Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

Για την Παγκόσμια ημέρα ποίησης. Για την Εαρινή Ισημερία


ΡΟΔΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΛΗΜΑ

Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.

Κωστής Παλαμάς 1905

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Διπλή πρόσκληση!

Σήμερα είχα την εξαιρετική τιμή να δεχτώ πρόσκληση εις διπλούν, απ' την Ellinida κι απ' τη Renata.
Κι επειδή από σατανική σύμπτωση ( ορκίζομαι ότι όντως πρόκειται για σύμπτωση) είχα δίπλα μου δυο βιβλία, το ένα πλάι στο άλλο, αποφάσισα να ανταποκριθώ στη διπλή πρόσκληση με διπλό κείμενο.
Η έτερη σατανική σύμπτωση είναι ότι και τα δύο είναι βιβλία ποίησης οπότε δεν μπορώ να αναρτήσω περιόδους κατά τους κανόνες του παιχνιδιού (στο ένα ποίημα δεν μπορώ δηλαδή, στο άλλο κάτι γίνεται).
Μια και λέω για κανόνες, τους παραθέτω κιόλας:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη*).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Λοιπόν:
Για την Ellinida

La misère
est dans le grand égout;
Dépouillons la livrée
Et la chemise et tout!
Que tout mon baiser couvre
Ta franche nudité...
Vraie ou fausse, se rouvre
Une virginité!

(οι 4 τελευταίοι στίχοι είναι στην 124, αλλά το ποίημα δεν χωρίζεται κανονικά σε περιόδους, οπότε το χώρισα κάπως συμβατικά...)

"Liberta" - Από τη συλλογή ποιημάτων του Tristan Corbière, "Les Amours jaunes"

Για την Renata

χάρτινα περιστέρια
πετούσαν μέσα
στο σκιερό περιστύλιο
των ανακτόρων
και το κάθε χτύπημα
του φτερού τους
ήταν και
το βαθύ βλέμμα
μιας κόρης
η πτώση μιας
πέτρας
μέσα στη θάλασσα
ή
υπόσχεση
της μακρινής
χαράς

(οι 3 τελευταίοι στίχοι είναι στη σελίδα 124, αλλά δεν μπορούσα να το κόψω απότομα. Το ποίημα συνεχίζεται, αλλά οι κανόνες, κανόνες...)

"Εδέησε να διέλθουν δάσος" απ' τη συλλογή "Ποιήματα" του Νίκου Εγγονόπουλου.

Ellinida, Renata, αν θέλετε μετάφραση του 1ου και το 2ο ολόκληρο, είμαι στη διάθεση σας!

Κι επειδή τους καλέσατε όλους κορίτσια, ας παίξει τώρα όποιος θέλει!

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Κίχλη

Με κάλεσε η Ρενάτα να αντισταθώ δια της ποιήσεως και αφήνω εδώ κάτι απ' τον αγαπημένο μου Γιώργο Σεφέρη:

Τ σπίτι κοντ στ θάλασσα

Τ σπίτια πο εχα μου τ πραν. τυχε
νά᾿ ναι τ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμο ξενιτεμο
κάποτε κυνηγς βρίσκει τ διαβατάρικα πουλι
κάποτε δν τ βρίσκει- τ κυνήγι
ταν καλ στ χρόνια μου, πραν πολλος τ σκάγια-
ο λλοι γυρίζουν τρελαίνουνται στ καταφύγια.
Μ μο μιλς γι τ᾿ ηδόνι μήτε γι τν κορυδαλλ
μήτε γι τ μικρούλα σουσουράδα
πο γράφει νούμερα στ φς μ τν ορά της-
δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια
ξέρω πς χουν τ φυλή τους, τίποτε λλο.
Καινούργια στν ρχή, σν τ μωρ
πο παίζουν στ περβόλια μ τ κρόσσια το λιου,
κεντον παράθροφυλλα χρωματιστ κα πόρτες
γυαλιστερς πάνω στ μέρα-
ταν τελειώσει ρχιτέκτονας λλάζουν,
ζαρώνουν χαμογελον κόμη πεισματώνουν
μ᾿ κείνους πο μειναν μ᾿ κείνους πο φυγαν
μ᾿ λλους πο θ γυρίζανε ν μποροσαν
πο χάθηκαν, τώρα πο γινε
κόσμος να πέραντο ξενοδοχεο.

Δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια,
θυμμαι τ χαρά τους κα τ λύπη τους
καμι φορά, σ σταματήσω-
κόμη
καμι φορά, κοντ στ θάλασσα, σ κάμαρες γυμνς
μ᾿ να κρεβάτι σιδερένιο χωρς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τ βραδινν ράχνη συλλογιέμαι
πς κάποιος τοιμάζεται να᾿ ρθε, πς τν στολίζουν
μ᾿ σπρα κα μαρα ροχα μ πολύχρωμα κοσμήματα
κα γύρω του μιλον σιγ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλι κα σκοτεινς δαντέλες,
πς τοιμάζεται ν ᾿ ρθει ν μ᾿ ποχαιρετήσει-

, μι γυναίκα λικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας π λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοσες λεξάντρεια,
π κλειστς πολιτεες σν τ ζεστ παράθυροφυλλα,
μ ρώματα χρυσν καρπν κα βότανα,
πς νεβαίνει τ σκαλι χωρς ν βλέπει
κείνους πο κοιμήθηκαν κάτω π᾿ τ σκάλα.

Ξέρεις τ σπίτια πεισματώνουν εκολα, σν τ γυμνώσεις.



Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

Να παίζει το τρανζίστορ τ' αμερικάνικα...

Να ευλογήσω λίγο και τους βλογοφίλους, όχι αναίτια αλλά επειδή το αξίζουν.
Ο Χαρτοπόντικας έκανε ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα και ανοίγει νέους δρόμους.
Τα FΜ τα ξέρατε, καιρός να μάθετε και τα blog-ερτζιανά.
Πατήστε εδώ και ακούστε τον να απαγγέλει κάτι δικό του αλλά και marko the gnostic.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

«Κίχλη Γ’»

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν
καθώς περνούν τα χρόνια και
κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια

«Κίχλη Γ’» 1946

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

Ο Θεατρικός Άγγελος Σικελιανός

Διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο του Παντελή Πρεβελάκη, «Α. Σικελιανός» από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, διαπίστωσα με έκπληξη μια σχέση του μεγάλου ποιητή με το θέατρο- πέραν των Δελφικών γιορτών- που είχα σχεδόν ξεχάσει. Ο Σικελιανός υπήρξε κάποτε ηθοποιός!
Όταν το 1901 ο νεαρός ποιητής ήρθε από τη γενέτειρα του Λευκάδα στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική, απίστησε στις προγραμματισμένες σπουδές και αντ’ αυτών προτίμησε να στραφεί στο θέατρο. Είναι η χρονιά που ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ιδρύει τη «Νέα Σκηνή» του.

Η «Νέα Σκηνή» υπήρξε ως γνωστό μια απόπειρα πνευματικής μυσταγωγίας που επηρέασε βαθύτατα το νεοελληνικό θέατρο. Ο Χρηστομάνος, παράλληλα με τον Θωμά Οικονόμου του Βασιλικού θεάτρου, ανανέωσε το ρεπερτόριο της εποχής και συνεισέφερε σε πιο σύγχρονες τεχνικές υποκριτικής. Οι νεαροί μύστες που στρατεύθηκαν εθελοντικά (Σικελιανός, Σκίππης, Κυβέλη, Μήτσος Μυράτ, Θέωνη Δρακοπούλου, Τηλέμαχος Λεπενιώτης, Άγγελος Χρυσομάλλης) δεν απέβλεπαν υποχρεωτικά σε σταδιοδρομία ηθοποιού, μολονότι κάποιοι απ’ αυτούς παρέμειναν στο θέατρο. Η Κυβέλη μάλιστα, αποτέλεσε τη μούσα του Χρηστομάνου αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα περισσότερα έργα που ανέβηκαν. Το δε πρακτικό της ίδρυσης της Νέας Σκηνής διαβάστηκε από τον ίδιο τον Χρηστομάνο στο θέατρο του Διονύσου την 27η Φεβρουαρίου του 1901 μπροστά σε επιφανείς λογοτέχνες -μεταξύ των οποίων τους: Κωστή Παλαμά, Παύλο Νιρβάβα και Γρηγόρη Ξενόπουλο που το προσυπέγραψαν.
Ο Σικελιανός με την αδερφή του Ελένη και τον άντρα της Σπήλιο Πασαγιάννη, συνέπραξε στην αναμορφωτική προσπάθεια του Χρηστομάνου. Τα δυο αδέρφια μάλιστα για ένα βραχύ διάστημα θήτευσαν στο θέατρο και ως ηθοποιοί. Η Ελένη μετανάστευσε αργότερα στην Αμερική όπου και παρέμεινε. Η νεώτερη αδερφή του η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον Αμερικανό Ραϋμόνδο Ντάνκαν, αδερφό της διάσημης χορεύτριας Ισιδώρας και δοκίμασε κι εκείνη με τη σειρά της να σταδιοδρομήσει στο θέατρο τόσο στο Παρίσι όσο και στην Αμερική.
Το πόσο απασχόλησε την οικογένεια Σικελιανού το θέατρο, φαίνεται κι από μια ακόμη πληροφορία που μας παραθέτει ο Πρεβελάκης.

Το 1911 κι ενώ ο Σικελιανός είναι πια παντρεμένος με την Εύα Πάλμερ και βρίσκονται στο Παρίσι, η αδερφή του Πηνελόπη με τον Ραϋμόνδο οργανώνουν μια παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή σε αρχαία γλώσσα στο θέατρο Chatelet αρχικά κι έπειτα στο Trocadero με την ακόλουθη διανομή: Ηλέκτρα- Πηνελόπη Σικελιανού, Κλυταιμνήστρα- Ελένη Σικελιανού, , Χρυσόθεμις- Εύα Πάλμερ-Σικελιανού, Αίγισθος –Ραϋμόνδος Ντάνκαν, Ορέστης- Διονύσιος Δεβάρης. Η παράσταση ταξίδεψε και στις ΗΠΑ χωρίς την Εύα όμως.

Σταθμός στη ζωή του Σικελιανού υπήρξε η γνωριμία του και ο γάμος του με την αμερικανίδα Εύα Πάλμερ που σπούδαζε στο Παρίσι Ελληνική αρχαιολογία και χορό.
Απ’ το 1910 ήδη, ο Σικελιανός συλλαμβάνει την ιδεα των Συνειδήσεων και όταν γνωρίζεται με τον Νίκο Kαζαντζάκη ξεκινούν μαζί (1914-1915,1917) να πραγματοποιήσουν την περιήγηση της Ελλάδας «αναζητώντας τη συνείδηση της γης και της φυλής τους». Από το 1915 ως το 1917 δημοσίευσε τους τέσσερεις τόμους της συλλογής ποιημάτων πρόλογος στη ζωή: «η συνείδηση της Γης μου»(1915), «η Συνείδηση της Φυλής μου» (1915), « η συνείδηση της γυναίκας» (1916), «η συνείδηση της Πίστης» (1917). Λίγο πιο ύστερα (1917-1920), γράφει τα πιο χαρακτηριστικά ίσως ποιήματά του, την ευρύτερη σύνθεση «Tο Πάσχα των Ελλήνων», και το «Μήτηρ Θεού». Συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, περιηγείται την ελληνική ύπαιθρο, σχεδιάζει και εκτελεί ένα ταξίδι στους Αγίους Τόπους, ένα προσκύνημα που πάντα το ονειρευόταν.
Απ’ το 1922 μάλιστα και μετά την Μικρασιατική καταστροφή κι ενώ έχει ωριμάσει μέσα του η ανάγκη δημιουργίας ενός πνευματικού πυρήνα ικανού να ενώσει τους πνευματικούς ανθρώπους μέσα σε μια νέα πίστη, να συνθέσει τις αντιθέσεις και να αδελφώσει τους λαούς, συλλαμβάνει τη Δελφική Ιδέα.
Πιο συγκεκριμένα, ο Σικελιανός είχε οραματιστεί μια παγκόσμια πνευματική κοινωνία με έδρα τους Δελφούς, όπου διανοούμενοι από όλο τον κόσμο και από όλους τους χώρους των επιστημών και των τεχνών θα εργάζονταν για την πνευματική και ψυχική συναδέλφωση των λαών. H αδελφοσύνη, η ευνομία, η ελευθερία, η ανθρωπιά, ο κοσμοπολιτισμός αποτελούσαν βασικά γνωρίσματα της δελφικής ιδέας του ποιητή. Τους Δελφούς τους επέλεξε εξαιτίας της αίγλης και της ηθικής που εξέπεμπε κατά την αρχαιότητα το ιερό, λόγω του ότι θεωρείτο ο ομφαλός της γης και επειδή εκεί είχε την έδρα της η Δελφική Αμφικτυονία, μια μικρογραφία της τότε Κοινωνίας των Εθνών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, θεωρούσε απαραίτητο να ιδρυθεί εκεί ένα Πανεπιστήμιο ηθικών, ανθρωπιστικών και καλλιτεχνικών σπουδών. Στο ίδρυμα αυτό θα πραγματοποιούντο κοινωνιολογικές, μουσικές κ.ά. σπουδές και εκτός από σεμινάρια, διαλέξεις και συνέδρια θα οργανώνονταν και οι δελφικές εορτές, απαραίτητες, όπως πίστευε, για την πραγμάτωση των οραμάτων του.
Οι γιορτές περιλάμβαναν θεατρικές παραστάσεις, αρχαίους και λαϊκούς χορούς, αθλητικούς αγώνες, λαμπαδηδρομίες, συναυλίες βυζαντινής μουσικής, εκθέσεις έργων γλυπτικής, ζωγραφικής, λαϊκής χειροτεχνίας κ.ά.
Χαρακτηριστικό του πνεύματος των εκδηλώσεων αυτών ήταν ότι στους αθλητικούς αγώνες, δεν έπαιρναν μέρος κανονικοί αλλά αυτοσχέδιοι αθλητές, κάτοικοι των γύρω περιοχών και στρατιώτες. «Στοχεύουμε» έλεγε ο Σικελιανός «να επαναφέρουμε το Πνεύμα των Αγώνων από το βιομηχανικό επίπεδο όπου έχει καταπέσει, στο επίπεδο της πλήρους ηθικής αυθορμησίας απ' όπου έχει αναχωρήσει, δεν θέλουμε τη νοσταλγικήν αποκατάσταση ενός μεγάλου αισθητικού κεφαλαίου κι επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός γνήσιου πλαίσιου μορφολογικού, που να επιτρέπει ευθύς αμέσως τη συνθετική μεταφορά, σ' ένα κοινό πνευματικό επίπεδο, παγκόσμιων προβλημάτων». Ο Σικελιανός αρνήθηκε την εμπορευματοποίηση των παραπάνω εκδηλώσεων και τη χρηματοδότησή τους για τουριστικούς σκοπούς, από το κράτος. Τα έξοδα των πρώτων εορτών τα ανέλαβε Εύα Πάλμερ, που με τις οικονομικές της δυνατότητες και το πρακτικό μυαλό της έλυνε πλήθος προβλημάτων.
Οι δύο πρώτες δελφικές γιορτές πραγματοποιήθηκαν το 1927 με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου και το1930 με τις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη μπροστά στο κατάπληκτο από θαυμασμό κοινό που είχε έρθει από όλα τα μέρη του κόσμου, ενώ οι τρίτες, αν και είχαν προγραμματισθεί για το 1936, δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω της δικτατορίας. Μετά τον πόλεμο έγινε μια προσπάθεια για αναβίωσή τους, πράγμα που κατέστη δυνατόν για μια μόνο φορά, το 1952, και αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει ο ποιητής. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Δελφικές γιορτές αφαίμαξαν οικονομικά το ζεύγος Σικελιανού και το οδήγησαν στην χρεοκωπία.
Tο 1929 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο ζεύγος Σικελιανού αργυρά μετάλλια «δια την γενναίαν προσπάθειαν προς ανασύστασιν των δελφικών αγώνων». Tο 1932 ο Σικελιανός, επηρασμένος ακόμα απ’ το θέατρο, έγραψε μέσα σε μια εβδομάδα τον «Διθύραμβο του Ρόδου», την πρώτη από τις τραγωδίες του. Απ’ το 1940 έως και το 1951, τη χρονιά της τελευτής του, (όπως πολύ ποιητικά αναφέρει ο Πρεβελάκης),η ιδεολογία του ποιητή μεταβάλλεται σε αμφίσημη πνευματική πράξη. Από το ένα μέρος, οδηγούμενος από την προφητική διαίσθηση και φαντασία του αναζητάει τη μεταφυσική και την ποίηση ενός προλογικού και χθόνιου ουμανισμού που θα ξανατοποθετήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του σύμπαντος, και από το άλλο μέρος, βαθύτατα συγκλονισμένος από τα γεγονότα της δεκαετίας αυτής, εντάσσεται «στο στρατόπεδο της ελευθερίας-δικαιοσύνης» και προσπαθεί εναγώνια να συμβιβάσει και να βρει τον ενιαίο ρυθμό του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του Ανατολισμού. Μαρτυρία της «μεταβολής που είχε συντελεστεί μέσα του» είναι τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα της περιόδου αυτής. Ορόσημο της περιόδου αποτελεί η τραγωδία ο «Χριστός στη Ρώμη» το 1946. Την ίδια χρονιά, ο Σικελιανός εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ δυο χρόνια πριν «φύγει», το 1949, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 04, 2006

Του Paul Eluard

La Courbe de tes yeux

La courbe de tes yeux fait le tour de mon coeur,
Un rond de danse et de douceur,
Auréole du temps, berceau nocturne et sûr,
Et si je ne sais plus tout ce que j'ai vécu
C'est que tes yeux ne m'ont pas toujours vu.
Feuilles de jour et mousse de rosée,
Roseaux du vent, sourires parfumés,
Ailes couvrant le monde de lumière,
Bateaux chargés du ciel et de la mer,
Chasseurs des bruits et sources des couleurs,
arfums éclos d'une couvée d'aurores
Qui gît toujours sur la paille des astres,
Comme le jour dépend de l'innocence
Le monde entier dépend de tes yeux purs
Et tout mon sang coule dans leurs regards.

Το ποίημα ξεκίνησε να γράφεται τον Οκτώβριο του 1924 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1926.

Η καμπύλη των ματιών σου

Η καμπύλη των ματιών σου κυκλώνει την καρδιά μου,
σ’ έναν κύκλο χορού και γλύκας
φωτοστέφανο στον χρόνο, λίκνο νυχτερινό και σίγουρο.
Κι αν δεν ξέρω πια τίποτα απ’ όσα έζησα,
είναι που τα μάτια σου δεν μ’ έβλεπαν πάντα.
Φύλλα της ημέρας κι αφρός δροσοσταλιάς,
καλαμιές στον άνεμο, αρωματισμένα χαμόγελα
φτερά που καλύπτουν τον φωτεινό κόσμο
καράβια φορτωμένα ουρανό και θάλασσα.
Διώκτες θορύβων και πηγές χρωμάτων
Αρώματα που εκκολάπτονται σε μια φωλιά
που ξαπλώνει πάντα στο αχυρένιο στρώμα των άστρων
Όπως η μέρα κρέμεται απ’ την αθωότητα
ο κόσμος όλος κρέμεται απ’ τα αγνά σου μάτια
κι όλο μου το αίμα κυλάει μες το βλέμμα τους.


(Η μετάφραση από τα γαλλικά στα ελληνικά είναι της Αλεπούς).

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2006

Από παλιό μύθο των Βίκινγκς

Στ' όνειρο μου
τη γυναίκα μου άκουσα να λέει:
"Φτωχό μου εσύ κουράστηκες
έλα ν' αναπαυθείς.
Μικρός να γίνεις σαν έμβρυο,
στα σπλάχνα μου να κοιμηθείς".
Τρύπωσα στα σπλάχνα της
και σαν παιδί κοιμήθηκα.
Κι έγινα μικρός, τόσο μικρός
που εξαφανίστηκα.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Charles Baudelaire: Ο "κακός" με τα άνθη.

Επειδή η Krotkaya και η Bebelac το ζήτησαν, ιδού:

O Charles Baudelaire γεννιέται στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1821. Σε ηλικία έξι χρονών πεθαίνει ο πατέρας του και η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον Jacques Aupick, γεγονός που διαταράσσει την μέχρι τότε ήρεμη ζωή του. Η οικογένεια μετακομίζει στη Λυών το 1832, λόγω του πατριού που είναι στρατιωτικός κι επιστρέφει στο Παρίσι το 1836. Ο Charles παραμένει εσωτερικός στη Λυών στο κολέγιο Louis-le-Grand, όπου αποβάλλεται για απειθαρχία, όμως αυτό δεν τον εμποδίζει τελικά να αποφοιτήσει το 1839. Το μόνο που ενδιαφέρει τον μικρό Charles είναι η λογοτεχνική εργασία. Ο ακράτητος δανδισμός του ανησυχεί την οικογένεια του που τον στέλνει κοντά σε έμπιστο της καπετάνιο να κάνει τον γύρο του κόσμου, μήπως και συνετισθεί. Μετά τα νησιά Maurice, και Βourbon, διασχίζει τις Ινδίες. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, το 1842, συνδέεται με τη Jeanne Duval.Παράλληλα, γνωρίζεται με τον Balzac, τον Nerval, τον Theophille Gautier και τον Theodore de Bauville. Δεν καταφέρνει να εκδώσει τα πρώτα του άρθρα και δημιουργεί τέτοια χρέη, που τον οδηγούν σε καταδίκη το 1844 (σε ηλικία 24 χρόνων). Παράλληλα, δεν συγχωρεί τη μητέρα του για το ότι τον άφησε να καταδικαστεί και οι σχέσεις τους αποκαθίστανται μόνο μετά το θάνατο του στρατηγού Jacques Aupick το 1857.Δημοσιεύει τα πρώτα του έργα στο Salon de το 1845 και το 1846, στη La Fanfarlo το 1847, συνεργάζεται με τα περιοδικά Τintamarre, Corsaire-Satan, Messager, Monde literaire, Artiste, δημοσιεύοντας ποιήματα και ποικίλα δοκίμια. Από το 1851 αρχίζει να μεταφράζει Edgar Alan Poe. Το 1857 εκδίδει τα διάσημα πια "Άνθη του Κακού". Έξι απ' αυτά στηλιτεύονται από τη δικαιοσύνη, γεγονός που κλονίζει την ήδη εύθραυστη υγεία του.Παρόλα αυτά, η λογοτεχνική του δραστηριότητα είναι μεγάλη. Δημοσιεύει μια πλακέτα για τον Theophille Gautier. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τον συγγραφέα της "Κυρία με τις καμέλιες" τον συνδέει στενή φιλία. Ακολουθούν οι "Τεχνητοί Παράδεισοι", οι "Αισθητικές Περιέργειες", "τα Έγκατα του Παρισιού" και η "Ρομαντική Τέχνη" το 1863.
Κατά τη διαμονή του στο Βέλγιο επιδεινώνεται η υγεία του, μαζί με τις ατυχίες του. Στην επιστροφή μαζί με τη μητέρα του στο Παρίσι, πεθαίνει τον Αύγουστο του 1867 σε ηλικία 46 ετών.Μετά το θάνατο του, ο Σαρτρ του αφιέρωσε μαζί με τους ομότεχνους του Ζενέ, Μωριάκ, Φλωμπέρ, σελίδες υπό την ονομασία: "Υπαρξιακή Ψυχανάλυση".

Τα άνθη του κακού αποτελούνται από τα εξής ποιήματα:

Στον αναγνώστη
Το άλμπατρος
Ο εχθρός
Το δηλητήριο
Το φιαλίδιο
Ο επιστρέφων
Νυχτερινή Αρμονία
Μελαγχολία
Πρότερη ζωή
Το ποίημα του χασίς


Πρότερη ζωή
Για καιρό κατοικούσα κάτω από απέραντους θόλους
που ήλιοι του πελάγους βάφανε με χίλιες φωτιές
τα μεγαλιώδη τους περιστύλια ευθή και μεγαλοπρεπή
τις νύχτες μοιάζανε με κρύπτες από αχάτη.

Τα κύματα με δύναμη ανασαλεύοντας του ουρανού εικόνες
αναμείγνυαν μεγαλόπρεπα και μυστικά
τις πανύσχυρες συγχορδίες της πλούσιας μουσικής τους
με τα χρώματα του δύοντος ήλιου που η ματιά μου αντικαθρέπτιζε.

Εδώ έζησα τις ήρεμες ηδονές
στο μέσον του γαλάζιου, των κυμάτων, του φέγγους του θαυμαστού
με τους γυμνούς αρωματισμένους σκλάβους
που δρόσιζαν το μέτωπο μου με φύλλα φοινικιάς
καθώς το μόνο που είχαν για μένα μόνιμο ενδιαφέρον, ήταν να βαθαίνουν
όλο και περισσότερο, το οδυνηρό μυστικό που σ' αυτόν μ' έριξε τον βαρύ μαρασμό.

La vie antιrieure

J'ai longtemps habite sous de vastes portiques
Que les soleils marins teignaient de mille feux,
Et que leurs grands piliers, droits et majestueux,
Rendaient pareils, le soir, aux grottes basaltiques.

Les houles, en roulant les images des cieux,
Mκlaint d' une facon solennelle et mystique
Les tout-puissants accords de leur riche musique
Aux couleurs du couchant reflιtι par mes veux.

C' est lΰ que j' ai vecu dans les voluptes
calmes, au milieu de l' azur, des vagues, des splendeurs
Et des esclaves nus, tout imprιs d' odeurs
Qui me rafraissaint le front avec les palmes,
Et dont l' unique soin ιtait d' approfondir
Le secret douloureux qui me faisait languir

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2006

ARTHUR RIMBAUD: ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ

Γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου του 1854 στη Charles Ville και το πλήρες όνομα του ήταν Jean Nicola-Arthur-Rimbaud.Ο πατέρας του, λοχαγός του πεζικού, εγκατέλειψε τη σύζυγο του λόγω αγεφύρωτων διαφορών. Συγχρόνως, εγκατέλειψε και τα πέντε τους παιδιά. Ο Arthur που ήταν δευτερότοκος, έγινε μόνιμος αντίπαλος για την αυστηρή μητέρα του που συνήθιζε να βάζει τα παιδιά της να περπατάνε σε τέλεια στοίχιση. Στο σχολείο παρουσίαζε μια τέλεια αντιφατική προσωπικότητα. Απ’ τη μια, αρίστευε κι απ’ την άλλη έμπλεκε σε καβγάδες. Οι καθηγητές του παραδέχονταν το δυνατό του μυαλό και οι συμμαθητές του το επαναστατικό του πνεύμα. Στο σπίτι, στην διαρκή διαμάχη με τη μητέρα του, απέρριπτε σταδιακά για να την κοντράρει τον Θεό, το έθνος, όλους τους κανόνες κοινωνικής ηθικής καθώς και τις πανεπιστημιακές σπουδές. Μάλιστα θεωρούσε και το απολυτήριο γυμνασίου εντελώς περιττό.
Ήδη απ’ τα 16 του, αυτό που βαθύτερα επιθυμούσε ήταν να ζήσει ως ποιητής, πράγμα που ταύτιζε με την διαρκή ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Στα τέλη του Αυγούστου του 1870, αποπειράθηκε να αποδράσει απ’ το σπίτι του, πράξη που τον οδήγησε κατευθείαν στην φυλακή Μαζά, εξαιτίας μιας παρεξήγησης κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων στον σιδηροδρομικό σταθμό απ’ όπου θα το έσκαγε. Ο Arthur κουβαλούσε ένα πυκνογραμμένο σημειωματάριο που αν και ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για στίχους, λόγω του γαλλογερμανικού πολέμου που μαινόταν, η αστυνομία το θεώρησε ύποπτο. Με τη μεσολάβηση ενός παλιού του καθηγητή, αποφυλακίστηκε κι επέστρεψε σπίτι. Η μητέρα του τον υποδέχτηκε με τη ράβδο στα χέρια. Μερικές μέρες αργότερα, ο ατίθασος Arthur το ξανάσκασε για τη βελγική πόλη Σαρλερουά. Για ένα μήνα βίωσε πείνα, ταλαιπωρία, κίνδυνο κι έγραψε στίχους γεμάτους θλίψη. Μετά επέστρεψε σπίτι γιατί ξεκινούσε ο χειμώνας.
Από το Νοέμβριο του 1870 ως το Φεβρουάριο του 1871 αποφάσισε ότι θα γινόταν οραματιστής:
«Ένας Ποιητής γίνεται οραματιστής μέσω μιας μακράς, άνευ ορίων συστηματικής αποδόμησης όλων των αισθήσεων. Με όλες τις φόρμες του έρωτα, της απελπισίας, της τρέλας, αναζητά τον εαυτό του, τον εξαντλεί με όλα τα δηλητήρια και συλλαμβάνει την πεμπτουσία τους».

Την ίδια εποχή αρχίζει ο σταδιακός εθισμός του στο αλκοόλ, αρχικά με αραιωμένη με νερό μπίρα. Παράλληλα, τον προβληματίζει η λογοτεχνική αξία κλασικών όπως του Ομήρου, του Ρακίνα, του Ουγκό και θεωρεί τη γαλλική γλώσσα άχρωμη και ανούσια. Ωστόσο, θαυμάζει πολύ τον Πωλ Βερλαίν. Κι έτσι, αποφασίζει να ξαναφύγει για το Παρίσι αυτή τη φορά. Άντεξε δυο μήνες μακριά απ’ την οικογενειακή γαλήνη κι επέστρεψε στην πόλη του άφραγκος και ταλαιπωρημένος με τα πόδια.
Μάκρυνε τα μαλλιά του, κάπνιζε πίπα κι έπλεκε χλευαστικά στιχάκια για τους αστούς με τα οποία ψυχαγωγούσε τους εκκεντρικούς θαμώνες του καφέ Πτι Μπουά όπου και σύχναζε. Στα τέλη του Σεπτέμβρη του 1871 κι ενώ ήδη αισθανόταν εγκλωβισμένος στα στενά όρια της επαρχιακής του πόλης, επεδίωξε να έρθει σε επαφή με τον Βερλαίν, αποστέλλοντας του κάποιους στίχους, Λίγο καιρό αργότερα ήρθε η απάντηση: «Ελάτε, αγαπητή μεγάλη ψυχή, σας περιμένουμε, σας επιθυμούμε».
Στο Παρίσι ο Βερλαίν, παρά τις αντιρρήσεις της γυναίκας του και των πεθερικών του, αποφασίζει να φέρει και τον Rimbaud στο σπίτι κι έτσι ζουν μαζί μια εποχή που πυροδοτεί το έργο «Μια εποχή στην κόλαση» το οποίο ολοκλήρωσε ο Rimbaud το φθινόπωρο του 1873. Μαζί περιπλανώνται στη Μονμάρτρη, στο Καρτιέ Λατέν, στα καφέ της Τρυντέν. Κοιμόνται τη μέρα και τη νύχτα επιδίδονται σε παντός είδους καταχρήσεις. «Δεσποινίς Rimbaud» τον αποκαλούν ειρωνικά κι εκείνος γίνεται όλο και πιο σαρκαστικός, κακεντρεχής, προσβλητικός
Οι δυο σύντροφοι συνεχίζουν τη φαντασιακή τους αναζήτηση σε Βέλγιο και Αγγλία. Οι τσακωμοί όμως, οι σκηνές ζηλοτυπίας και η ανέχεια, άρχισαν να τους δηλητηριάζουν με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν ο ένας τον άλλον εκ περιτροπής. Ανταλλάσσουν επιστολές επανασύνδεσης γεμάτες μεταμέλεια, απειλές αυτοκτονίας, και όρκους αφοσίωσης. Το δράμα κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1873, όταν ο Βερλαίν πυροβόλησε στο χέρι τον Rimbaud μετά την απόφαση του τελευταίου να χωρίσουν οριστικά, Ο Βερλαίν κατέληξε στη φυλακή και ο Rimbaud επέστρεψε σπίτι του.
Με έξοδα της μητέρας του τυπώθηκε το «Μια εποχή στην κόλαση» σε 500 αντίτυπα, τα 495 απ’ τα οποία τα έκαψε ο δημιουργός τους στη συνέχεια. Η ποίηση δεν τον ενδιέφερε πια. Αντιθέτως ήθελε να μάθε τα πάντα. Διετέλεσε παιδαγωγός στη Βυρτεμβέργη, φορτοεκφορτωτής στη Μασσαλία, υπάλληλος τσίρκου στη Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη, κλέφτης ταλαίπωρου αμαξά στη Βιέννη, λιποτάκτης του ολλανδικού στρατού στη Σουμάτρα. Ενδιαμέσως, επέστρεφε στη γενέτειρα του για να αφοσιωθεί στην εκμάθηση ασιατικών γλωσσών, στο πιάνο, χτυπώντας τα πλήκτρα που είχε ζωγραφίσει στο τραπέζι και ξύρισε το κεφάλι του.
Ανάμεσα στο 1880 και 1891, άρχισε να τον έλκει η Αφρική . Οργάνωνε και συνόδευε καραβάνια ανάμεσα στις χώρες της Ερυθράς θάλασσας, εμπορευόμενος χρυσό, ελεφαντόδοντο και όπλα. Συγχρόνως άρχισε να παραπονείται για ταχυκαρδίες, ρευματισμούς και αφόρητη πλήξη. Τον είλκυσε ξαφνικά το Ισλάμ κι άρχισε να μελετάει αποκλειστικά το Κοράνι. Του έφταιγαν όλα, οι ντόπιοι, ο θρησκευτικός φανατισμός, η αδυναμία του να πλουτίσει, το ότι δεν παντρεύτηκε.
Επέστρεψε υποχρεωτικά στην πόλη του τον Μάιο του 1891, προσβεβλημένος από καρκίνο. Στο νοσοκομείο της Κονσεψιόν, υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό του ενός κάτω άκρου. Δήλωνε συνεχώς έτοιμος να απαλλαγεί απ’ τη μίζερη του ύπαρξη , παρόλο που έκανε σχέδια να προσθέσει ξύλινο πόδι. Επιθυμούσε να γυρίσει στην Αφρική και να τον γιατρέψει ο ζεστός ήλιος. Ο καρκίνος όμως έκανε μετάσταση και ο Rimbaud άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Νοεμβρίου, έχοντας μόλις κλείσει τα 37 του χρόνια.
Με δυο σονέτα θέλησε ο άλλοτε αγαπημένος του να ωραιοποιήσει το πρόωρο τέλος:
«Εσύ νεκρός, νεκρός, νεκρός! αλλά τουλάχιστον νεκρός όπως εσύ το θέλεις».

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο Φαντάρος των 23 σεντς

(Ανοιχτή επιστολή του μεγάλου Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ στον Ντάλλες, υπουργό εξωτερικών των Η.Π.Α, το 1951)

Μίστερ Ντάλλες,

γιατί να σας το κρύψουμε;

Η ζωή είναι πολύ ακριβή στη χώρα μας.

Παραδείγματος χάριν: δεν μπορείτε να αγοράσετε

παρά μόνο δυο δράμια αρνί της Άγκυρας με 23 σεντς

ή δυο οκάδες ξερά κρεμμύδια

ή μισή οκά φακές

ή μια πήχυ σάβανο

ή έναν άνθρωπο αγορασμένο για ένα μήνα ολάκερο,

χαμένο μες στη χακί ομοιομορφία και τα μυδράλια,

έτοιμο να σκοτώσει ή να σκοτωθεί.

Ίσως ποτέ του να μην έχει δει τη θάλασσα.

Ίσως αγαπάει στα δάση το κυνήγι

Ή ίσως έχει αφήσει την καρδιά του σε μια κοριτσίστικη παλάμη.

Κι όμως Μίστερ Ντάλλες,

υπάρχει κάτι ακόμα που δεν σας είπαν μέχρι σήμερα.

Αυτός ο άνθρωπος που σας τον πουλάνε για 23 σεντς,

υπήρχε πολύ πριν φορέσει τη στολή που του δώσατε.

Υπήρχε σαν άνθρωπος,

υπήρχε σκυμμένος επάνω στο υνί του.

Υπήρχε πριν κι ακόμα πριν

εσείς βαφτίσετε τις πολιτείες σας.

Ναι, Μίστερ Ντάλλες,

όταν ακόμα ήταν ένα χωράφι η Νέα Υόρκη σας.

Αυτός έχτιζε θόλους μολυβδοπελεκητούς,

πλατειούς κι απέραντους σαν τον γαλάζιο ουρανό.

Λάξευε το μάρμαρο λες κι ύφαινε.

Έριχνε πάνω απ’ τους μεγάλους ποταμούς

γέφυρες με σαράντα δυο καμάρες.

Αυτός για να μαζέψει μια μέρα όλους τους λαούς σε δείπνο αδελφικό

και να τους πει:

«όλα είναι κοινά από σήμερα. Όλα, έξω απ’ τα χείλη της αγαπημένης».

Αυτός, ο Χασάν ο εργάτης,

ο Μεχμέτ ο χωρικός

ο Αλή ο δάσκαλος

Μα προσέξτε, γιατί το φτηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε.

Και μη σας τρομάξει αν αύριο, τη μέρα του ισολογισμού,

δείτε ότι σας στοίχισε πολύ ακριβά

αυτός ο φαντάρος των 23 σεντς.

Μ’ άλλα λόγια,

ο φτωχός, ο αντρειωμένος μου

ο δουλευτής λαός μου.

Μεγάλος,

όπως όλοι οι λαοί του κόσμου.

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2006

Τα ερωτικά του Σαίξπηρ

ΟΘΕΛΛΟΣ
Ω χαρά της ψυχής μου!
Αν ύστερα από κάθε τρικυμία
Είναι ν’ ακολουθεί τέτοια γαλήνη,
τότε ας φυσούν οι άνεμοι
ως να ξυπνήσουν το θάνατο! Η βάρκα μου
ας παλεύει όσο θέλει σκαρφαλώνοντας
του πελάου τα βουνά, ψηλά ως τον Όλυμπο,
και ας βυθίζεται πάλι
απ’ τα ύψη του ουρανού κάτω στον Άδη!
Αν είταν τώρα να πεθάνω, θα είτανε
για μένα τούτη η ώρα το στεφάνωμα
της ευτυχίας[…]
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
[…] να αυξαίνουνε η αγάπη και η ευτυχία μας
μαζί με τις ημέρες μας!
ΟΘΕΛΛΟΣ
Αμήν, πανάγαθοι ουρανοί!
Δεν έχω λόγια να πω τη χαρά μου.
Μου πνίγει το λαιμό. Κι αυτό, κι αυτό
ας είναι η πιο βαριά παραφωνία
που θα ακουστεί ποτέ από τις καρδιές μας.

(Σαίξπηρ. Οθέλλος. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.1)


ΡΩΜΑΙΟΣ
Θα φύγω δίχως μια μικρή αμοιβή να ‘χω από σένα;
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Και ποια αμοιβή μπορείς, απόψε, να’ χεις από μένα;
ΡΩΜΑΙΟΣ
Την αγάπη σου αντάλλαγμα δος μου για τη δική μου.
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Εγώ κιόλα στην έδωσα, προτού μου τη γυρέψεις
εσύ. Ωστόσο θα ήθελα να σου την πάρω πίσω!
ΡΩΜΑΙΟΣ
Να μου την πάρεις; Και γιατί γλυκιά μου αγαπημένη;
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Για να δειχτώ γενναιόδωρη και να στην ξαναδώσω!
Όμως ποθώ κάτι που το’ χω σε αφθονία.
Η απλοχεριά μου είναι πλατιά σα θάλασσα,
κι η αγάπη μου, βαθιά καθώς αυτή: κι όσο σου δίνω,
τόσο έχω περισσότερη. Γιατί κι οι δυο τους είναι
χωρίς σωσμό.

(Σαίξπηρ. Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.2)


ΔΟΥΚΑΣ
Αν του έρωτα τροφή’ ναι η μουσική, ε, πάιζετε,
Παραχορτάστε με, ώσπου απ’ την κατάχρησην
Ο πόθος ν’ αρρωστήσει κι έτσι να πεθάνει.
Πάλι το ίδιο! Σιγοπέθαινε στο τέλος.
Ω, χάιδεψε τα’ αυτί μου σαν αχός γλυκός
Που, πνέοντας πάνω από βραγιά με μενεξέδες
Κλέβει ευωδιά και δίνει.
[…]
έρωτα, τι ζωηρό, νεαρό δαιμόνιο είσαι,
που, μήτε νιώθωντας τη δύναμη σου, δέχεσαι,
καθώς η θάλασσα, ό, τι πέσει μέσα […]
τόσο η αγάπη είναι γεμάτη από παράξενα
που αυτή’ ναι πια το μόνο καθαυτό παράξενο

(Σαίξπηρ. Δωδεκάτη νύχτα. Μετ.: Β. Ρώτας. Πράξη Α΄, Σκ.1)


ΛΥΣΣΑΝΔΡΟΣ
[…] Θέλω να σου ειπώ, οι καρδιές μας τόσο
ζυμώθηκαν μαζί που μια μπορούν να γίνουν.
Τα δυο κορμιά μας μ’ έναν όρκο αλυσοδέθηκαν
κι είναι τα δυο μια πίστη. Και γι’ αυτό σου λέω,
τούτη η κρεββατοκάμαρη ας μου συχωρέσει
να γείρω πλάι σου, όπου η πίστη μ’ έχει δέσει.

(Σαίξπηρ. Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.2)


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ
Δες το φεγγάρι ολόφωτο πως λάμπει! Τέτοια νύχτα
όταν τα’ αγέρι τα δεντρά φιλούσε αγάλια αγάλια
Δίχως κανένα ψίθυρο να βγάζουν, τέτοια νύχτα
στης Τροίας λεν τον καστρότοιχο ανέβηκε ο Τρωίλος
και την ψυχή του στέναζε προς τα αντικρύ καλύβια
όπου έμενε του η Χρυσηίδα.

(Σαίξπηρ. Ο Έμπορος της Βενετίας. Μετ.: Αλεξ. Πάλλης. Πράξη Ε΄, Σκ.1)

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006

Όνειρο θερινής νυκτός

Χορεύει η μέρα σήμερα και κάνει μαγικά. Κι έρχεται η νύχτα, ζεστή, καλοκαιρινή, ερωτική και πλανεύει. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!
Κατά το θερινό ηλιοστάσιο, άνοιγαν οι ουρανοί σύμφωνα με τους αρχαίους κι εισακούγονταν οι ευχές των θνητών. Μια τέτοια νύχτα στο«Όνειρο θερινής νυκτός», ο Σαίξπηρ περιγράφει την τρέλα του έρωτα να κυριαρχεί, τα παράξενα, ανατρεπτικά, αλλόκοτα τερτίπια μυστικών δυνάμεων που αναστατώνουν τους θνητούς και τους μπερδεύουν. Ο Όμπερον, ο βασιλιάς των ξωτικών ερωτεύεται ένα αγόρι, ενώ η βασίλισσα Τιτάνια κοιμάται και χαίρεται τον έρωτα ενός μάστορα που έχει μεταμορφωθεί σε γάιδαρο
Τα ξωτικά του δάσους με πρωτεργάτη τον Πουκ αλλάζουν τα φίλτρα και περιπλέκουν τους έρωτες τεσσάρων νέων, της Ελένης, της Ερμίας, του Λύσσανδρου και του Δημήτρη.


Κοιμήσου εσύ στο χώμα γλυκά
ονειρικά σταλάζω σταξιά
στου ματιού την καρδιά
να γειάνει γητειά
και σαν σηκωθείς
μ’ αναγάλλια ψυχής
στου φωτός την αχλύ,
να δεις με νέα ματιά
καλής ποθητής
την ώρια θωριά!
Κι όπως λέει η παροιμία
το ρητό κι η ιστορία
για να’ ρθει ο κόσμος γύρα
κάθε αρσενικό και μία
όρα από πολύ παλιά
Δευκαλίωνα και Πύρρα.
Εύκολα δεν κρύβεις έρωτα και βήχα!
πάντα θα’ χει η σελήνη χάση
κι η θάλασσα φουσκονεριά
θα΄χει η γουστέρα ράχη
και ο γάιδαρος αυτιά
θα ‘χει ο νέος στο πλευρό τη ναι
κι όλα θα’ ναι μια χαρά!

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006

Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη

Η ποίηση του Σεφέρη μπήκε στη ζωή μου όταν ήμουνα γύρω στα 16. Στο σχολείο είχαμε μόλις διδαχτεί την Ελένη και το ποίημα μου είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερη συγκίνηση.

Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες
……………………………………………………….
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
Τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;

Είχα γράψει, θυμάμαι, μια ανάλυση στο μάθημα των Νέων Ελληνικών για το εν λόγω ποίημα που είχε αρέσει πολύ και είχε διαβαστεί και στην τάξη. Μακάρι να είχε διασωθεί μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Θα ήθελα πολύ σήμερα να διάβαζα τι έγραφα τότε.
Λίγα χρόνια αργότερα, αγόρασα την Έρημη χώρα του Έλιοτ σε μετάφραση Σεφέρη. Το διάβαζα με ενδιαφέρον, αλλά κάτι μου έλειπε. Ίσως να ήταν κάπως νωρίς για να επικοινωνήσω με τα υψηλά διανοήματα συγγραφέα και μεταφραστή. Ωστόσο, καταλάβαινα ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει.
Εγώ μπήκα στη ζωή του Σεφέρη πριν από λίγους μήνες, όταν διάβασα την προσωπική αλληλογραφία του. Πρόκειται για μια σειρά γραμμάτων που αντάλλαξε με τη γυναίκα του Μαρώ σε δύο χρονικές περιόδους, τα ερωτικά από το 1936 ως το 1940, και τα συζυγικά από το 1944 ως το 1959. Ρίχτηκα στο διάβασμα τους με φοβερό πάθος. Ακόμα κι όταν τα τελείωσα, τα σκεπτόμουνα συχνά. Η επιστολογραφία σαν είδος είναι έτσι κι αλλιώς θελκτική αφού συντηρεί την αδιακρισία, επιτρέπει να εισβάλλεις απρόσκλητος στη ζωή του άλλου και συχνά διαλύει τους μύθους. Εμένα μου άρεσε γιατί επιτέλους μέσα από τα γράμματα αυτά ανακάλυψα τον άνθρωπο Σεφέρη, τις σκέψεις του τόσο για καθημερινά όσο και για σοβαρά ζητήματα -πολλά μάλιστα σχετιζόμενα με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, αφού τα επεξεργάζεται με την ιδιότητα του διπλωμάτη- , τα συναισθήματα του, το χιούμορ του. Το ύφος του και η πολύπλευρη προσωπικότητα του μ’ έκαναν να θέλω να διαβάσω κι ό,τι άλλο εκτός ποίησης έχει γράψει. Πρόσφατα, είχα την τύχη να αποκτήσω και τα δοκίμια του συγκεντρωμένα σε δυο τόμους από το 1936 ως το 1971 όπου ξεδιπλώνει τη σκέψη του για ζητήματα γλώσσας, ύφους, ρυθμού.
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει τόσο πολύ ο Σεφέρης. Ίσως επειδή τα ποίηματα του μου κινούν μια διαδικασία σκέψης σε συνδιασμό με συναισθηματική τέρψη. Κι αυτό μου προκαλεί την περιέργεια και την ανάγκη να τον διαβάζω όλο και περισσότερο προκειμένου να κατανοήσω το υπο-κείμενο (εδώ η λέξη με διττή σημασία: υποκείμενο, το πρόσωπο που παράγει την ποίηση, ο ποιητής δηλαδή αλλά και το κάτω από το κείμενο, τι κρύβεται σαν σκέψη και αφορμή κάτω απ’ τους στίχους που παραδίδονται. Ο Σεφέρης έζησε από πολύ νέος στην Ευρώπη, πρώτα στο Παρίσι και μετά το Λονδίνο και ήρθε σε άμεση επαφή με τα πνευματικά και ποιητικά ρεύματα που άλλαξαν τα λογοτεχνικά δεδομένα μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι όταν το 1931 κυκλοφόρησε η Στροφή, ερχόταν στην ελληνική ποίηση μια αλλαγή και μια πραγματική στροφή. Ο Σεφέρης δεν κάνει εύκολη ποίηση και προπαντός η ποίηση του δεν είναι χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική πηγάζοντας απ’ τη σκέψη του πάνω στα ανθρώπινα όχι βέβαια του μικρόκοσμου του αλλά ενός ευρύτερου περιβάλλοντος.
Παραθέτω εδώ λίγους στίχους από το Βασιλιά της Ασίνης. Βρέθηκα στη μυκηναϊκή Ασίνη ένα όψιμο βροχερό φθινοπωρινό απόγευμα και ατένισα νοσταλγικά το βράχο δίπλα στη θάλασσα, εκεί που πέρασε ο ποιητής λίγες ξέγνοιαστες μέρες τον Αύγουστο του 1938 κάτω από τη σκέπη ενός ξεχασμένου απ’ το χρόνο και την ιστορία βασιλιά.


Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Κυριακή, Απριλίου 09, 2006

Fernando Pessoa: Οι μάσκες κι ο καθρέφτης

«Σε κάθε άνθρωπο υπάρχουν τρεις Γιάννηδες: ο Γιάννης όπως είναι, ο Γιάννης όπως τον νομίζει ο εαυτός του κι ο Γιάννης όπως τον νομίζουν οι άλλοι». Τάδε έφη Wendell Holmes, ένας αμερικανός συγγραφέας του 19ου αιώνα.
Ο Λουίτζι Πιραντέλο που πολύ τον απασχόλησε το θέμα της πολλαπλότητας του ατόμου, προχωρόντας ακόμα περισσότερο, υποστηρίζει ότι ο πρώτος Γιάννης δεν υπάρχει καν. Υπάρχουν μόνο οι άλλοι δύο αλλά κι αυτοί δεν είναι δύο μόνο, είναι αμέτρητοι.
«Ο καθένας μας δεν είναι αυτό που νομίζει αλλά είναι ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες, ανάλογα με το πώς βλέπει τούτο ή εκείνο το πρόσωπο και πάντα αλλιώτικος απ’ ό, τι πλάθει ο ίδιος τον εαυτό του μέσα στο μυαλό του. Γι’ αυτό η ηθική καταστροφή είναι τεράστια όταν ένας ηθικός καθρέφτης του αποκαλύπτει ξαφνικά την εικόνα του εαυτού του όπως τη βλέπουν οι άλλου, δηλαδή τι είναι για τους άλλους. Έτσι ο καθένας μας έχει άπειρες μορφές για τους τρίτους. Ο καθένας μας πιστεύει πως ο εαυτός του είναι ένας. Μα γελιέται. Ο καθένας μας είναι τόσο πολλοί όσες και οι δυνατότητες που υπάρχουν μέσα μας. Κι εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε παρά μονάχα ένα μέρος του εαυτού μας και σίγουρα, το λιγότερο σημαντικό.»
«Νομίζω- λέει και πάλι ο Σικελός δραματουργός -πως η ζωή είναι μια θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας – χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πως , γιατί κι από που- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας δημιουργώντας μια πραγματικότητα (μια για τον καθένα και ποτέ τη ίδια για όλους) που κάθε τόσο αποδεικνύεται μάταιη και φανατστική… όταν ένας άνθρωπος ζει, ζει και δε φαίνετια. Αν του βάλουμε μπροστά του έναν καθρέφτη, τότε ή μένει κατάπληκτος απ’ την όψη του ή στριφογυρίζει τα μάτια του για να μη δει τον εαυτό του ή έξω φρενών φτύνει την εικόνα του ή οργισμένος δίνει μια γροθιά για να την καταστρέψει…»

Ο πορτογάλος ποιητής Φερνάρντο Πεσσόα (1888-1935) προχώρησε με το έργο του και τη ζωή του πολύ περισσότερο απ’ τις παραπάνω θεωρίες, αρνούμενος και ταυτόχρονα αναζητώντας τον εαυτό του, κατασκευάζοντας αντ’ αυτού δεκάδες πραγματικά πρόσωπα προκειμένου να ξεφύγει απ’ το δικό του.

Δεν είμαι τίποτα
Ποτέ δεν θα είμαι τίποτα
Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα
Εκτός αυτού, φέρω μέσα μου όλα τα όνειρα
του κόσμου

Μετά το θάνατο του, βρέθηκε στ σπίτι του ένα μπαούλο με 25.000 χειρόγραφα που δεν είχαν ποτέ εκδοθεί κι απ’ τα οποία οι ειδικοί έφεραν στο φως 72 ετερώνυμους και ημί –ετρερώνυμους. Όλοι με το δικό τους ύφος, τη δική τους βιογραφία, υπογράφουν ποιήματα, άρθρα, αποσπασματικά κείμενα. Όπως το διατυπώνει ο ίδιος ο Πεσσόα:.

Στο καθένα από αυτά τα πρόσωπα έθεσα μια διαφορετική έννοια της ζωής, όλες όμως αντλούν την ουσία τους από το σπουδαίο μυστήριο της ύπαρξης

Η περίπτωση του Πεσσόα – μοναδική στα λογοτεχνικά χρονικά- έδωσε λαβή σε κάθε λογής ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Η δυστυχισμένη του ύπαρξη κι η απελπισία που βάραινε τη μοναχική του ζωή, τον περιόρισαν να ζει αποσπασμένο απ’ τον εαυτό του και παρατηρητή. Έτσι η δημιουργία του φανταστικού κόσμου των ετερωνύμων ήνταν μια διέξοδος διανοητικής ψυχαγωγίας απ’ το προσωπικό του μηδέν, μια ειρωνική εκδίκηση ενάντια στον εαυτό του, μια προσπάθεια να ζήσει έστω και τεχνητά ως διαμεσολαβητής άλλων.

Εννοείται πως αγνοώ αν είναι αυτοί
που δεν υπάρχουν ή μήπως ο ανύπαρκτος
είμαι εγώ: σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις
δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί

Στο πέρας τούτης της ημέρας
απομένει ό,τι απέμενε από χθες,
ό, τι θ’ απομείνει κι αύριο:
η ακόρεστη αγωνία, αγωνία απύθμενη του να είμαι
πάντα ο ίδιος και πάντα ένας άλλος

Τετάρτη, Απριλίου 05, 2006

Γράφοντας ποίηση


Γι' αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ' αυτόν που δε γνωρίζω, που
είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους
και φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου.
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει, να γιατί πρέπει
να γράφουμε.
Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε, τον
κόσμο της φθοράς.
Η Ποίηση έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να
υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για την
Ανάσταση.

Οδυσσέας Ελύτης