Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2012

Τουρίστες τον Αύγουστο στην Αθήνα

Αρχές Αυγούστου, η Αθήνα έρημη πόλη. Τα βράδια κοιμάσαι με τους ήχους των τζιτζικιών, τα πρωινά νομίζεις ότι είσαι ο μόνος που σηκώνεται να πάει στη δουλειά. Τα γύρω διαμερίσματα κλειστά, ο δρόμος άδειος να παρκάρεις όπου σου κάνει κέφι.
Τις Κυριακές, όλοι τρέχουν να δροσιστούν στις γύρω παραλίες. Το κέντρο εγκαταλειμμένο έτσι κι αλλιώς, μοιάζει πιο έρημο από ποτέ. Ευκαιρία για περιήγηση στην Αθήνα σαν να είμαστε τουρίστες στην ίδια μας την πόλη.


Πρώτη στάση: Το Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής που φιλοξενεί την έκθεση: "Η Σμύρνη των Ελλήνων". Στα πλαίσια της συμπλήρωσης των 90 χρόνων από την καταστροφή της Σμύρνης και της διάδοσης της ιστορικής μνήμης, η Ένωση Σμυρναίων σε συνεργασία με την Ιστορική και Εθνολογική Ελληνική Εταιρεία εκθέτει στο κοινό εκδόσεις, περιοδικά, εφημερίδες, φωτογραφίες, πορτρέτα, οικογενειακά κειμήλια και ό, τι άλλο μπόρεσε να διασωθεί απ' την καταστροφική φωτιά που εξαφάνισε τη Σμύρνη.
Παρουσιάζονται τα άμφια του Μητροπολίτη Χρυσόστομου, αναμνηστικά του αρχιστράτηγου Παρασκευόπουλου καθώς και το γραφείο του Αδαμάντιου Κοραή με κάποια προσωπικά αντικείμενα.


Δεύτερη στάση: Το ίδιο το κτίριο που φιλοξενεί την έκθεση με τη μόνιμη συλλογή του. Είδαμε την αίθουσα που στέγασε τη Βουλή από το 1875 ως το 1935. Περιμετρικά αυτής, στις υπόλοιπες αίθουσες, η έκθεση αποκαλύπτει την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ως τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Η συλλογή από φωτογραφίες, κειμήλια, αντικείμενα, ενδυμασίες, χάρτες είναι πολύ πλούσια. Είδαμε το πρώτο πιεστήριο, ακρόπρωρα, αλλά και τη βασιλική άκατο του Όθωνα "Ουρανία". Επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το λαογραφικό τμήμα του Μουσείου με τοπικές ενδυμασίες και αντικείμενα της καθημερινής αστικής ζωής.


Διάλειμμα για κάτι δροσιστικό σε μια μικρή όαση στην καρδιά της Αθήνας. Το καφέ του κήπου του Νομισματικού Μουσείου είναι χάρμα οφθαλμών!


Τρίτη στάση: Μια που βρισκόμασταν εκεί, είπαμε να εξερευνήσουμε το Μουσείο (σ.σ νομισματικό) που στεγάζεται στο Ιλίου Μέλαθρον, το πάλαι ποτέ σπίτι του Σλήμαν.


Πραγματικά, δεν ξέρω τι να πρωτογράψω γι' αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο χώρο. Πέρα από την πλούσια και θαυμαστή συλλογή των νομισμάτων καθώς και τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ιστορία του νομίσματος, το πραγματικό αξιοθέατο είναι το ίδιο το σπίτι, έργο του Τσίλερ που εγκαινιάστηκε το 1881 και χαρακτηρίστηκε ως δείγμα του όψιμου νεοκλασικισμού.







Παρόλες τις περιπέτειες και τις φθορές που υπέστη από τότε που πέρασε στα χέρια του ελληνικού Δημοσίου (στεγάστηκαν διαδοχικά εκεί το Μουσείο Καλών Τεχνών, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος και τέλος το Νομισματικό Μουσείο), το μάτι του επισκέπτη περιπλανιέται σε εξαιρετικά διακοσμητικά μοτίβα, ψηφιδωτά, περίφημα ταβάνια και πατώματα, περίτεχνες παραστάσεις σε τείχους και αγγεία, εμπνευσμένες από τα τρωικά και μυκηναϊκά ευρήματα καθώς κι από ανάλογες απεικονίσεις σε Μέγαρα της Πομπηίας.





Τέλος περιήγησης κι επιστροφή σπίτι. Σκέφτομαι πόσο άσχημα συμπεριφερόμαστε τελικά σ' αυτήν την πόλη, πόσο την αδικούμε. Η ερημιά της αυτές τις μέρες αποκαλύπτει περισσότερο την ασχήμια και τις ατέλειες της. Ατέλειες που ωστόσο δεν την κάνουν γοητευτική, αλλά αποκρουστική. Μπαλωμένοι δρόμοι, κακοτεχνίες σε πεζοδρόμια, γκραφίτι σε αγάλματα και τοίχους κεντρικών κτιρίων, σκουπίδια που δεν βρήκαν τον δρόμο για τον κάδο, ανθρώπινα ερείπια ξεχασμένα σε παγκάκια ή εγκαταλειμμένα κτίρια, μυρωδιές από ανθρώπινες εκκρίσεις. Απουσία τουριστών. Στο Νομισματικό Μουσείο εκτός από μας ήταν μια μητέρα με το παιδί της (ξένοι). Στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, πέρα από μια ομάδα που ξεναγήθηκε στην έκθεση της Σμύρνης και δυο τρεις άλλους, ένας νεαρός τουρίστας είδε τη μόνιμη έκθεση μαζί με μας.

Τους πάνε όλους στην Πλάκα και την Ακρόπολη. Μα δεν θα μπορούσε άραγε η Πανεπιστημίου με τα ελάχιστα εναπομείναντα ιστορικά κτίρια να έχει τουριστικό ενδιαφέρον; Αν ο Δήμος Αθηναίων έκανε καλά τη δουλειά του, δεν θα έπρεπε να είναι καθαροί οι δρόμοι, αν δεν έτρωγαν λεφτά οι διάφοροι γνωστοί- άγνωστοι, δεν θα είχε αποκατασταθεί π.χ το Οφθαλμιατρείο; Πινακίδα στην σκεπασμένη του όψη μας πληροφορεί ότι γίνονται εργασίες αποκατάστασης μέσω κάποιου κοινοτικού κονδυλίου, απ' τις φθορές του σεισμού του 1999. Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ πώς ολόκληρος Παρθενώνας χτίστηκε σε 10 χρόνια και χρειάζονται 13 για ν' αποκατασταθούν φθορές με τη σημερινή τεχνογνωσία...

Η απουσία ενδιαφέροντος απ' όλους τους φορείς για τη συντήρηση της πόλης σ' ένα αξιοπρεπές επίπεδο είναι εμφανής. Η προσπάθεια για τη διάσωση του παρελθόντος της όπου αυτό είναι εφικτό και για την "προώθηση" της τόσο στους τουρίστες, όσο και στους κατοίκους της, θα έπρεπε να είναι στη μόνιμη ατζέντα του Υπουργείου Πολιτισμού, του Δήμου Αθηναίων και όλων των σχετικών φορέων. Εμάς που γεννηθήκαμε εδώ κι εδώ ζούμε προσπαθώντας ακόμα ν' ανακαλύψουμε όμορφες γωνιές και κρυμμένα μυστικά, μας πληγώνει τα μάτια και την ψυχή αυτή η παντελής απουσία αισθητικής.

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Αθλοπαιδιές



Ένα απ' τα πράγματα που ζηλεύω πάντα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό είναι τα ωραία πάρκα που σου επιτρέπουν να δραπετεύσεις έστω και λίγο απ' τη βοή της πόλης, ν' ακούσεις πουλάκια να κελαηδάνε, να περπατήσεις, να αθληθείς, να βγάλεις βόλτα το μωρό σου ή ν' αφήσεις άφοβα τα παιδιά σου να παίζουν χωρίς να φοβάσαι ότι θα τα πατήσει αυτοκίνητο. Ύπάρχουν κάτι τεράστια καταπράσινα πάρκα που προσφέρονται για να περάσεις από μία ως περισσότερες ώρες χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύεις λεφτά. Μπορείς να κάθεσαι στο γκαζόν και να ρεμβάζεις ή σ' ένα παγκάκι να διαβάζεις το βιβλίο σου ή να τρως το σάντουιτς σου.
Τώρα με την οικονομική κρίση, τέτοια μέρη θα ήταν μικρές οάσεις στην βρώμικη, γεμάτη καυσαέριο και πανάκριβη Αθήνα. Αλλά, ως γνωστόν, όταν "φτιαχνόταν" αυτή η πόλη, κανείς δεν είχε τη διορατικότητα να την προβάλλει στο μέλλον. Επιπλέον, κανείς φαίνεται δεν θεωρούσε τα πάρκα ιδιαιτέρως απαραίτητα σε αντίθεση με τους παιδότοπους. Δεν σας έχει κάνει εντύπωση που σε μια χώρα με καλό καιρό 8 μήνες τον χρόνο, οι κλειστοί και ανθυγιεινοί παιδότοποι είναι περισσότεροι απ' ό, τι σε πιο κρύες χώρες της Ευρώπης;

Για να μην μακρηγορώ, πριν από λίγες ώρες βρέθηκα στο Άλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι. Πέραν του ότι είναι ένα όμορφο, μεγάλο πάρκο, φιλικό προς τους επισκέπτες, με κολυμβητήριο, γήπεδα ποδοσφαίρου και τέννις, μ' εντυπωσίασε το νέο υπαίθριο γυμναστήριο του. Εκεί, μπορεί κανείς να κάνει ποδήλατο, ασκήσεις για τα χέρια ή τα πόδια σαν να βρισκόταν σε κανονικό γυμναστήριο και χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει. Είδα - και πολύ το χάρηκα- ανθρώπους περασμένης ηλικίας να χρησιμοποιούν τα διάφορα όργανα. Μια γυμνάστρια βρισκόταν εκεί κοντά για να βοηθήσει όσους την χρειαζόντουσαν.



Δεν είμαι ιδιαίτερα αθλητικός τύπος, όμως στέκομαι ιδιαίτερα σ' αυτό που προσφέρεται στους ανθρώπους που επισκέπτονται το πάρκο γιατί στην εποχή μας σπανίζει.
Δεν ξέρω πώς έγινε το Πεδίο του Άρεως που για χρόνια ολόκληρα αφέθηκε στην απόλυτη παρακμή. Έμαθα ότι το έφτιαξαν. Μακάρι! Θέλω να το φαντάζομαι όμορφο όπως υπάρχει στις μνήμες της παιδικής μου ηλικίας.
Δεν ξέρω αν φτιαχτεί ποτέ με τη λογική λειτουργικού πάρκου ο Εθνικός Κήπος. Θα έπρεπε! Το οικοδομικό χαλίκι που έχουν στρώσει τα τελευταία χρόνια είναι και αντιαισθητικό και αφιλόξενο για μικρά παιδιά που τρέχουν ή για μεγάλους που θέλουν ν' απολαύσουν έναν περίπατο.
Δεν ξέρω αν γίνει ποτέ το Μητροπολιτικό Πάρκο που εξαγγέλθηκε πριν χρόνια στη θέση του παλιού αεροδρομίου που ακόμα χάσκει σαν φάντασμα όταν διασχίζεις την Ποσειδώνος. Δεν το πιστεύω! Απ' ό, τι ξέρω μάλλον για συγκροτήματα πολυκατοικιών και μαγαζιών προορίζεται ο χώρος.
Σήμερα όμως, χάρηκα που είδα ένα τόσο όμορφο πάρκο να σέβεται τους επισκέπτες του κι εκείνοι να χαίρονται να το απολαμβάνουν. Είναι η εξαίρεση. Οι εξαιρέσεις κάνουν όμως τη διαφορά!

Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες βιαστικά απ' το κινητό μου (δεν ήθελα να νομίζουν οι άνθρωποι ότι τους φωτογράφιζα παραβιάζοντας την ιδιωτικότητα τους) και δεν αποδίδουν ίσως αρκετά όσα γράφω.

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011

"Στην ταράτσα"

Αυτός ο πίνακας μου αρέσει πολύ! Τον έχω δει δυο φορές στην πινακοθήκη, μία στην έκθεση "LE GOÛT À LA GRECQUE - ΟΤΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΓΙΝΕ ΜΟΔΑ" και μία στην τρέχουσα έκθεση "Παρίσι 1900, Αρ Νουβώ και Μοντερνισμός. Θησαυροί από το Petit Palais".
Ο τίτλος του είναι: "Στην ταράτσα" και φιλοτεχνήθηκε το 1897 απ' τον Ιάκωβο Ρίζο. Ανήκει στις μόνιμες συλλογές της Πινακοθήκης ως δωρεά απ' τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
Βρήκα στην τσέπη μου προχτές ένα εισιτήριο απ' την Πινακοθήκη που στην πίσω όψη του έχει φωτογραφία τον πίνακα. Το ξαναχάζεψα.
Νομίζω ότι αυτό που μου αρέσει κοιτώντας τον είναι η γαλήνη κι η ηρεμία που αποπνέει και συγχρόνως μια νοσταλγία αισθητικής του περιβάλλοντος χώρου αλλά και των μικρών λεπτομερειών.
Έτσι λοιπόν αποφασίζω να υποδεχτώ τον καινούργιο χρόνο: με μια ελπίδα αισθητικής που τόσο λείπει απ' την καθημερινότητα μας και τόσο ευθύνεται η απουσία της για την παρουσία άλλων δεινών.
Πατώντας εδώ μπορείτε να τον απολαύσετε σε λίγο καλύτερη κατάσταση απ' ότι στη φωτογραφία που έβαλα και που είναι λίγο τσακισμένη.

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2010

Aποδείξεις της κρίσης

Οι ολοένα και πιο επίμονοι- σχεδόν επιθετικοί- Πακιστανοί στα φανάρια για να πλύνουν τα τζάμια του αυτοκινήτου
Ο τσαγκάρης της γειτονιάς που τις προάλλες με ρώτησε αν θα τον προπληρώσω ή μια και καλή με την παραλαβή
Οι μοδίστρες της γειτονιάς που πνίγονται στη δουλειά λόγω μεταποιήσεων
Κάτι μισόκτιστες πολυκατοικίες
Η αυξανόμενη ζήτηση για φαγητό στους σκουπιδοτενεκέδες
Οι ύπουλες αυξησούλες στα ράφια των super markets
Η κατά 5 ευρώ αύξηση στον τιμοκατάλογο της αισθητικού
Η απόλυτη ησυχία των επαναστατών στο γραφείο. Καμία νύξη πια για αυξήσεις ή bonus
Ο κόσμος που χαίρεται μ' αυτή την παράλογη για την εποχή ζέστη μιας και δεν θα χρειαστεί ν' ανάψει καλοριφέρ
Τα αμέτρητα φυλλάδια delivery που βρίσκω κάθε μέρα στην πόρτα μου
Η έλλειψη διαφημίσεων στην τηλεόραση. Εντάξει υπάρχουν κάτι λίγες, αλλά καμία σχέση με τον καταιγισμό του παρελθόντος
Η πατέντα του προαναφερθέντος τσαγκάρη της γειτονιάς. Μεταποιεί τα μυτερά παπούτσια σε στρογγυλά

και πάει λέγοντας...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2009

Υπάρχει πρόνοια κι αν ναι, πού;

Πρόσφατα, δυο παραδείγματα απ' το φιλικό και εργασιακό μου περιβάλλον μ' έκαναν πραγματικά να απορώ για την παντελή έλλειψη πρόνοιας που έχουμε σ' αυτή τη χώρα.
Μια στενή φίλη, πεζή ούσα, χτυπήθηκε από διερχόμενο μηχανάκι που εκτελούσε μεταφορές πίτσας και του οποίου ο οδηγός κοίταγε αριστερά, αλλά όχι μπροστά του. Αποτέλεσμα: έσπασε κνήμη και περόνη στο πόδι της, εγχειρίστηκε, κάνει φυσικοθεραπείες και η αποκατάσταση αναμένεται σε 3 μήνες. Το ίδιο και η επιστροφή στη δουλειά της.
Ο νόμος σ' αυτήν την περίπτωση προβλέπει να πληρώνεται απ' τον ασφαλιστικό της φορέα (το ΙΚΑ εν προκειμένω) και ουχί απ' τη δουλειά της. Βεβαίως, θα παίρνει λιγότερα λεφτά, γιατί το ΙΚΑ έχει άλλες μισθολογικές κλίμακες κι έτσι αν είσαι μεν υψηλόμισθος θα αμοιφθείς με την ανώτατη κλίμακα η οποία όμως θα παρουσιάζει απόκλιση απ' τον κανονικό σου μισθό. Με απλά λόγια, η φίλη μου θα χάσει λεφτά.

Μια συνάδελφος είναι έγκυος σε δίδυμα. Ο πρόσφατος υπέρηχος έδειξε ότι θα ήταν σκοπιμότερο να σταματήσει τη δουλειά τώρα, δηλαδή δυο μήνες νωρίτερα απ' το προβλεπόμενο, γιατί υπάρχει κίνδυνος να έχει πρόβλημα με την εγκυμοσύνη της.
Το ΙΚΑ προβλέπει τα ίδια με την παραπάνω περίπτωση, εκτός κι αν θέλει να κάνει χρήση και της άδεια της για το 2010, αλλά σ' αυτήν την περίπτωση δεν θα της μείνει ούτε μια μέρα για τον επόμενο χρόνο κι όπως ίσως εύκολα αντιλαμβάνεστε, μια μάνα με δυο νεογέννητα, χρειάζεται περίσσευμα κι όχι έλλειμμα αδείας.

Χωρίς να γνωρίζω τον νόμο απέξω κι ανακατωτά αλλά και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς γίνεται σε άλλες χώρες, αναρωτιέμαι: αυτές οι 2 γυναίκες τιμωρούνται; Η μία επειδή χτύπησε (χωρίς μάλιστα να φταίει )και η άλλη επειδή θα φέρει στον κόσμο 2 παιδιά σε μια χώρα που μάλιστα κόπτεται για την υπογεννητικότητα;

Μπορεί η απορία μου να είναι αφελής αλλά πιστεύω ότι είναι άδικη τέτοια μεταχείριση.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 19, 2009

Η Οδύσσεια ενός παράνομου μετανάστη.

Πριν από 4 μήνες, ήρθε στην Ελλάδα ο γιος της κυρίας απ’ την Γεωργία που φροντίζει την ηλικιωμένη γιαγιά μου. Το 19χρονο αγόρι ήρθε παράνομα- όπως και τόσοι άλλοι- ή για να είμαι πιο ακριβής, ήρθε με τουριστική βίζα και είχε σκοπό να παραμείνει παράνομα.
Ο νεαρός είναι φοιτητής της Νομικής στην πατρίδα του. Πήρε άδεια απ’ τη σχολή του 2 χρόνια- τόσο είναι το maximum που δικαιούται κανείς να διακόψει εκεί- και ήρθε εδώ με σκοπό να δουλέψει και να βγάλει κάποια χρήματα.
Η μητέρα του εναντιώθηκε σ’ αυτό από την αρχή. Απ’ τη μια, φοβήθηκε μήπως ο γιος της εγκαταλείψει εντελώς τις σπουδές του. Απ’ την άλλη, έστελνε κι εξακολουθεί να στέλνει τα χρήματα που κερδίζει εδώ, κάθε μήνα στην πατρίδα της, στην οικογένεια της και θεωρούσε ότι αυτό είναι αρκετό.
Να σημειώσω ότι η γυναίκα αυτή έχει να δει την οικογένεια της 2 χρόνια. Κι απ’ ότι ξέρω και ξέρουμε όλοι, δεν είναι και η μοναδική τέτοια περίπτωση…
Τελοσπάντων, ο νεαρός ήρθε στην Αθήνα, βρήκε κι ένα μικρό διαμέρισμα στο οποίο συγκατοικεί με κάποιον άλλο μετανάστη, στην ίδια πολυκατοικία όπου είναι το διαμέρισμα της γιαγιάς όπου και δουλεύει η μητέρα του.
Ξεκίνησε να μαθαίνει και λίγα ελληνικά για να μπορέσει να πιάσει και δουλειά κι έβαλε μπρος και τη διαδικασία πράσινης κάρτας. Εντωμεταξύ, η τουριστική βίζα έληξε και τον Οκτώβρη που μας πέρασε, δυο αστυνομικοί που περνούσαν -τυχαία άραγε;- τον σταμάτησαν την ώρα που αγόραζε τσιγάρα απ’ το περίπτερο της γειτονιάς, είδαν ότι δεν έχει χαρτιά και τον πήραν μαζί τους.
Στο δικαστήριο, τον είχαν με χειροπέδες σαν να ήταν κοινός κακοποιός. Ο νεαρός έκλαιγε και αδυνατούσε να καταλάβει τι του έλεγαν, αφού δεν μιλάει τη γλώσσα.
Μια διερμηνέας τον πλησίασε δήθεν να τον βοηθήσει. Αποδείχτηκε ότι η εν λόγω κυρία εξυπηρετεί δικηγόρο που ειδικεύεται σε τέτοιες περιπτώσεις, παίρνει παχυλή αμοιβή, υπόσχεται αποφυλάκιση και τελικά βγάζει έξω κανά δύο μόνο απ’ τους πελάτες της.
Περιττό να αναφέρω ότι η κυρία έλαβε μεν τα χρήματα, δεν έβγαλε δε τον νεαρό απ’ τη φυλακή και δεν έκανε και τίποτα για την πράσινη κάρτα. Επιπλέον, πριν ξεκινήσει όλη αυτή η ιστορία με τη σύλληψη, έτερος δικηγόρος- απατεών είχε εισπράξει χρήματα για τα χαρτιά της άδειας παραμονής κι όταν τον χρειάστηκαν στο δικαστήριο, εξαφανίστηκε μαζί με τα λεφτά.
Ο νεαρός πέρασε κι από δεύτερη δίκη, αφού τελικά βρέθηκε έντιμη δικηγόρος αυτή τη φορά. Ο δικαστής όμως, δεν επέτρεψε την αποφυλάκιση. Έπρεπε να εξαντλήσει το προβλεπόμενο τρίμηνο παραμονής στις φυλακές αλλοδαπών της οδού Πέτρου Ράλλη.
Η πράσινη κάρτα ευτυχώς βγήκε. Το Σάββατο το πρωί στις 17 Ιανουαρίου, ο νεαρός επιτέλους αποφυλακίστηκε.
Γύρισε πίσω πιο ισχνός από ποτέ. Φαγητό τους έδιναν, απ’ ότι μας είπε, αλλά ήταν βρώμικο, με τρίχες κι έτσι δεν έτρωγε. Θέλετε να μάθετε μήπως πώς πέρναγε την ώρα του στο κελί; Κοιτώντας το ταβάνι! Όχι, δεν αστειεύομαι!
Στις φυλακές αλλοδαπών, οι εφημερίδες ή τα βιβλία απαγορεύονται. Για να μην βάλουν οι κρατούμενοι φωτιά- είναι η επίσημη εξήγηση.
Νομίζω περιττεύει να αναφέρω ότι σε ανθρώπους που έχουν διαπράξει αποτρόπαια εγκλήματα και βρίσκονται σε ποινικές φυλακές, τα βιβλία επιτρέπονται. Φαίνεται ότι το να είσαι παράνομος μετανάστης είναι τελικά μεγαλύτερο έγκλημα.
Η τηλεόραση επίσης απαγορεύεται. Το να σου φέρει κάποιος φαγητό απέξω απαγορεύεται. Πήγε η θεία μου- ήταν η μόνη που επιτρεπόταν να τον επισκέπτεται όλο αυτό το διάστημα- τα Χριστούγεννα και ρώτησε τους φύλακες αν μπορούσε να του δώσει μελομακάρονο. «Όχι», αποκρίθηκαν εκείνοι. «Μπορεί να είναι δηλητηριασμένο». «Να φάω κι εγώ απ’ αυτό μπροστά σας», τους αντέτεινε. Και πάλι αρνητική η απάντηση που εισέπραξε.
Α, ξέχασα να σας πω. Τα ναρκωτικά επιτρέπονται. Ο συγκάτοικος του στο κελί τρυπιόταν ελεύθερα…

Ο μόνος που βοήθησε αυτό το παιδί τους τρεις μήνες, ήταν ένας νεαρός αστυνομικός που όπως φαίνεται αποτελεί εξαίρεση σ’ όλο αυτό το απαράδεκτο σύστημα. Συμπάθησε τον νεαρό Γεωργιανό και του πήγαινε όποτε μπορούσε σε τάπερ φαγητό μαγειρεμένο απ’ τη γυναίκα του. Του έδινε κρυφά απ’ τους συναδέλφους του το φαγητό. Υποτίθεται ότι προοριζόταν για τον ίδιο.

Λυπάμαι και ντρέπομαι για όλο αυτό το σύστημα που απ’ τη μια κάνει τα στραβά μάτια στην παράνομη εισαγωγή μεταναστών στη χώρα κι απ’ την άλλη εφαρμόζει τον Νόμο. Καταλαβαίνω ότι έχει γίνει πια παγκόσμιο πρόβλημα όλη αυτή η μετακίνηση ανθρώπων που επιζητούν ένα καλύτερο αύριο ή απλώς το στοιχειώδες: ψωμί στο τραπέζι τους κι ένα μέρος να κοιμούνται.
Παρόλα αυτά, ο σύγχρονος άνθρωπος στερείται τελικά ανθρωπιάς.

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

PR στις εργασιακές σχέσεις.



Αυτό που πραγματικά μ’ εξοργίζει στις ανθρώπινες σχέσεις, στις εργασιακές για να είμαι πιο συγκεκριμένη, είναι ο λανθασμένος τρόπος διαχείρισης τους.
Απαιτεί μεγάλη προσπάθεια το να μπορείς να κρατήσεις τις ισορροπίες σ’ ένα εκ φύσεως εχθρικό περιβάλλον όπως είναι το εργασιακό, αλλά και να μπορείς να εισέλθεις και να εξέλθεις αυτού με αξιοπρέπεια, χωρίς μάλιστα να στιγματίζεσαι απ’ τον απόηχο των χαρακτηρισμών: στριφνή, ιδιότροπη, ψηλομύτα, σνομπ ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο.
Οι εργασιακοί χώροι στους οποίους και αναφέρομαι είναι χώροι με πολλές παγίδες. Περνάς αναγκαστικά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου σ’ αυτούς, αλλά ευτυχώς όχι και το σπουδαιότερο. Εξαίρεση σ’ αυτό είναι όσοι δεν έχουν κάτι ενδιαφέρον να αντιτάξουν στην after office hours ζωή, με αποτέλεσμα να ξεδιπλώνουν τη μικρότητα, την κατινιά και την ημιμάθεια τους (αυτή η τελευταία είναι στη δική μου αξιολόγηση μεγάλη πληγή) σ' όλο τους το μεγαλείο!
Αναγκαζόμαστε όλοι μας στην καθημερινότητα μας και σ’ αυτήν την υποχρεωτική συνεύρεση με τους «συναδέλφους» να τους μιλάμε, να τους συναναστρεφόμαστε, να τους ανεχόμαστε, ενώ θα θέλαμε να τους σπάσουμε τα μούτρα ή να ανταλλάσσουμε απλώς τα τυπικά, τα όσα σχετίζονται καθαρά με τη δουλειά.
Κι όμως, επειδή είναι καθαρά ανθρώπινη ανάγκη η επικοινωνία κι επειδή δεν είμαστε στη ζούγκλα να λύσουμε τις διαφορές μας αλλιώς ( καλά η εργασιακή ζούγκλα είναι βέβαια απείρως πιο επικίνδυνη), αναγκάζεσαι να πεις κι εσύ δυο κουβέντες για τη ζωή σου για να μην είσαι μονίμως ο μουγγός αντικοινωνικός του γραφείου.
Οπότε, θα πεις τι έκανες το Σαββατοκύριακο ή πώς τα πέρασες στο ταξίδι ή πού σκέφτεσαι να πας για διακοπές. Θ' ακούσεις τον παραληρηματικό μονόλογο της μάνας συναδέλφου που "άλλη παιδί δεν έκανε μόνο η Μαριώ το Γιάννη", ή της άλλης μάνας που θεωρεί πώς προφανώς γέννησε διάνοιες και μεταφέρει τις ατάκες τους στο γραφείο ή τα διακοσμητικά προβλήματα αυτής που μόλις μετακόμισε σε νέο σπίτι.

Εγώ συνηθίζω να ακούω ευγενικά and that’s all! Βοηθάει και το γεγονός ότι δεν έχω παιδιά, οπότε δεν μπορώ να συμμετέχω πιο ενεργά στις ειδικές κουβέντες.
Αποφεύγω να δείχνω φωτογραφίες απ’ τα ταξίδια μου, παρόλο που πολλές φορές μου λένε
«φέρε να δούμε καμιά φωτογραφία». Ποτέ δεν έχω δείξει ούτε μία προσωπική. Μια φορά τους έδειξα δυο τρεις γενικές, που απαθανάτιζαν τοπία, έτσι για να χρυσώσω το χάπι. Παίζει και να μην σε πιστεύει κανείς αν δεν πας με κάποιο πειστήριο, αλλά αυτό ομολογώ τώρα μου ήρθε στο μυαλό κι αν αναλογιστώ το επίπεδο αυτών με τους οποίους συν-εργάζομαι, είναι μια πολύ πιθανή εκδοχή. Και βέβαια δεν με νοιάζει καθόλου, απλώς πιστεύω στην μαζεμένη αρνητική ενέργεια και δεν την επιθυμώ καθόλου.
Προσπαθώ να είμαι ευγενής και να μην ειρωνεύομαι καμία επιλογή και – πιστέψτε με- υπάρχουν πολλές που θα άξιζαν χλευασμού. Ενδεικτικά αναφέρω ότι έχω ακούσει με μεγάλο ενδιαφέρον πόσο ωραία ήταν στα μπουζούκια το Σάββατο, ή πόσο θα ήθελε κάποια/ ος να πάει να δει το τάδε έργο που εγώ ούτε με σφαίρες θα έβλεπα ή τι έγινε στη «Μαρία την άσχημη» που επίσης δεν βλέπω ή….
Κι αυτά είναι τα ανώδυνα. Δεν μ’ ενοχλούν οι επιλογές των άλλων στον βαθμό που δεν ενοχλείται κι αυτός ο κάποιος απ’ τις δικές μου επιλογές διασκέδασης ή που δεν θα σηκώσει το φρύδι πετώντας ένα «Πφ, βαριά κουλτούρα»… Δεν το έχω ακούσει, για να είμαι ειλικρινής, αλλά στο ανέκδοτο με τον γρύλλο που πολλές φορές παίζω, θα ήθελα να πω κι εγώ ένα «Πφ, καμία κουλτούρα».
Υπάρχουν βέβαια και πιο επικίνδυνα θέματα. Ακούω ας πούμε ότι «τι ωραία που θα ήταν να διώχναμε όλους τους ξένους απ’ τη χώρα μας» ή πέρυσι άκουγα διάφορα χαριτωμένα για το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού ή πρόσφατα άκουσα πόσο δίκιο έχει η εκκλησία στις απόψεις της για την ελεύθερη συμβίωση… Εδώ, δεν σχολιάζω ποτέ και δεν συμμετέχω ποτέ. Κάνω ότι δεν ακούω. Είναι ευαίσθητα τα θέματα και θυμάμαι πάντα την κουβέντα μιας καθηγήτριας που έκανε ένα σεμιναριακό μάθημα για τις Διεθνείς σχέσεις (λυπάμαι που δεν θυμάμαι το όνομα της, αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια ) κι έλεγε ότι καλό είναι να μην θίγονται θρησκευτικά, πολιτικά ή ποδοσφαιρικά θέματα ανάμεσα σε απλούς γνωστούς, γιατί είναι σοβαροί παράγοντες διαταραχής σχέσεων με ακραίες ή και απρόβλεπτες συνέπειες.
Ναι, ναι, απόλυτο δίκιο είχε. Εδώ ανάμεσα σε φίλους και προσέχεις. Δεν θα ξεχάσω πριν από χρόνια, που είχε φανεί κάπως ακραίο σε στενή μου φίλη το ότι δεν ήθελα να νηστεύσω τη Μεγάλη Εβδομάδα. Συνεπώς, να μην φυλαχθώ απ’ τους γνωστούς- άγνωστους συναδέλφους;

Έχω πάει ακόμα και για καφέ με τους συναδέλφους κι έχουμε βγει και δυο- τρεις φορές. Είναι μέσα στο παιχνίδι κι αυτό. Δεν το έκανα υποκριτικά, ήταν σαν χειρονομία καλής θελήσεως. Αλλά, δεν μπορώ να τους δω και σαν φίλους.

Αν τα γράφω όλα αυτά σήμερα, είναι γιατί ελπίζω ότι θα με βοηθήσουν να αποφορτιστώ από ένα περιστατικό που έγινε το πρωί. Δεν ήταν κάτι σημαντικό, μάλλον ασήμαντο θα το χαρακτήριζα, αλλά ήταν ενδεικτικό για το ότι τελικά απαιτείται καλή γνώση Δημοσίων σχέσεων για τη βγάλεις καθαρή, τη μέρα εννοώ και ίσως όχι μόνο…

[Η φωτογραφία είναι απ' το flickr: Tommy Forbes]

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Το "Δέκα"


Θέλω καιρό τώρα να γράψω για το "Δέκα" που πιστεύω ότι είναι μακράν η καλύτερη τηλεοπτική σειρά της σαιζόν. Το "Δέκα" αποτελεί τηλεοπτική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση. Είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα και μάλιστα αυτό που ο συγγραφέας άφησε ανολοκλήρωτο, αφού ο θάνατος τον πρόλαβε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960.

Το "Δέκα" ξεκίνησε να γράφεται το 1958 και προοριζόταν ν' αποτελέσει μέρος μιας τετραλογίας. Ο Καραγάτσης είχε χτυπηθεί από σοβαρό έμφραγμα την ίδια χρονιά, γεγονός που του περιόρισε τις κοινωνικές συναναστροφές, όχι όμως και τη συγγραφική δραστηριότητα. Υπάρχουν μαρτυρίες που λένε ότι κατέβαινε- αν και άρρωστος και καταβεβλημένος- κάθε πρωί στο λιμάνι του Πειραιά, γύρω στις 06.00 που άρχιζε η κίνηση και κρατούσε σημειώσεις για το μυθιστόρημά του. Επέστρεφε προς το μεσημέρι σπίτι του κι άρχιζε να γράφει.

Αποτελεί γενική αλήθεια το γεγονός της συνήθως ατυχούς μεταφοράς της λογοτεχνίας στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. Αυτό είναι λογικό, αν αναλογιστούμε τη διαφορετικότητα στους κώδικες του κάθε είδους, αλλά και στον τρόπο πρόσληψης του. Η ανάγνωση μας κάνει να πλάθουμε συγκεκριμένα πρόσωπα και εικόνες στη φαντασία μας και συχνά απογοητευόμαστε όταν απέχουν πολύ απ' αυτά που ένας σκηνοθέτης επέλεξε για να ενσαρκώσουν τον εκάστοτε ήρωα. Απ' την άλλη, η τηλεόραση αλλά και ο κινηματογράφος σε μεγαλύτερο βαθμό, απαιτούν οικονομία χώρου, χρόνου και λόγου. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποδοθούν οι μύχιες σκέψεις ενός ήρωα- όσο μάστορας κι αν είναι ο σκηνοθέτης, όσο καλός κι αν είναι ο ηθοποιός, όσο πετυχημένη κι αν είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Ποτέ, δεν θα καταφέρει να ταυτιστεί ο θεατής με τον ήρωα, με τον τρόπο που ταυτίζεται ο αναγνώστης. Ο θεατής ταυτίζεται πάντα με τον ηθοποιό που ενσαρκώνει τον ήρωα κι αυτό επίσης επηρεάζεται απ' το αν αυτός ο ηθοποιός είναι της απολύτου αρεσκείας του ή όχι.

Δεν επεκτείνομαι παραπέρα σε άλλα στοιχεία που διαφοροποιούν το λογοτεχνικό είδος κατά την μεταφορά του σε άλλους χώρους τέχνης. Το βασικότερο είναι η απουσία της μαγείας κατά το δημιουργικό μέρος σε ό, τι αφορά στον αποδέκτη. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης απολαμβάνει ένα καλά σερβιρισμένο φαγητό, με τις σωστές αναλογίες σε αλάτι, πιπέρι και άλλα καρυκεύματα, ενώ ως θεατής πάει να χαρεί που θα το ξαναφάει κι ανακαλύπτει ότι οι αναλογίες ή τα υλικά δεν είναι πια τα ίδια...

Η περίπτωση του "Δέκα" είναι σίγουρα μια ευχάριστη εξαίρεση- αν και δεν έχω ακόμα διαβάσει το βιβλίο-. Νομίζω όμως ότι το ένστικτο μου δεν με γελάει, γιατί είναι η δεύτερη φορά που μια τηλεοπτική μεταφορά με κάνει να θέλω να διαβάσω το βιβλίο πάνω στο οποίο στηρίζεται και να το καθυστερώ γιατί ξαφνικά μ' αρέσει η αγωνία του τι θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο.

Η Πηγή Δημητρακοπούλου είναι εξαιρετική στον τρόπο που σκηνοθετεί, πράγμα που έχει αποδείξει και στην πρώτη της δουλειά πριν λίγα χρόνια, στην "Αίθουσα του θρόνου". Ξέρει να "διαβάζει" σωστά την εποχή που περιγράφει ο συγγραφέας, κάνει καλό μοντάζ και ανταπεξέρχεται θαυμάσια την εξής δυσκολία: επειδή το βιβλίο διαδραματίζεται στη δεκαετία του '50 και τα εξωτερικά πλάνα της πόλης είναι αδύνατον να "γυρίσουν" μισόν αιώνα πίσω, χρησιμοποιεί παλιά ασπρόμαυρα πλάνα από ντοκουμέντα της εποχής και αριστοτεχνικά τα "χρωματίζει" σταδιακά, εντάσσοντας όμως τους ηθοποιούς στο ασπρόμαυρο για λίγα δευτερόλεπτα. Μ' αυτόν τον τρόπο, αποκαθιστά τεχνικά τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος.
Οι ηθοποιοί, θαρρείς και είναι βγαλμένοι από την εποχή του' 50 κατευθείαν. Στέκομαι ιδιαίτερα στη Μαρία Πρωτόπαπα γιατί παίζει με τις σιωπές και το πρόσωπό της και γιατί είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδοθεί πληρέστερα η γυναικεία καταπίεση και ματαίωση μιας νοικοκυράς, εγκλωβισμένης στο περιβάλλον της.

Ξέρω ποια είναι η τελευταία λέξη που έγραψε ο Καραγάτσης στο "Δέκα" του, αλλά δεν θα την μαρτυρήσω γιατί πολλοί θα θέλετε να το διαβάσετε. Χαμογελώ όμως, γιατί οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν μεγάλο χιούμορ ακόμα και λίγο πριν την αναχώρηση τους. Λέγεται πάντως, ότι οι σημειώσεις που άφησε και που παρατίθενται στο τέλος της έκδοσης, δείχνουν πώς θα ήθελε να το τελειώσει.

Η συνέχεια επί της μικρής οθόνης κάθε Πέμπτη στις 22.00 στον Alpha.


Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2007

Blog Action Day.

Τα δελτία ειδήσεων το Σαββατοκύριακο, έδειχναν πλάνα από την προχθεσινή βροχή που έπληξε τις περιοχές κάτω απ' την Πάρνηθα. Πλημμύρισαν οι δρόμοι και ο κρατικός μηχανισμός απουσίαζε και πάλι...
Γέμισαν σκουπίδια τα φρεάτια και οι κάτοικοι- είπε το δελτίο- πήγαν να τα μαζέψουν μόνοι τους. Τα δικά τους σκουπίδια- αυτό δεν το είπε το δελτίο-.
Η εικόνα της τηλεόρασης έδειχνε πράγματι ανθρώπους μέσα στο νερό, δρόμους πλημμυρισμένους, οργισμένους κατοίκους. Ανάλογα οργισμένοι κάτοικοι φάνηκαν και την επόμενη μέρα στο δελτίο που μιλούσε για τις πλημμύρες στην Ισπανία. Κι εκεί, οι Ισπανοί παραπονιόντουσαν για την απουσία του κράτους.
Τα ίδια παντού, σκέφτηκα...

Δεν μπορώ όμως να μην πάω παραπέρα τη σκέψη, διερωτώμενη αν όταν ζητάμε όλοι μας ευθύνες απ' το κράτος, αναλογιζόμαστε ότι είμαστε κι εμείς μέρος αυτού του κράτους.
  • Είμαστε υπαίτιοι για τις φωτιές του καλοκαιριού.
  • Είμαστε υπαίτιοι για το σκουπιδαριό της Αθήνας.
  • Είμαστε υπαίτιοι για τη ρύπανση της ατμόσφαιρας.
Ο κρατικός μηχανισμός είναι συχνά ελιππής, ασυνεπής, βραδυκίνητος.
Ναι, αλλά δεν κάναμε και τίποτα μέχρι στιγμής για να τον διευκολύνουμε.

Δεν ξέρω πραγματικά, τι άλλο μένει να πούμε πια για το περιβάλλον...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007

Η πόλη μου.


Στο ανέλπιστο κενό που είχα χτες ανάμεσα σ' ένα ομολογουμένως πιεστικό πρόγραμμα φέτος (αλλά είμαι μαζόχα και τα πιεστικά με μαγνητίζουν), άδραξα την ευκαιρία να πιω έναν καφέ σε μια γειτονιά του Κεραμεικού στο κέντρο της Αθήνας.

Αναρωτήθηκα πώς θα ήταν να είμαι τουρίστρια σε τούτη την πόλη. Θα μου άρεσε; Θα δυσανασχετούσα όπως όταν τη βιώνω στην καθημερινότητα της;

Ο γαλλοελβετός Μπερνάρ Τσουμί, ο αρχιτέκτονας του πολυσυζητημένου Νέου Μουσείου Ακροπόλεως, σε συνέντευξη του στο "Κ" της Καθημερινής, βρίσκει την Αθήνα "μια πόλη με δυναμική, μια πόλη που συνεχώς αλλάζει". Δεν συμφωνώ μαζί του, όπως άλλωστε δεν συμφωνώ και με το ογκώδες μοντέρνο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως και την άποψη μου την έχω ήδη εκφράσει και παλιότερα.

Επειδή είμαι μάλλον ρετρό, θα επιθυμούσα να ζούσα σε μια πόλη που να είχε σεβαστεί περισσότερο την ιστορία της. Δεν με αφορά η πόλη του κυρίου Τσουμί, αυτή η σύγχρονη διαρκώς μεταβαλλόμενη Αθήνα που τελικά δεν έχει ταυτότητα. Θα την προτιμούσα με περισσότερα νεοκλασσικά, περισσότερο πράσινο και λιγότερες αντιαισθητικές πολυκατοικίες. Θα επιθυμούσα να εξαφανίζονταν ως δια μαγείας όλα τα γυάλινα κτίρια.

Θα ήθελα να πίνω τον καφέ μου σε γειτονιές που το παλιό δεν είναι παλιατζούρα, αλλά δεν είναι και ξενόφερτες μοντερνιές ή αδιάφορα κτίρια χωρίς αρχιτεκτονική και ιστορική συνέχεια που να δικαιολογεί την ύπαρξη τους.

Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007

Στα δύο...

Χτες, σε μια διαδρομή με το τρένο, μου ήρθε ξαφνικά η σκέψη ότι η Αθήνα μοιάζει να είναι χωρισμένη σε δύο κόσμους. Το ήξερα αλλά η συνειδητοποίηση με ξάφνιασε κάπως, σαν να το έβλεπα για πρώτη φορά. Φταίει μάλλον που οι περισσότεροι επιβάτες ήταν αλλοδαποί. Λέω μέσα μου, για δες η Αθήνα έγινε μια πολυπολιτισμική πόλη. Παρατηρούσα αυτούς τους ανθρώπους που ήρθαν εδώ με όνειρα να ξεκινήσουν μια καλύτερη ζωή. Ντυμένοι με τα απομεινάρια μας, αποτελούν ένα περίεργο συνονθύλευμα από μόδες περασμένων δεκαετιών. Τις καθημερινές είναι οικοδόμοι, εργάτες, καθαρίστριες, νταντάδες, νοσοκόμες. Την Κυριακή, στα ρεπό τους πάνε στο κέντρο της πόλης κι αναμειγνύονται μαζί μας, κάτω απ' την Ακρόπολη, στα καφέ του Θησείου, στο παζάρι της Αβησσυνίας, στην Ομόνοια. Ίσοι προς ίσους. Σχεδόν. Αυτοί βέβαια κυκλοφορούν με το τρένο, όπως εμείς κάποτε. Εμείς, με τα τεράστια τζιπ που προτιμάει πια αυτό το ιδιότυπο είδος νεοέλληνα και που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί γίνανε ξαφνικά μόδα σε μια πόλη εντελώς ακατάλληλη γι αυτά...
Αλλά είναι κι άλλες εικόνες που ενισχύουν την εντύπωση που έχω για τους δυο κόσμους στην ίδια πόλη. Είναι οι γειτονιές των δυτικών προαστίων, κάτι παλιές μονοκατοικίες, κάτι απομεινάρια γειτονιάς του ' 50, τα προσφυγικά της Δραπετσώνας, οι εργατικές πολυκατοικίες, ακόμα και πίσω απ' το πολυτελές Intercontinental στη Συγγρού. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί σαν να μην αντιλαμβάνονται ότι έχει προχωρήσει η ζωή με άλλο ρυθμό. Γυναίκες που δεν εργάζονται, που συναντιούνται στα μανάβικα και στο φούρνο κι ανταλλάσσουν καμιά απ' τις στερεότυπες κουβέντες, συνταξιούχοι που πίνουνε καφέ ή ούζο στο καφενείο.
(Όταν πριν από κανά μήνα έψαχνα, αφελώς σε μια τέτοια γειτονιά, καφετέρια για καπουτσίνο, επανήλθα σύντομα στην πραγματικότητα και ήπια ελληνικό σε καφενείο που μύριζε τηγανητό μπακαλιάρο και κρασί, ενώ δίπλα παίζανε πρέφα).
Είναι κι ο άλλος κόσμος των γυάλινων κτιρίων της Κηφισίας, οι εργαζόμενοι απ' το πρωί ως το βράδυ που τρώνε από delivery και τρέχουν να τα προλάβουν όλα και στην "καλύτερη" ακόμα εξέλιξη, είναι και οι κάτοικοι των επαύλεων της Εκάλης και της Πολιτείας που βλέπουν επιλεκτικά πίσω απ' τα φιμέ τζάμια μιας λιμουζίνας.

Και σήμερα το απόγευμα που ένας πονοκέφαλος με καθήλωσε σπίτι και άνοιξα για λίγο την χαζοτηλεόραση, συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν πια και οι δυο κόσμοι στον γαλαξία των σχέσεων και των συμπεριφορών. Σε απογευματινή εκπομπή απ' αυτές στις οποίες θίγεται ένα πρόβλημα και καλούν 2 ειδικούς και το κοινό συμμετέχει, ενώ κάποιοι τηλεφωνούν κιόλας, το θέμα ήταν: επιτυχημένες γυναίκες με άντρες υποδεέστερου επαγγέλματος και το καίριο ερώτημα ήταν εσείς βάσει ποιου κριτηρίου κάνετε σχέσεις;
Με τα ίδια μου τ' αυτιά άκουσα την γνωστή πια Μάρα Μεϊμαρίδη, χωρίς αιδώ και συναίσθηση για το ότι εκφράζει γνώμη σε μέσο μεγάλης δύναμης, να δηλώνει και να συμβουλεύει αδιάντροπα πως βάσει χρήματος βεβαίως, βεβαίως και πως αν έχει λυθεί αυτό καθώς και το ποιες ανέσεις μπορεί να σου προσφέρει ο άλλος, βρίσκονται και τα συναισθήματα. Κι αν δεν βρεθούν κιόλας, δεν είναι και τόσο σημαντικό.
Τώρα γιατί εγώ και μερικοί άλλοι ηλίθιοι νομίζαμε ότι ο έρωτας και η προσωπικότητα είναι τα πρωτεύοντα;
Μάλλον είναι επειδή ερχόμαστε απ' τον άλλο κόσμο, αυτόν που σβήνει...

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2007

Διαπιστώσεις

Είναι ένας Πακιστανός κάθε πρωί στη διασταύρωση κοντά στο σπίτι μου και καθαρίζει τζάμια. Χαμογελαστός, καλημερίζει τους οδηγούς, είναι μάλλον χρόνια εκεί και γνωρίζει τους περισσότερους. Δεν είναι φορτικός αλλά χάριν γνωριμίας, δεν μπορείς να του δώσεις και λιγότερο από 1 ευρώ. Αν πάλι δεν θες να σου καθαρίσει τα τζάμια, δεν χρειάζεται να δουλέψεις τους υαλοκαθαριστήρες για να τον αποτρέψεις. Του λες απλά ότι δεν χρειάζεται. Τουλάχιστον εγώ, έτσι έχω κάνει.
Κάποια πρωινά που είμαι κακοδιάθετη ή βιαστική ή εκνευρισμένη, εύχομαι από μέσα μου να μην τον συναντήσω γιατί βαριέμαι ακόμα και τις καλημέρες. Άλλες πάλι φορές, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω καθόλου ψιλά κι αισθάνομαι άσχημα.
Δεν νιώθω το ίδιο με όλους και για όλους τους ανθρώπους των φαναριών. Υπάρχουν στιγμές – και μάλλον θα τις έχετε ζήσει οι περισσότεροι- που μ’ εκνευρίζει φοβερά να τους βλέπω σε κάθε φανάρι, άλλους να θέλουν να σου καθαρίσουν με το ζόρι το αυτοκίνητο, άλλους να πουλάνε χαρτομάντηλα ή θήκες για κέρματα, αξεσουάρ αυτοκινήτων ή λούτρινα ζωάκια.
Στις στιγμές δικαιοσύνης που υπάρχουν μέσα μου, σκέφτομαι πως κάνουν κι αυτοί μια δουλειά. Αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν πατρίδα και οικογένεια για να βρουν τι, μια γη επαγγελίας ίσως;
Η μοίρα του ανθρώπου από παλιά κρύβει μια αέναη αναζήτηση της γης της επαγγελίας, όχι με τη βιβλική της μορφή ίσως, αλλά με τη ρεαλιστική.
Εδώ, δεν ζούνε σε σπίτια άνετα και πλούσια, δεν τρώνε κρέας κάθε μέρα και δεν έχουν την πολυτέλεια να πλένονται ή να ψωνίζουν ρούχα γι’ αυτούς και τα παιδιά τους. Δεν πάνε σινεμά, δεν βγαίνουν έξω για φαγητό και δεν θυμούνται από πότε έχουν να δουν τη μάνα τους. Το πιθανότερο είναι να τους περιμένει κάποιος που τους εκμεταλλεύεται στη γωνία και παίρνει ποσοστά απ’ τα ψιλά που μαζεύουν.
Το επίσης πιθανό είναι να τους εκνευρίζουμε κι εμείς με την αδιαφορία μας και τους κακούς μας τρόπους.
Πόσο στ’ αλήθεια διαφέρουμε απ’ αυτούς; Η πλειονότητα των γηγενών επίσης δεν ζει σε πολύ άνετα σπίτια, ψωνίζει ρούχα και τρόφιμα με πλαστικό χρήμα, κάνει Χριστούγεννα και Πάσχα με εορτοδάνεια και δεν έχει χρόνο να δει τη μάνα της γιατί κάνει και δεύτερη δουλειά για να τα φέρει βόλτα.
Αν το βλέπαμε σε μια γενικότερη θεώρηση, είναι βασικά η σχέση που έχουμε κι εμείς με τ’ αφεντικά μας στη δουλειά. Τις περισσότερες φορές θα θέλαμε να τους χαστουκίσουμε ή να τους βρίσουμε, αλλά το βουλώνουμε και κάνουμε ό, τι μας πούνε. Βέβαια και τ’ αφεντικά μας είμαι σίγουρη ότι επιθυμούν το ίδιο για τους ανώτερους τους και πάει λέγοντας αφού ανεβαίνεις, ανεβαίνεις κι όλο και κάποιος βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από σένα. Το ίδιο κι όσο κατεβαίνεις. Βγάζεις τ’ απωθημένα σου στους χαμηλότερους ξεχνώντας τα δικά σου. Κι έτσι είναι πολύ εύκολο να φορέσεις τους χειρότερους τρόπους σου όταν έρχεσαι αντιμέτωπος μαζί τους.
Δεν θέλω να κάνω την έξυπνη. Ούτε λέω πως είναι δυνατόν να είναι κανείς συνέχεια χαμογελαστός και μ’ ένα κουτί ψιλά δίπλα του και να δίνει σ’ όλους.
Διαπιστώσεις κάνω για τις ανισότητες της ζωής...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

Μια πόλη που ασχημαίνει και πεθαίνει.

Χτες βράδυ είδα για πρώτη φορά το κτίριο που θα στεγάσει το Μουσείο της Ακρόπολης. Βρέθηκα εκεί κοντά στον πεζόδρομο της Αεροπαγίτου όταν το είδα ξαφνικά να ξεπροβάλλει. Τεράστιο και αντιαισθητικό. Άσχημο, πολύ ψηλό σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, χωρίς ανάσα δίπλα του, φτιάχνεται για να στεγάσει θησαυρούς αιώνων, απέναντι από μηνμείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Δεν πρόκειται να αναλωθώ σε λεπτομέρειες τύπου περί του θεσμικού του πλαισίου και του θέματος με την εξ ευρώπης χρηματοδότηση του. Δεν τα γνωρίζω άλλωστε επακριβώς.
Απορώ και αφελώς ίσως αναρωτιέμαι ποιος/ποιοι αποφάσισαν να μας «μπαστακωθεί» αυτό το τερατούργημα εκεί. Η ερώτηση είναι ρητορική βεβαίως. Λυπάμαι πολύ που θα αναγκάζομαι να το βλέπω στο εξής, στην πιο παλιά γειτονιά της Αθήνας, λυπάμαι και γι’ αυτούς που θα επισκεφθούν πρώτη φορά την Αθήνα και θα το δουν να κλέβει σε ύψος τον ιερό βράχο.
Αξιοσημείωτο είναι βέβαια το ενδεχόμενο να μην έχει λεφτά το ΥΠΠΟ για να το ολοκληρώσει κι έτσι να το έχουμε και να το «καμαρώνουμε» σ’ αυτήν την κατάσταση.

Ντρέπομαι γιατί με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι η πόλη που γεννήθηκα γίνεται ολοένα και πιο άσχημη και αποκτά κουρασμένη όψη. Για μένα δεν είναι ένδειξη καινούργιου και λαμπερού όλα τα ψηλά γυάλινα κτίρια της Κηφισίας ή της Συγγρού. Δεν χαίρομαι που τα παλιά σπίτια θεωρούνται απλώς παλιά και στην πρώτη ευκαιρία οι συνήθεις ύποπτοι χτίζουν τερατάκια στη θέση τους. Δεν μου αρέσουν τα πολυσινεμά και τα τεράστια εμπορικά κέντρα που θυμίζουν αμερικανική πολιτεία δυτικής κουλτούρας, χωρίς ιστορικό παρελθόν. Αντιπαθώ τα τεράστια ολυμπιακά γήπεδα που για να δικαιώσουν την ύπαρξη τους, αυτοδιαφημίζονται σαν σούπερ σύγχρονοι θεατρικοί χώροι, πληρούντες τις προδιαγραφές. Κουταμάρες. Δεν είναι θέατρα κι ούτε ποτέ θα γίνουν…

Η Αθήνα έγινε δυστυχώς μια πόλη χωρίς παρελθόν και με ζηλιάρικο, λιγούρικο τρόπο προσπαθεί να αναταγωνιστεί σε μέγεθος σύγχρονες μεγαλουπόλεις –χωρίς να έχει όμως το γεωγραφικό τους μέγεθος-.
Λυπάμαι που ακόμα και δυο τρεις περιοχές που είχαν έναν χαρακτήρα, γίνονται κι αυτές βορά στο κέρδος και τον εύκολο εντυπωσιασμό.

Κοιτάζω με συγκίνηση δυο τρία νεοκλασικά κοντά στη γειτονιά μου. Σ’ ένα απ’ αυτά, ερειπωμένο, βρίσκω συχνά θέση παρακαρίσματος απέξω. Το φαντάζομαι την εποχή της ακμής του, προσπαθώ να μαντέψω ποιοι ζούσανε, βλέπω μπροστά μου κορίτσια με μακριά φορέματα να πίνουν παγωμένη λεμονάδα στο στρογγυλό αίθριο και νεαρούς να τις φλερτάρουν διακριτικά πετώντας τους με νόημα μυρωδάτες γαζίες. Απέναντι του σήμερα δεσπόζει μια συνηθισμένη πολυκατοικία, δίπλα του άλλη μία, πιο κάτω η λεωφόρος κι οι γέφυρες, στα μισογκρεμισμένα του δοκάρια γάτες γεννούν τα μωρά τους, ευχαριστώντας ίσως τους ανθρώπους που το έχουν αφήσει έστω κι έτσι και βρίσκουν καταφύγιο.

Δεν υπάρχει πια καθόλου αισθητική σ’ αυτήν την πόλη. Το υδροκέφαλο τέρας είναι επιπλέον και κακάσχημο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Εγώ, ο άλλος...




Ας υποθέσουμε ότι τώρα εσύ ξέρεις καλά ποιος είσαι. Στην πραγματικότητα νομίζεις ότι ξέρεις, αλλά ας βαδίσουμε με το ενδεχόμενο του ότι πράγματι ξέρεις. Με άλλα λόγια, έχεις πλήρως κατανοήσει τον χαρακτήρα σου, την ψυχοσύνθεση σου, τις αδυναμίες, τα ελαττώματα και τους φόβους, αλλά και τα προτερήματα, τα χαρίσματα, τα ποιοτικά στοιχεία και γενικά ό, τι κάνει τη διαφορά με τους άλλους. Ανάλογα λοιπόν με το αν βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο, η ζυγαριά κλίνει προς τα θετικά ή τα αρνητικά.
Καταλήγεις λοιπόν κάποτε στη διαμορφωμένη σου εικόνα. Αποδέχεσαι κιόλας ότι αυτή από ένα σημείο και μετά δεν μπορεί ν΄αλλάξει. Αυτή είναι, πάει και τελείωσε. Και βάσει αυτής πορεύεσαι.
Μέχρι που κάποια στιγμή, σκάει μύτη κι ο άλλος σου εαυτός, ο σκοτεινός, ο άγνωστος και σε φέρνει σε πλήρη αμηχανία. Σαν παιδί που εν μέσω τυπικής επίσκεψης συγγενών, ξερνάει στους καλεσμένους τι λέγατε γι’ αυτούς με τον μπαμπά πριν εμφανιστούνε.
Ξεστομίζεις ένα "μικρά παιδιά, η φαντασία τους οργιάζει", το κοιτάς απειλητικά, το τσιμπάς με τρόπο κι από αμηχανία ανάβεις τσιγάρο και καταπίνεις σοκολατάκι την ίδια στιγμή.
Έτσι και στην περίπτωση του εαυτού. Στην αρχή κάνεις πως δεν τον είδες, μετά αποφασίζεις να τον αντιμετωπίσεις. Βγάζεις δειλά-δειλά το κεφάλι, τα μάτια, τον κοιτάς, τον περιεργάζεσαι, του τείνεις το χέρι να πεις ένα χαίρω πολύ έστω κι αν δεν χαίρεις καθόλου. «Τώρα εδώ θα μπαστακωθεί;» σκέφτεσαι. «Γιατί ήρθε; τι θέλει; καλά δεν περνούσαμε και χωρίς αυτόν;»
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καλύτερη άμυνα δεν είναι η επίθεση. Δεν πέφτεις δηλαδή πάνω του να τον κατασπαράξεις, γιατί είναι εκτός των άλλων και μάταιο, εδώ που τα λέμε. Αυτός είναι ύπουλος και θ’ αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Θα παραφυλάξει και θα σου τη φέρει κάποια άλλη στιγμή. Απ’ την άλλη, ούτε και τον καλοδέχεσαι γιατί και η υπερβολική ευγένεια και διάχυση με την πρώτη γνωριμία, γεννάει υποψίες. Αποφασίζεις να του αναγνωρίσεις τουλάχιστον το δικάιωμα ύπαρξης. Γιατί δεν είσαι και φασισταριό στο τέλος – τέλος της γραφής. Άλλο τώρα που η όλη κατάσταση σου θυμίζει κρατίδιο που το είχες υποτάξει, ζήτησε την αυτονομία του κι επειδή οι διεθνείς νόμοι το επιβάλλουν, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Αρχίζεις και σκέφτεσαι πονηρά. Σαν αποικιοκράτης. Τι κι αν πάντα με τη μεριά των επαναστατών ήσουνα; Τώρα νιώθεις δικτάτορας μέχρι το μεδούλι. Αλλά πρέπει να φερθείς διπλωματικά. Ένας επαναστάτης είναι ικανός να τα παίξει όλα για όλα. Μπορεί και να σε βουτήξει στο αίμα, αν τον φτάσεις στα άκρα. Ας του παραχωρήσεις καταρχήν το δικαίωμα να υπάρχει. Έπειτα βέβαια, θα πρέπει να του παραχωρήσεις κι άλλες εξουσίες, ίσως - ίσως ακόμα και να τον εξισώσεις. Είναι επικίνδυνο το παιχνίδι. Σαν εξουσιαστής σε εξουσιαζόμενο πρέπει να φερθείς και δεν είναι κι εύκολο. Χιλιάδες τα παραδείγματα γύρω μας…

Και μετά γεννιέται το μεγάλο ερώτημα. «Και τώρα τί; Άλλαξαν τα σύνορα; Άλλαξαν οι ονομασίες; Θ’ανοίγω τον εσωτερικό μου χάρτη και θα έχουν γίνει όλα γης μαδιάμ; Ποια η αιτία; Ποια η αφορμή; Τι φίδι κολοβό έτρεφα μέσα μου και δεν το’ ξερα» κι άλλα τέτοια... Στις πιο ανώδυνες περιπτώσεις, το αποδίδεις σε μια κακιά στιγμή που απλώς αντί να βρίζεις πρέπει να ευγνωμονείς γιατί σε βοήθησε να ανακαλύψεις καλύτερα την πολυπρισματικότητα σου (λέμε τώρα…). Αν γνωρίζεις καλά τον αντίπαλο(τελικά η λέξη εχθρός είναι βαριά και άδικη) μπορείς να τον αντιμετωπίσεις καλύτερα ( το ρήμα εξουδετερώσεις είναι απλώς ουτοπικό).

Με άλλα λόγια και σταματώντας αυτό το παραλήρημα, θέλω να πω ότι όλοι μας έχουμε κάποιες σκοτεινές πλευρές που δεν τις αποκαλύπτουμε στους άλλους επειδή στις ανθρώπινες σχέσεις λειτουργεί ένας μηχανισμός συνύπαρξης, συγκάλυψης, συμβιβασμού κά . Βέβαια στην ουσία της και στην πορεία της, η συνύπαρξη θ’ αποκαλύψει κι αυτές τις σκοτεινές πλευρές που άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο θα αναδύονται. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Είναι απλώς ανθρώπινο.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

Απορία Ψάλτου...

Γιατί δηλαδή επικαλούμαστε τον φιλελευθερισμό μας και σπεύδουμε να κινητοποιηθούμε προασπίζοντας και διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα των άλλων όταν αυτοί είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, καταπιεσμένοι, πεινασμένοι, διψασμένοι, εξαθλιωμένοι, ενώ αντίθετα όταν πρόκειται για τα δικά μας δικαιώματα(πολυτελείας κι όχι διαβίωσης) που νιώθουμε ότι κάποιοι τα καπηλεύονται, γινόμαστε οι χειρότεροι δικτάτορες παρασύροντας στο διάβα μας ό,τι μας εμποδίζει κι αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να επωμίζονται τις συνέπειες του περάσματος μας;

Παρασκευή, Ιανουαρίου 05, 2007

Πρωτοχρονιάτικο και εορταστικό!

Καταρχήν, καλώς σας βρίσκω, όσους τελικά θα βρω, γιατί μετά από τόση απουσία, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Μου χρειαζόταν το διάλειμμα για να φορτίσω τις μπαταρίες μου. Πάντα, κάπου εκεί, στα μέσα του Δεκέμβρη, νιώθω μια έντονη κούραση. Είναι η δουλειά, είναι η αναμονή για το επιβεβλημμένο των Χριστουγέννων, τουλάχιστον όπως πλασάρεται τα τελευταία χρόνια, η ανάγκη για αλλαγές, η διάθεση για ξεκούραση και χρόνο με τα αγαπημένα πρόσωπα.

Το 2006 έκλεισε με τη ζυγαριά να κλείνει προς τα θετικά, σε αντίθεση με άλλες χρονιές.

Τους βαριέμαι τους απολογισμούς και τις σημειώσεις για το τι θα ήθελα να κάνω τον καινούργιο χρόνο. Τελικά, δεν έχει και τόση σημασία, γιατί η ζωή φτιάχνει συνήθως πιο πρωτότυπα σενάρια.

Για μένα, κάθε καινούργια χρονιά, συμπίπτει σχεδόν με το ότι μεγαλώνω κατά ένα χρόνο κι αυτό ακόμα μου είναι ευχάριστο. Προς το παρόν, μπορώ να κοιτάζομαι ακόμα στον καθρέφτη και να με πιάνει μια παρόρμηση να κάνω τις ίδιες τρέλλες που έκανα στην εφηβεία μου και που κάνουν άλλωστε κι όλοι οι έφηβοι.

Είναι φαίνεται αυτό που λένε ότι μέσα μας παραμένουμε πάντα παιδιά. Εξαιρούνται βέβαια κάποιοι ελάχιστοι που γεννήθηκαν ήδη γέροι. Ευτυχώς, δεν έχω γνωρίσει τέτοιους.

Αν δεν το καταλάβατε ακόμα, το σημερινό ποστ μου το αφιερώνω. Είναι καινούργιο, είναι πρωτοχρονιάτικο (με 5 μέρες καθυστέρηση) και είναι και γενέθλιο!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Περί ιδιοκτησίας

Με αφορμή τα θλιβερά που διαδραματίστηκαν στο Αγρίνιο προ 10 περίπου ημερών, γνωστός κομενταδόρος-αρθογράφος γνωστής απογευματινής εφημερίδας γράφει σε σχόλιο του:

"Το απόλυτο μέγεθος είναι η ιδιοκτησία. Και μάλιστα η μικρή. Το σπίτι μου, το χωράφι μου, ο φράκτης μου, ο γάιδαρός μου, η γάτα μου, το κυπαρίσσι μου, η κατσίκα μου, το πρόβατό μου, η κότα μου, το αυγό μου, το κλαρί μου, η τσίχλα μου.[…]Οικογένειες σκοτώνονται, αδέρφια πλακώνονται και φίλοι καθυβρίζονται στο όνομα μιας ρίζας ελιάς.[…] Όσο η ιδιοκτησία θα αποτελεί την υπέρτατη αξία μιας κοινωνίας τόσο ο Άνθρωπος θα παραμένει αιχμάλωτος της ζούγκλας! "

Σκέφτηκα έναν τύπο, κάτι σαν νέο-κλοσάρ μιας πρωτεύουσας που με επιτυχία πια μιμείται τις μεγάλες πρωτεύουσες ως προς το πολύ-πολιτισμικό και άλλα καλά ή κακά συνεπακόλουθα. Ο τύπος αυτός κυκλοφορεί συχνά-πυκνά στη γειτονιά μου. Η μόνη του ιδιοκτησία είναι ένα καρότσι σούπερ μάρκετ στο οποίο έχει στεγάσει όλα του τα υπάρχοντα. Δεν τον έχω δει ποτέ να ζητιανεύει ή να καθαρίζει τζάμια αυτοκινήτων για να βγάλει κανά ευρώ. Μπορεί και να το κάνει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.
Το καρότσι είναι το σπίτι του. Είναι και το όχημα του. Χωρίς αυτό δεν πάει πουθενά. Το καρότσι είναι η ιδιοκτησία του και -ω τι τραγική ειρωνεία- ούτε αυτό τελικά του ανήκει.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006

Μεγαλώνουμε. Αλλά, μεγαλώνουμε;

Είναι μύθος ότι μεγαλώνουμε όταν μεγαλώνουμε. Εννοώ, όταν μεγαλώνουμε βιολογικά. Δεν μας μεγαλώνει η ενηλικίωση με κανέναν τρόπο. Και γι’ αυτό μειδιώ συγκρατημένα όταν ακούω σήμερα τα 17χρονα να περιμένουν αυτόν τον ένα χρόνο για να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους . «Έτσι εύκολο είναι;» λέω από μέσα μου, αλλά ταυτόχρονα καταπίνω τη γλώσσα μου και τα χαμόγελα και θυμάμαι ότι κι εγώ έτσι κάπως ένιωθα και οι μεγαλύτεροι εμού και οι κατοπινοί το ίδιο θα νιώθουν. Γιατί ο άνθρωπος βιάζεται πολύ. Βιάζεται να μεγαλώσει και δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι το ουσιαστικό μεγάλωμα συνεπάγεται πολύ κόπο και πόνο. Και κυρίως πολλή διαδρομή.
Δεν ξέρω σε ποια ηλικία μεγαλώνουμε τελικά. Μάλλον είναι πολύ υποκειμενικό. Πάντως οι άξονες της διαδρομής είναι κοινοί, σχεδόν για όλους.
Σίγουρα αρχίζουμε να μεγαλώνουμε όταν είμαστε πραγματικά ανεξάρτητοι και μπορούμε να ζήσουμε τους εαυτούς μας. Μεγαλώνουμε όταν προσπαθούμε να καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας με την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κανείς στον κόσμο να μας βοηθήσει. Όταν δεν βασιζόμαστε στους γονείς μας ή σε φίλους και δεν περιμένουμε να μας συντρέξουν κι όταν ξέρουμε πια στην πράξη ότι ο κόσμος να χαλάσει, θα πρέπει να μας φτάσουν τα λεφτά να περάσουμε με αξιοπρέπεια τον μήνα.
Αυτό είναι μάλλον ένα πρώτο σημάδι μεγαλώματος
Και το επόμενο είναι η ανάγκη να τα μοιραστείς όλα με κάποιον άλλον. Να φτάσει εκείνη η στιγμή που νιώθεις ότι απέδειξες ό, τι είχες ν’ αποδέιξεις στον εαυτό σου, έκλεισες όλα τα χρέη σου και πάς μπροστά για μια ζωή κοινή. Και κοινή συνεπάγεται να νοιάζεσαι ουσιαστικά τον άλλον, να τον αγαπάς και να τον στηρίζεις. Και να γίνονται όλα αυτά αβίαστα και χωρίς να υπάρχει εκατέρωθεν η υποχρέωση να το κάνεις. Να ζεις κανονικά με τον/ την εκλεκτό/ή σου χωρίς να βάζεις ταμπέλες κι ετικέτες που κάνουν την καθημερινότητα να φαντάζει μια ατέλειωτη ρουτίνα, μια ανακύκλωση, μια απ’ τα ίδια τελικά και της αφαιρούν τη μαγεία της. Γιατί υπάρχει μια μαγεία στην καθημερινότητα για την οποία αξίζει να μεγαλώνεις τελικά:
Να ξυπνάς και να κοιμάσαι βλέποντας το αγαπημένο πρόσωπο
Να τρίβονται τα πόδια σας στον ύπνο
Ν’ ανταλλάσσεις παντόφλες
Να τρώτε μαζί
Να ξαπλώνετε στον καναπέ χωρίς να χρειάζεται υποχρεωτικά να μιλάτε
Ν’ ακούτε τις σιωπές σας
Να ονειρεύεστε μαζί

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006

Περί εμπνεύσεως, δημιουργίας και άλλων ζιζανίων.

Όλοι γνωρίζουμε την αρχή του ομηρικού έπους. Αυτήν την επίκληση του ποιητή στη Μούσα για να του δώσει έμπνευση και να παράγει έργο. Να δημιουργήσει.

Στο θέατρο, ο ηθοποιός βάζει σαν στόχο έναν θεατή και παίζει γι’ αυτόν όλο το βράδυ. Τις περισσότερες φορές δεν είναι συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι απλώς ο ιδανικός θεατής. Και το παράλογο είναι πως δεν ξέρουμε πώς ορίζεται καν ο ιδανικός θεατής. Να κάθεται ήσυχος στην καρέκλα, να μην βήχει, να μην τσαλακώνει χαρτάκια από καραμέλες, να έχει κλειστό το κινητό ή και καθόλου κινητό, να μην αλλάζει πόδι κάθε λίγο κι ακούγεται το θρόισμα απ’ το ύφασμα, να μην γελάει σαν χάχας εκεί που δεν πρέπει, να είναι καλλιεγημένος, να έχει τρόπους, να, να, να , να μην αναπνέει ίσως;
Είναι προφανές ότι όλη η παραπάνω περιγραφή ανήκει σε έναν θεατή της απόλυτης ουτοπίας. Αυτό το πλάσμα δεν υπάρχει, δεν είναι κανονικός άνθρωπος. Εξωγήινος είναι μάλλον. Αλλά πρέπει να τον εφευρίσκεις κάθε φορά για να του απευθύνεσαι. Και να γίνεται το εξής μαγικό. Να τον απομονώνεις και να τον πολλαπλασιάζεις.

Εξηγούμαι: Εκεί που ήταν ένας κι έπαιζες μόνο γι’ αυτόν και είχες εξαφανίσει όλους τους άλλους δίπλα του, στο τέλος του έργου με τη δύναμη της χημείας που αναπτύχθηκε ανάμεσα σας, εμφανίζει και τους υπόλοιπους και σε χειροκροτούν όλοι μαζί.
Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση ενός υπαρκτού ιδανικού θεατή, ενός προσώπου για το οποίο πραγματικά θες να παίζεις και στον οποίο αφιερώνεις όλη τη δημιουργικότητα σου. Εκεί, τα πράγματα είναι πιο απλά, πηγάζουν από αγάπη και σε αγάπη οδηγούνται. Γιατί κάθε αρχή δημιουργίας στην αγάπη πρέπει να βασίζεται για να είναι αυθεντική.

Κατ’ αντιστοιχία, η γραφή απευθύνεται στον αναγνώστη, τον ιδανικό αναγνώστη. Τον Αναγνώστη με Α κεφαλαίο. Αυτόν που είναι η μούσα σου, που θα πεις για χάρη του τη γνωστή φράση «Άνδρα μοι ένεππε Μούσαν πολύτροπον ος μάλλα πολλά πλάγχθη», και μετά θ’ αρχίσεις να γράφεις. Αλλά βασική προϋπόθεση είναι να τον θαυμάζεις και να τον εκτιμάς τον αναγνώστη σου. Και να θέλεις να του προσφέρεις το καλύτερο γιατί είναι απαιτητικός και καλά κάνει. Αλλά μέσα στις απαιτήσεις του είναι συγχρόνως και απλός. Αυτό που σου ζητάει είναι να του προσφέρεις το καλύτερο κομμάτι σου, το πιο αληθινό. Και θα εύχεσαι να σε διαβάζει ο ιδανικός αναγνώστης και να του αρέσει ή να μην συμφωνεί ίσως με κάτι και να σε διορθώνει, να σε συμβουλεύει, να ανοίγετε διάλογο κι εσύ να γράφεις, να γράφεις, να γράφεις και να φαντάζεσαι ότι οι αναγνώστες πληθαίνουν και σε διαβάζουν κι άλλοι κι άλλοι και πιο πολλοί κι ακόμα περισσότεροι ώσπου απ’ το μεγάλο πλήθος να κοιτάξεις, να παραμερίσεις και να κλείσεις το μάτι στον αναγνώστη σου. Σ’ αυτόν που σε ωθεί σε μια γόνιμη δημιουργία.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006

Ατάκτως ερρημένα!

Είναι δύσκολο να είσαι αρεστός σε όλους. Μπορεί να είναι αυτός ο στόχος, αλλά η ζωή τον μετατρέπει σε ανέφικτο τις περισσότερες φορές. Και ειλικρινά θαυμάζω και ζηλεύω αυτούς που δεν δίνουν δεκάρα για τα σχόλια των άλλων και τραβούν τον δρόμο τους απερίσπαστοι. Αναισθησία; Όχι, δεν θα το έλεγα. Μάλλον αυτοπεποίθηση είναι ή μια μορφή άμυνας και δύναμης.
Υπάρχουν κάποιοι που ποτέ δεν σε αποδέχονται γιατί είναι ακατάλληλες οι περιστάσεις κάτω απ’ τις οποίες εισβάλλεις στη ζωή τους. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι κακός άνθρωπος ή γεμάτος ελαττώματα κι αρνητικά που είσαι δηλαδή, αφού ο άνθρωπος είναι απ’ τη φύση του ατελές ον.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που στα μάτια τους θα είσαι πάντα ο κακός εισβολέας, ο αδιάφορος διπλανός τους, αυτός ο άγνωστος που δεν θα θέλουν να γνωρίσουν. Και θα έχουν διαρκώς στραμμένα τα μάτια πάνω σου για να παρακολουθούν τις κινήσεις σου, να κάνεις το ατόπημα και να πούνε «είδες που είχα δίκιο»;
Κι εσύ θα κοιτάς στον καθρέφτη της ψυχής σου και θα βλέπεις ότι δεν είσαι τόσο κακός όσο λένε, ούτε τόσο αντιπαθές άτομο. Απλώς, σ’ αυτή τη ζωή μια απ’ τις ανθρώπινες ατέλειες είναι να μην συμπαθούμε υποχρεωτικά όλον τον κόσμο.