Αν ήμουνα πρωτάκι, τώρα θα είχαν πια αρχίσει τα σχολεία. Μάθημα δεν ξέρω βέβαια αν θα κάναμε γιατί στα μισά σχολεία πλένουν συνέχεια τα χέρια τους για να μην κολλήσουν τον ιό της νέας γρίππης και στα άλλα μισά το κακό Υπουργείο δεν στέλνει δασκάλους, όπως πληροφορούμαι από φίλους που έχουν παιδιά στο Δημοτικό...
Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν θα συνέχιζα να βλέπω επαναλήψεις στην ελληνική τηλεόραση ή να παίζω playstation και Nintendo DS...
Όταν ήμουνα πρωτάκι, δεν θυμάμαι πως ένιωθα για να σας πω την αλήθεια. Έχουν περάσει άλλωστε και τόσα χρόνια από τότε... Κι αν καταγράφω ό, τι θυμάμαι από κείνη την εποχή, είναι αφενός για να υπάρχουν κάπου οι αναμνήσεις μου, αφετέρου γιατί μου έδωσε την αφορμή το ποστ του
Μπαμπάκη που φέτος έχει ένα πρωτάκι στην οικογένεια.
Θυμάμαι που είχαμε πάει να με γράψει η μαμά στο Δημοτικό. Απ’ το ένα χέρι κράταγε εμένα κι απ’ το άλλο τον αδερφό μου που ήταν 3, 5 χρονών τότε. Μου είχε κάνει εντύπωση η τάξη του σχολείου. Στη μέση ένας μεγάλος πίνακας κι αριστερά και δεξιά μικρότερα πινακάκια. Ονειρευόμουν τη στιγμή που θα έπιανα την κιμωλία στα χέρια μου να γράψω σ’ ένα απ’αυτά τα πινακάκια. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι λίγους μήνες μετά θα με σήκωνε η κυρία Ελένη στον πίνακα να γράψω τη λέξη παπάς κι εγώ δεν θα ήξερα αν γράφεται με ένα ή δυο π. Πάντως, με δύο π το γράφαμε τότε. Άνοιξα τα χέρια, έφαγα δυο ξυλιές με τον χάρακα, όχι γιατί δεν ήξερα να γράψω τη λέξη, αλλά γιατί η διπλανή μου, η Παναγιώτα, αποδέιχτηκε ρουφιανάκι και με μαρτύρησε ότι αντέγραφα.
«Μα που ακούστηκε τόσο μικρό παιδί ν’ αντιγράφει;» αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως η κυρία Ελένη στη μαμά μου το ίδιο απόγευμα στο σαλόνι του σπιτιού μας απολογούμενη συγχρόνως και για τις 2 χαρακιές που μου είχε ρίξει, ενώ εγώ είχα κρυφτεί πίσω από τις πόρτες και κρυφάκουγα.
Η κυρία Ελένη Σαλαπάτα ήταν η δασκάλα της Α’ Δημοτικού σε κείνο το σχολείο επί της οδού Αλκαμένους που τώρα πια είναι ένα ακόμα διατηρητέο σε μια γειτονιά του κέντρου της Αθήνας που έχασε πια την παλιά κοινωνική της ταυτότητα.
Η κυρία Ελένη λοιπόν, έμενε από πάνω μας, στην ίδια πολυκατοικία επί της οδού Μιχαήλ Βόδα - αριθμό δεν ξέρω, θα σας γελάσω-αφήστε που το Βόδα νόμιζα ότι είχε να κάνει με βόδια....
Ήταν παντρεμένη με τον κύριο...(δεν θυμάμαι το όνομά του), συνάδελφο της μαμάς στον ΟΤΕ και είχε 2 παιδιά, τη Ντόνα που κάτι σπούδαζε τότε και τον Βασίλη που πήγαινε Α Γυμνασίου και τον γλυκοκοίταζα!!!
Η κυρία Ελένη με πήγαινε τα πρωινά στο σχολείο εναλλάξ με τη γιαγιά ή τη μαμά (όταν δεν ήταν πρωινή στη δουλειά). Τη μαμά τη βόλευε αυτό εξαιρετικά, ιδιαιτέρως δε, όταν το μωρό (σ.σ ο 3, 5 χρονών αδερφός μου) κοιμόταν ακόμη και που να τον ξυπνάει ή να τον αφήνει μόνο στο σπίτι. Αντιθέτως, τη γιαγιά καθόλου δεν την ευχαριστούσε η προθυμία της κυρίας Ελένης να με πηγαίνει σχολείο γιατί «δεν χρειάζεται να υποχρεωνόμαστε στους ξένους», πλην όμως όποτε πέφταμε στην ανάγκη της (και πέφταμε συχνά), με φόρτωνε οδηγίες του πως να είμαι ένα καλό κι ευγενικό κοριτσάκι και να κρατάω τη δασκάλα απ’ το χέρι και να μην αντιμιλάω και να πω «ευχαριστώ που με φέρατε στο σχολείο».
Εμένα πάλι,άλλοτε με ενοχλούσε η κυρία Ελένη ως προσωπική μου συνοδός κι άλλοτε όχι. Αν π.χ μας έβλεπαν άλλα παιδιά, με κορόϊδευαν που ερχόμουν σχολείο με τη δασκάλα κι εγώ αυτό δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ, 5,5 χρονών ήμουνα εξάλλου.
Υπήρχαν όμως κάτι φορές στο σχόλασμα ιδίως που η κυρία Ελένη μου αγόραζε κάτι χρωματιστά κραγιόνια ζωγραφικής και τότε πολύ τη συμπαθούσα και καθόλου δεν μ’ ένοιαζε τι έλεγαν τα άλλα παιδιά και ειδικά αυτή η σουπιά, η Παναγιώτα.
Με την κυρία Ελένη στο από πάνω διαμέρισμα είχα και τα τυχερά μου. Όταν αρρώσταινα, πήγαινα σπίτι της και μου παρέδιδε κατ’ ιδίαν όσα μαθήματα είχα χάσει.
Εκτός από τη δασκάλα μου όμως, θυμάμαι πολύ έντονα και τον Παναγιώτη που του έλειπαν τα δύο μπροστινά δόντια όπως και σε μένα και που παρόλα αυτά τον είχα ερωτευτεί γι’ αυτό και πόζαρα αγκαλιά μαζί του στην σχολική εκδρομή. (Μόλις πάρω τη φωτογραφία απ’ το παιδικό μου άλμπουμ που είναι στο σπίτι των γονιών μου, θα τη σκανάρω και θα την ανεβάσω).
Θυμάμαι και το κυλικείο στην αυλή που αγόραζα μια μικρή σοκολατίτσα που κόστιζε 1 δραχμή...
Στο τέλος της χρονιάς εκείνης, ήξερα ήδη ότι δεν θα ξαναπήγαινα στο ίδιο σχολείο. Αλλάζαμε περιοχή και έμελλε να κάνω νέες παρέες σε καινούργιο περιβάλλον. Δεν θυμάμαι αν αυτό με στενοχωρούσε τότε. Έχω την εντύπωση ότι το δέχτηκα μάλλον καλά, αν και αναρωτιόμουνα ποιο κοριτσάκι θα αντικαθιστούσε την Παναγιώτα σαν διπλανή μου στο ίδιο θρανίο.