Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2014

Αντίο Allu Fun Marx!


Λοιπόν, δεν το πίστευα ότι θα ξανανοίξω το ξεχασμένο αυτό μπλογκ... Μετά τον αποχαιρετισμό στον μπαμπά μου δεν υπήρχε λόγος να γράψω ξανά άλλο εδώ. Δεν μου έβγαινε κάτι...δεν ήθελα βέβαια να το κλείσω οριστικά για συναισθηματικούς λόγους. Το άφησα να αιωρείται στη μπλογκόσφαιρα κι έμπαινα μια φορά στο τόσο έτσι γαι να δω ότι υπάρχει... όπως στις σοφίτες με τους κρυμμένους θησαυρούς και τις αφημένες σαβούρες... άλλωστε σαβούρες και θησαυροί δεν συνθέτουν λίγο ως πολύ τις ζωές μας; Με τις επιμέρους αποχρώσεις φυσικά...

Αποχαιρετισμός όμως και τώρα. Για έναν άνθρωπο που "εμείς" γνωρίσαμε ως μπλόγκερ. Μαθεύτηκε χτες ότι ο Allu Fun Marx δεν κατοικεί πια εδώ. Δεν είναι ανάμεσα μας. Έφυγε για το ταξίδι χωρίς επιστροφή και το πιο σοκαριστικό είναι ότι μάθαμε για την "αναχώρηση" του έπειτα από κάποιους μήνες.

Δεν θυμάμαι να είχαμε καμιά ιδιαίτερη επικοινωνία με τον όλα αυτά τα χρόνια. Τον ήξερα ως όνομα. 'Αλλα τα πεδία ενδιαφέροντος του καθενός. Πιθανόν να του άφησα κάποτε κάποιο σχόλιο και να μου άφησε κι εκείνος. Τον διάβασα και με διάβασε...Μικρή η ελληνική μπλογκόσφαιρα, σαν χωριό ένα πράγμα. Άνθισε εκεί κατά το μακρινό 2006 κι έσβησε 2-3 χρόνια αργότερα όταν οι περισσότεροι βρήκαμε άλλους τρόπους έκφρασης μέσα από fb και Twitter. Ήρθε στο μεταξύ κι η κρίση και θαρρείς έσβησε ξαφνικά όλη αυτή η αθωότητα, η ανεμελιά, η ελπίδα, όλο αυτό που γεννήθηκε μέσα από μια μικρή κοινότητα για λίγο χρόνο. Άνθρωποι γνωρίστηκαν μεταξύ τους, συμφάγανε και ήπιανε, βρήκαν κοινά ενδιαφέροντα, γλεντήσανε, αγαπήθηκαν, μισήθηκαν, χωρίστηκαν σε στρατόπεδα, πολέμησαν κάνανε τρολιές, κάποιοι είδαν τα ιστολόγια τους να εκδίδονται, κέρδισαν τα λίγα λεπτά δημοσιότητας που τους αντιστοιχούσαν, ο παραδοσιακός Τύπος ενδιαφέρθηκε για μας, με προκατάληψη βέβαια του είδους ποιοι είναι αυτοί που τολμάνε να έχουν γνώμη, να διαβάζονται από κόσμο, να υπάρχουν χωρίς την άδεια κάποιου εκδότη κόκ.

Αντίο λοιπόν Allu Fun Marx. δεν είμασταν μεν  εκεί να σου κουνήσουμε το μαντήλι όπως στην Αμαλία Καλυβίνου. Άλλες εποχές....

Είμαι σίγουρη ότι δεν σου λείψαμε. Θα ήταν εκεί οι δικοί σου άνθρωποι, η οικογένεια σου, αυτοί που αγάπησες και σ' αγάπησαν και που σε ήξεραν πέρα απ' το πρόσωπο του Allu Fun Marx. Αυτοί που δεν είχαν ανάγκη να σε διαβάζουν στο ίντερνετ, να σου αφήνουν σχόλια ή να βλέπουν πώς περνάς μέσα απ' τις δημοσιεύσεις σου. Αυτοί με τους οποίους μοιράστηκες τις σιωπές σου. Κι αυτοί δεν είναι σίγουρα οι άνθρωποι του διαδικτύου. Όπως έγραψε κι η Nina: "Οι πραγματικοί φίλοι δεν χάνονται, ό,τι κι αν συμβεί. Οι πραγματικοί φίλοι είναι εκεί όταν περνάς τα ζόρια, οι πραγματικοί φίλοι είναι εκεί στο ξόδι σου, ν’ ακουμπήσουν το χέρι στο κιβούρι σου και να σου δώσουν το στερνό φιλί. Οι υπόλοιποι είμαστε παρεάκι διαδικτυακό που μιλήσαμε, γελάσαμε, γκομενίσαμε (μπορεί και να πηδηχτήκαμε μερικές φορές), ήπιαμε, ίσως, και κανα τσίπουρο αντάμα, αλλά φίλοι καρδιάς δεν γίναμε ποτέ"

Διάβασα ότι η τελευταία σου ανάρτηση έγινε στις 5 Ιανουαρίου. Είναι η μέρα των γενεθλίων μου. Ένιωσα ότι είχα έναν λόγο παραπάνω να ξανανοίξω την σκουριασμένη πόρτα της σοφίτας και να σου αφιερώσω ένα κείμενο.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει...

υγ: την εικόνα τη βρήκα απ' τον Νίκο Σαραντάκο  και είναι το άβαταρ του Allu Fun Marx κατά κόσμο Γιώργο Ζ.


Κυριακή, Απριλίου 22, 2012

"Τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας"

Από τότε που τα θυμάμαι έδιναν πάντα την ίδια αίσθηση εγκατάλειψης και παραφωνίας. Μέσα σε μια πολυσύχναστη λεωφόρο, ετερόκλητη ως προς τα κακόγουστα κτίσματα που την περιβάλλουν, την άναρχη οικοδόμηση και με το γήπεδο του Παναθηναϊκού απέναντι, τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είναι απομεινάρια της πρόσφατης ιστορίας.
Όταν ανεγέρθησαν το 1933 με σκοπό να στεγάσουν πρόσφυγες απ' τη Μικρά Ασία, η γύρω περιοχή είχε δίπατα σπιτάκια αραιά το ένα απ' το άλλο και μαρμαράδικα.


Θεωρήθηκαν εξαρχής δείγμα Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα και το πρώτο δείγμα λαϊκής πολυκατοικίας (απαρτίζονται από 228 διαμερίσματα), ενώ συγκαταλέγονται ανάμεσα στα 113 πιο σημαντικά έργα ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα. Αρχιτέκτονες ήταν οι Κίμωνας Λάσκαρης και Δημήτρης Κυριακός.
Τα σπίτια αυτά εγκαταλείφθηκαν το 2001 μετά την πώληση τους στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου.


Ο φωτογραφικός φακός της Κλεποπάτρας Χαρίτου κατάφερε ν' αναδείξει όχι μόνο την ιστορική και αρχιτεκτονική τους αξία, αλλά να τα ζωντανέψει ξανά θυμίζοντας ότι κάποτε τα κατοίκησαν άνθρωποι που είχαν ξεριζωθεί βίαια απ' τη δική τους πατρίδα κι εκεί έφτιαξαν το σπίτι τους. Με άλλα λόγια, οι φωτογραφίες της Χαρίτου τραβηγμένες στα εσωτερικά αυτών των διαμερισμάτων και χωρίς να μετατοπίσει το παραμικρό αντικείμενο προς "διευκόλυνση" των λήψεων της, αποτελούν σημαντικά ντοκουμέντα μνήμης.


Υπάρχει όμως κι άλλη μια ενότητα στις φωτογραφίες της, αυτή της απεικόνισης των κλιμακοστασίων. Εκεί μπορούμε να μιλάμε για έργα τέχνης που παραπέμπουν σε ζωγραφική, αφού η λήψη των φωτογραφιών, το παιχνίδι με το φως και οι αρχιτεκτονικές καμπύλες αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα πράγματα από απλά κλιμακοστάσια ηλικίας 80 χρόνων.

Η έκθεση φωτογραφίας της Κλεοπάτρας Χαρίτου με τίτλο "Τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας¨παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη (κτήριο Πειραιώς) ως τις 6 Μαΐου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009

Πρωτάκι για πάντα!

Αν ήμουνα πρωτάκι, τώρα θα είχαν πια αρχίσει τα σχολεία. Μάθημα δεν ξέρω βέβαια αν θα κάναμε γιατί στα μισά σχολεία πλένουν συνέχεια τα χέρια τους για να μην κολλήσουν τον ιό της νέας γρίππης και στα άλλα μισά το κακό Υπουργείο δεν στέλνει δασκάλους, όπως πληροφορούμαι από φίλους που έχουν παιδιά στο Δημοτικό...
Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν θα συνέχιζα να βλέπω επαναλήψεις στην ελληνική τηλεόραση ή να παίζω playstation και Nintendo DS...

Όταν ήμουνα πρωτάκι, δεν θυμάμαι πως ένιωθα για να σας πω την αλήθεια. Έχουν περάσει άλλωστε και τόσα χρόνια από τότε... Κι αν καταγράφω ό, τι θυμάμαι από κείνη την εποχή, είναι αφενός για να υπάρχουν κάπου οι αναμνήσεις μου, αφετέρου γιατί μου έδωσε την αφορμή το ποστ του Μπαμπάκη που φέτος έχει ένα πρωτάκι στην οικογένεια.

Θυμάμαι που είχαμε πάει να με γράψει η μαμά στο Δημοτικό. Απ’ το ένα χέρι κράταγε εμένα κι απ’ το άλλο τον αδερφό μου που ήταν 3, 5 χρονών τότε. Μου είχε κάνει εντύπωση η τάξη του σχολείου. Στη μέση ένας μεγάλος πίνακας κι αριστερά και δεξιά μικρότερα πινακάκια. Ονειρευόμουν τη στιγμή που θα έπιανα την κιμωλία στα χέρια μου να γράψω σ’ ένα απ’αυτά τα πινακάκια. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι λίγους μήνες μετά θα με σήκωνε η κυρία Ελένη στον πίνακα να γράψω τη λέξη παπάς κι εγώ δεν θα ήξερα αν γράφεται με ένα ή δυο π. Πάντως, με δύο π το γράφαμε τότε. Άνοιξα τα χέρια, έφαγα δυο ξυλιές με τον χάρακα, όχι γιατί δεν ήξερα να γράψω τη λέξη, αλλά γιατί η διπλανή μου, η Παναγιώτα, αποδέιχτηκε ρουφιανάκι και με μαρτύρησε ότι αντέγραφα.
«Μα που ακούστηκε τόσο μικρό παιδί ν’ αντιγράφει;» αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως η κυρία Ελένη στη μαμά μου το ίδιο απόγευμα στο σαλόνι του σπιτιού μας απολογούμενη συγχρόνως και για τις 2 χαρακιές που μου είχε ρίξει, ενώ εγώ είχα κρυφτεί πίσω από τις πόρτες και κρυφάκουγα.

Η κυρία Ελένη Σαλαπάτα ήταν η δασκάλα της Α’ Δημοτικού σε κείνο το σχολείο επί της οδού Αλκαμένους που τώρα πια είναι ένα ακόμα διατηρητέο σε μια γειτονιά του κέντρου της Αθήνας που έχασε πια την παλιά κοινωνική της ταυτότητα.
Η κυρία Ελένη λοιπόν, έμενε από πάνω μας, στην ίδια πολυκατοικία επί της οδού Μιχαήλ Βόδα - αριθμό δεν ξέρω, θα σας γελάσω-αφήστε που το Βόδα νόμιζα ότι είχε να κάνει με βόδια....

Ήταν παντρεμένη με τον κύριο...(δεν θυμάμαι το όνομά του), συνάδελφο της μαμάς στον ΟΤΕ και είχε 2 παιδιά, τη Ντόνα που κάτι σπούδαζε τότε και τον Βασίλη που πήγαινε Α Γυμνασίου και τον γλυκοκοίταζα!!!

Η κυρία Ελένη με πήγαινε τα πρωινά στο σχολείο εναλλάξ με τη γιαγιά ή τη μαμά (όταν δεν ήταν πρωινή στη δουλειά). Τη μαμά τη βόλευε αυτό εξαιρετικά, ιδιαιτέρως δε, όταν το μωρό (σ.σ ο 3, 5 χρονών αδερφός μου) κοιμόταν ακόμη και που να τον ξυπνάει ή να τον αφήνει μόνο στο σπίτι. Αντιθέτως, τη γιαγιά καθόλου δεν την ευχαριστούσε η προθυμία της κυρίας Ελένης να με πηγαίνει σχολείο γιατί «δεν χρειάζεται να υποχρεωνόμαστε στους ξένους», πλην όμως όποτε πέφταμε στην ανάγκη της (και πέφταμε συχνά), με φόρτωνε οδηγίες του πως να είμαι ένα καλό κι ευγενικό κοριτσάκι και να κρατάω τη δασκάλα απ’ το χέρι και να μην αντιμιλάω και να πω «ευχαριστώ που με φέρατε στο σχολείο».

Εμένα πάλι,άλλοτε με ενοχλούσε η κυρία Ελένη ως προσωπική μου συνοδός κι άλλοτε όχι. Αν π.χ μας έβλεπαν άλλα παιδιά, με κορόϊδευαν που ερχόμουν σχολείο με τη δασκάλα κι εγώ αυτό δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ, 5,5 χρονών ήμουνα εξάλλου.
Υπήρχαν όμως κάτι φορές στο σχόλασμα ιδίως που η κυρία Ελένη μου αγόραζε κάτι χρωματιστά κραγιόνια ζωγραφικής και τότε πολύ τη συμπαθούσα και καθόλου δεν μ’ ένοιαζε τι έλεγαν τα άλλα παιδιά και ειδικά αυτή η σουπιά, η Παναγιώτα.

Με την κυρία Ελένη στο από πάνω διαμέρισμα είχα και τα τυχερά μου. Όταν αρρώσταινα, πήγαινα σπίτι της και μου παρέδιδε κατ’ ιδίαν όσα μαθήματα είχα χάσει.

Εκτός από τη δασκάλα μου όμως, θυμάμαι πολύ έντονα και τον Παναγιώτη που του έλειπαν τα δύο μπροστινά δόντια όπως και σε μένα και που παρόλα αυτά τον είχα ερωτευτεί γι’ αυτό και πόζαρα αγκαλιά μαζί του στην σχολική εκδρομή. (Μόλις πάρω τη φωτογραφία απ’ το παιδικό μου άλμπουμ που είναι στο σπίτι των γονιών μου, θα τη σκανάρω και θα την ανεβάσω).

Θυμάμαι και το κυλικείο στην αυλή που αγόραζα μια μικρή σοκολατίτσα που κόστιζε 1 δραχμή...

Στο τέλος της χρονιάς εκείνης, ήξερα ήδη ότι δεν θα ξαναπήγαινα στο ίδιο σχολείο. Αλλάζαμε περιοχή και έμελλε να κάνω νέες παρέες σε καινούργιο περιβάλλον. Δεν θυμάμαι αν αυτό με στενοχωρούσε τότε. Έχω την εντύπωση ότι το δέχτηκα μάλλον καλά, αν και αναρωτιόμουνα ποιο κοριτσάκι θα αντικαθιστούσε την Παναγιώτα σαν διπλανή μου στο ίδιο θρανίο.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 08, 2009

«Χώρος Ιστορικής Μνήμης 1941-1944»

Το 1934 η Εθνική Ασφαλιστική κατεδάφισε την οικία Rossels στην οποία στέγαζε από το 1894 τα γραφεία της και στη θέση της ανέγειρε ένα νέο πολυτελές κτίριο όπου προοριζόταν για τη στέγαση της εταιρείας. Στο κτίριο αυτό σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Κριεζή και Μεταξά, είχαν προβλεφθεί και αντιαεροπορικά καταφύγια στο υπόγειο.

Λίγες μέρες μετά την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, η Κυβέρνηση επέταξε ένα μεγάλο μέρος του κτιρίου που από το 1938 στέγαζε την Εθνική Ασφαλιστική για να τοποθετήσει κρατικές υπηρεσίες. Στις 27 Απριλίου του 1941, μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και μέσα σε μια εβδομάδα οι κατοχικές δυνάμεις επέταξαν όλο το κτίριο.

Τα υπόγεια μετατράπηκαν σε κρατητήριο της Γερμανικής Komandatur.

Η Εθνική Ασφαλιστική αναστύλωσε και συντήρησε αυτούς τους χώρους το 1991 με την ευκαιρία της επετείου των 100 της χρόνων. Από τότε ο χώρος φέρει το όνομα «Χώρος Ιστορικής Μνήμης 1941-1944» και κηρύχθηκε ιστορικό, διατηρητέο μνημείο.

Από τον Μάρτιο του 2008, ο χώρος είναι ανοιχτός στο κοινό, ενώ κατά διαστήματα φιλοξενεί εκδηλώσεις ή θεατρικές παραστάσεις.

Νομίζω ότι οι εικόνες που ακολουθούν μιλούν καλύτερα από μόνες τους







Παρασκευή, Ιουνίου 29, 2007

Το Δάσος

Στην Τρίτη δημοτικού είχαμε γράψει μια έκθεση στο σχολείο με θέμα «Το δάσος». Δεν θυμάμαι καθόλου τι έγραφα, ήταν όμως η πρώτη έκθεση που έχω γράψει στη ζωή μου. Δοκίμαζα για πρώτη φορά τις δυνάμεις μου στον γραπτό λόγο, εγχείρημα που είχε στεφθεί με επιτυχία. Ο δάσκαλος είπε ότι είχα γράψει πολύ, αναλογικά με την ηλικία μου. Δυο φύλλα τετραδίου ολόκληρα, τέσσερις σελίδες δηλαδή πυκνογραμμένες. Είχε διαβάσει την έκθεση μου μέσα στην τάξη κι εγώ είχα αισθανθεί περήφανη. Είχε γράψει από κάτω με το χαρακτηριστικό κόκκινο στυλό «Άριστα» και πιο δίπλα είχε προσθέσει κι ένα «Μπράβο». Την πήγα με χαρά στο σπίτι και την έδειξα στους γονείς μου.
Δεν θυμάμαι πια τι έγραφα σε κείνη την έκθεση και δυστυχώς δεν διασώθηκε στο πέρασμα του χρόνου.
Υποπτεύομαι ότι θα πρέπει να μιλούσα για τα δέντρα και τα ζώα όπως είχαν περάσει στις παιδικές εικόνες μου, απ’ όσα έβλεπα. Μιλάμε για την εποχή που ακόμα υπήρχαν δάση σε κοντινή ακτίνα.
Η πρώτη εκδρομή που είχαμε κάνει στο σχολείο, δυο χρόνια πριν, ήταν στην Πάρνηθα. Πρωτάκια είμασταν και συνοδευόμασταν στο πούλμαν εκτός απ’ τους δασκάλους κι απ’ τους γονείς μας. Στο Δάσος της Πάρνηθας, είχε χαθεί για λίγο εκείνη τη μέρα κι ο αδερφός μου που ήταν τότε τεσσάρων χρονών και η μητέρα μου τον είχε φέρει κι εκείνον μαζί.
Στο δάσος του Πόρου, στο Νεώρειο, περπατούσα τα καλοκαίρια που παραθερίζαμε στο νησί και απ’ τα πεύκα της Αττικής έκοβα βελόνες για βραχιολάκια όταν συχνά πηγαίναμε εκδρομές εκείνα τα χρόνια. Υπάρχει μάλιστα μια φωτογραφία από ένα πικ-νικ της δεκαετίας του ’70 σε κάποιο κοντινό δάσος, τότε που ακόμα οι οικογένειες έκαναν κι αυτό το σπορ…
Γράφω τις παραπάνω γραμμές με αφορμή τη χθεσινή πυρκαγιά στην Πάρνηθα που νιώθω ότι με την ένταση της ήρθε να καταστρέψει ό, τι ήταν ζωντανό από μια εποχή αθωότητας.
Χαμογελάω ειρωνικά στη θύμηση μιας παλιάς αλήθειας για το καλό κλίμα της Αττικής. Το λέγανε πριν από πολλά χρόνια, το εννοούσανε, ίσχυε.
Λυπάμαι εξαιρετικά που η επόμενη βροχή θα πλημμυρίσει τα πάντα αφού δεν θα υπάρχουν πια δέντρα και πράσινο και υγιές χώμα να απορροφήσουν τα νερά.
Ντρέπομαι που ζω σ’ έναν κόσμο που όλα πια αλλοτριώθηκαν.
Είμαι αμήχανη κι απαισιόδοξη για το όποιο μέλλον.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2007

Το τσίρκο των χρωμάτων και της θλίψης


Αφιερωμένο στον Vita mi barouak επειδή με «διέταξε» το επόμενο ποστ μου να είναι στολισμένο με χρώματα.

Επιστρέφοντας σπίτι, βλέπω τις τελευταίες μέρες ένα τσίρκο να έχει κατασκηνώσει στην περιοχή. Νομίζω ότι άρχισα να το προσέχω λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Μου έφερε στο μυαλό μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια. Όλα τα παιδιά έχουν επισκεφτεί κάποτε στη ζωή τους ένα τσίρκο. Τουλάχιστον τα παιδιά του περασμένου αιώνα. Για τα καινούργια, δεν γνωρίζω...

Θυμήθηκα όλα αυτά που φάνταζαν γοητευτικά στα παιδικά μου μάτια: τα άγρια ζώα που γινόντουσαν υπάκουα στις προσταγές των θηριοδαμαστών, τον κλόουν που σκορπούσε απλόχερα το γέλιο και συνομιλούσε με τα πιτσιρίκια κάνοντας σε να αισθάνεσαι μέρος του θεάματος, το πώς κοβόταν η ανάσα του πλήθους την ώρα που οι ακροβάτες κάνανε το περίφημο νούμερο της κούνιας, κ.ά.

Και νομίζω πως για μικρή χρονική περίοδο, ονειρεύτηκα να γίνω ακροβάτισσα. Αλλά το ξέχασα γρήγορα όπως άλλωστε και το να γίνω μπαλαρίνα ή αθλήτρια συγχρονικής κολύμβησης ή όλα αυτά τα εντυπωσιακά που χρωμάτιζαν με όνειρο τον παιδικό μου κόσμο.

Θυμήθηκα και μια εποχή που ένα περιοδικό που λεγόταν «ΚΑΙ» δημοσίευε φωτορομάντζα σε συνέχειες και μια απ’ τις ιστορίες ήταν για τους ανθρώπους ενός τσίρκου. Αισθηματικού περιεχομένου βεβαίως! Αναμείγνυε τον έρωτα με το ζην επικινδύνως και τροφοδοτούσε με αντίστοιχα καρδιοχτύπια τις εφηβικές καρδιές της δεκαετίας του ’80.

Απ’ τις σχετικές με το τσίρκο μνήμες, ανακάλεσα και μια παλιά αμερικάνικη ταινία με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο ρόλο ενός ακροβάτη. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τον τίτλο.

Τέλος, αναπόλησα και τη μοναδική φορά που παρακολούθησα τσίρκο δεξιοτεχνίας, το περίφημο «cirque du soleil» στην Avignon το 1996 και αναλογίστηκα ότι πουθενά στις μνήμες μου δεν είχα συμπεριλάβει την άλλη εικόνα του τσίρκου, τη θλιβερή και την πιο ρεαλιστική βεβαίως. Και η εξήγηση είναι, επειδή τότε την αγνοούσα.

Χτες το βράδυ, μ’ έπιασε μια θλίψη καθώς σκέφτηκα ότι το είδος είναι πια παρηκμασμένο. Σκέφτηκα τα ζώα που ταλαιπωρούνται στα κλουβιά τους, που επιβιώνουν σε άθλιες συνθήκες, που τρέφονται άσχημα και που είναι αναγκασμένα κόντρα στη φύση τους να υποτάσσονται στις ανθρώπινες προσταγές και να γίνονται θέαμα προς τέρψιν αυτών που γελάνε με τα καμώματα τους τρώγοντας ποπ κορν και χτυπώντας παλαμάκια.
Αναλογίστηκα τη θλιμμένη έκφραση του προσώπου
του κλόουν όταν αποχωρίζεται τα φτιασίδια. Σίγουρα είναι θλιμμένη. Και κουρασμένη. Πρέπει να εφευρίσκει κι ένα σωρό κολπάκια για να γελάνε τα πιτσιρίκια κάθε φορά. Κι αυτά τα «σκασμένα» τον κλωτσάνε, τον χτυπάνε και δεν γελάνε και τόσο πολύ όπως παλιότερα. Γέρασε ο κλόουν, αλλά αυτή είναι η μόνη δουλειά που ξέρει να κάνει. Αυτήν έκανε όλη του τη ζωή και πώς αλλιώς να ζήσει τώρα;
Αλήθεια, παίρνουνε σύνταξη οι άνθρωποι του τσίρκου; Από πού; Και πώς αποφασίζουν να δουλέψουν σε τσίρκο; Δεν έχουν ανάγκη να στεριώσουν κάπου; Αυτό που νιώθω εγώ ας πούμε, το να τελειώσει η μέρα και να πάω να τρυπώσω στο σπιτάκι μου, δεν το’ χουν ποτέ αισθανθεί; Πόσο ψυχοφθόρα είναι η αέναη μετακίνηση; Μια περιπλάνηση σαν μπουλούκι αλλοτινής εποχής.

Διαβάζοντας λίγο για την προέλευση και τη ιστορία του τσίρκου, βρήκα ότι έλκει την καταγωγή του απ’ τη Ρωμαϊκή αρένα όπου τα θεάματα με τα λιοντάρια, τα μεγάλα ζώα και τις εντυπωσιακές αρματοδρομίες αποτελούσαν τον προσφιλή τρόπο διασκέδασης. Οι αθλητές των τσίρκων του μακρινού αυτού παρελθόντος πάλευαν ακόμα και με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής με ζώα προκειμένου να διασκεδάσουν το πλήθος. Τον μεσαίωνα, το θέαμα εγκαταλείφθηκε. Αργότερα, περιοδεύοντες θεατρίνοι εκπαίδευαν ζώα σε υπαίθριες αγορές, κάνανε ακροβατικά και άλλες επιδεξιότητες. Απ’ τις στάχτες του, το τσίρκο αναγεννήθηκε στη Βρετανία κι αυτό το οφείλει σε δυο μεγάλους του είδους, τον Philip Astley και τον Charles Hughes. Μάλιστα ο δεύτερος, είχε αναπτύξει φοβερή ικανότητα στο να εκπαιδεύει ταχυδακτυλουργούς. Σιγά σιγά, το τσίρκο μεταφέρθηκε στις αποικίες και το 1812 πέρασε στα χέρια των Αμερικανών που το άλλαξαν εξ’ ολοκλήρου, δίνοντας του πάνω-κάτω τη μορφή με την οποία μας είναι γνωστό σήμερα.

Είναι αλήθεια ότι η ζωή ενός τσίρκου δεν είναι και τόσο λαμπερή όταν σβήσουν οι προβολείς. Συνήθως, ο «θίασος» φτάνει νύχτα στον προορισμό του και μετά από ελάχιστες ώρες ξεκούρασης, το πρωί πρέπει να στήσει τη σκηνή και να ετοιμαστεί από κάθε τεχνική πλευρά, φώτα, γεννήτριες, ρούχα, καθίσματα για την παράσταση. Συνήθως, δίνουν μια παράσταση την ημέρα και δύο τα σαββατοκύριακα. Οι άνθρωποι του αποτελούν στην ουσία μια ιδιότυπη οικογένεια κι αφού λόγω του ιδιόμορφου του επαγγέλματός τους δεν μπορούν να αναπτύξουν δεσμούς με άλλους ανθρώπους απ’ έξω, παντρεύονται μεταξύ τους και γεννάνε τα παιδιά τους εκεί. Τα παιδιά αυτά μαθαίνουν να ζούνε περιπλανώμενα από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία. Ο κόσμος του τσίρκου έχει τους δικούς του κανόνες, τους δικούς του κώδικες και όσο κι αν ακούγεται παράλογο και τις δικές του προκαταλήψεις. Ιδού κάποιες απ’ αυτές:

  • Μην στρέφεις ποτέ πίσω το κεφάλι όταν γίνεται η παρέλαση του θιάσου
  • Μην σφυρίζεις ποτέ στα καμαρίνια
  • Τα φτερά των παγωνιών σημαίνουν κακή τύχη
  • Τα ατυχήματα συμβαίνουν πιο συχνά στα σχήματα των τριών ακροβατών
  • Το τρίχωμα της ουράς του ελέφαντα φέρνει καλή τύχη.

Κλείνοντας, σας αφήνω με τη μαγική εικόνα μιας θρυλικής ταινίας. Όσοι την έχετε δει, θα θυμάστε σίγουρα τη Τζουλιέτα Μασίνα να «εκπαιδεύεται» για να ενταχθεί στο τσίρκο του «La Strada» του Φελίνι.