Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδιωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδιωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

Η Κωνσταντινούπολη των ευσεβών μου πόθων!

Προειδοποίηση: Δεν πρόκειται για ταξειδιωτικό ποστάκι, με την έννοια ότι δεν το έχω κάνει ακόμα το εν λόγω ταξείδι.
Απ’ την άλλη μεριά όμως, πρόκειται για ταξείδι μέσα απ’ τις σελίδες δύο εξαιρετικών βιβλίων.
Εξηγούμαι:
Πριν από δυο χρόνια, διάβασα την «Ινσταμπούλ» του Ορχάν Παμούκ. Άρτι νομπελίστας λογοτεχνίας ο Τούρκος συγγραφέας τότε και το βιβλίο που έγραψε για την γενέτειρα του ήταν στα ευπώλητα της εποχής.
Νομίζω είναι δύσκολο να γράψει κανείς για την πόλη που γεννήθηκε, ανδρώθηκε και ζει ακόμα. Μοιραία οι αναμνήσεις κυριαρχούν και μπορεί να υποσκελίσουν τα όποια αντικειμενικά στοιχεία, αν υπάρχει βέβαια αντικειμενικότητα…
Είναι παρόλα αυτά, εξαιρετικά γοητευτικό να διαβάζεις τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος προσεγγίζει συγγραφικά την πόλη του, μια πόλη που δεν είναι απλώς μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά για μας, τους «άσπονδους απέναντι» είναι Η ΠΟΛΗ.
Στη δική μας πατρίδα και συνείδηση, υπάρχει πάντα το παλιό μεγαλείο της πάλαι ποτέ Βασιλεύουσας, η Κωνσταντινούπολη κι όχι η τουρκική Ινσταμπούλ, η γκλαμουριά του Βυζαντίου, η Αγιά Σοφιά, μνημείο της Ορθοδοξίας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η κερκόπορτα κι ο θρύλος με τον εξαδάκτυλο που θα τα δώσει όλα πίσω!
Ναι, μην γελάτε καθόλου. Νιώθω ότι εκεί έξω κυκλοφορούν ακόμα πολλοί τρελλοί που νιώθουν ότι η Πόλη θα έπρεπε να είναι ελληνική κι ότι οι παλιοί λογαριασμοί δεν έχουν κλείσει. Υπάρχουν πολλοί που γι’ αυτούς η πολυεθνικότητα του Βυζαντίου δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Την αγνοούν επιδεικτικά. Όλα ήταν ελληνικά, όλα ακόμα κι αυτοί οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες παρόλο - που αν δεν κάνω λάθος- στέφονταν Ρωμαίοι αυτοκράτορες!

«Ινσταμπούλ» -Ορχάν Παμούκ

Σε μια τέτοια λοιπόν πόλη, με βαριά ιστορία, γεννήθηκε ο Παμούκ. Για την πόλη του γράφει. Την πόλη του φωτογραφίζει, αυτήν αναπολεί και νοσταλγεί. Αυτήν ονειρεύεται. Και είναι η πόλη του χωρίς αμφιβολία με την στενή έννοια του όρου, αλλά και στον βαθμό που οι ιστορικές πόλεις με βαριά κληρονομιά είναι τελικά οι πόλεις όλων μας.
Στους δρόμους της Ινσταμπούλ έπαιξε για πρώτη φορά ο μικρός Ορχάν, αυτή υπήρξε η γη των γονιών και των παππούδων του, εκεί γνώρισε τον εαυτό του και πήγε σχολείο, εκεί ερωτεύτηκε και ζει ακόμα.
«Η μοίρα της Ιστανμπούλ είναι και δική μου μοίρα, είμαι αφοσιωμένος στην πόλη επειδή σε αυτήν οφείλω αυτό που είμαι», εξομολογείται ο Ορχάν Παμούκ.
Το βιβλίο του είναι ένα είδος προσωπικού ημερολογίου αλλά προσφέρει και πλούσιες πληροφορίες για τον μελλοντικό ταξειδιώτη. Λέω ταξειδιώτη κι όχι τουρίστα, γιατί ο Παμούκ αναδεικνύει μέσα απ’ το γραπτό του μια πόλη που σε κάνει να θες να την ζήσεις. Συγχρόνως, μιλάει με ιδιαίτερο τρόπο για τη μελαχγολία αυτής της πόλης. Μια μελαγχολία «τυπωμένη» πια στο DNA των κατοίκων της, παλιών και νέων.
Είναι το τέλος ενός πολιτισμού αλλά και η γέννηση ενός καινούργιου.

«Η Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» - Γιάννης Ξανθούλης

Ο Ξανθούλης, με ρίζες απ’ την Ανδριανούπολη, κουβαλάει την Πόλη στο αίμα του και μιλάει γι’ αυτήν με ιδιαίτερα συναισθηματικό τρόπο. Η ματιά του είναι αυτή του ανθρώπου που επιστρέφει ξανά και ξανά για να περπατήσει στις ίδιες γειτονιές και να γευτεί όχι μόνο αυτά που τον έκαναν να την αγαπήσει αλλά και τα καινούργια στα οποία «ανοίγεται» με πάθος.
«Όπως την ένιωσα περπατώντας επίμονα στα σοκάκια, στις καινούργιες λεωφόρους, στους μπαχτσέδες και στις όχθες του Βοσπόρου. Ψελλίζοντας τα τούρκικα με λάθη που με παρασέρνουν σε περιπέτειες, φανερώνοντας την ασέβεια της ευσεβούς φήμης της, την ανάγκη της σιωπής μέσα στο πολύχρωμο και πολύβουο παρόν της, τη νοσταλγία των αληθινών της φόβων που οργάνωσαν το μεγαλείο της. Πολλές φορές ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη-Πόλη-Ιστανμπούλ. Όμως εκείνη τη φορά, που αφέθηκα στη φιλόξενη αμετροέπεια ενός θεότρελου Τούρκου φίλου, έμαθα κι άλλα. Και για την Πόλη- που υποτίθεται ότι γνώριζα καλά, σαν αυτονομημένος περιπατητής- και για μένα τον ίδιο, φωτισμένο από σκιές που καθορίζουν το μυστήριο της».

Όπως και να την λέμε, Κωνσταντινούπολη ή Πόλη ή Ινσταμπούλ, αυτή η πόλη αποτελεί γοητευτικό προορισμό για τους ήδη μυημένους αλλά και γι’ αυτούς που θέλουν να την δουν από κοντά. Ελπίζω να μπω κάποια στιγμή στη δεύτερη κατηγορία με στόχο βέβαια να πιάσω την πρώτη, αυτή των μυημένων…

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2008

Φθινοπωρινές εξοχές

Έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μέρη που έχεις συνδέσει με καλοκαίρι ντυμένα με τα φθινοπωρινά τους.

Ο καιρός ακόμα δεν έχει αποφασίσει τι θερμοκρασία του ταιριάζει καλύτερα, η 28η Οκτωβρίου αποτέλεσε αφορμή για τετραήμερη αποχή από εργασιακά καθήκοντα, μια μέρα άδεια απ’ τη σημαία κυριολεκτικά και η συνέχεια ακολουθεί φωτογραφικά:


Παραλία Επιδαύρου τον Οκτώβριο.


Μυκήνες ως all time classic

Ναύπλιο από ψηλά- υπέροχο όπως πάντα

Ο πλούσιος κήπος του νέου σπιτιού της φίλης μας

Δυόσμος για τα mojito μας!

Μέθανα σαν να' χει σταματήσει ο χρόνος κάπου στο' 50

Ταβερνάκι σε υπέροχο σημείο στο Βαθύ-Μεθάνων

Μέθανα: κοντά στο ηφαίστειο

Και η αποκάλυψη της εκδρομής μας:

Ναι, κάπου στον Νομό Τροιζηνίας υπάρχει και η Τακτικούπολη




Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2008

Φθινόπωρο στη Βιέννη!

Τη Βιέννη την είχα ξαναδεί πριν από 18 χρόνια τα Χριστούγεννα. Θυμάμαι ότι έκανε πολύ κρύο. Οι δρόμοι ήταν άδειοι λόγω γιορτών και ανήμερα τα Χριστούγεννα το απόγευμα, ξεπρόβαλλε στην πλατεία του Αγίου Στέφανου μια κοπέλα πάνω σ’ ένα λευκό άλογο.

Εντυπωσιάστηκα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ούτε βέβαια μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα δει έρημη μια ευρωπαϊκή πόλη τις μέρες των γιορτών. Και βέβαια, μέχρι τότε, δεν είχα ξαναδεί τόσα αυτοκρατορικά κτίρια μαζεμένα.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο ξεναγός μας είχε ενημερώσει για την αντίδραση των Βιεννέζων στην ανέγερση ενός γυάλινου μοντέρνου κτιρίου- εμπορικού κέντρου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Στεφάνου. Πίστευαν ότι χαλούσε την αισθητική της πόλης τους. Μου είχε φανεί περίεργο τότε, στην Αθήνα ανέκαθεν ελάχιστοι αντιδρούν στην ασχήμια που προσφέρει πλουσιοπάροχα το μπετόν αντικαθιστώντας παλαιότερα κτίρια με ιδιαίτερη αισθητική.
Σήμερα το γυάλινο κτίριο έχει πια εγκατασταθεί για τα καλά αλλά δεν έχει καταφέρει – ευτυχώς- να κλέψει την παράσταση απ’ το λαμπερό περίγυρο.
Στη Βιέννη του 1990, δεν υπήρχαν ζητιάνοι. Ακόμα... Μόλις είχε καταρρεύσει το ανατολικό μπλοκ και οι μόνοι που έβλεπες να είναι σε υποδεέστερη μοίρα ήταν κάτι Γιουγκοσλάβοι (καλά για τους νεαρούς αναγνώστες, κατανοώ ότι ο όρος Γιουγκοσλάβος δεν είναι δόκιμος πλέον). Κι αυτοί όμως δεν ζητιάνευαν με την κλασική έννοια. Πουλούσαν βιβλία στον δρόμο! Από τότε βέβαια αυτό έχει αλλάξει. Είδα ανθρώπους να ζητιανεύουν και άλλους να κοιμούνται στον δρόμο. Λίγοι- είναι η αλήθεια- αλλά υπαρκτοί.
Στη Βιέννη του 1990 είδα για πρώτη φορά τραμ εν κινήσει. Είδα και για πρώτη φορά νεαρούς μπαμπάδες να περιφέρουν τα μωρά τους στον μάρσιπο.
Αυτές οι εικόνες ήταν παντελώς άγνωστες στην Αθήνα του 1990.

Σήμερα 18 χρόνια μετά, είδα τη Βιέννη με φθινοπωρινή ενδυμασία και με άλλα μάτια βεβαίως. Ε, φυσικό είναι. Άλλο πράγμα να είσαι στο εξωτερικό οικογενειακώς και υπό τη σκέπη του γκρουπ κι άλλο να έχεις την ανεξαρτησία σου. Αυτή τη φορά βέβαια περιορίστηκα στο κέντρο της πόλης κι όχι στα περίχωρα όπως παλιότερα. Έτσι, δεν είδα ξανά τα θερινά ανάκτορα Schönbrunn, το Mayerling ή το Baden.

Περπάτησα όμως πολύ σε μια πόλη που είναι ιδανική για περπάτημα, κατέταξα τους Βιεννέζους στους πολιτισμένους λαούς της Ευρώπης: σταματούν να περάσει ο πεζός, κυκλοφορούν με ποδήλατα, είναι άψογοι στο σέρβις, είναι καλλιεργημένοι. Είδα μικρά παιδιά στην όπερα να παρακολουθούν με προσήλωση και πολύ το χάρηκα.

Τόσο στη Volksoper με τη διασκευή σε οπερέτα του «Ορφέα στον Άδη» όσο και την Staatsoper με το μπαλέτο «Onegin», οι αίθουσες ήταν κατάμεστες.
Α, και μάλιστα το εντυπωσιακό στη δεύτερη περίπτωση ήταν ότι ήταν ημέρα εκλογών…
Αξίζει επίσης να πω ότι στην Staatsoper λειτουργεί στην εντέλεια σύστημα για τους όρθιους θεατές που είναι πολλοί και που δεν νιώθουν ότι τους υποτιμά κανείς επειδή πληρώνουν πολύ φτηνό εισιτήριο.
Αυτή ήταν και η δική μας περίπτωση: πληρώσαμε 4 ευρώ για «θέση» ορθίου αφού όλα τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί. Μπορούσαμε να μαρκάρουμε τη θέση μας ( οι θέσεις μοιάζουν με στασίδια εκκλησίας στο πίσω μέρος της αίθουσας αλλά σε υπερυψωμένο σημείο έτσι ώστε να βλέπουν όλοι) και να κάτσουμε στο μπαρ μέχρι ν’ αρχίσει η παράσταση.
Στην Αθήνα, στα θέατρα, όταν εξαντλούνται οι θέσεις, κάθεσαι στα σκαλοπάτια ή σε σκαμνί στην άκρη χωρίς να βλέπεις καλά κι έχοντας πληρώσει ακριβώς το ίδιο εισιτήριο με τους άλλους!
Περιττό να προσθέσω ότι τυχαία καταλάβαμε για τις εκλογές. Κανένα χαρτί πεταμένο στον δρόμο, καμιά τεράστια αφίσα. Κάτι μικρά αφισάκια μόνο σε κολώνες εδώ κι εκεί. Την Δευτέρα μάλιστα, στο ένα απ’ αυτά υπήρχε κολλημένο ένα χαρτί με τη λέξη «Ευχαριστώ» στα γερμανικά…

Αυτή τη φορά στη Βιέννη απόλαυσα πραγματικά μια καινούργια γωνιά μουσείων το Museums Quartier με μια ενδιαφέρουσα έκθεση μοντέρνας ζωγραφικής υπό τον τίτλο «Bad painting, good art» καθώς επίσης και τη συλλογή στο Leopold Museum με έργα Schiele, Kokoschka, Klimt κά καθώς και με την αναδρομική έκθεση για τον Christian Schad.

Έφαγα το υπέροχο βιεννέζικο σνίτσελ, τόσο μεγάλο που έβγαινε κυριολεκτικά απ’ το πιάτο και το υπέροχο Sacher torte στον τοπο παραγωγής του στο Sacher cafe, αλλά γνώρισα και το καφέ όπου σύχναζε ο Φρόυντ!

Η Βιέννη του 2008 εξακολουθεί να είναι αριστοκρατική, να έχει άρωμα παλιών μεγαλείων αλλά και τον αέρα μιας σύγχρονης πόλης. Προσφέρει την αίσθηση μιας ζωής άνετης και ήσυχης σε ανθρώπινους ρυθμούς.
Η πρωτεύουσα της πάλαι ποτέ Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας χορεύει πάντα βαλς ακούγοντας τον αιώνιο ρυθμό του ήχου που κάνει το νερό στον Δούναβη που τη διαπερνά σε τέσσερα διαφορετικά σημεία. Διατηρεί στο ακέραιο τα παλάτια της και συνεχίζει να λατρεύει τη Σίσυ, τη θλιμμένη της αυτοκράτειρα.


Στις φωτογραφίες βλέπετε 1)τον Άγιο Στέφανο, 2) μέρος του κήπου των χειμερινών Ανακτόρων Hofburg, 3) άποψη της "ελληνικής" γειτονιάς πλάι στην ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Τριάδας, 4) το καφέ που φημολογείτα ότι σύχναζε ο Ρήγας Φεραίος, 5) το εσωτερικό της Staatsoper, 6) αλογάκια, 7) το περίφημο Sacher torte και οι 2 τελευταίες φωτογραφίες είναι απ' τη Ζυρίχη όπου είχαμε μια 4ωρη αναμονή που εκμεταλλευτήκαμε για να περπατήσουμε λίγο το κέντρο της πόλης.

Τετάρτη, Αυγούστου 13, 2008

Memories from USA and a touch of Canada

New York city



Whasington D.C

Alexandria in Virginia

Niagara falls- Toronto
Boston


Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2008

France!!!

Επιστρέφοντας την Κυριακή το βράδυ σε μια κρύα Αθήνα ένιωθα αυτό το μείγμα γλυκιάς κούρασης και μελαγχολίας.
Οι επιστροφές απ’ τα ταξίδια είναι αμείλικτες. Σε κάνουν να εκδύεσαι γρήγορα, αντανακλαστικά σχεδόν τους ωραίους ρυθμούς που είχες αποκτήσει για ένα διάστημα και να λειτουργείς σαν αυτόματο. Αρχίζεις να προγραμματίζεις πόσα πλυντήρια θα χρειαστεί να βάλεις μέσα στο διήμερο που ακολουθεί, τι θα φας το βράδυ αφού γυρνάς σε σπίτι με άδειο ψυγείο, τι θα ψωνίσεις την επόμενη μέρα απ’ το σούπερ μάρκετ που ευτυχώς είναι δίπλα στη δουλειά σου και δεν θα κουραστείς να κουβαλάς.
Λίγο αργότερα κι ενώ ο κάδος του πλυντηρίου ξεπλένει τα ίχνη των οσμών απ’ τα ξένα μέρη που περπάτησα, κάθομαι με ανακούφιση στον καναπέ παρέα με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και χαζεύω τις άρτι φορτωθείσες φωτογραφίες στο λάπτοπ. Τις βλέπω ξανά και ξανά σαν να θέλω να τα ζήσω όλα πάλι απ’ την αρχή. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπάρχει αυτή η ενοχλητική υπενθύμιση: να βρω πού έχωσα την τσάντα της δουλειάς και πού στο καλό έχω βάλει την κάρτα εισόδου μου. Και να βάλω και το ξυπνητήρι δέκα λεπτά νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο για να απολαύσω έναν καφέ πριν παραδοθώ ξανά στην ανελέητη καθημερινότητα...
Τη Δευτέρα το πρωί φτάνω στο γραφείο με αέρα εξωτερικού- έτσι λένε οι συνάδελφοι που γεύονται με απόλαυση τα σοκολατάκια που έφερα για κέρασμα. Ξεχνώ το password για τον υπολογιστή. Στην πέμπτη προσπάθεια ευτυχώς το θυμάμαι. Τα spam ξεπερνούν τα 1000. Το mailbox της δουλειάς και το προσωπικό στο yahoo γεμάτα.
Πίνω έναν καφέ και με θλίψη σκέφτομαι ότι τέτοια ώρα την περασμένη Δευτέρα επισκεπτόμουνα την πανέμορφη La Rochelle με τα τέσσερα λιμάνια της, το μικρό ψαροχώρι του 10ου αιώνα που σύντομα έγινε σπουδαίο εμπορικό κέντρο του Ατλαντικού χάρη στο κρασί και το αλάτι.
H La Rochelle ανέπτυξε σπουδαίες εμπορικές σχέσεις με την Αγγλία, την Ολλανδία, την Ισπανία και τον Καναδά σε όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα αλλά και αργότερα. Περπατήσαμε ανάμεσα στα τείχη στο παλιό λιμάνι και την παλιά πόλη που διατηρούν την γραφικότητα τους με τα πεζοδρομημένα δρομάκια, τα ωραία κτίρια, τους τρεις επιβλητικούς πύργους προς τη θάλασσα και τα αμέτρητα εστιατόρια με τα θαλασσινά. Μικρά πλοιάρια εκτελούν δρομολόγια για τα νησάκια île d’ Aix και île de Ré. Μας εντυπωσίασε το ωκεανογραφικό μουσείο που απ’ την στιγμή που μπαίνεις μέσα κλείνουν ερμητικά οι πόρτες και νομίζεις ότι είσαι σε υποβρύχιο που βυθίζεται.

Το Cognac το ερωτεύτηκα με το που πατήσαμε το πόδι μας. Πρόκειται για μια μικρή κωμόπολη στο νομό Poitou- Charentes. Το ξενοδοχείο που μείναμε ήταν ένα κτίριο του 17ου αιώνα, ανακαινισμένο με πολύ ζωντανά χρώματα και στυλ και με αρμονικό συνδυασμό του παλιού με το νέο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαμε την παράξενη αίσθηση ότι ζούμε σ’ ένα τεράστιο σπίτι και είμαστε μόνοι. Την Κυριακή και τη Δευτέρα το ξενοδοχείο αργεί κι έτσι ο ιδιοκτήτης αφού μας υποδέχτηκε και μας εξήγησε τα βασικά, μας έδωσε έναν κωδικό για να μπαινοβγαίνουμε και τον ξαναείδαμε την Τρίτη το πρωί!
Τρώγαμε πρωινό σε μια τεράστια σάλα με βαθύ κόκκινο χρώμα στους τοίχους, με καθρέφτες, ωραία τραπεζομάντιλα και μια παλιά ξύλινη κονσόλα που φυλάσσονταν τα πιατικά. Έξω η μικρή αυλή έδινε υποσχέσεις ότι το καλοκαίρι θα είναι πραγματικά ειδυλλιακά να τρως πρωινό ή βραδυνό εκεί και να περιβάλλεσαι από δεκάδες ετικέτες γαλλικών κρασιών και κονιάκ της περιοχής.
Στο Cognac γεννήθηκε το 1494 ο μελλοντικός βασιλιάς της Γαλλίας Φραγκίσκος ο 1ος που υπέγραψε τη συμφωνία για διέλευση του αλατιού απ’ τον ποταμό Charentes, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της πόλης. Το σπίτι του σήμερα είναι στην ιδιοκτησία της οικογένειας Otard που παράγει τα ομώνυμα κονιάκ. Κατά μήκος μάλιστα της όχθης του ποταμού βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο όλα τα μεγάλα maison de cognac: Hennessy, Martell, Rémy-Martin, Camus, Otard.
Από την 1η Απριλίου και ως το τέλος του Οκτώβρη πραγματοποιούνται εκδρομές με πλοιάρια στις ιδιοκτησίες των οικογενειών, επεξήγηση της παρασκευής του κονιάκ, εξοικείωση με τα σύμβολα παλαιότητας και δωρεάν δοκιμή.


Για την Angoulême τι να πρωτοπώ; Αυτή η πόλη που σχεδόν κανείς δεν τη γνώριζε απ’ όσους μας ρωτούσαν που θα πάμε, είναι η πρωτεύουσα του Poitou- Charentes. Χτισμένη ψηλά, ανάμεσα σε τείχη προσφέρει πανοραμική θέα στην Charentes και είναι μια πόλη που για τέσσερες μέρες κάθε Ιανουάριο ζει στους ρυθμούς ενός πολύ πετυχημένου διεθνούς φεστιβάλ. Το φεστιβάλ κόμικς της Angoulême ξεκίνησε πριν από 34 χρόνια σαν ιδέα να αναγεννηθεί η πόλη που παλιά υπήρξε η «πρωτεύουσα» του χαρτιού και κατέληξαν να γίνουν το σήμα κατατεθέν της. Παντού στους δρόμους έβλεπες σκίτσα από κόμικς και χάπενινγκς. Ακόμα και οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν εμπνευσμένες ως προς τη διακόσμηση από κινούμενα σχέδια. Έξω από μαγαζί καλλυντικών έβλεπα τον Corto Maltese να μας κλείνει πονηρά το μάτι δίπλα σε αντρικό γνωστό after shave. Τεράστια περίπτερα φιλοξενούσαν εκθέσεις κόμικς, άλμπουμ παλιά και καινούργια, κομίστες σου υπέγραφαν το βιβλίο σου κάνοντας σου ένα σκίτσο, οι καθεδρικοί ναοί της πόλης φιλοξενούσαν κι αυτοί εκθέσεις κινουμένων σχεδίων με εκκλησιαστικά θέματα. Φέτος γιορτάστηκαν πανηγυρικά τα 50 χρόνια των στρουμφ με υπαίθριες εκδηλώσεις παντού και χαμογελαστά πιτσιρίκια να επιδίδονται με μανία σε στρουμφικές δραστηριότητες. Φέτος το φεστιβάλ της Angoulême τιμούσε τον μεγάλο Αργεντινό κομίστα Jose Munoz με μια έκθεση έργων δικών του αλλά κι ένα σπουδαίο αφιέρωμα στα κόμικς της Αργεντινής σε όλο τον 20ο αιώνα. Η αίθουσα ήταν σκηνικό αργεντίνικου σπιτιού και μπαρ ενώ ακουγόταν απ΄ τα μεγάφωνα ένα αισθησιακό ταγκό.
Μπορώ να γράφω συνέχεια για τα κόμικς που έστω και τώρα κάπως καθυστερημένα λόγω ηλικίας μυήθηκα στον κόσμο τους. Το μυαλό μας γέμισε χιλιάδες εικόνες και τα μάτια μας δεν χόρταιναν να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά. Γεμίσαμε μια βαλίτσα μ’ αυτά που αγοράσαμε και είδαμε πριν αποχαιρετίσουμε το φεστιβάλ και μια καταπληκτική ταινία σε avant premiere, συλλογική δουλειά καλλιτεχνών κινουμένων σχεδίων, το «Peur(s) du Noir ».


Το Rochefoucauld κοντά στην Angoulême είναι ένα μικρούλι χωριό με ένα επιβλητικό κάστρο να δεσπόζει που δυστυχώς όμως ανοίγει μόνο κάθε Κυριακή. Στις όχθες του αποζημιωθήκαμε με μια τέλεια χειροποίητη σοκολάτα με φουντούκια από τη σοκολατερί που βρίσκεται εκεί.
Κι άλλη γαλλική ύπαιθρο απολαύσαμε το Σάββατο, επισκεπτόμενοι πρώτα μια μικρή εκκλησία με τοιχογραφίες Ναϊτών του 12ου αιώνα (κι αυτή δυστυχώς ήταν κλειστή) και στη συνέχεια πήγαμε στο Aubeterre sur Dronne που όχι άδικα ο guide bleu το χαρακτηρίζει ένα απ’ τα ωραιότερα χωριά της Γαλλίας. Αξίζει να αναφερθώ στην εντυπωσιακή μονολιθική εκκλησία του Saint Jean με βαπτιστήριο, κρύπτη, νεκρόπολη και σαρκοφάγους , χτισμένη μέσα σε βράχο.


Αφήνω για το τέλος τη Bordeaux για την οποία αφιερώσαμε μια μόνο μέρα και γιατί ήταν μακριά από κει που μέναμε αλλά και γιατί τελικά σ’ αυτό το ταξίδι οι εξοχές και τα χωριά μας κίνησαν περισσότερο το ενδιαφέρον. Η Bordeaux είναι μεγάλη πόλη, με αυτοκρατορικό στυλ που θυμίζει κάπως το Παρίσι, εντυπωσιακά μνημεία, ένα ωραίο θέατρο και τον ποταμό Garonne βέβαια στη μέση που διαχωρίζει το ιστορικό κέντρο απ’ την καινούργια πόλη.
Ολοκληρώνοντας, αν μπορεί κανείς να ολοκληρώσει σε λίγες γραμμές ένα ταξίδι, να μην ξεχάσω να πω ότι φάγαμε και ήπιαμε του σκασμού αφού η Γαλλία είναι μια χώρα που αν μη τι άλλο ξέρει να προσφέρει γευστικές απολαύσεις. Και εννοείται ότι θέλουμε να ξαναπάμε οπωσδήποτε! Εμένα ήδη μου λείπει η μικρή πόλη του Cognac.
A, κι αυτό δεξιά είναι la fauve η μασκώτ του φετεινού φεστιβάλ κόμικς. Δεν είναι κούκλα;

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

Βλακείες...


Πόσες βλακείες μπορεί ν’ ακούει κανείς καθημερινά και να μένει απαθής; Πολλές, άπειρες, συνηθίζει κανείς σ’ αυτές όπως στο πρωινό ξύπνημα κάθε Δευτέρα που πρέπει να ξαναρχίσει ο μαραθώνιος της καθημερινότητας.
Αρκεί ωστόσο μερικές φορές έστω και μία για να σε βγάλει έξω απ’ τα ρούχα σου και –πιστέψτε με- σήμερα που η θερμοκρασία κατέβηκε απότομα δεν ενδείκνυται η απογύμνωσις!
Πρωί- πρωί άκουσα τις εντυπώσεις συναδέλφου που έλειψε για 4 μέρες στο Παρίσι και προετοίμαζε το ταξίδι καιρό πριν, αγοράζοντας μπότες με τακούνι και άλλα αξεσουάρ και που συνέλεγε πληροφορίες απ’ όσους είχαν πάει στην πόλη του φωτός για το τι θα δει, πού θα φάει, τι θα φάει και ποια πτέρυγα του Λούβρου να επισκεφτεί.

Θέλετε να μάθετε τι είπε όταν εγώ η αφελής τη ρώτησα πώς της φάνηκε το Παρίσι και εντελώς αφελώς περίμενα θετική αντίδραση;
«Ελλαδάρα και πάλι Ελλαδάρα», αναφώνησε η ξανθιά (β(λ)αμμένη) συνάδελφος.
Την κοίταξα με το ύφος του βοδιού, αδυνατώντας να συνθέσω την απλή της – απλοϊκή ταιριάζει καλύτερα-αλλά αποστομωτική- αυτό ταιριάζει γάντι- απάντηση και ρώτησα δειλά: «Δηλαδή δεν σου άρεσε;»
«Ε, δεν είναι και σαν την Ελλάδα» άρχισε και για να μην με αφήσει παραπονεμένη μου παρέθεσε με λεπτόμερειες τα εξής:
Το μετρό τους είναι βρώμικο. Τι άσχημα πλακάκια είναι αυτά που έχει, σαν τουαλέτας…Το δικό μας είναι πεντακάθαρο (ε, ναι, δυστυχώς δεν θα ζούμε να το καμαρώσουμε και μετά από έναν αιώνα)
Το Quartier Latin, χάλια σαν τον Λαγανά της Ζακύνθου…(αδυνατώ να συλλάβω την ομοιότητα)
Το φαί τρωγόταν. Το Mac Donalds τους πολύ καλό… η greek salad όμως βρωμούσε…(χωρίς σχόλιο)
Η Μονμάρτη έτσι κι έτσι. (ευτυχώς θα τρίζουν λιγότερο τα σανίδια στα ατελιέ των ζωγράφων που την ύμνησαν στον καμβά τους.)
Στο Λούβρο οκ, η Τζοκόντα μια παπαριά, η Αφροδίτη σιγά το πράμα, η Νίκη της Σαμοθράκης όμως μ’ άρεσε. – (πάλι καλά)
Το κρεββάτι του Ναπολέοντα δεν το είδα, το είχαν κλειστό το δωμάτιο. Ήθελα να το δω για να διαπιστώσω πόσο κοντός ήταν... (κοντός στο μάτι...)
Δεν μπορώ να ταυτιστώ μ’ αυτόν τον λαό (ευτυχώς ούτε εκείνος με σένα)
Ε, δεν είδα και πουθενά κάτι τόσο ωραίο σαν το Κολωνάκι ή την Εκάλη (ανατρίχιασα)
Το μετρό μου δημιουργεί κατάθλιψη, δεν μπορώ να κινούμαι εγώ με μέσα συγκοινωνίας, έχω να μπω σε λεωφορείο στην Αθήνα κάτι χρόνια.( ???????????)
Στις Βερσαλλίες όλα γκρι ήταν (pardon, αλλά πράσινα είναι μόνο την άνοιξη)
Γενικά, το Παρίσι σαν Μαυσωλείο είναι! ( ενώ η Αθήνα είναι πανέμορφη η άτιμη, ειδικά τώρα με την ανάπλαση της Πειραιώς κι όλα τα φωταγωγημένα σκυλάδικα)
Στην Eurodisney θα ξαναπάω με τα παιδιά μου (εγώ πάλι γιατί δεν καταλαβαίνω την αισθητική σχέση Παρισίου και Eurodisney;)

Νομίζω περιττό να σας πω ότι στις παρενθέσεις τα σχόλια είναι εντελώς δικά μου και τα έλεγα από μέσα μου όσο άκουγα το παραπάνω παραλήρημα το οποίο και σας παρέθεσα αυτούσιο χωρίς να προσθέσω ή να αφαιρέσω τι.
Τα συμπεράσματα δικά σας.

Στη φωτογραφία, μερική άποψη μιας γωνιάς του Παρισίου, χμ του Μαυσωλείου μήπως έπρεπε να πω;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007

Ιταλία- Σλοβενία

Η πανέμορφη Βενετία που ξεπρόβαλλε σαν πραγματικό στολίδι της Αδριατικής το Κυριακάτικο πρωινό της άφιξης μας, έκανε όλους τους επιβάτες του πλοίου να τη φωτογραφίζουν μανιωδώς, υποκλινόμενοι στη γοητεία της.
Της κλείσαμε το μάτι πονηρά κι υποσχεθήκαμε να την επισκεφθούμε πριν τον δρόμο της επιστροφής. Είχε έναν κρυφό συμβολισμό αυτή η σιωπηρή συμφωνία Η Βενετία είναι η πόλη στην οποία πρέπει κανείς να επιστρέφει.

Η Τεργέστη, μας αποκαλύφθηκε 1 ώρα αργότερα, μ’ έναν ήλιο που επέτρεπε να κυκλοφορούμε ξανά με τα καλοκαιρινά μας. Η θάλασσα της ήτανε γεμάτη ιστιοπλοϊκά, η παραλία της γεμάτη λουόμενους και τα σοκάκια πίσω απ’ τη μεγάλη πλατεία του δημαρχείου φιλοξενούσαν μια κυριακάτικη αγορά με μικροπωλητές.
Αισθάνθηκα μια μακρινή εκλεκτική συγγένεια να με αγγίζει συναισθηματικά. Σ’ αυτό το πραγματικά όμορφο λιμάνι, απέναντι απ’ τη μεγάλη πλατεία, άνθισε το ελληνικό στοιχείο από το 1718 με τεράστια εμπορική και οικονομική δραστηριότητα η οποία συνεχίστηκε ακόμα και μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και είναι σημαντική και στις μέρες μας. H πόλη υπήρξε τόπος δράσης των οπαδών του Ρήγα Βελεστινλή, μελών της Φιλικής Εταιρείας, σταθμός του ταξιδιού του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1821 προς την Πελοπόννησο, καταφύγιο πολλών προσφύγων από την Ήπειρο, την Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνιές, τη Σμύρνη.
Απολαύσαμε μια μικρή βόλτα, καφέ και ελαφρύ μεσημεριανό και αναχωρήσαμε για το ειδυλλιακό Portoroz, που απέχει απ’ την Τεργέστη γύρω στα 20 λεπτά, αφού κατά τη διαδρομή είδαμε και το σλοβένικο λιμάνι Coper ή ελληνιστί Capodistria.
Η σλοβένικη ακτή, μια ακτή μινιατούρα, θέρετρο για Σλοβένους αλλά και για γείτονες Ιταλούς που καταλήγει σε μια μύτη στο παλιό λιμάνι του μεσαιωνικού Piran, είναι πραγματική όαση κάτω απ’ την καταπράσινη περιοχή της Istria με τα γραφικά χωριουδάκια στις κορυφές των λόφων, τη μεσογειακή σχεδόν βλάστηση και τα πολλά αμπέλια της περιοχής. Καταλήξαμε ένα απομεσήμερο στο οινοποιείο Rojac






μια οικογενειακή επιχείρηση βιολογικών κρασιών με εξαγωγές ανά τον κόσμο και εξαιρετικά κρασιά απ’ τα οποία δοκιμάσαμε 6 ενώ έξω έβρεχε και μύριζε βρεγμένο χώμα. Πόσα χρόνια είχα να μυρίσω βροχή στη φύση;
Μετά από 2 μέρες παραμονής στην περιοχή, εκτός από μπόλικο κρασί (ευτυχώς καλής ποιότητας γιατί αλλιώς θα έπρεπε να δηλώσουμε συμμετοχή στους Ανώνυμους Αλκοολικούς, βουτήξαμε γευστικά και στην εξαίσια σούπα Bobici που αποτελεί τοπική παραδοσιακή σπεσιαλιτέ και αναχωρήσαμε ένα φθινοπωρινό πρωινό με προορισμό την Ljubljana.
Ενδιαμέσως, επισκεφθήκαμε το φημισμένο σπήλαιο της Postojna με συνολικό μήκος 21χλμ. Τα 5 χλμ είναι επισκέψιμα και μεγάλο κομμάτι της διαδρομής εκτελείται με τρενάκι. Το σπήλαιο διαθέτει μια τεράστια αίθουσα για συναυλιακό χώρο, άπειρους σταλακτίτες και σταλαγμίτες με πρωτότυπα ονόματα όπως σπαγγέτι και ακόμα πιο εντυπωσιακά σχέδια, όπως αυτοί που έμοιαζαν με κομμάτια πραγματικού υφάσματος. Κατά την έξοδο, υπάρχει σε ειδική βιτρίνα- ενυδρείο με τον Πρωτέα, το μικροσκοπικό ζωάκι του σπηλαίου.
Την Ljubljana την είδαμε αρχικά ένα βροχερό απόγευμα και στη συνέχεια ένα ηλιόλουστο πρωινό. Είναι τόσο μικρή πόλη που περπατιέται εύκολα και προλαβαίνεις ν’ ανεβείς και στο κάστρο της και να τη θαυμάσεις από ψηλά. Τα κτίσματα της έχουν αυτροουγγρικές επιρροές, ενώ η Λιουμπλιάνιτσα με τις 3 γέφυρες της και τον δράκο ως έμβλημα απ’ τους μυθικούς χρόνους είναι σαν σκηνικό παραμυθιού. Αυτόν τον δράκοντα λέγεται ότι τον σκότωσε ο Ιάσονας όταν πέρασε με τους Αργοναύτες απ’ την Λουμπλιάνα κατά την επιστροφή του προς την Ελλάδα.

Οι εξοχές της Σλοβενίας είναι πραγματική όαση. Απ’ τις Ιουλιανές Άλπεις που τώρα ήταν καταπράσινες, τα ποτάμια, τον καταρράχτη και το πανέμορφο Bled με το νησάκι ανάμεσα, το Novo Mesto και το Otocec κοντά στα κροάτικα σύνορα μέχρι την παλιά πόλη της Radovljica με το παραδοσιακό εστιατόριο του Lectar και τη φοβερή μανιταρόσουπα σερβιρισμένη σε ψωμί.






Επιστροφή στην Ιταλία την Παρασκευή το πρωί, με μια διανυκτέρευση στο Treviso
που είναι σαν μικρή Βενετία. Το Τreviso είναι μια μικρή, αρχοντική πόλη, γύρω στα 18 χλμ έξω απ’ τη Βενετία. Ο κόσμος κυκλοφορεί περισσότερο με ποδήλατο παρά με αυτοκίνητο. Μου έκανε εξαιρετική εντύπωση που ακόμα και ηλικιωμένους έβλεπα πάνω στα ποδήλατα. Το Treviso είναι η γενέτειρα του τιραμισού. Δυστυχώς, δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε τον φούρνο/ ζαχαροπλαστείο που το ανακάλυψε κι έτσι δεν διαπιστώσαμε πόσο διαφορετικό είναι απ’ αυτό που τρώμε εδώ…
Ο σιδηροδρομικός σταθμός, έξω απ’ τα τείχη της πόλης, σηματοδότησε την υπεσχημένη επιστροφή μας στη Βενετία. Πήραμε το τρένο και σε μισή ώρα είμασταν εκεί, ξανά.
Σε περίπτωση που δεν το εμπεδώσατε, να το ξαναπώ.
Η Βενετία ήταν πανέμορφη, λαμπερή και γεμάτη χαρούμενες φωνές και πρόσωπα στους δρόμους. Πραγματικό πανηγύρι! Στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, μια μπάντα έπαιζε μουσική, τα βαπορέτα πηγαινοέρχονταν γεμάτα κόσμο, οι γονδολιέρηδες περιμένανε τους ρομαντικούς τουρίστες κι ένα σωρό μάσκες και μουράνο σε κοίταζαν προκλητικά από υπαίθρια κιόσκια μέχρι ακριβά μαγαζιά.
Προσκυνήσαμε μια χειροποίητη μαύρη σοκολάτα με φουντούκια, απ’ το γνωστό μας ζαχαροπλαστείο στην πλατεία Goldoni και νιώθαμε ότι είμαστε στον παράδεισο.
Ανακαλύψαμε και τη μη τουριστική Osteria που μας είχε γεμίσει με ικανοποίηση τον χειμώνα και ικανοποιήσαμε και τις ορέξεις μας με λαχταριστά home made θαλασσινά, ολίγον εξωτικά αφού η σερβιτόρα ερχόταν απ’ τον μακρινό Παναμά…
Να μην σας κουράσω άλλο με τη Βενετία, γιατί μπορώ να γράφω συνέχεια.
Και για το ταξίδι μπορώ να γράφω συνέχεια.

Να επαναπροσαρμοστώ δεν θέλω αν και το έκανα ήδη…

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2007

Tourist or traveller?

Σ’ ένα σχολικό βιβλίο αγγλικών υπήρχε ένα άρθρο με τίτλο «Tourist or traveller». Στο κείμενο που ακολουθούσε, ο συγγραφέας όριζε τον τουρίστα σαν τον κλασικό τύπο που βλέπει όλα τα must αξιοθέατα με τη φωτογραφική μηχανή ανά χείρας, ψωνίζει τα απαραίτητα σουβενίρ στα οποία κάπου αναγράφεται η πόλη στην οποία ταξίδεψε και αποτελεί μέλος ενός group.
Ο traveller αντίθετα, είναι ο τύπος που ταξιδεύει μόνος, χωρίς τους περιορισμούς του group δηλαδή, ανακατεύεται με τους ντόπιους, προσπαθεί να ζήσει για λίγο τη ζωή τους, μπλέκεται στην περιπέτεια του ταξιδιού και περπατάει στις άσημες γειτονιές και στα άγνωστα σοκάκια.

Προσπαθώντας να απαντήσω σήμερα στο ερώτημα τι είμαι απ’ τα δύο, τι θα ήθελα να είμαι και τι έχω υπάρξει, θα έλεγα λίγο κι απ’ τα δύο. Η ιδιότητα του traveller βέβαια, είναι λιγότερο ρεαλιστικό σενάριο, κυρίως λόγω συνθηκών. Αν για παράδειγμα έχεις μόνο λίγες μέρες στη διάθεση σου στο Παρίσι, εννοείται ότι θα δεις το Λούβρο ή τον Πύργο του Άιφελ. Θα πάρεις καμιά καρτ ποστάλ και σίγουρα θα ψωνίσεις. Με το πέρασμα του χρόνου όμως και την αύξηση των ταξιδιών, αν έχεις τον traveller μέσα σου, αναγκαστικά θα εκτοπίσεις τον tourist έστω και κάτω από χρονικούς περιορισμούς. Το στάδιο αυτό λέγεται επιλεκτικότητα.

Ανταποκρινόμενη λοιπόν στην πρόσκληση της Krot για τα ταξίδια, θα αναφέρω το Λονδίνο επειδή σε συνδυασμό με τη Σκωτία είναι το πρώτο ταξίδι της ζωής μου σε παιδική ηλικία και με συνθήκες traveller… αλλά και επειδή αργότερα, στην ενήλικη ζωή μου, υπήρξε αγαπημένη απόδραση. Το Λονδίνο είναι κοσμικό και με αέρα παλιάς αυτοκρατορίας, αλαζονικό και μποέμικο συγχρόνως, μοντέρνο και παλιό, μεγαλοπρεπές και αριστοκρατικό.
Ως δεύτερο αγαπημένο προορισμό θα βάλω την Αβινιόν στη Νότιο Γαλλία γιατί ήταν ένα ταξίδι στο οποίο ανέλπιστα προσκλήθηκα πριν από αρκετά χρόνια να παρακολουθήσω το θεατρικό φεστιβάλ και ήμουν για πρώτη φορά άγνωστη μεταξύ αγνώστων, σε μια ευτυχή συνύπαρξη με δεκάδες παιδιά από διαφορετικές εθνότητες. Πραγματικά αξέχαστη εμπειρία!
Παραμένοντας γεωγραφικά στη Γαλλία, κάνω ιδιαίτερη μνεία στην πανέμορφη ριβιέρα με την προσδοκία να ξαναπάω εκεί σύντομα, να απολαύσω ξανά μια βόλτα στην Promenade des Anglais και να φάω οστρακοειδή στην κεντρική πλατεία με τα ρομαντικά μπιστρό.
Το Παρίσι το έχω επισκεφθεί 5 φορές. Χρειάζεται να αναφερθώ περαιτέρω;
Παραλείποντας άλλες πόλεις λόγω οικονομίας χώρου, αφήνω για το κλείσιμο την άλλοτε Γαληνοτάτη, την παραμυθένια Βενετία με την ευχή να την ξαναδώ να με μαγεύει καθώς θα μου αποκαλύπτει τα παλάτια της μέσα απ’ τα πολλά νερά της. Το ταξίδι στη Βενετία με άφησε με μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, γιατί άρχισε με μικροαναποδιές και έληξε κάπως πρόωρα. Ωστόσο, οι εντυπώσεις που διατηρώ είναι οι καλύτερες και γι’ αυτό θέλω οπωσδήποτε να ξαναπάω.

Όσον αφορά στους εγχώριους προορισμούς, θα ξεχωρίσω τη Σύρο γιατί είναι το μόνο νησί στο οποίο έχω πάει πολλές φορές, νιώθω άνετα εκεί, σαν στο σπίτι μου και θα ήθελα να είναι το σπίτι μου.

Καλώ λοιπόν κι εγώ με τη σειρά μου τη bebelac, το goudaki, το skarthali, τη μητέρα αυτών(σσ goudakiou τε και skarthaliou), την envain και τη vanila!

Τρίτη, Ιουνίου 05, 2007

Ίος blogger Camp

Το τριήμερο που μας πέρασε:

  • Επισκέφθηκα για πρώτη φορά ένα όμορφο κυκλαδίτικο νησί με αφορμή το Greek Blogger Camp
  • Είδα τι ωραίες που είναι οι μίνι διακοπές τον Ιούνιο που δεν έχει μαζευτεί ακόμα πολύς τουρισμός
  • Γνώρισα πολλούς κι ενδιαφέροντες bloggers - εγχώριους και διεθνείς-
  • Σάπισα στην ξεκούραση
  • Έκανα το πρώτο μου μπάνιο
  • Διαπίστωσα πόσο κρύα είναι η θάλασσα τέτοια εποχή και γι' αυτό προτίμησα την πισίνα
  • Έφαγα ωραιότατα θαλασσινά στην ακροθαλασσιά
  • Τέλειωσα επιτέλους τη "Λέσχη των τιποτένιων" κι έφτασα στη μέση και το επόμενο βιβλίο, επιβεβαιώνοντας ότι οι ρυθμοί της πόλης δεν μ' αφήνουν να αφιερώσω χρόνο στο διάβασμα και άρα πρέπει να είμαι συνέχεια σε διακοπές
  • Μυήθηκα στο "διάβασμα" του έναστρου ουρανού
  • Γέμισα τσιμπήματα από κουνούπια
  • Απόλαυσα τη δόση από πολυτέλεια που όλοι μας χρειάζομαστε
και
χτες που επέστρεψα:
άρχισα να βάζω πλυντήρια και να προετοιμάζομαι ψυχολογικά για γραφείο την επόμενη μέρα, επιβεβαιώνοντας ότι με μια μικρή ανάπαυλα κάνεις με περισσότερο κέφι τον σκλάβο εργαζόμενο μετά...
Ωραία ήταν. 'Αντε και του χρόνου!

Τρίτη, Απριλίου 10, 2007

Η Σύρος το Πάσχα

Υπάρχουν ελάχιστα μέρη απ’ αυτά που έχω πάει- εντός κι εκτός- στα οποία η συνεχής επανάληψη δεν με κουράζει καθόλου. Ένα απ’ αυτά είναι και η Σύρος.
Με τη Σύρο φλέρταρα πολύ πριν την επισκεφθώ κι οι συγκυρίες τα έφεραν έτσι ώστε να πατήσω για πρώτη φορά το έδαφος της για 20 μόνο λεπτά στο αεροδρόμιο. Με μια πτήση πήγα, με την επόμενη έφυγα δηλαδή.

Την ξανάδα ή μάλλον την είδα για πρώτη φορά πριν από εφτά χρόνια, στο καλύτερο σαββατοκύριακο της ζωής μου και την ερωτεύτηκα. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά...
Νομίζω ότι η εικόνα της Ερμούπολης, όπως την προσεγγίζει το πλοίο, είναι η ωραιότερη εικόνα νησιού. Δεν έχω πάει βέβαια σ’ όλα τα νησιά κι έτσι πιθανόν να μην είμαι αντικειμενική, αλλά για τις αγάπες μου, δεν θέλω και να είμαι!

Η Σύρος έχει άρωμα εποχής, έχει στυλ, έχει τη γοητεία μιας πεπερασμένης ακμής και κυκλοφορεί ακόμα, σε πείσμα νεότερου ήθους κι έθους, με μακρύ φόρεμα, κρινολίνο και ομπρέλα για τον ήλιο. Πάει στο θέατρο και κάθεται σε θεωρεία, βλέπει εκθέσεις ζωγραφικής ή φωτογραφίας, σαν αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα του Χαρισιάδη για την Επίδαυρο, και ξεκουράζει το βλέμμα της στο απέραντο γαλάζιο που χτυπά στους βράχους των Βαποριών.
Πίνει καφέ στην οδό Ερμού, σουλατσάρει στα μικρά εμπορικά δρομάκια, κοιτάζει τα παλιά σπίτια και στο μυαλό της ανοίγουν σάλες χορού και τραπεζαρίες με κεντητά τραπεζομάντιλα και πορσελάνινα σερβίτσια. Όταν θέλει να γλυκαθεί, τρώει λουκουμάδες στην πλατεία, κάτω απ’ το επιβλητικό κτίριο του Δημαρχείου και πίνει σουμάδα για να δροσιστεί. Όταν πάλι θέλει να μερακλώσει ανεβαίνει μέχρι την Άνω Σύρα και παίζει στη φαντασία της το μπουζούκι του Βαμβακάρη. Κι όταν θέλει να χορέψει πιο μοντέρνα ακούσματα, πάει στον παλιό Κλέαρχο ή στο Πειραματικό.

Η Σύρος φέτος το Πάσχα ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία. Δεν είχα πάει ποτέ Πάσχα κι έτσι ανυπομονούσα πώς και πώς να βρεθώ εκεί. Ε, την είχα πεθυμήσει κιόλας.
Δεν μπορώ βέβαια να καυχηθώ για το απόλυτο των χριστιανικών στιγμών που βίωσα τη Μεγάλη Βδομάδα γιατί θα ήταν ψέματα. Μπορώ όμως ν’ αφήσω τις εντυπώσεις μου απ’ τον Καθολικό Επιτάφιο.
Φέτος λοιπόν που συνέπεσε το Καθολικό με το Ορθόδοξο Πάσχα, ήταν μια ευκαιρία να δούμε κάτι διαφορετικό κι έτσι μετά από πολύ λαχάνιασμα λόγω των πολυάριθμων σκαλοπατιών, βρεθήκαμε στην κορυφή του λόφου και πιο συγκεκριμένα στον Σαν Τζώρτζη.
Η λειτουργία είναι μεταφρασμένη ολόκληρη στα νέα ελληνικά. Τα μόνα λατινικά που ακούσαμε ήταν σε δυο τρεις ψαλμωδίες προς το τέλος. Κομμάτια απ’ το ευαγγέλιο διάβαζαν και δυο τρεις απ’ τους πιστούς που ήταν όμως ενδεδυμένοι με άσπρα άμφια και υποκλίνονταν με ευσέβεια πρώτα στον επίσκοπο και τους άλλους δυο και μετά ανέβαιναν στον άμβωνα. Οι πιστοί παρακολουθούσαν με απόλυτη προσήλωση, γεγονός που μου έκανε εντύπωση αφού στις ορθόδοξες εκκλησίες συνήθως δεν συμβαίνει το ίδιο. Ο σταυρός είναι καλυμμένος μ’ ένα μοβ ύφασμα το οποίο αφαιρούν σταδιακά σε 3 φάσεις οι ιερείς, κι όταν φεύγει εντελώς, προσκυνούν οι πιστοί.
Ακολουθούν λίγοι ψαλμοί ακόμα, μια σύσταση του επισκόπου για ευσέβεια κι όχι για φολκλορισμό του Πάσχα κι αμέσως μετά τελείται το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.
Ο επιτάφιος βγαίνει απ’ τον ναό γύρω στις 10 το βράδυ. Είναι μικρός κι έχει ένα άγαλμα του σταυρωμένου Ιησού μέσα. Πριν απ’ αυτόν, βγαίνει ο σταυρός κι άλλα σύμβολα, όπως ζάρια, πετεινός, ματωμένο χιτώνιο. Η περιφορά πραγματοποιείται στα στενοσόκακα της Άνω Σύρου σε απόλυτη ησυχία. Οι πιστοί δεν κρατάνε ούτε κεριά, ούτε φαναράκια. Ακούγονται μόνο ψαλμοί. Στα μικρά μπαλκόνια και στις αυλές, λιγοστοί άνθρωποι, κυρίως περασμένης ηλικίας στέκονται για να αποτίσουν φόρο τιμής.

Ψάχνω εδώ και 2 ώρες έναν εμπνευσμένο επίλογο να κλείσω το κείμενο για τη Σύρο και δεν κατεβαίνει τίποτα. Γι’ αυτό λοιπόν το αφήνω έτσι αυτό το ποστ, ανολοκλήρωτο συμβολικά για να μου θυμίζει ότι το κεφάλαιο Σύρος δεν κλείνει τόσο εύκολα κι ότι θα επιστρέψω.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

Ταξιδιωτικά

Πριν από μια βδομάδα έκανα ένα ταξίδι στη Βουδαπέστη. Σκεφτόμουνα αρχικά να γράψω εδώ τις εντυπώσεις μου, αλλά μετά βαρέθηκα γιατί σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ τυποποιημένες, κάτι σαν ταξιδιωτικός οδηγός. Και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί είναι ύπουλα βιβλία. Ευχάριστα απ’ τη μια, γιατί σε κάνουν να ονειρεύεσαι το μέρος που θα πας και δυσάρεστα απ’ την άλλη, όταν μένεις απλώς στο όνειρο. Επιπλέον, το πώς καταγράφονται τα ταξίδια στη μνήμη μας είναι καθαρά προσωπική υπόθεση κι έχει να κάνει μ’ ένα σωρό παράπλευρα πράγματα. Έτσι μπήκα στη διαδικασία να θυμηθώ το πρώτο ταξίδι της ζωής μου το οποίο έχει καταγραφεί ως εξής στη μνήμη μου:

Τον Αύγουστο του 1978 έκανα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. Πήγα με τη γιαγιά μου στη Σκωτία να δούμε τον θείο μου που έπαιρνε εκεί την ειδικότητα του ως γιατρός.
Η πτήση πραγματοποιήθηκε με την Ολυμπιακής που τότε ακόμα δεν ήταν ξεπεσμένη. Εγώ ως παιδάκι, είχα και τα τυχερά μου. Με το που πάτησα το πόδι μου στο αεροσκάφος, απέκτησα κι ένα κουκλάκι. Πιο πολύ όμως, με εντυπωσίαζαν τα περιοδικά που υπήρχαν μπροστά απ’ τις θέσεις. Τα μάζεψα όλα, ακόμα και της αγγλίδας που καθόταν δίπλα μας, συμπεριλαμβανομένων και των σακκουλακίων για τον εμετό που δεν ήξερα βέβαια σε τι χρησίμευαν, αλλά κάπου θα τα χρησιμοποιούσα για τις κούκλες μου.
Το μόνο ενδιαφέρον που μου συνέβη κατά τη διάρκεια της πτήσης κι αφού τη γιαγιά την πήρε ο ύπνος μετά το φαγητό, ήταν να εξασκήσω τα πενιχρά αγγλικά μου στην παρακείμενη αγγλίδα. «Good morning», φέρομαι να της είπα και στη συνέχεια δια της νοηματικής ο μέγας σκοπός επετεύχθη. Μου έβαψε τα χείλη με κραγιόν κι έτσι προσγειώθηκα στο Χίθροου σωστή κυρία. Μόνο που είχε πλάκα γιατί ο θείος μου που μας περίμενε, βλέποντας με έσκασε στα γέλια λέγοντας: «πρώτη φορά βλέπω παιδί που του λείπουν τα 2 μπροστινά δόντια να φοράει κατακόκκινο κραγιόν». Στη συνέχεια φορτώθηκε σαν γαϊδούρι τις αποσκευές μας και ανεβήκαμε τις κυλιόμενες σκάλες τις οποίες όμως ο ίδιος εξαναγκάστηκε να κατέβει και ν’ ανέβει άλλη μια φορά μαζί με τις βαλίτσες γιατί εμένα μου είχαν σκορπιστεί όλα τα λάφυρα απ’ το αεροπλάνο και γκρίνιαζα επίμονα να μου τα μαζέψει.
Ο θείος έμενε σε ένα τεράστιο αλλά άθλιο διαμέρισμα στη Γλασκόβη το οποίο στεγαζόταν σ’ ένα επίσης άθλιο κτίριο μαύρου χρώματος απομεινάρι απ’ το Β’ παγκόσμιο για πρόχειρη στέγαση φοιτητών, μεταναστών κλπ.
Εμένα όμως μου άρεσε πολύ γιατί ήταν μεγάλο κι έτσι τα πρωινά που εκείνος έλειπε στο νοσοκομείο και η γιαγιά έκανε γενική καθαριότητα, επιδιδόμουν στην αγαπημένη μου ασχολία. Έψαχνα όλα τα ντουλάπια. Εκστατική ανακάλυψα κάτι κονσέρβες κόκκινων φασολιών που ήθελα υποχρεωτικά να δοκιμάσω βρίσκοντας ξαφνικά το σπιτικό φαγητό μπανάλ για τα γούστα μου. Στο ψυγείο, ενθουσιάστηκα ανακαλύπτοντας γάλα σε χάρτινη συσκευασία και χυμό πορτοκάλι, είδη εξωτικά ακόμα για μας που ζούσαμε στην Ελλάδα. Επίσης, ανακάλυψα τον κατεψυγμένο αρακά και αποφάσισα ότι δεν θα ξανάτρωγα ποτέ πατάτες με το κρέας ή μακαρόνια, αλλά μόνο αρακά, όπως οι άγγλοι.
Οι ελάχιστες λέξεις που ήξερα στα αγγλικά και μάλιστα ως τυποποιημένες φράσεις και με παντελή άγνοια συντακτικού ή γραμματικής, μου φάνηκαν χρήσιμες όταν κλήθηκα να παίξω τον ρόλο της τηλεφωνήτριας. Υπήρχε ένα τηλέφωνο μαύρο, μεγάλο στον τοίχο του διαδρόμου έξω απ’ την είσοδο του διαμερίσματος, κοινό για όλους τους ορόφους. Όταν χτυπούσε, εγώ απαντούσα κι ανάλογα με τον αριθμό που μου έλεγαν (απ’ το 1 ως το 9) χτυπούσα τις αντίστοιχες φορές ένα κουδουνάκι κι έτσι ειδοποιούταν ο ένοικος του διαμερίσματος που τον καλούσαν. Είχα ενθουσιαστεί που επιτελούσα αυτό το μέγιστο κοινωνικό έργο και απαίτησα να μάθω κι άλλες αγγλικές φρασούλες για να διανθίζω τη συνομιλία μου με τους άγνωστους που τηλεφωνούσαν. Έτσι λοιπόν, συχνά έλεγα «hello, how are you. My name is….».
Είχα τοποθετήσει κι ένα σκαμνάκι δίπλα απ’ το τηλέφωνο για να το φτάνω κι έτσι όλα τα πρωινά ήμουν κάτι σαν ο θυρωρός της πολυκατοικίας. Βέβαια, ως γνήσιος θυρωρός είχα γίνει και πολύ περίεργη κι ενοχλητική γιατί δεν εξαφανιζόμουνα μόλις ερχόταν ο εκάστοτε αποδέκτης του τηλεφωνήματος, αλλά στεκόμουν εκεί και τους πείραζα. Ανεβασμένη στο σκαμνάκι, τράβαγα τα μαλλιά απ’ τις κοπέλες ή τους έκανα διάφορες γκριμάτσες. Μια δυο, αφού είχα ξεπεράσει τα όρια αντοχής τους, μια απ’ αυτές με πήγε σέρνοντας με απ’ το αυτί στη γιαγιά και της παραπονέθηκε. Η γιαγιά δεν μιλούσε γρι αγγλικό, αλλά χαζή δεν ήταν και κατάλαβε ότι ενοχλώ τον κόσμο. «Μας συγχωρείτε, δεν θα το ξανακάνει», απάντησε στην έξαλλη αγγλίδα σε άπταιστα ελληνικά και με κατσάδιασε μετά με την ησυχία της. Βέβαια, εγώ το σπορ το συνέχισα…
Κάποια πρωινά μου άρεσε να κατεβαίνω στον κήπο και να μαζεύω κάτι άγουρα φρούτα απ’ τα δέντρα. Επέμενα μάλιστα να μαζεύω όσο πιο πολλά γινόταν για να τα πάω δώρο στη μαμά μου στην Αθήνα.
Στο φούρνο που πηγαίναμε για ψωμί, η γιαγιά το ζητούσε με νοήματα, δείχνοντας με το δάχτυλο ποια φραντζόλα θέλει κι εγώ επέμενα να μιλάω αγγλικά ζητώντας το γιατί είχα ήδη μάθει τη φράση «bread please» και την έλεγα με περηφάνια. Η πωλήτρια πάντως με κοίταγε σαν να ήμουνα ένας μικρός εξωγήινος. Στην επιστροφή, θυμάμαι πάντα τη γιαγιά να έχει το νου της να δει πως θα γυρίσουμε. «Έχω βάλει σημάδια», έλεγε κι εγώ νόμιζα πως ήμασταν κοντορεβυθούληδες κι έψαχναν κάτω στο έδαφος για τα σημάδια. Επίσης, αναρωτιόμουνα αν τα σκυλιά της Αγγλίας καταλαβαίνουν ελληνικά κι αν θα με ακούνε όταν τα φωνάζω.
Δίπλα στο σπίτι υπήρχε ένα σχολείο, κάτι σαν κολέγιο με θερινά τμήματα υποθέτω τώρα που το ξαναφέρνω στη μνήμη μου. Τα παιδάκια κάνανε διάλειμμα την ώρα που περνάγαμε και μ’ εντυπωσίαζαν επειδή φοράγανε τη στολή τους. Η γιαγιά πλησίαζε τα κάγκελα και τα χαιρετούσε είς άπταιστον ελληνικήν: «Γεια σας παιδάκια, τι κάνετε»; Αυτά γελάγανε κι εγώ τραβιόμουνα μακριά από αμηχανία φωνάζοντας στη γιαγιά «Αφού δεν σε καταλαβαίνουνε γιατί τους μιλάς»; Και η αποστομωτική απάντηση «πάντα καταλαβαίνουνε τα παιδάκια τις γιαγιάδες».
Από’ κεινο το πρώτο ταξίδι, θυμάμαι ακόμα τον ζωολογικό κήπο, την καμηλοπάρδαλη που ήταν ελεύθερη και διστακτικά την χάιδεψα, κάτι μαϊμουδάκια που φάγανε όλα μου τα μπισκότα με γέμιση φράουλα, την παιδική χαρά κοντά στο σπίτι και ότι νύχτωνε πολύ αργά το βράδυ. Στις 10 ήταν ακόμα μέρα. Αυτό θυμάμαι τους άλλους να το λένε.
Μια φορά πήγαμε μια επίσκεψη στο σπίτι κάποιων φίλων γιατρών και μου άρεσαν τόσο τα φιστίκια που τα καταβρόχθισα όλα. Η γιαγιά μου έκανε νοήματα όλο το βράδυ και μετά με επέπληξε. «Θα νομίζει ο κόσμος ότι δεν έχεις να φας», είπε. Εγώ όμως δεν μετάνιωσα καθόλου. Τόσο μου είχαν αρέσει εκείνα τα φιστίκια.
Και τέλος, θυμάμαι τον Chris, τη μεγάλη μου ενοχή. Ήταν τότε 2,5 χρονών. Ο πατέρας του, ο Απόστολος σπούδαζε ναυπηγός και η μητέρα του δούλευε νυχτερινή νοσοκόμα. Η γιαγιά τους είχε συμπαθήσει. Τα βράδια τους καλούσε συχνά για φαγητό και ακούω ακόμα τη φωνή του Απόστολου να λέει «Τα πιο ωραία κεφτεδάκια που έχω φάει κυρία Αννίκα». Τα πρωινά είχε προθυμοποιηθεί να κρατάει τον μικρό για να κοιμάται η μητέρα του. Έτσι, ο Chris ερχόταν σε μας, πράγμα που με είχε δυσαρεστήσει ιδιαιτέρως. Ζήλευα που δεν ήμουνα η αποκλειστικότητα της γιαγιάς κι όλο τον χτυπούσα. Μια φορά τον έσπρωξα με δύναμη κι έπεσε πίσω χτυπώντας δυνατά το κεφάλι του. Είχε σπαράξει στο κλάμα κι εγώ έφαγα μετά απ' τη γιαγιά ένα περιποιημένο βρωμόξυλο. Η μητέρα του δεν με μάλωσε ποτέ. Αντίθετα, με κάλεσε μια μέρα στο σπίτι και πολύ γλυκά προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι κανείς δεν θα μου κλέψει την αγάπη της γιαγιάς
Ντρέπομαι πολύ όταν σκέφτομαι τι του είχα κάνει. Του ζητάω από δω συγνώμη. Από μέσα μου το έχω κάνει πολλές φορές.
Στη Σκωτία ήταν προγραμματισμένο να μείνουμε ένα μήνα, όλο τον Αύγουστο δηλαδή. Κάποια στιγμή όμως, εγώ είχα αρχίσει να βαριέμαι και να ζητάω τη μαμά μου. Νομίζω ότι η επιστροφή επισπεύσθηκε λιγάκι. Μάλιστα μείναμε και δυο μέρες στο Λονδίνο και είδα και το μουσείο με τα κέρινα ομοιώματα που πολύ μ’ εντυπωσίασε.
Στην Ελλάδα επέστρεψα με διάφορα λάφυρα μεταξύ των οποίων μια κούκλα που της ζουλούσα το πόδι κι έδινε φιλί. Τη βάφτισα Λουΐζα και την έχω ακόμη.