Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεατρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεατρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Δεκεμβρίου 19, 2009

Της φυλακής οι κούκλες!

Πρωτοδιάβασα στην εφημερίδα πριν από 15 μέρες γι’ αυτό το ιδιότυπο Bazaar- Έκθεση και μου κίνησε το ενδιαφέρον. Είναι απ’ τη μια, η επιθυμία μου να ψωνίσω φέτος κατά κύριο λόγο από bazaar που ξέρω ότι τα έσοδα πάνε για καλό σκοπό κι απ’ την άλλη το συγκεκριμένο έχει κι άλλες διαστάσεις. Τον τρίτο λόγο τον έμαθα όταν επισκέφτηκα τις κούκλες κι έχει να κάνει με τον μαγικό κόσμο του κουκλοθέατρου! Μου έφερε μνήμες της παιδικής μου ηλικίας που ο μπαμπάς μας πήγαινε να δούμε Μπαρμπαμυτούση, Κλούβιο και Σουβλίτσα!

Το Εργαστήρι Μαιρηβή λειτουργεί εδώ και 11 χρόνια σ’ ένα παλιό ανακαινισμένο σπίτι με πανέμορφη αυλή στην οδό Δεληγιώργη στο Μεταξουργείο κι έχει ως στόχο τη διάδοση του κουκλοθέατρου καθώς και την υποστήριξη εκαπιδευτικών, επιμορφωτικών και καλλιτεχνικών προγραμμάτων. Έτσι, όχι μόνο λειτουργεί ως μόνιμος χώρος έκθεσης θεατρικής κούκλας (μαριονέτας, γαντόκουκλας, πάνινης, μάσκας κόκ), αλλά κατά την επίσκεψη του εκεί κάποιος μπορεί να ξεναγηθεί στον εργαστηριακό χώρο όπου έρχεται σε επαφή με τα υλικά, τα εργαλεία και τα μικρά μυστικά κατασκευής μιας θεατρικής κούκλας. Βεβαίως, παρουσιάζονται συχνά και παραστάσεις κουκλοθέατρου που μπορεί να τις παρακολουθήσει ένα παιδί 5 χρονών αλλά κι ένας ενήλικας με ψυχή παιδιού!

Το Εργαστήρι Μαιρηβή είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας δύο γυναικών με ιδιαίτερη καλλιτεχνική φλέβα, παρόλο που οι σπουδές τους δεν είχαν σχέση με τον συγκεκριμένο χώρο. Η Μαιρηβή Γεωργιάδου και η Εύα Χειλαδάκη αγαπούν με πάθος αυτό που κάνουν και φροντίζουν να το μεταδώσουν και στους επισκέπτες τους.

Η Εύα Χειλαδάκη μαζεύει κουρελάκια, μαλλιά πλεκτικής, χάντρες, υφάσματα και πηγαίνει μαζί με τα ψαλίδια της δυο ώρες την εβδομάδα επί 10 χρόνια στις φυλακές προκειμένου να συντονίσει το μάθημα κατασκευής κούκλας δίνοντας έτσι μια δημιουργική διέξοδο σ’ αυτές τις γυναίκες.

Πρόκειται λοιπόν για χειροποίητες κούκλες που φτιάχνουν φυλακισμένες γυναίκες των φυλακών Θήβας και τα έσοδα από την πώληση τους θα κατατεθούν στον λογαρισμό της κάθε κρατούμενης χωριστά. Το bazaar φιλοξενείται από τις 18 έως και τις 21 Δεκεμβρίου στο Εργαστήρι Μαιρηβή.

Φέτος, είναι η 6η φορά που το Εργαστήρι Μαιιρηβή διοργανώνει το εν λόγω bazaar. Αξίζει να σας πω ότι η κάθε κρατούμενη φτιάχνει διαφορετικές κούκλες ανάλογα με τον τόπο καταγωγής της ή την ψυχολογική της κατάσταση. Μια τσιγγάνα ας πούμε φτιάχνει κούκλες με φανταχτερά ρούχα, μια Βουλγάρα δίνει έμφαση στην τοπική ενδυμασία της πατρίδας της ενώ μια απεργός πείνας θα φτιάξει λιπόσαρκες κούκλες με μίζερα ρουχαλάκια...

Εκτός από κούκλες, οι γυναίκες της φυλακής έχουν κατασκευάσει υπέροχα μικρά κομμάτια υφάσματος με φιγούρες ή παραστάσεις που επίσης προέρχονται από ύφασμα και τα έχει ενώσει σε πολύ πρωτότυπα patchworks η Εύα Χειλαδάκη.

Στις φωτογραφίες μπορείτε να περιπλανηθείτε στο Εργαστήρι και στις κούκλες, ενώ στην τελευταία φωτογραφία βλέπετε τις 3 κουκλίτσες που αγόρασα σήμερα το απόγευμα. Ναι, καλά είδατε, η μεσαία είναι κούκλα –γοργόνα!


Καλά, υγιή, ειρηνικά κι αγαπημένα Χριστούγεννα σε όλους!

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

Ο Γλάρος Ιωνάθαν στους «Δρόμους Ζωής»

Το είχα χάσει τις δυο προηγούμενες χρονιές, αλλά αυτή τη φορά είχα βάλει στόχο να πάω οπωσδήποτε.
Κάθε χρόνο, τα παιδιά των «Δρόμων Ζωής» κλείνουν τη χρονιά με μια εορταστική εκδήλωση που κορυφώνεται στην παρουσίαση μιας θεατρικής παράστασης. Πέραν των προφανών, αυτό είναι πολύ σημαντικό και για έναν ακόμη λόγο: η παράσταση είναι από την αρχή ως το τέλος προϊόν των ίδιων των παιδιών. Εκφράζουν μ’ αυτόν τον τρόπο αυτό που και οι «Δρόμοι Ζωής» πρεσβεύουν χρόνια τώρα. Ο καθένας από μας μπορεί να σπάσει τις αλυσίδες των κοινωνικών προκαταλήψεων και να πετάξει ψηλά για να συναντήσει την ελευθερία. Στο πέταγμα του μπορεί να συναντήσει κι άλλους που τολμούν το ίδιο κι άλλους που θα του απλώσουν το χέρι και θα τον βοηθήσουν.
Η θεατρική παράσταση των Δρόμων Ζωής είναι η ατομική και συλλογική μας υπέρβαση απέναντι σ’ έναν κόσμο που συντηρεί τις ανισότητες, τον ρατσισμό, τη φοβία, τις προκαταλήψεις. Χτες το απόγευμα λοιπόν, η παράσταση έλαβε μέρος στο κατάμεστο θέατρο Εμπορικόν. Όλοι ήταν εκεί. Τα παιδιά, οι οικογένειες τους, φίλοι των Δρόμων Ζωής, εθελοντές παλιοί και νέοι.
Η εκδήλωση άρχισε με μια έκπληξη: το νεοσύστατο συγκρότημα Πάπρικα. Δυο βιολιά, δυο τουμπερλέκια, κρουστά και μια ηλεκτρική κιθάρα έπαιξαν μουσικές ενώνοντας τον παραδοσιακό ήχο με τον μοντέρνο και οδήγησαν το κοινό σε ξέφρενο χειροκρότημα.



Αργότερα, ακολούθησε ένας σύντομος χαιρετισμός από την Τίνα Σταύρου με απολογισμό της χρονιάς που πέρασε.
Και μετά η αίθουσα βυθίστηκε στο σκοτάδι και τα φώτα της σκηνής άναψαν. «Ο Γλάρος Ιωνάθαν» ξεκινούσε το θαραλλέο του πέταγμα και όταν το ολοκλήρωσε οι θεατές τον αντάμειψαν με την αγάπη τους. Τα μπράβο που ακούγονταν ήταν από καρδιάς, τα χαμόγελα έβγαιναν κατευθείαν από τις ψυχές. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Τα παιδιά γιατί τα είχαν καταφέρει, οι γονείς γιατί είδαν για μια ακόμη φορά ότι το μέλλον ανήκει και στα δικά τους παιδιά κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις, οι άνθρωποι των Δρόμων συγκινημένοι, εμείς οι υπόλοιποι τυχεροί που ζούσαμε αυτήν την σημαντική στιγμή.

Η λέξη Όνειρα που έγραψαν τα παιδιά με σπρέυ στον τοίχο του σκηνικού εκφράζει το δικό τους δικαίωμα στο όνειρο και τη δική μας υποχρέωση να τους ανοίξουμε τον δρόμο για να το καταφέρουν.

Την παράσταση ακολούθησε ένα ωραίο κέρασμα, με προϊόντα σπιτικά που είχαν ετοιμαστεί με αγάπη από τις εθελόντριες των «Δρόμων Ζωής».


Οι φωτογραφίες μιλάνε νομίζω από μόνες τους.

Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

Ο "Μικρός Πρίγκηπας" των Δρόμων Ζωής.

Ήδη νιώθω άσχημα που δεν πήγα στη γιορτή της σούπας. Μαζεύτηκαν πολλά τούτη την Άνοιξη και ο χρόνος είναι ελάχιστος. Τα σκεφτόμουν όμως αυτά τα γελαστά πιτσιρίκια και τα μεγαλύτερα το Σάββατο στις 17 Μαϊου. Κι ένιωθα σαν να ήμουνα εκεί; Πιάνεται;
Κι ήλπιζα να μπορώ να τα δω τουλάχιστον στη θεατρική τους προσπάθεια. Το ήθελα πολύ, αλλά όταν έλαβα την πρόσκληση και είδα την ημερομηνία, πάλι συννέφιασα μέσα μου. Την ώρα που θα ξεκινάνε το μαγικό ταξίδι τους στον κόσμο του "Μικρού Πρίγκηπα" εγώ θα είμαι αλλού. Κι έτσι, θα μείνω πάλι με τη σκέψη.

Ελπίζω να πάτε τόσοι που να γεμίσει η Πειραιώς με κόσμο και να μην χωράει το θεάτρο και ν' αναγκαστούνε να παίξουνε πάλι. ( ό, τι με συμφέρει λέω )

Καλή επιτυχία μέσα απ' την καρδιά μου.

Για περισσότερες πληροφορίες, εδώ

Παιδιά, merde! (θεατρικός όρος που αλά γαλλικά και σε εντελώς ελεύθερη απόδοση εύχεται "καλή επιτυχία" )

Σάββατο, Φεβρουαρίου 02, 2008

Τίτλοι τέλους για το "Αμόρε"

Ένα θέατρο που κλείνει είναι ντροπή για την πόλη που το φιλοξενούσε ως τώρα. Είναι ντροπή για μια χώρα που κατρακυλάει πνευματικά, ασχέτως αν τη βολεύει να επικαλείται το ένδοξο παρελθόν της και να απολαμβάνει τον ρόλο της ως γεννήτορα του θεάτρου. Γιατί όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα παιδιά, άλλο γεννάω κι άλλο ανατρέφω που σημαίνει είμαι εκεί στα καλά και τα δύσκολα, αγαπάω, θυσιάζομαι, προσφέρω.


Στο:
http://theatro.wordpress.com/2008/02/02 η συνέχεια.


Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

Ο Θεατρικός Άγγελος Σικελιανός

Διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο του Παντελή Πρεβελάκη, «Α. Σικελιανός» από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, διαπίστωσα με έκπληξη μια σχέση του μεγάλου ποιητή με το θέατρο- πέραν των Δελφικών γιορτών- που είχα σχεδόν ξεχάσει. Ο Σικελιανός υπήρξε κάποτε ηθοποιός!
Όταν το 1901 ο νεαρός ποιητής ήρθε από τη γενέτειρα του Λευκάδα στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική, απίστησε στις προγραμματισμένες σπουδές και αντ’ αυτών προτίμησε να στραφεί στο θέατρο. Είναι η χρονιά που ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ιδρύει τη «Νέα Σκηνή» του.

Η «Νέα Σκηνή» υπήρξε ως γνωστό μια απόπειρα πνευματικής μυσταγωγίας που επηρέασε βαθύτατα το νεοελληνικό θέατρο. Ο Χρηστομάνος, παράλληλα με τον Θωμά Οικονόμου του Βασιλικού θεάτρου, ανανέωσε το ρεπερτόριο της εποχής και συνεισέφερε σε πιο σύγχρονες τεχνικές υποκριτικής. Οι νεαροί μύστες που στρατεύθηκαν εθελοντικά (Σικελιανός, Σκίππης, Κυβέλη, Μήτσος Μυράτ, Θέωνη Δρακοπούλου, Τηλέμαχος Λεπενιώτης, Άγγελος Χρυσομάλλης) δεν απέβλεπαν υποχρεωτικά σε σταδιοδρομία ηθοποιού, μολονότι κάποιοι απ’ αυτούς παρέμειναν στο θέατρο. Η Κυβέλη μάλιστα, αποτέλεσε τη μούσα του Χρηστομάνου αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα περισσότερα έργα που ανέβηκαν. Το δε πρακτικό της ίδρυσης της Νέας Σκηνής διαβάστηκε από τον ίδιο τον Χρηστομάνο στο θέατρο του Διονύσου την 27η Φεβρουαρίου του 1901 μπροστά σε επιφανείς λογοτέχνες -μεταξύ των οποίων τους: Κωστή Παλαμά, Παύλο Νιρβάβα και Γρηγόρη Ξενόπουλο που το προσυπέγραψαν.
Ο Σικελιανός με την αδερφή του Ελένη και τον άντρα της Σπήλιο Πασαγιάννη, συνέπραξε στην αναμορφωτική προσπάθεια του Χρηστομάνου. Τα δυο αδέρφια μάλιστα για ένα βραχύ διάστημα θήτευσαν στο θέατρο και ως ηθοποιοί. Η Ελένη μετανάστευσε αργότερα στην Αμερική όπου και παρέμεινε. Η νεώτερη αδερφή του η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον Αμερικανό Ραϋμόνδο Ντάνκαν, αδερφό της διάσημης χορεύτριας Ισιδώρας και δοκίμασε κι εκείνη με τη σειρά της να σταδιοδρομήσει στο θέατρο τόσο στο Παρίσι όσο και στην Αμερική.
Το πόσο απασχόλησε την οικογένεια Σικελιανού το θέατρο, φαίνεται κι από μια ακόμη πληροφορία που μας παραθέτει ο Πρεβελάκης.

Το 1911 κι ενώ ο Σικελιανός είναι πια παντρεμένος με την Εύα Πάλμερ και βρίσκονται στο Παρίσι, η αδερφή του Πηνελόπη με τον Ραϋμόνδο οργανώνουν μια παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή σε αρχαία γλώσσα στο θέατρο Chatelet αρχικά κι έπειτα στο Trocadero με την ακόλουθη διανομή: Ηλέκτρα- Πηνελόπη Σικελιανού, Κλυταιμνήστρα- Ελένη Σικελιανού, , Χρυσόθεμις- Εύα Πάλμερ-Σικελιανού, Αίγισθος –Ραϋμόνδος Ντάνκαν, Ορέστης- Διονύσιος Δεβάρης. Η παράσταση ταξίδεψε και στις ΗΠΑ χωρίς την Εύα όμως.

Σταθμός στη ζωή του Σικελιανού υπήρξε η γνωριμία του και ο γάμος του με την αμερικανίδα Εύα Πάλμερ που σπούδαζε στο Παρίσι Ελληνική αρχαιολογία και χορό.
Απ’ το 1910 ήδη, ο Σικελιανός συλλαμβάνει την ιδεα των Συνειδήσεων και όταν γνωρίζεται με τον Νίκο Kαζαντζάκη ξεκινούν μαζί (1914-1915,1917) να πραγματοποιήσουν την περιήγηση της Ελλάδας «αναζητώντας τη συνείδηση της γης και της φυλής τους». Από το 1915 ως το 1917 δημοσίευσε τους τέσσερεις τόμους της συλλογής ποιημάτων πρόλογος στη ζωή: «η συνείδηση της Γης μου»(1915), «η Συνείδηση της Φυλής μου» (1915), « η συνείδηση της γυναίκας» (1916), «η συνείδηση της Πίστης» (1917). Λίγο πιο ύστερα (1917-1920), γράφει τα πιο χαρακτηριστικά ίσως ποιήματά του, την ευρύτερη σύνθεση «Tο Πάσχα των Ελλήνων», και το «Μήτηρ Θεού». Συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, περιηγείται την ελληνική ύπαιθρο, σχεδιάζει και εκτελεί ένα ταξίδι στους Αγίους Τόπους, ένα προσκύνημα που πάντα το ονειρευόταν.
Απ’ το 1922 μάλιστα και μετά την Μικρασιατική καταστροφή κι ενώ έχει ωριμάσει μέσα του η ανάγκη δημιουργίας ενός πνευματικού πυρήνα ικανού να ενώσει τους πνευματικούς ανθρώπους μέσα σε μια νέα πίστη, να συνθέσει τις αντιθέσεις και να αδελφώσει τους λαούς, συλλαμβάνει τη Δελφική Ιδέα.
Πιο συγκεκριμένα, ο Σικελιανός είχε οραματιστεί μια παγκόσμια πνευματική κοινωνία με έδρα τους Δελφούς, όπου διανοούμενοι από όλο τον κόσμο και από όλους τους χώρους των επιστημών και των τεχνών θα εργάζονταν για την πνευματική και ψυχική συναδέλφωση των λαών. H αδελφοσύνη, η ευνομία, η ελευθερία, η ανθρωπιά, ο κοσμοπολιτισμός αποτελούσαν βασικά γνωρίσματα της δελφικής ιδέας του ποιητή. Τους Δελφούς τους επέλεξε εξαιτίας της αίγλης και της ηθικής που εξέπεμπε κατά την αρχαιότητα το ιερό, λόγω του ότι θεωρείτο ο ομφαλός της γης και επειδή εκεί είχε την έδρα της η Δελφική Αμφικτυονία, μια μικρογραφία της τότε Κοινωνίας των Εθνών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, θεωρούσε απαραίτητο να ιδρυθεί εκεί ένα Πανεπιστήμιο ηθικών, ανθρωπιστικών και καλλιτεχνικών σπουδών. Στο ίδρυμα αυτό θα πραγματοποιούντο κοινωνιολογικές, μουσικές κ.ά. σπουδές και εκτός από σεμινάρια, διαλέξεις και συνέδρια θα οργανώνονταν και οι δελφικές εορτές, απαραίτητες, όπως πίστευε, για την πραγμάτωση των οραμάτων του.
Οι γιορτές περιλάμβαναν θεατρικές παραστάσεις, αρχαίους και λαϊκούς χορούς, αθλητικούς αγώνες, λαμπαδηδρομίες, συναυλίες βυζαντινής μουσικής, εκθέσεις έργων γλυπτικής, ζωγραφικής, λαϊκής χειροτεχνίας κ.ά.
Χαρακτηριστικό του πνεύματος των εκδηλώσεων αυτών ήταν ότι στους αθλητικούς αγώνες, δεν έπαιρναν μέρος κανονικοί αλλά αυτοσχέδιοι αθλητές, κάτοικοι των γύρω περιοχών και στρατιώτες. «Στοχεύουμε» έλεγε ο Σικελιανός «να επαναφέρουμε το Πνεύμα των Αγώνων από το βιομηχανικό επίπεδο όπου έχει καταπέσει, στο επίπεδο της πλήρους ηθικής αυθορμησίας απ' όπου έχει αναχωρήσει, δεν θέλουμε τη νοσταλγικήν αποκατάσταση ενός μεγάλου αισθητικού κεφαλαίου κι επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός γνήσιου πλαίσιου μορφολογικού, που να επιτρέπει ευθύς αμέσως τη συνθετική μεταφορά, σ' ένα κοινό πνευματικό επίπεδο, παγκόσμιων προβλημάτων». Ο Σικελιανός αρνήθηκε την εμπορευματοποίηση των παραπάνω εκδηλώσεων και τη χρηματοδότησή τους για τουριστικούς σκοπούς, από το κράτος. Τα έξοδα των πρώτων εορτών τα ανέλαβε Εύα Πάλμερ, που με τις οικονομικές της δυνατότητες και το πρακτικό μυαλό της έλυνε πλήθος προβλημάτων.
Οι δύο πρώτες δελφικές γιορτές πραγματοποιήθηκαν το 1927 με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου και το1930 με τις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη μπροστά στο κατάπληκτο από θαυμασμό κοινό που είχε έρθει από όλα τα μέρη του κόσμου, ενώ οι τρίτες, αν και είχαν προγραμματισθεί για το 1936, δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω της δικτατορίας. Μετά τον πόλεμο έγινε μια προσπάθεια για αναβίωσή τους, πράγμα που κατέστη δυνατόν για μια μόνο φορά, το 1952, και αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει ο ποιητής. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Δελφικές γιορτές αφαίμαξαν οικονομικά το ζεύγος Σικελιανού και το οδήγησαν στην χρεοκωπία.
Tο 1929 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο ζεύγος Σικελιανού αργυρά μετάλλια «δια την γενναίαν προσπάθειαν προς ανασύστασιν των δελφικών αγώνων». Tο 1932 ο Σικελιανός, επηρασμένος ακόμα απ’ το θέατρο, έγραψε μέσα σε μια εβδομάδα τον «Διθύραμβο του Ρόδου», την πρώτη από τις τραγωδίες του. Απ’ το 1940 έως και το 1951, τη χρονιά της τελευτής του, (όπως πολύ ποιητικά αναφέρει ο Πρεβελάκης),η ιδεολογία του ποιητή μεταβάλλεται σε αμφίσημη πνευματική πράξη. Από το ένα μέρος, οδηγούμενος από την προφητική διαίσθηση και φαντασία του αναζητάει τη μεταφυσική και την ποίηση ενός προλογικού και χθόνιου ουμανισμού που θα ξανατοποθετήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του σύμπαντος, και από το άλλο μέρος, βαθύτατα συγκλονισμένος από τα γεγονότα της δεκαετίας αυτής, εντάσσεται «στο στρατόπεδο της ελευθερίας-δικαιοσύνης» και προσπαθεί εναγώνια να συμβιβάσει και να βρει τον ενιαίο ρυθμό του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του Ανατολισμού. Μαρτυρία της «μεταβολής που είχε συντελεστεί μέσα του» είναι τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα της περιόδου αυτής. Ορόσημο της περιόδου αποτελεί η τραγωδία ο «Χριστός στη Ρώμη» το 1946. Την ίδια χρονιά, ο Σικελιανός εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ δυο χρόνια πριν «φύγει», το 1949, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

Ο Ευγένιος Ιονέσκο και το Θέατρο του Παραλόγου

Με αφορμή την παράσταση της «Φαλακρής τραγουδίστριας» που παίζεται φέτος στο θέατρο Βικτώρια, θεώρησα σκόπιμο αντί να κριτικάρω την παράσταση κατά τα προσφιλή μου, να γράψω λίγα λόγια για τον Ιονέσκο και για τις πρωτότυπες συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε η «Φαλακρή τραγουδίστρια».

Το πώς εμπνεύστηκε κι έγραψε ο Ιονέσκο το συγκεκριμένο έργο, είναι από μόνο του ένα ασυνήθιστο γεγονός, σαν αστείο. Αλλά ο Ιονέσκο δεν ήταν συνηθισμένη περίπτωση. Γεννημένος στις 26 Νοεμβρίου του 1912 στη Σλάτινα της Ρουμανίας από πατέρα Ρουμάνο και μητέρα Γαλλίδα περνάει τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γαλλία. Η χώρα μου ήταν για μένα η Γαλλία, απλά και μόνο γιατί είχα ζήσει εκεί με τη μητέρα μου, θα πει λίγα χρόνια αργότερα, όταν στα 12 του και λόγω του διαζυγίου των γονιών του, αναγκάζεται να επιστρέψει στη Ρουμανία και να ζήσει μια διαφορετική ζωή, κοντά στον πατέρα του με τον οποίο είχε δύσκολη σχέση. Σε ηλικία δέκα χρονών γράφει τα πρώτα του ποιήματα και ένα σενάριο κωμωδίας στο οποίο υπάρχουν ήδη ορισμένα στοιχεία που αργότερα θα επαναληφθούν στα θεατρικά του έργα: Φαντάστηκα το απογευματινό μερικών παιδιών που ταράχτηκε από τους δυσαρεστημένους γονείς όταν είδαν την ακαταστασία. Τα παιδιά θυμωμένα, έσπαγαν τα πιατικά, έσπαγαν τα έπιπλα, πετούσαν τους γονείς τους από τα παράθυρα και τελείωναν βάζοντας φωτιά στο σπίτι.
Τελειώνοντας το σχολείο θέλει να γίνει ηθοποιός, αλλά ο πατέρας του τον αναγκάζει να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δημοσιεύει ένα μικρό βιβλιαράκι με στίχους, γράφει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον εαυτό του και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά. Το 1934 εκδίδει μια σειρά από φυλλάδια ενάντια σε καθιερωμένους συγγραφείς, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Μετά το 1933, η πολιτική κατάσταση στη Ρουμανία είναι δύσκολη. Η ναζιστική ιδεολογία της βίας και του ρατσισμού έχει εισβάλει στο Πανεπιστήμιο. Κάθε διάλογος γίνεται αδύνατος και κάθε αντίσταση επικίνδυνη. Ο Ιονέσκο μαζεμένος στον εαυτό του, γράφει δεκάδες σελίδες στο ημερολόγιό του, αναλύοντας τις διαμάχες του με παλιούς φίλους και συναδέλφους που είχαν επηρεαστεί από το ναζισμό, και αντιπαραβάλλει τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Η κατάσταση αυτή μεταφέρεται στο έργο του Ρινόκερος το 1958. Στη Γαλλία, θα επιστρέψει το 1938, πρώτα στη Σαπέλ-Αντενέζ των παιδικών του χρόνων, αργότερα στη Μασσαλία και το 1944 θα εγκατασταθεί οριστικά στο Παρίσι, πιάνοντας δουλειά ως διορθωτής σ’ έναν εκδοτικό οίκο νομικών βιβλίων.

Μέχρι τα 40 του θεωρεί ότι το θέατρο είναι κάτι που δεν τον ενδιαφέρει και δηλώνει ότι δεν έχει καμία κλίση για δραματουργός: Διαβάζω λογοτεχνία, δοκίμια, πηγαίνω μ’ ευχαρίστηση στον κινηματογράφο. Ακούω κάπου-κάπου μουσική, επισκέπτομαι τις εκθέσεις, σπάνια όμως πηγαίνω στο θέατρο. [...] Το να πάω στο θέατρο, σήμαινε για μένα να δω ανθρώπους, προφανώς σοβαρούς ανθρώπους, να γίνονται θέαμα. [...] Η παρουσία πάνω στη σκηνή ανθρώπων με σάρκα και οστά ήταν αυτό που μ’ έφερνε σε δύσκολη θέση, και μου προκαλούσε αμηχανία.
Σ’ αυτή την ηλικία αποφασίζει να μάθει αγγλικά και αγοράζει την γαλλο-αγγλική μέθοδο. Το αποτέλεσμα είναι να γράψει το πρώτο του θεατρικό έργο τη Φαλακρή τραγουδίστρια, της οποίας ένα μέρος του διαλόγου μιμείται τις ασυνάρτητες φράσεις μιας μεθόδου ξένης γλώσσας: Το κείμενο της Φαλακρής τραγουδίστριας ή του εγχειριδίου για την εκμάθηση των αγγλικών με τις έτοιμες εκφράσεις, με τους πιο ξεπερασμένους τύπους, μου αποκάλυπτε, ακριβώς μ’ αυτούς, τον αυτοματισμό της γλώσσας, τη συμπεριφορά των ανθρώπων, το να μιλάμε για να μη λέμε τίποτα, να μιλάμε γιατί δεν έχουμε τίποτα να πούμε προσωπικό, μου αποκάλυπτε την έλλειψη εσωτερικής ζωής, το μηχανισμό του καθημερινού, τον άνθρωπο που πλέει μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον, το ότι δεν ξεχωρίζουμε πια τίποτα. Το έργο είναι μια επίθεση ενάντια σ’ αυτό που ο Ιονέσκο αποκαλούσε παγκόσμιο μικροαστισμό, προσωποποίηση παραδεδεγμένων ιδεών και συνθημάτων, πανταχού παρών κονφορμισμό. Ο Ιονέσκο θεωρούσε ότι είχε γράψει την απόλυτη τραγωδία. Κι όμως, όπου παιζόταν το έργο, το κοινό έπεφτε κάτω από τα γέλια. Ο Ιονέσκο αρχικά αντέδρασε, αλλά τελικά συναίνεσε λέγοντας: Από τη στιγμή που το κωμικό είναι η διαίσθηση του παραλόγου, τότε, κατ' εμένα, το κωμικό είναι πολύ πιο κοντά στην απελπισία παρά το τραγικό.

Η Φαλακρή τραγουδίστρια, που στο πρόγραμμα χαρακτηριζόταν σαν «αντι-έργο», πρωτοπαίχτηκε στις 11 Μαΐου του 1950, στο Τεάτρ ντε Νοκταμπύλ, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί από την Κομεντί Φρανσαίζ. Η υποδοχή ήταν ψυχρή. Μόνο ο Ζακ Λεμαρσάν, κριτικός τότε στην εφημερίδα «Κομπά», κι ο θεατρικός συγγραφέας Αρμάν Σαλακρού, έγραψαν επαινετικά. Χρήματα για διαφήμιση δεν υπήρχαν, κι έτσι οι ίδιοι οι ηθοποιοί με κρεμασμένες μπρος και πίσω ταμπέλες, παρέλαυναν στους δρόμους μια ώρα πριν από την παράσταση. Το θέατρο όμως εξακολουθούσε να μένει άδειο. Πολλές φορές, όταν στο κοινό ήταν λιγότερο από τρεις θεατές, επέστρεφαν τα εισιτήρια κι οι ηθοποιοί γυρνούσαν σπίτι τους. Ύστερα από έξη περίπου εβδομάδες κατάθεσαν τα όπλα. Για τον Ιονέσκο, η πρώτη αυτή γνωριμία με το ζωντανό θέατρο στάθηκε κρίσιμη, όχι μόνο έμεινε κατάπληκτος σαν άκουσε το κοινό να γελάει μ΄ αυτό που εκείνος θεωρούσε τραγικό θέαμα της ανθρώπινης ζωής, κατάντια ενός γεμάτου απάθεια αυτοματισμού της αστικής συμβατικότητας και απολίθωση της γλώσσας, ένιωσε συνάμα και μεγάλη συγκίνηση βλέποντας πρώτη φορά πάνω στη σκηνή ζωντανά τα πλάσματα της φαντασίας του.
Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η Φαλακρή Τραγουδίστρια βασίζεται πάνω στη σκέψη των υπαρξιστών διανοούμενων της εποχής, τότε που το θέατρο του παραλόγου διέτρεχε την λαμπρότερη περίοδό του. Ο συνδυασμός του έργου των ντανταϊστών, του Νικολάι Γκόγκολ και του Μπέρτολ Μπρεχτ ή των σουρεαλιστών και του Σαλβαδόρ Νταλί, καθώς και των υπαρξιακών θεωριών του Σαρτρ και του Καμύ, δημιούργησε ένας είδος θεάτρου που συνοψίζεται στα λόγια του Ιονέσκο όταν ο άνθρωπος χάνεται στον κόσμο, οι πράξεις του γίνονται παράλογες και άχρηστες.

Σύμφωνα με την περιγραφή του συγγραφέα, η έναρξη του μονόπρακτου γίνεται στο σαλόνι ενός εγγλέζικου αστικού σπιτιού, όπου ένα εγγλέζικο ζευγάρι, ο κύριος και η κυρία Σμιθ, κάθεται πλάι στο εγγλέζικο τζάκι τους .Ο κύριος Σμιθ καπνίζει την εγγλέζικη πίπα του διαβάζοντας την εγγλέζικη εφημερίδα του, και η κυρία Σμιθ, καθισμένη στην εγγλέζικη πολυθρόνα της, μαντάρει τις εγγλέζικες κάλτσες της. Μετά από μια μεγάλη διάρκεια εγγλέζικης σιωπής, και αφού το εγγλέζικο ρολόι του τοίχου, που δείχνει πάντα την αντίθετη ώρα απ΄ αυτή που είναι, χτυπήσει δεκαεπτά εγγλέζικες φορές, ο κύριος και η κυρία Σμιθ, επιδίδονται σ΄ έναν τετριμμένα καθημερινό και παράλογο διάλογο. Δέχονται την επίσκεψη ενός φιλικού τους ζευγαριού, του κυρίου και της κυρίας Μάρτιν, οι οποίοι αν και είναι σύζυγοι που βλέπονται και μιλάνε καθημερινά, δεν αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Μετά από πολλές συζητήσεις, σκέψεις και συσχετισμούς γεγονότων, αφού διαπιστώνουν πολλές «συμπτώσεις», αντιλαμβάνονται την μεταξύ τους σχέση. Τα διανοητικά ταραγμένα ζευγάρια, έρχεται να ταράξει ακόμη περισσότερο, ένας απρόσκλητος πυροσβέστης ο οποίος καταφθάνει και διηγείται απίθανες ιστορίες, όπως εκείνη που ένα μοσχαράκι έφερε στον κόσμο μια αγελάδα. Σε λίγο φεύγει για να προλάβει μια πυρκαγιά η οποία θα ξεσπάσει σε τρία τέταρτα και δεκαέξι δευτερόλεπτα ακριβώς στην άλλη άκρη της πόλης, αφού πρώτα ρωτήσει τους παρευρισκόμενους τι απέγινε η φαλακρή τραγουδίστρια, και πάρει την απάντηση πως χτενίζεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Τα ζευγάρια ξαναρχίζουν την κουβέντα τους, ανταλλάσσοντας εξωφρενικές κοινοτοπίες που καταλήγουν σε ουρλιαχτά, ενώ το έργο τελειώνει με την κυρία Μάρτιν να επαναλαμβάνει τα πρώτα λόγια του έργου, δίνοντας τη δυνατότητα να ξαναρχίσει το μονόπρακτο από την αρχή.
Στρώθηκα στη δουλειά. Αντέγραψα ευσυνείδητα ολόκληρες φράσεις από το αλφαβητάριό μου, με σκοπό να τις αποστηθίσω. Όταν τις ξαναδιάβασα προσεχτικά, έμαθα όχι μόνο Αγγλικά, αλλά και μερικές εκπληκτικές αλήθειες- πως η βδομάδα, για παράδειγμα, έχει εφτά μέρες, κάτι που ήδη ήξερα, πως το πάτωμα βρίσκεται χαμηλά και το ταβάνι ψηλά, πράγματα που επίσης ήξερα, αλλά ίσως δεν τα είχα ποτέ μου σοβαρά σκεφτεί, ή τα είχα λησμονήσει, και που ξαφνικά μου φαίνονταν τόσο αποσβολωτικά, όσο και αδιαφιλονίκητα αληθινά. Καθώς τα μαθήματα προχωρούσαν, δύο πρόσωπα έκαναν την εμφάνισή τους, ο κύριος και η κυρία Σμιθ. Προς μεγάλη μου κατάπληξη, η κυρία Σμιθ πληροφόρησε τον άντρα της πως είχαν αρκετά παιδιά, πως κατοικούσαν στα περίχωρα του Λονδίνου, πως ονομάζονταν Σμιθ, πως ο κύριος Σμιθ ήταν υπάλληλος, πως είχαν μια υπηρέτρια, την Μαίρη, κι αυτή Εγγλέζα...Θα ήθελα να υπογραμμίσω την αδιάψευστη, τέλεια αξιωματική φύση των ισχυρισμών της κυρίας Σμιθ, καθώς και την εντελώς Καρτεσιανή μέθοδο του συγγραφέα του Αγγλικού μου βιβλίου, γιατί το αληθινά αξιοθαύμαστο, σ΄ αυτό το αλφαβητάριο, ήταν η ξεχωριστά μεθοδική πορεία που α ακολουθούσε στην αναζήτηση της αλήθειας. Στο πέμπτο μάθημα, καταφτάνουν οι φίλοι των Σμίθ, οι Μάρτιν- πιάνουν τη συζήτηση και, ξεκινώντας από βασικά αξιώματα, προχωρούν σε πιο σύνθετες αλήθειες: «Η ζωή στην εξοχή είναι πιο ήρεμη απ΄ ό,τι στη μεγαλούπολη»... Μια κωμική κατάσταση, μ΄ έτοιμους κι όλας τους διαλόγους: δυο παντρεμένα ζευγάρια πληροφορούν σοβαρά το ένα τ΄ άλλο για πράγματα ολοφάνερα απ΄ την αρχή. Ύστερα όμως, συνέβη ένα περίεργο φαινόμενο. Δεν ξέρω πως, το κείμενο άρχισε ανεπαίσθητα ν΄ αλλάζει μπροστά στα μάτια μου, κι ανεξάρτητα από μένα. Οι πολύ απλές, φωτεινά καθαρές φράσεις που είχα μ΄ επιμέλεια αντιγράψει στο σημειωματάριό μου, σαν έμειναν μόνες, άρχισαν ύστερ΄ από λίγο ν΄ αναταράζονται, να ζυμώνονται, ώσπου έχασαν πια την ταυτότητά τους, φούσκωσαν και ξεχείλισαν. Τα κλισέ και οι κοινοτοπίες της συζήτησης στο αλφαβητάριο, που κάποτε, κάποιο νόημα είχαν, παρ΄ όλο που τώρα πια είχαν καταντήσει κενά κι απολιθωμένα, έδωσαν τη θέση τους σε ψευδό-κλισέ και ψευδο-κοινοτοπίες, εκφυλίστηκαν σε μια άγρια παρωδία και καρικατούρα, και τελικά η ίδια η γλώσσα, κατάντησε να είναι ασύνδετα κομμάτια από λέξεις. Όσο έγραφα το έργο, (γιατί είχε γίνει πια είδος έργου, ή αντι-έργου: παρωδία δηλαδή έργου, κωμωδία της κωμωδίας), ένιωθα άρρωστος, ζαλιζόμουνα και μ΄ έπιανε ναυτία. Αναγκαζόμουνα, κάθε λίγο και λιγάκι, να διακόπτω την εργασία μου, και χωρίς να πάψω ν΄ αναρωτιέμαι ποιος δαίμονας μ΄ έσπρωχνε να συνεχίσω, ξάπλωνα στο ντιβάνι, επειδή φοβόμουνα πως θα΄ βλεπα το έργο μου να βουλιάζει στην ανυπαρξία, παρασέρνοντας και μένα μαζί του».

Τέσσερα χρόνια μετά, την πρώτη παράσταση, το1954, ο Ζαν Ανούιγ γράφει ένα εκθειαστικό άρθρο στην πρώτη σελίδα της Φιγκαρό για τον Ιονέσκο και την ίδια χρονιά αρχίζει η έκδοση τον οίκο Γκαλιμάρ, των θεατρικών του έργων. Το 1957, τα έργα Η φαλακρή τραγουδίστρια και το Μάθημα, αρχίζουν στο θέατρο Υσέτ μια καριέρα με πρωτοφανή επιτυχία., και το 1960, η πρεμιέρα του Ρινόκερου στο θέατρο Οντεόν είναι θριαμβευτική. Δέκα χρόνια αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου του 1970, ο Ιονέσκο εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο ίδιος θα δηλώσει για την εκλογή του: Βοηθάει, είναι ένα ελαφρύ ηρεμιστικό χωρίς αντένδειξη.
Ο Ιονέσκο πεθαίνει στις 28 Μαρτίου του 1994. Η θεατρική του θεωρία, τα έργα του, και η συμβολή του στην ανανέωση της θεατρικής γλώσσας τον καταξιώνουν όχι μόνο ως έναν από τους εκπροσώπους του Θεάτρου του Παραλόγου αλλά ως τον ουσιαστικό ιδρυτή του.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από: Έσσλιν Μάρτιν, Το θέατρο του Παραλόγου, Ιονέσκο Σημειώσεις για τη Φαλακρή Τραγουδίστρια

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006

Όνειρο θερινής νυκτός

Χορεύει η μέρα σήμερα και κάνει μαγικά. Κι έρχεται η νύχτα, ζεστή, καλοκαιρινή, ερωτική και πλανεύει. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!
Κατά το θερινό ηλιοστάσιο, άνοιγαν οι ουρανοί σύμφωνα με τους αρχαίους κι εισακούγονταν οι ευχές των θνητών. Μια τέτοια νύχτα στο«Όνειρο θερινής νυκτός», ο Σαίξπηρ περιγράφει την τρέλα του έρωτα να κυριαρχεί, τα παράξενα, ανατρεπτικά, αλλόκοτα τερτίπια μυστικών δυνάμεων που αναστατώνουν τους θνητούς και τους μπερδεύουν. Ο Όμπερον, ο βασιλιάς των ξωτικών ερωτεύεται ένα αγόρι, ενώ η βασίλισσα Τιτάνια κοιμάται και χαίρεται τον έρωτα ενός μάστορα που έχει μεταμορφωθεί σε γάιδαρο
Τα ξωτικά του δάσους με πρωτεργάτη τον Πουκ αλλάζουν τα φίλτρα και περιπλέκουν τους έρωτες τεσσάρων νέων, της Ελένης, της Ερμίας, του Λύσσανδρου και του Δημήτρη.


Κοιμήσου εσύ στο χώμα γλυκά
ονειρικά σταλάζω σταξιά
στου ματιού την καρδιά
να γειάνει γητειά
και σαν σηκωθείς
μ’ αναγάλλια ψυχής
στου φωτός την αχλύ,
να δεις με νέα ματιά
καλής ποθητής
την ώρια θωριά!
Κι όπως λέει η παροιμία
το ρητό κι η ιστορία
για να’ ρθει ο κόσμος γύρα
κάθε αρσενικό και μία
όρα από πολύ παλιά
Δευκαλίωνα και Πύρρα.
Εύκολα δεν κρύβεις έρωτα και βήχα!
πάντα θα’ χει η σελήνη χάση
κι η θάλασσα φουσκονεριά
θα΄χει η γουστέρα ράχη
και ο γάιδαρος αυτιά
θα ‘χει ο νέος στο πλευρό τη ναι
κι όλα θα’ ναι μια χαρά!

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

Η διαδρομή του Ίωνα Δραγούμη προς την εκτέλεση

Όταν ο 27χρονος Ίωνας Δραγούμης πέρναγε την πόρτα του θεάτρου «Ζιζίνια» της Αλεξάνδρειας στις 19 Μαρτίου 1905, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ερχόταν αντιμέτωπος μ’ ένα παράξενο πεπρωμένο. Οι δυο γυναίκες που ερωτεύτηκε ήταν εκεί. Η μία, στη σκηνή υποδυόταν Ηλέκτρα απ’ την «Ορέστεια» σε μετάφραση στη Δημοτική που παραλίγο να αιματοκυλήσει την Αθήνα το 1903. Η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη. Η άλλη, καθισμένη στο φουαγιέ, χαμογελαστή μέσα στη ροζ μεταξωτή τουαλέτα της. Η Πηνελόπη Δέλτα.
Ο Δραγούμης, δεύτερο απ’ τα εννιά παιδιά του Στέφανου Δραγούμη, σύμφωνα με τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, προοριζόταν για πολιτικός κληρονόμος του πατέρα του. Μόνο που ο ίδιος, επιστρέφοντας απ’ τη Θεσσαλία του 1897, δεν ήξερε πια αν ήθελε να γίνει πολιτικός. Σπούδασε Νομικά για να ικανοποιήσει τον πατέρα του, αλλά δεν σκόπευε να δικηγορήσει. Η Μακεδονία το 1902 είχε στοιχειώσει το μυαλό του με άλλες φιλοδοξίες. Υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών, διορίστηκε πρόξενος στο Μοναστήρι, στον Πύργο της Βουλγαρίας και στη Φιλιππούπολη.
Στην Αλεξάνδρεια, το Υπουργείο τον έστειλε για την αναθέρμανση της ελληνικής κυβέρνησης με την εκεί κοινότητα.
Οι αλεξανδρινές του μέρες κυλούν πληκτικά. «[…] Ο καθένας εδώ κοιτάζει να περάσει την ώρα του παίζοντας χαρτιά, μιλώντας και γελώντας. Τι άδεια ζωή! Άδεια από συγκίνηση, από ταραχή, από αίσθημα, από βάθος […]».
Συχνά του έρχεται η επιθυμία να τα παρατήσει όλα και να γυρίσει πάλι στο Μοναστήρι.
«Αγαπάω τα υπόδουλα μέρη γιατί εκεί αισθάνομαι ελεύθερος να κάνω κάτι πιο ελληνικό. Εκεί τουλάχιστον μπορώ να κάνω μια επανάσταση».

Το Μάη του 1905, η δολοφονία του πρωθυπουργού Δεληγιάννη θα’ ναι το επίκεντρο των συζητήσεων στην Αλεξάνδρεια. Θα’ ναι και μια αφορμή να βλέπει συχνότερα την Δέλτα που έχει αρχίσει ήδη να ερωτεύεται. «Ο Δραγούμης και η Δέλτα ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο», έλεγαν μέχρι πριν λίγα χρόνια κάποιοι εναπομείναντες γέροι Αλεξανδρινοί που έζησαν το ειδύλλιο. «Ακόμα κι αν δεν ήξερες τίποτα, το μάντευες στον αέρα που ανάπνεαν».Η σχέση τους που ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια ενός πλατωνικού έρωτα, ώθησε την Δέλτα στη συγγραφή. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο εκείνη είναι μεγαλωμένη, ο αυστηρός πατέρας της, οι δισταγμοί της ν’ αφήσει άντρα και παιδιά, γράφουν το οριστικό τέλος στο Βεσλάου , έξω απ’ τη Βιέννη το καλοκαίρι του 1908. Ακολουθούν δυο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας της. Απ’ τον χωρισμό τους και μετά θα ντυθεί για πάντα στα μαύρα μέχρι την επιτυχημένη αυτή τη φορά αυτοκτονία της το 1941, τη μέρα που μπήκαν οι γερμανοί στην Αθήνα. Το τελευταίο ερωτικό της μήνυμα προς τον Ίωνα είναι το μυθιστόρημα της «Για την πατρίδα» που μιλάει για την ιστορία δυο ηρώων στη Μακεδονία του 10ου αιώνα.
Ο έρωτας του με τη Μαρίκα Κοτοπούλη ξεκινάει στην Κωνσταντινούπολη του 1908, σε μια βαρκάδα στο Βόσπορο. Θα κρατήσει δώδεκα χρόνια, ως την εκτέλεση εκείνου. Πρόκειται για μια θυελλώδη σχέση που γέννησε τη δυσαρέσκεια πολλών και ειδικά της οικογένειας Δραγούμη που αδυνατούσε να δεχτεί ότι ο γιος τους ζει με μια κοινή – όπως την ονόμαζαν- γυναίκα. Οι εφημερίδες που δεν τον χώνευαν, είχαν βρει ανοιχτό πεδίο για μάχη «Καταχράστηκε λεφτά και τα έδωσε στην ερωμένη του. Πλαστογράφησε επιταγές για να της κάνει θέατρο».
Απ’ το 1916 ζούσαν επίσημα μαζί στο σπίτι της οδού Ξενίας. Η σχέση τους δοκιμάστηκε όλα αυτά τα χρόνια όχι μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά κι απ’ το άστατο του χαρακτήρα και των δυο τους καθώς κι απ’ το φλογερό τους ταμπεραμέντο.
«Σ’ αγαπάω άγρια σαν το θηρίο, ξέρε το»! της έγραφε τα πρώτα χρόνια
Άλλοτε αγαπιόντουσαν τρελλά: «Σ’ αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή» κι άλλοτε έφταναν σε λόγια που πλήγωναν: «Δεν θα γλιτώσεις ποτέ από μένα» του είπε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σμύρνη σ’ έναν από τους πολλούς τσακωμούς τους. «Θα δημοσιεύσω όλα τα γράμματα σου στις εφημερίδες». Με το πέρασμα των χρόνων, ακόμα και η οικογένεια Δραγούμη αποδέχτηκε την Κοτοπούλη σαν χρόνια ασθένεια που δεν γιατρεύεται με τίποτα. Ένα -ένα θα άνοιγε ο Ίων στη Μαρίκα τα παράθυρα του κόσμου. Τη Δέλτα την είχε ωθήσει στο γράψιμο και της είχε εμφυσήσει την ιδέα του αγώνα για τη Μακεδονία. Στη Μαρίκα, θα γνωρίσει την πνευματική διανόηση της εποχής, τον Παλαμά, τον Καρκαβίτσα, τον Καζαντζάκη.
Τους ένωνε η αντιπαλότητα προς τον Βενιζέλο. Τους χώριζε η εξάρτηση της ντίβας απ’ τη μορφίνη.
Την Παρασκευή 31 Ιουλίου 1920, κι ενώ ο Ίωνας παρακολουθούσε πρόβα της αγαπημένης του στο θέατρο, η είδηση ότι δολοφόνησαν το Βενιζέλο στο Παρίσι, τάραξε την Αθήνα. Ο Ίωνας με τη Μαρίκα- φανατικοί αντιβενιζελικοί-ξεκίνησαν για την Κηφισιά μέχρι να εκτονωθεί η κατάσταση στην Αθήνα. Έξω απ’ τη βίλα Θων στους Αμπελόκηπους όπου ήταν το τάγμα του Γύπαρη σταμάτησαν τη μαύρη Φόρντ του Ίωνα αλλά ο λοχίας γρήγορα τους άφησε να φύγουν. Λίγες ώρες αργότερα, ο Δραγούμης, υποκινούμενος απ’ την επιθυμία να γράψει ένα άρθρο για την απόπειρα στην «Πολιτική Επιθεώρηση», ξεκινάει να κατέβει ξανά στην Αθήνα. Τον σταματούν στο ίδιο σημείο. Τον κατεβάζουν βίαια απ’ το αυτοκίνητο και με κλωτσιές τον οδηγούν στο εσωτερικό της βίλας. Κάποιοι πολίτες φώναζαν οργισμένοι «Σκοτώστε το φονιά του Βενιζέλου». Ωστόσο, η είδηση ότι ο Βενιζέλος σώθηκε και ήταν καλά είχε ήδη φτάσει.
Παρών στον κήπο της βίλας και ο Μπενάκης που συνομίλησε με τον Γύπαρη καθώς 8 άντρες με ξιφολόγχες οδηγούσαν τον Δραγούμη στο Φρουραρχείο κατ’ εντολήν του Γύπαρη. Μπροστά στο Αρεταίειο, στα στρατιωτικά λουτρά, το απόσπασμα σταμάτησε. Απ’ τη γωνιά της Παπαδιαμαντοπούλου ο Ρώσος ακόλουθος παρακολουθούσε τη σκηνή σαστισμένος: «Είδα τους στρατιώτες να στήνουν τον άνθρωπο με το άσπρο κοστούμι σ’ έναν τοίχο. Ύστερα έκαναν τέσσερα βήματα πίσω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ετοιμάζονταν να τον εκτελέσουν. Εμείς περιμέναμε το τραμ κι εκατό μέτρα πιο κάτω, ένας άνθρωπος περίμενε το θάνατο».
«Επί σκοπόν», διέταξε ο λοχίας. «Πυρ». Κανείς απ’ τους 8 στρατιώτες δεν πυροβόλησε. «Ρίχτε ρε», φώναξε ο λοχίας. Κι έριξε πρώτος. Την ίδια ώρα έπεσαν και οι σφαίρες του αποσπάσματος. Την ώρα που ο Δραγούμης σωριαζόταν στο έδαφος, μερικές τον βρήκαν πίσω στην πλάτη. Όταν ο λοχίας πλησίασε πάνω του, το αριστερό του πόδι έκανε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις. Ζούσε ακόμα. Τον πυροβόλησε άλλη μια, στο κεφάλι. Το αριστερό πόδι έμεινε ακίνητο.
Η Κοτοπούλη θα μάθει το θάνατο του 23 μέρες αργότερα, όταν δεν θα μπορούν να της κρύψουν πλέον την απουσία του.
Ο Γύπαρης θα φωτογραφίσει τον Μπενάκη ως τον ηθικό αυτουργό στη δίκη των 8 εκτελεστών. Ο Μπενάκης παραπέμπεται για ηθική αυτουργία αλλά αθωώνεται ένα χρόνο αργότερα. Το 1921 ο εισαγγελέας ήταν αντιβενιζελικός, το 1922 ο ανακριτής ήταν βενιζελικός... Στη δίκη του 1935 η ιστορία ξαναζωντανεύει. Ο Γύπαρης εξακολουθεί να εμμένει στον Μπενάκη, οι στρατιώτες όμως διαψεύδουν οποιαδήποτε χρηματική δοσοληψία με το Μπενάκη με σκοπό την εκτέλεση του Δραγούμη. Μέχρι τις μέρες μας, το όνομα του ανθρώπου που έδωσε την εντολή της εκτέλεσης, δεν μαθεύτηκε ποτέ.
Στο σημείο που έπεσε ο Δραγούμης, στήθηκε μια λευκή στήλη το 1921, στην οποία ήταν γραμμένο ότι εκεί έπεσε ο Ίων Δραγούμης «…ο οποίος καθ’ όλην την ζωήν αυτού ηγωνίσθη υπέρ των ελευθεριών του λαού και υπέρ της αναγεννήσεως του
Ελληνισμού και της Ανατολής».
Για την ανέγερση της στήλης συμφώνησαν όλα τα κόμματα κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση κι όπως επίτασσε το ελεγείο που είχε γράψει ο Παλαμάς:

«Λευκή ας στηθεί όπου έπεσες κολώνα
πώς έπεσες, γραφή να μην το λέει…
Λευκή, με της Ελλάδας την εικόνα.
Μονάχα αυτή ταιριάζει να σε κλαίει.
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει…»

Μια προφητική σελίδα απ’ το ημερολόγιο του Δραγούμη:
«Στη γη είμαι και με τρώει το σκουλήκι. Ποιος με θυμάται; Κανένας δεν ήρθε μαζί μου στο χώμα. Γρήγορα θα γιατρευτεί η πληγή τους απ’ το θάνατο μου. Κι όσοι έμειναν ζωντανοί τους παίρνει η ζωή και τους στριφογυρίζει στον τρελό της χορό.».

Τα τελευταία χρόνια κάθε πρωί πέρναγα έξω από το σημείο που εκτέλεσαν τον Δραγούμη χωρίς ποτέ να προσέξω τη λευκή στήλη που στήθηκε στη μνήμη του. Συχνά, έπινα καφέ στον προαύλιο χώρο της άλλοτε έπαυλης Θων, εκεί που τον συνέλαβαν, τον χτύπησαν κι έβγαλαν την απόφαση να τον σκοτώσουν. Σκέφτομαι πάντα ότι δυστυχώς στην πόλη που ζούμε το μπετόν κι η αδιαφορία σβήνουν ηθελημένα και άδικα την ιστορία κάποιων ανθρώπων.

Δευτέρα, Μαΐου 15, 2006

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. B’ μέρος

Η Παπαδάκη διέπρεψε σε μια εποχή που η προχειρότητα κι ο αυτοσχεδιασμός στο θέατρο θριάμβευαν. Γράφει η Ειρήνη Καλκάνη σ’ ένα άρθρο της: […]Μόνο όποιος είδε την Ελένη να «κρεάρει» ένα ρόλο, είναι σε θέση να μαρτυρήσει τι ακριβώς σημαίνει τούτο…Από τη στιγμή που ήταν να ζωντανέψει στη σκηνή μια ηρωίδα, ο έξω κόσμος έπαυε να υπάρχει γι’ αυτήν. Τα κείμενα των έργων που έπαιζε είναι βασανισμένα από μολυβιές, παρατηρήσεις, σχόλια, σκέψεις που φανέρωναν μια κατανόηση εκπληκτική, όπου καμιά λεπτομέρεια δεν έμενε χωρίς να σχολιαστεί… Διάβαζε τα απάντα, ό, τι είχε γραφτεί για το συγγραφέα, το έργο αλλά και τους ηθοποιούς που το είχαν παίξει…μέσα στη σύλληψη του συγγραφέα έβρισκε την ψυχή της ηρωίδας που γινόταν τώρα δική της ψυχή...Η Ελένη έπαυε να είναι αυτή η ίδια, έπλαθε το βάδισμα της, την κίνηση των χεριών της, το λόγο στα χείλη της, τον πόνο στην έκφραση της… όσες φορές συναντιόμουν με την Ελένη έμενα με την εντύπωση ότι είχα πράγματι ανταμωθεί μ’ ένα «ιερό τέρας»[…]

Οι προσπάθειες παραγκωνισμού της (οι οποίες τις περισσότερες φορές πέτυχαν), ο αμείλικτος πόλεμος που της έγινε, η αναπάντεχη σύλληψή της από το ΕΑΜ με την κατηγορία της «αντιδραστικής» και της «φιλενάδας του Ράλλη» αντικατοπτρίζουν μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Το «Ελληνικόν Αίμα», αντιστασιακή εφημερίδα της Κατοχής, έγραφε στις 15 Οκτωβρίου 1943 για την «ψευδοκυβέρνηση των Αθηνών»: «Ο πρωθυπουργός, κερδοσκοπήσας στο χρηματιστήριο, εδώρησε στον γεροντικό του έρωτα μία ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων». Μιλούσε για τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη και την κόρη ενός φίλου του, τη διάσημη ηθοποιό τού θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. Το άρθρο τη χαρακτήριζε επίσης «ομοφυλόφιλη». H ίδια δεν παραδέχθηκε ποτέ ερωτική σχέση με τον πρόεδρο της δοτής κυβέρνησης. Του είχε όμως επιτρέψει να της στέλνει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να την πηγαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Αργότερα οι ΕΛΑΣίτες που τη συνέλαβαν, έψαξαν και για τη ζώνη αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. H σύλληψη και εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από τον ΕΛΑΣ υπήρξε μία από τις βαρβαρότητες των Δεκεμβριανών. Υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί πλήρως, καθώς έχει καλά κρυμμένα μυστικά. Ιδεολογική διαφορά, υπερβάλλων ζήλος, επαγγελματικός φθόνος ή ερωτική αντιζηλία; Όλα είναι πιθανά, με πιθανότερη εκδοχή τα επαγγελματικά πάθη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελένη Παπαδάκη σε πολλές περιπτώσεις έσωσε ανθρώπους ανεξαρτήτως φρονημάτων, από τους Γερμανούς. Ένας από αυτούς λεγόταν Ελευθερουδάκης. Γιος του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου. Επίσης ο γιατρός Γιώργος Μουστρούφας, κατοπινό στέλεχος του υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του βουνού, ύστερα από παράκληση της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. H Παπαδάκη είχε πρόσβαση και στον δήμαρχο (Άγγελο Έβερτ) και στον πρωθυπουργό. Εν τέλει όμως αυτό έγινε μπούμερανγκ και της κόστισε τη ζωή.
«Δίκη» ήταν, η συνέλευση του Σωματείου Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της Παπαδάκη («Θάνατος στην πουτάνα», φώναζαν κάποιοι) που έστρωσε το έδαφος για την εκτέλεσή της.
Εκείνη δεν προσήλθε για να απολογηθεί, έστειλε όμως την παρακάτω επιστολή στο δικηγόρο του Σωματείου κ. Δάνο: «Λυπούμαι διότι δεν μου είναι επιτετραμμένον να παρουσιαστώ ενώπιον της Συνελεύσεως για να απολογηθώ επί των κατηγοριών, τας οποίας μου αποδίδει η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, λόγω του ανάρμοστου τρόπου καθ’ ον είναι συντεταγμένη αύτη. Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσο αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβάσιμων στοιχείων και συκοφαντικής δυσφημίσεως, οικοδομήματος ασύστολων κατηγοριών βασιζομένων μόνο «επί εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των παρακτικών, μια τοιαύτη άμυνα, επαναλαμβάνω, θα απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπώς ήδη δια της ως άνω αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ, εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτόν και τις αποφάσεις του.Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».
Το φινάλε γράφεται τη νύχτα της 21ης προς 22 Δεκεμβρίου 1944. Ο πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ με το ψευδώνυμο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (...)» Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο.
Και πρόσθεσε: «Δεν λυπήθηκα τίποτα άλλο παρά το γούνινο παλτό της που το πήρε ο Ορέστης».

Πέρασε πάνω από μήνας, όταν στις 26 Ιανουαρίου του 1945, κατά την εκταφή των πτωμάτων στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε το πτώμα της Παπαδάκη σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα, σ’ ένα λάκκο μαζί με τρεις τέσσερις άλλους. Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω απ’ το θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση και με το σώμα της γεμάτο κακώσεις και μια σφαίρα φυτεμένη στον αυχένα. . Μόλις διαδόθηκε το νέο, μαθητές και μαθήτριες της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθαν και κάλυψαν το σώμα με κλαριά. . Κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση σε μια ατμόσφαιρα βαθύτατου πένθους και αγανάκτησης και με πλήθος καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.

«…Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι(…)για να μπορέσουμε να ονομαστούμε χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη(…). Χάσαμε ένα απ’ το πιο τρανά κι απ’ τα πιο σπάνια καυχήματα της ελληνικής σκηνής-χάσαμε έναν καλό φίλο κι έναν ωραίο άνθρωπο(…). Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη…Ίσαμε επάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής, μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη. Μια λέξη ακόμα: συγχώρεσέ μας…» Αλέξης Σολομός, 28.11.1945

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο Θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδερφές, εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Άγγελος Σικελιανός

Η ψυχή της Ελένης Παπαδάκη μπορεί να αναπαυθεί με τη συναίσθηση ότι εξετέλεσε τον προορισμό της, έστω κι αν δεν πρόφθασε να τον συμπληρώσει. Όσοι δημιουργούν και χαρίζουν ομορφιά, δεν ματαιοπονούν(…). Η Ελένη Παπαδάκη δεν πέθανε: Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε όταν τους λησμονάνε, λέει ο ποιητής». Άλκης Θρύλλος , «Νέα Εστία», 1.10.1945

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Α’ μέρος

Ορμώμενη από τον chartopontika που στο post του «Η βασίλισσα κι ο καμπούρης», θυμίζει μια λησμονημένη ιστορία, αποφάσισα να δημοσιεύσω κι εγώ με τη σειρά μου την ιστορία που ακολουθεί σαν μια ιστορία που αν και παλιά, δεν της πρέπει να μείνει ξεχασμένη.

Το άστρο της Ελένης Παπαδάκη διέγραψε σύντομη τροχιά γύρω απ’ τον πλανήτη γη, αλλά έλαμψε με ασυνήθιστη ένταση για 19 ολόκληρα χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε και η καριέρα της στο θεατρικό στερέωμα. Έμελλε να έχει μόνο καλλιτεχνικές αποχρώσεις, αλλά η απρόβλεπτη τροπή των γεγονότων μέσα στις βαρβαρότητες ενός εμφυλίου, προσέδωσαν μια έντονη πολιτική χροιά στο τραγικό της φινάλε.
Η ιστορία της τα είχε όλα: έρωτα, πάθη, τέχνη κι ένα φόνο που παραμένει ανεξιχνίαστος ως τις μέρες μας. Ίσως γι’ αυτό να ιντριγκάρει κιόλας.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη είναι λιγότερο γνωστή σήμερα, αλλά στην εποχή της, ήταν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του θεάτρου. Όσοι την είδαν επί σκηνής, συμφωνούσαν πως το παίξιμό της δεν είχε ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο. Κι αυτό, ενώ συνυπήρχε με "ιερά τέρατα", όπως η Παξινού, η Μανωλίδου, ο Βεάκης, ο Μινωτής, η Αλκαίου, ο Γληνός, κ.ά. Άλλωστε, όταν την είδαν για πρώτη φορά στη σκηνή, τόσο η Κοτοπούλη, όσο κι η Κυβέλη, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μεγάλη διάδοχό τους. Όμως, στα 41 της χρόνια και στο απόγειο της καριέρας της, έμελλε να βρει τραγικό και αποτρόπαιο θάνατο την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ποιος έδωσε την εντολή να σκοτώσουν την Ελένη Παπαδάκη; Ερώτημα που μάλλον δεν πρόκειται ν’ απαντηθεί ποτέ. Οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν κατονομαστεί αν και ο φόνος της χρεώνεται στο αριστερό λαϊκό κίνημα της εποχής. Πάντως, ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας απ’ την αρχή:

Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1903 στην οδό Ιπποκράτους 70Β, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι απ’ αυτά που κοιτώντας τα σήμερα προσπαθούμε να μαντέψουμε την ιστορία των ανθρώπων που τα κατοίκησαν κάποτε και που συμπτωματικά υπάρχει ακόμα.
Κάποια Κυριακή, την ώρα που η οικοδέσποινα τραγουδούσε μια άρια απ’ την «Τόσκα», ακούστηκε ασυνήθιστος θόρυβος απ’ το διπλανό δωμάτιο. Όταν οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες άνοιξαν περίεργοι την ενδιάμεση πόρτα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ασυνήθιστο θέαμα. Όλες οι καρέκλες ήταν βαλμένες προσεκτικά σαν να κάθονταν πάνω τους θεατές. Το μικρό κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι κάνοντας παντομιμικές κινήσεις και υποκλινόταν μπροστά στο κοινό της.
«Ελένη, τι κάνεις εκεί»; ρώτησαν οι γονείς της. «Είμαι…θοποιός», απάντησε με σταθερή φωνή το μικρό κορίτσι.

Η Ελένη Παπαδάκη μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον διανοούμενων. Ο παππούς της υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και καθηγητής αισθητικής. Ο πατέρας της γεννημένος στο Φανάρι σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή, η μητέρα της πήρε ανώτατη μουσική παιδεία. Απ’ τα παιδικά της χρόνια λοιπόν, η μικρή Ελένη γαλουχήθηκε με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Λάτρευε το διάβασμα, τη μελέτη και την ησυχία. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Παρακολούθησε ως ακροάτρια τα μαθήματα της Φιλοσοφικής σχολής για δύο χρόνια. Αγαπημένα της βιβλία ήταν αυτά που μιλούσαν για το ίνδαλμα της, την Ελισάβετ της Αυστρίας. Μάλιστα δεν πραγματοποίησε ποτέ και το όνειρο της να ερμηνεύσει κάποτε ένα θεατρικό ρόλο εμπνευσμένο απ’ τη ζωή της αυτοκράτειρας.
Ως άνθρωπος ήταν ιδιόρρυθμη, πολύ ευγενική με όλους, πολύπλοκη και δύσκολη. Την αποκαλούσαν «πριγκίπισσα της μοναξιάς».
(...) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (...) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (...) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (...) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (...) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (...) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (...) πνευματικός άνθρωπος (...) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (...) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (...) ζεστός άνθρωπος (...) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (...) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (...) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (...) σεμνή (...) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά...».
Η επιθυμία της να βγει στο θέατρο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εύκολα καθώς οι γονείς της δεν διανοούνταν ν’ ασχοληθεί η κόρη τους με το ευτελές επάγγελμα της θεατρίνας. Την άφησαν ωστόσο ν’ ασχοληθεί με τη μουσική προσπαθώντας να δώσουν ένα διέξοδο στις παράξενες ανησυχίες της. Το 1923 εξαιτίας μιας σοβαρής πλευρίτιδας, αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου κι έπεισε τελικά τους γονείς της να παρακολουθήσει ως ακροάτρια τα μαθήματα της Δραματικής σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Συμμαθήτρια της στη σχολή και η Αντιγόνη Μεταξά, μετέπειτα «Θεία Λένα». Η πρώτη της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το «Gloria Victis» του Στέφανου Δάφνη και την «Μακρινή πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν.

«[…]κυριαρχία της σκηνής, επιβολή αυστηρή στον εαυτό της και αυτοπειθάρχησις αξιοθαύμαστη, τάκτ σπάνιο, αέρας θεάτρου σπάνιος, βλέμμα θερμό κι εκφραστικό, πολλή εξυπνάδα κι αντίληψις, έκφραση, μιμική του προσώπου καλή και προπάντων τέμπο και κλίμαξ φωνής σπανίως θεατρικά. Να την φωτίσει μονάχα το Άγιο Πνεύμα να μείνει οριστικά στο θέατρο! Αυτή είναι το μεγάλο άστρο του Ελληνικού Ωδείου[...]»

Στις 10 Ιανουαρίου του 1925 παίρνει και επίσημα το βάπτισμα της σκηνής σε επαγγελματική παράσταση με τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά.
Μέσα σε 19 μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες την θεατρική τέχνη με συγκλονιστικές ερμηνείες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Μαργαρίτα Γκοτιέ στην «Κυρία με τας καμελίας» του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, Ελα Ρέντχαϊμ στον «Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, Λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια της Λαίδης Ουίντερμηρ» του Όσκαρ Ουάιλντ, Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, Πριμαντόνα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, Κλυταιμνήστρα στην ιστορική παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 11/9/1938, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, βασίλισσα Ελισάβετ στον «Ντον Κάρλος» του Σίλερ, Ερσίλια Ντρέι στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, Ιφιγένεια στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τέλος Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.

«[…]Κι ήταν για μένα μια μικρή ευτυχία η γνωριμία μου με το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ευτυχία να βλέπω την Ελένη Παπαδάκη να κατεβαίνει τη μνημειακή εσωτερική σκάλα της πλημμυρισμένης από άπλετη λάμψη σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου με τη βεντάλια της Λάιδης Ουίντερμηρ στα χέρια της. Η βεντάλια με τα γλυκά χρωματιστά φτερά, η χάρη κι η λυγεράδα της Ελένης, ο κομψός σαρκασμός του Ουάιλντ, μια τέλεια βραδιά το δίχως άλλο[...] Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, 8/12/37

Με την είσοδο της στο νεοσύστατο Εθνικό θέατρο το 1932,δεν άργησε να γνωρίσει το φθόνο και τον παρασκηνιακό πόλεμο που της κήρυξαν οι ίδιοι της οι συνάδελφοι, με αποτέλεσμα να της δίνονται ρόλοι δευτερεύοντες ή ακατάλληλοι για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.
Ενώ τη διόρισαν στο Εθνικό, τη διέγραψαν αμέσως επειδή δεν μπόρεσε να διακόψει τις παραστάσεις της στην Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει πάραυτα! Μετά την ξαναπήραν, βέβαια. Οι αντιπαλότητες όμως ήταν μεγάλες σε μία εποχή που γέννησε μύθους: Παξινού, Μινωτής, Μανωλίδου, Χορν, Αυλωνίτης, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου και από την ΕΑΜική πλευρά Βεάκης, Κατράκης, Βανδής, Δημήτρης Μυράτ, Βασταρδής, Ασπασία Παπαθανασίου και τόσοι άλλοι. Όπως αποκαλύπτεται από γράμμα της Ελένης Παπαδάκη προς φίλη της από την Αγγλία, όπου είχε πάει με την Κατίνα Παξινού και τον Κωστή Μπαστιά. «Δεν φαντάζεσαι πόσο "καλλιεργημένο" είναι το έδαφος από την Κατίνα για την Κατίνα (...) H κατάστασις πάντοτε αηδής».

Με αφορμή τον τελευταίο της ρόλο στην Εκάβη, ο Λίνος Καρζής έγραψε:

«[…]Την έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα υποσχετικά βήματα της πάνω στη σκηνή. Την είδα να μαραίνεται στο περιθώριο αδυνατώντας να εξανθήσει την πλούσια θεατρική της ιδιοφυΐα. Την ένιωσα στα δεσμά αντιτραγικών σκηνοθετικών αντιλήψεων που είχαν τη δύναμη από εξωκαλλιτεχνικούς λόγους να την κρατούν στα πλαίσια τους ανίκανη ν’ αποδώσει την τραγική που μέσα της ανυπομονούσε ν αναδυθεί έξαρση. Έπρεπε να’ ρθει η ώρα που οι σκηνοθετικές αντιλήψεις στα χέρια διστακτικών επιγόνων θα’ χαναν την επιβολή τους. Οι κλίκες θα σκορπίζονταν. Και ιδού η εξάνθηση των ικανοτήτων, η θαυμαστή αποκάλυψη[..]»

και αλλού:

«[…]ήταν μια γνήσια τραγωδός η Ελένη Παπαδάκη εκείνο το Δεκέμβρη του 43. Το Εθνικό θέατρο έδινε κι αυτό τη μάχη του όπου καμιά κατοχή δεν μπορούσε να θολώσει. Ήταν! Η ευγένεια και το μεγαλείο με τα οποία ενσάρκωσε τη βασιλική γερόντισσα της Τροίας […]»
«[…]Αλλά, αφού είδαμε οπωσδήποτε τη ρίζα και μαντέψαμε τη ζωτικότητα της ρίζας, τούτο μόνο για την ώρα ας μας αρκεί. Κι όταν η ρίζα υπάρχει, αύριο θα ξαναϋπάρξει και ο κορμός […]» Άγγελος Σικελιανός, Ελεύθερον Βήμα, 30 12.1943).