεατρίνας. Την άφησαν ωστόσο ν’ ασχοληθεί με τη μουσική προσπαθώντας να δώσουν ένα διέξοδο στις παράξενες ανησυχίες της. Το 1923 εξαιτίας μιας σοβαρής πλευρίτιδας, αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου κι έπεισε τελικά τους γονείς της να παρακολουθήσει ως ακροάτρια τα μαθήματα της Δραματικής σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Συμμαθήτρια της στη σχολή και η Αντιγόνη Μεταξά, μετέπειτα «Θεία Λένα». Η πρώτη της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το «Gloria Victis» του Στέφανου Δάφνη και την «Μακρινή πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν.
«[…]κυριαρχία της σκηνής, επιβολή αυστηρή στον εαυτό της και αυτοπειθάρχησις αξιοθαύμαστη, τάκτ σπάνιο, αέρας θεάτρου σπάνιος, βλέμμα θερμό κι εκφραστικό, πολλή εξυπνάδα κι αντίληψις, έκφραση, μιμική του προσώπου καλή και προπάντων τέμπο και κλίμαξ φωνής σπανίως θεατρικά. Να την φωτίσει μονάχα το Άγιο Πνεύμα να μείνει οριστικά στο θέατρο! Αυτή είναι το μεγάλο άστρο του Ελληνικού Ωδείου[...]»
Στις 10 Ιανουαρίου του 1925 παίρνει και επίσημα το βάπτισμα της σκηνής σε επαγγελματική παράσταση με τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά.
Μέσα σε 19 μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες την θεατρική τέχνη με συγκλονιστικές ερμηνείες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Μαργαρίτα Γκοτιέ στην «Κυρία με τας καμελίας» του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, Ελα Ρέντχαϊμ στον «Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, Λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια της Λαίδης Ουίντερμηρ» του Όσκαρ Ουάιλντ, Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, Πριμαντόνα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, Κλυταιμνήστρα στην ιστορική παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 11/9/1938, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, βασίλισσα Ελισάβετ στον «Ντον Κάρλος» του Σίλερ, Ερσίλια Ντρέι στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, Ιφιγένεια στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τέλος Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.
«[…]Κι ήταν για μένα μια μικρή ευτυχία η γνωριμία μου με το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ευτυχία να βλέπω την Ελένη Παπαδάκη να κατεβαίνει τη μνημειακή εσωτερική σκάλα της πλημμυρισμένης από άπλετη λάμψη σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου με τη βεντάλια της Λάιδης Ουίντερμηρ στα χέρια της. Η βεντάλια με τα γλυκά χρωματιστά φτερά, η χάρη κι η λυγεράδα της Ελένης, ο κομψός σαρκασμός του Ουάιλντ, μια τέλεια βραδιά το δίχως άλλο[...] Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, 8/12/37
Με την είσοδο της στο νεοσύστατο Εθνικό θέατρο το 1932,δεν άργησε να γνωρίσει το φθόνο και τον παρασκηνιακό πόλεμο που της κήρυξαν οι ίδιοι της οι συνάδελφοι, με αποτέλεσμα να της δίνονται ρόλοι δευτερεύοντες ή ακατάλληλοι για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.
Ενώ τη διόρισαν στο Εθνικό, τη διέγραψαν αμέσως επειδή δεν μπόρεσε να διακόψει τις παραστάσεις της στην Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει πάραυτα! Μετά την ξαναπήραν, βέβαια. Οι αντιπαλότητες όμως ήταν μεγάλες σε μία εποχή που γέννησε μύθους: Παξινού, Μινωτής, Μανωλίδου, Χορν, Αυλωνίτης, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου και από την ΕΑΜική πλευρά Βεάκης, Κατράκης, Βανδής, Δημήτρης Μυράτ, Βασταρδής, Ασπασία Παπαθανασίου και τόσοι άλλοι. Όπως αποκαλύπτεται από γράμμα της Ελένης Παπαδάκη προς φίλη της από την Αγγλία, όπου είχε πάει με την Κατίνα Παξινού και τον Κωστή Μπαστιά. «Δεν φαντάζεσαι πόσο "καλλιεργημένο" είναι το έδαφος από την Κατίνα για την Κατίνα (...) H κατάστασις πάντοτε αηδής».
Με αφορμή τον τελευταίο της ρόλο στην Εκάβη, ο Λίνος Καρζής έγραψε:
«[…]Την έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα υποσχετικά βήματα της πάνω στη σκηνή. Την είδα να μαραίνεται στο περιθώριο αδυνατώντας να εξανθήσει την πλούσια θεατρική της ιδιοφυΐα. Την ένιωσα στα δεσμά αντιτραγικών σκηνοθετικών αντιλήψεων που είχαν τη δύναμη από εξωκαλλιτεχνικούς λόγους να την κρατούν στα πλαίσια τους ανίκανη ν’ αποδώσει την τραγική που μέσα της ανυπομονούσε ν αναδυθεί έξαρση. Έπρεπε να’ ρθει η ώρα που οι σκηνοθετικές αντιλήψεις στα χέρια διστακτικών επιγόνων θα’ χαναν την επιβολή τους. Οι κλίκες θα σκορπίζονταν. Και ιδού η εξάνθηση των ικανοτήτων, η θαυμαστή αποκάλυψη[..]»
και αλλού:
«[…]ήταν μια γνήσια τραγωδός η Ελένη Παπαδάκη εκείνο το Δεκέμβρη του 43. Το Εθνικό θέατρο έδινε κι αυτό τη μάχη του όπου καμιά κατοχή δεν μπορούσε να θολώσει. Ήταν! Η ευγένεια και το μεγαλείο με τα οποία ενσάρκωσε τη βασιλική γερόντισσα της Τροίας […]»
«[…]Αλλά, αφού είδαμε οπωσδήποτε τη ρίζα και μαντέψαμε τη ζωτικότητα της ρίζας, τούτο μόνο για την ώρα ας μας αρκεί. Κι όταν η ρίζα υπάρχει, αύριο θα ξαναϋπάρξει και ο κορμός […]» Άγγελος Σικελιανός, Ελεύθερον Βήμα, 30 12.1943).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
