Τρίτη, Ιουνίου 16, 2009

Πρώην μετανάστης νυν ρατσιστής.

Θυμάμαι μια συζήτηση πριν από 7 ακριβώς χρόνια. Στο τραπέζι 4 Έλληνες και μια Ελληνογαλλίδα. Θέμα συζήτησης οι Αλβανοί. Η μία εκ των Ελλήνων ταύρος μαινόμενος αλλά προς το πολιτισμένο – ξέρω ακούγεται σουρεάλ, αλλά έτσι ήταν-.
Έλεγε τα γνωστά: «…που πήξαμε στους Αλβανούς, που είναι κλέφτες, που γεμίσαμε ξένους, που βρωμάνε, που δεν ακούμε πια ελληνικά στους δρόμους» κι άλλα τέτοια χαριτωμένα. Στο άλλο άκρο ακριβώς, η Ελληνογαλλίδα: «εμένα καθόλου δεν μ’ ενοχλούν, στο Παρίσι έχουμε συνηθίσει στην πολυπολιτισμικότητα, στο μετρό βλέπω καθημερινά ξένους, ακόμα και Άραβες που εσείς δεν έχετε εδώ».
Οι υπόλοιποι της παρέας διατηρούσαμε χαμηλό προφίλ, Ναι μεν, αλλά…

Λίγα χρόνια αργότερα η μαινόμενη ταυρίνα που προανέφερα χρειάστηκε τις υπηρεσίες μεταναστών για συγγενικό της πρόσωπο που ήταν άρρωστο. Δεν έπεσε στα χέρια των Αλβανών αλλά ετέρων του πρώην Ανατολικού μπλοκ.

Εμείς πάλι, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 είχαμε στο σπίτι ως καθαρίστρια μια κοπέλα απ’ την Πολωνία, την Ντάνα, καλή της ώρα. Η ζωή ευτυχώς τής φέρθηκε καλά γιατί λίγα χρόνια αργότερα που την είδα τυχαία στο τρόλεϊ μου είπε ότι είχε βρει δουλειά στο αντικείμενο της, μηχανικός ήτανε και είχε κάνει και οικογένεια.

Πάντως τονίζω ότι πολύ συχνά ακούγονταν εκείνα τα χρόνια αλλά και αργότερα φράσεις όπως: οι Πολωνοί είναι πιο σοφιστικέ (sic) μετανάστες, ξέρουν γράμματα, μπορεί να μην είχαν να φάνε, αλλά είχαν παιδεία σ’ αυτά τα κράτη, τους καημένους πόσο υπέφεραν, τους βλέπεις έχουν άλλη ποιότητα κι άλλα τέτοια ψυχοπονιάρικα. Και προσθέταμε κι ένα ψίχουλο πόνου και συμπόνοιας για τους μαύρους «οι μαύροι ζούνε χρόνια εδώ και ποτέ δεν δημιούργησαν πρόβλημα».

Κι ύστερα ήρθαν οι Αλβανοί και πέσαμε να τους φάμε. Πρώτα, η πλατεία Ομονοίας που γέμισε ανθρώπους που περίμεναν να τους πάρουνε για κανά μεροκάματο. Πάει χάλασε η Ομόνοια, έβγαιναν και λέγανε όλοι. Καλά, btw η Ομόνοια δεν χάλασε λόγω Αλβανών, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστάκι.

Οι κλέφτες, οι βρωμιάρηδες, οι πονηροί, τα Αλβανάκια που τολμάνε να πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο με τα ελληνάκια και να παίρνουν και καλύτερους βαθμούς ενώ δεν το αξίζουνε, είναι καθυστερημένα, μόνο τα δικά μας παιδιά είναι ανώτερα φυλετικά
«Δεν πρόκειται να στείλω το παιδί μου στο νηπιαγωγείο τάδε παρόλο που με βολεύει γιατί είναι γεμάτο Αλβανάκια και φτιάχνουνε συμμορίες και φέρονται ρατσιστικά στα ελληνάκια!!!»
Μάλιστα! Ο ραστισμός ρατσισμό γεννάει κυρά μου. Ο αδύναμος κρίκος πρέπει να αμυνθεί. Πως είναι όταν το μεγάλο αδερφάκι χτυπάει το μικρό γιατί ζηλεύει; Ε, κάποια στιγμή θα σηκώσει το χέρι και το μικρό…

Νομίζω ότι το μίσος μας για τους Αλβανούς είναι μακράν μεγαλύτερο απ’ ότι για όλους τους άλλους λαούς μαζεμένους. Πιο εύκολα θα δώσεις τα παλιά σου ρούχα σε Πακιστανούς παρά σε Αλβανούς. Ίσως αυτό να εξηγείται απ’ το ότι μας θυμίζουν αυτούς που θέλουμε οπωσδήποτε να ξεχάσουμε, τους Έλληνες δηλαδή, αλλά 50 – 60 χρόνια πριν.

Και εν έτει 2009, οι μάσκες έπεσαν πια οριστικά. Επιχείρηση σκούπα προανήγγειλαν οι εφημερίδες προ εκλογών. Ήρθε και το εκλογικό αποτέλεσμα και η κυβέρνηση με ή χωρίς βοηθούς και συγκυβερνήσεις (το πιάσαμε όλοι το υπονοούμενο ε;), αποφάσισε να βάλει μπρος τα στρατόπεδα συγκέντρωσης!

Να φύγουν όλοι τώρα! Να καθαρίσει ο τόπος! Να ξεβρωμίσουμε!

Ναι, αλλά ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το μετά:

Ποιος θα ξεσκ@@.ώνει τον ανήμπορο παππού στο σπίτι;
Ποιος θα ξενυχτάει με τη γιαγιά που είναι ετοιμοθάνατη στο νοσοκομείο;
Ποιος θα σου καθαρίζει το σπίτι που γυρνάς απ’ τη δουλειά πτώμα;
Ποιος θα σου χτίσει τη μεζονέτα;
Ποιος θα σου πλύνει το SUV;
Ποιος θα σου πλένει την κούπα του καφέ και θα σου ξεσκονίζει το γραφείο όταν σχολάς;
Ποιος; Εσύ ο Έλληνας που ξέχασες ότι ο πατέρας σου ή η μάνα σου έκαναν μετανάστες στη Γερμανία; Που ήσουν το μελαχρινό παιδάκι παραφωνία ανάμεσα στα ξανθά; Που τολμάς ν' αναρωτιέσαι πώς ήταν δυνατόν ο Χίτλερ να κατάφερε να προσηλυτίσει έναν λαό ολόκληρο με το επιχείρημα της ανωτερότητας της Αρείας φυλής; Και σε τι άραγε διαφέρεις εσύ; Ναι, δεν κάνεις σαπούνι μερικές χιλιάδες αθώους, αλλά τρως με όρεξη το delivery όταν τους βλέπεις να σκοτώνονται από βόμβες στην άλλη άκρη του πλανήτη.
Που σημειωτέον αυτός που έφερε το delivery στο σπίτι είναι κάποιος μετανάστης που πρόλαβε να φύγει απ’ την δική του χώρα για να έχει το αυτονόητο δικαίωμα της επιβίωσης στη δική σου.
Άλλο τώρα που εσύ θες να κάνεις ότι δεν υπάρχει...


Διαβάστε και το πολύ καλό ποστ της Krotkaya εδώ. Αυτό άλλωστε μου έδωσε το έναυσμα να ξεδιπλώσω και τον δικό μου θυμό.


Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009

Γειτονικά Βαλκάνια: Ρουμανία

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βοσκός που τον έλεγαν Bukur. Στα ρουμάνικα, bukur σημαίνει χαρά. Ο Bukur ήταν ιδιαίτερα αγαπητό πρόσωπο στους τοπικούς άρχοντες. Τους μάγευε με τη μουσική της φλογέρας του και τους μεθούσε με το γλυκόπιοτο κρασί που τους κέρναγε. Οι άρχοντες δεν ήταν αχάριστοι και θέλοντας να ανταποδώσουν τον τίμησαν δίνοντας στην πόλη το όνομά του.

Η πρώτη εντύπωση που μου δημιούργησε το Βουκουρέστι είναι η μερική ομοιότητα του με το αγαπημένο Παρισάκι. Θα ήθελα να αποφύγω σ’ αυτό το σημείο χαρακτηρισμούς του τύπου το Παρίσι της Ανατολής ή το Παρίσι των Βαλκανίων. Το ζητούμενο – νομίζω- είναι να διατηρεί η κάθε πόλη την μοναδικότητα της. Τι νόημα έχει να ψάχνουμε παντού το Παρίσι το οποίο – κατά την ταπεινή γνώμη της γράφουσας είναι πανέμορφο και μοναδικό!-.

Επανέρχομαι λοιπόν στο Βουκουρέστι. Ανοιχτά βουλεβάρτα, πλατείες, πάρκα, πολύ πράσινο, μεγαλοπρεπή κτίρια, παλάτια και κάπου ανάμεσα και η αψίδα του θριάμβου αλά γαλλικά!

Αρχικά ξύλινη από το 1896, για να γιορτάσει τους βασιλικούς γάμους του πρίγκιπα Φερδινάνδου και της βασίλισσας Μαρίας, έγινε πέτρινη το 1922 σαν μνημείο της νίκης της Ρουμανίας στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ το 1935 έλαβε την οριστική της μορφή που διατηρεί έως και σήμερα και το βασικό υλικό της είναι πια ο γρανίτης.

Η αίσθηση που αφήνει η περιπλάνηση στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας είναι παράξενη. Για αρκετές ώρες αφού φτάσαμε, είχα την αίσθηση ότι δεν είχα φύγει απ’ την Ελλάδα. Ίσως να οφείλεται στο μικρό αεροδρόμιο που θύμιζε το πάλαι ποτέ Ελληνικό, ίσως το ότι θέλουμε δεν θέλουμε, με τους άλλους Βαλκάνιους είμαστε κοντινοί συγγενείς- πιο κοντινοί δεν γίνεται…

Στο Βουκουρέστι υπάρχουν λίγοι πλούσιοι (πολύ πλούσιοι όμως) και πολλοί φτωχοί.

Κυκλοφορούν πολυτελή αυτοκίνητα που εδώ δεν τα φανταζόμαστε καν. Έχετε δει ποτέ SUV λιμουζίνα;;;!!! Οι ελάχιστοι προνομιούχοι λοιπόν μάθαμε ότι βγάζουν τα προς το ζην όχι και με τόσο νόμιμο τρόπο, αλλά βέβαια αυτή είναι η κατάσταση σε πολλές χώρες μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού…

Είχαμε την τύχη να μένουμε σε ένα προάστιο του Βουκουρεστίου- κάτι σαν την Κηφισιά ας πούμε. Εδώ κατοικούν ευκατάστατοι άνθρωποι, είτε σαν τους προαναφερθέντες, είτε μεγαλοστελέχη εταιρειών που είναι στην πλειονότητα τους ξένοι κι όχι Ρουμάνοι. Μπροστά μας το περίφημο πάρκο Herastrau που δημιουργήθηκε το 1936 ενώ ήδη απ’ τον 19ο αιώνα η αριστοκρατία έκανε τον περίπατο της στις όχθες της ομώνυμης λίμνης. Το πάρκο σήμερα το χαίρονται μικροί και μεγάλοι όπως και όλα τα πάρκα σε όλη την Ευρώπη εκτός απ’ την Αθήνα βέβαια όπου η λέξη πάρκο είναι άγνωστη και η έννοια προφανώς ξεπερασμένη…


Στο πάρκο στεγάζεται και το καταπληκτικό Χωριό. Πρόκειται για ένα υπαίθριο μουσείο με 85 χωριάτικα σπίτια, τυπικά αρχιτεκτονικά δείγματα της επαρχίας της Ρουμανίας τα οποία μπορεί κανείς να επισκεφτεί και να δει τα εσωτερικό τους, τα δωμάτια, τα καθημερινά σκεύη τα εργαλεία, τα ρούχα, αλλά και νερόμυλους, πατητήρια, κελάρια. Όλα αυτά τα χαίρεσαι ενώ περπατάς κάτω απ’ τη δροσιά των δέντρων κατά μήκος της λίμνης.

Το Βουκουρέστι ενδείκνυται για περπάτημα και ποδήλατο. Ο ποδηλατόδρομος που διαθέτει δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.


Οπωσδήποτε αξίζει να δει κανείς την παλιά πόλη το Lipscani ή ιστορικό κέντρο με τα στενά σοκάκια, τα πολλά καφέ με τα τραπέζια έξω που εκτείνεται από την CaleaVictoriei, την Blvd Bratianu, την Blvd Regina Elisabeta και φτάνει ως τον ποταμό Dambovita. Εδώ μπορεί να δει κανείς σπίτια και κτίρια που χρονολογούνται πριν απ’ τον Β παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται δηλαδή για ό, τι δεν κατέστρεψε ο πόλεμος. Θαυμάσαμε και την περίφημη εκκλησία της Σταυρουπόλεως, έναν συνδυασμό ρωμαϊκής και βυζαντινής αρχιτεκτονικής με ωραίες τοιχογραφίες και ξύλινες εικόνες μέσα σ’ έναν όμορφο κήπο όπου υπάρχει και μοναστήρι

Η εκκλησία χτίστηκε το 1724 επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου από τον Ηπειρώτη Αρχιμανδρίτη Iωανίκιο Στρατονικέα που έφυγε απ’ τη Γκούρα για να πάει στο Βουκουρέστι.

Είναι θαύμα το ότι σώζονται κάποια κτίρια στην παλιά πόλη αν σκεφτεί κανείς ότι ό, τι δεν κατέστρεψε ο πόλεμος το κατέστρεψε το καθεστώς αργότερα για να χτίσει το «Bulevardul Unirii» και το «Σπίτι του Λαού».

Το «Σπίτι του Λαού» είναι το δεύτερο μεγαλύτερο διοικητικό κτίριο στον κόσμο μετά το Πεντάγωνο και καλύπτει επιφάνεια 64.800 τμ. Δεσπόζει πάνω στον ουράνιο λόφο Uranus Hill και προοριζόταν να στεγάσει τη Βουλή αλλά και το σπίτι του ίδιου του Τσαουσέσκου. Ολοκληρώθηκε το 1989 αλλά οι μεγαλύτεροι θα καταλάβετε ότι δεν πρόλαβε να το χαρεί ο εμπνευστής του… Σήμερα στεγάζει τη Βουλή ενώ μεγάλο μέρος του παραμένει άδειο για ευνόητους λόγους. Για να χτιστεί μάλιστα, καταστράφηκε μια από τις πιο ωραίες και αριστοκρατικές γειτονιές του Βουκουρεστίου.

Βεβαίως και δεν αρκεστήκαμε μόνο στο Βουκουρέστι. Κάναμε και τις εκδρομούλες μας. Προορισμός τα Καρπάθια και πρώτος σταθμός η ευρύτερη περιοχή Sinaia με το περίφημο μοναστήρι που έχτισε εκεί το 1695 ο Μιχαήλ Κατακουζηνός μετά την επιστροφή του απ’ το Μοναστήρι Σινά στην Αίγυπτο, αφιερώνοντας το στην Παναγία. Μάλιστα, έδωσε το όνομα Sinaia στο μοναστήρι για να θυμίζει το όρος Σινά. Πέρα απ’ τους θησαυρούς που βρίσκονται στο μουσείο του μοναστηριού, όπως σπάνια βιβλία και πολύτιμες εικόνες, η χρήσιμη πληροφορία είναι ότι χάρη στον Κάρολο τον Ι η εκκλησία ήταν το πρώτο κτίριο της περιοχής που ηλεκτροδοτήθηκε.


Όλη η περιοχή της Prahova Valley είναι γνωστή ως το μαργαριτάρι των Καρπαθίων. Πολύχρωμα σπιτάκια με κωνικές στέγες ξεπροβάλλουν από παντού σαν στολίδια στις καταπράσινες εκτάσεις, ενώ λίγο πιο πέρα ξεπροβάλλουν οι εξοχικές κατοικίες Peles & Pelisor που φιλοξένησαν διάφορους ρουμάνους μονάρχες ανάμεσα τους και τον Κάρλο τον Ι που πέθανε το 1973. Το Peles ολοκληρώθηκε το 1883 από Βιεννέζο αρχιτέκτονα μεν, χωρίς καθόλου γούστο δε. Το παλάτι είναι ό, τι πιο κιτς έχω δει. Υποτίθεται στο πνεύμα της γερμανικής αναγέννησης αλλά και με στοιχεία μπαρόκ, ροκοκό, γοτθικά , ιταλικής αναγέννησης και υλικά όπως ξύλο, πέτρα, μάρμαρο, τούβλο. Για να μην αφήσετε τη φαντασία σας να οργιάσει, σας έχω και φωτογραφία!


Το Pelisor ήταν η κατοικία της βασίλισσας και είναι στυλ Art Nouveau

Επόμενος σταθμός η Τρανσυλβανία κι επειδή Ρουμανία χωρίς Δράκουλα δεν νοείται πήγαμε κι εμείς στο σπίτι του!!!

Στην πραγματικότητα το Bran Castle είναι ένα κάστρο που χρονολογείται απ’ τον Μεσαίωνα και είχε αμυντικό χαρακτήρα. Το 1921 έγινε εξοχική κατοικία για την βασίλισσα Μαίρη της Ρουμανίας, ενώ η σχέση του με τον κόμη Βλαντ είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα. Ακούσαμε μάλιστα ότι το πραγματικό κάστρο του Δράκουλα είναι χωμένο στα βάθη της Ρουμανίας και καθόλου δεν έχει αξιοποιηθεί τουριστικά. Αντιθέτως, έξω απ’ το ομολογουμένως πανέμορφο Bran Castle η φιγούρα του Δράκουλα πρωταγωνιστεί σε ό, τι μπορείτε να φανταστείτε: κούπες, μπλουζάκια, μαγνήτες και άλλα σουβενίρ ενώ στα highlights της περιοχής θα προσθέσω ένα γλυκό ψωμί με ζάχαρη και καρύδια που είναι νοστιμότατο και ελαφρύ παρά το μέγεθος του.



Ακολούθησε μια σύντομη στάση στην Poiana Brasov, ένα θέρετρο που τον χειμώνα κατακλύζεται από σκιέρ ενώ τώρα ήταν ντυμένο στα πράσινα και ο κόσμος έκανε πικ νικ, περπατούσε και χαιρόταν τη φύση και τελικώς φτάσαμε στο Brasov.

Πρόκειται για μια σαξονική πόλη με κυριότερο αξιοθέατρο το δημαρχείο στην μέση της πλατείας και την περίφημη Μαύρη εκκλησία που θεωρείται ως η μεγαλύτερη γοτθική εκκλησία της νοτιανατολικής Ευρώπης.Λέγεται ότι άρχισε να χτίζεται το 1383, καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1421, ξαναφτιάχτηκε το 1477 και κάηκε από μια μεγάλη πυρκαγιά το 1689. Χρειάστηκαν 20 ολόκληρα χρόνια να την αναστηλώσουν και σ’ αυτήν την τελική της φάση, απέκτησε και την χαρακτηριστική οροφή της με ύψος 20 μέτρα.

Η τελευταία μέρα είχε επίσκεψη στα περίχωρα του Βουκουρεστίου. Πήγαμε στο περίφημο «Mogosoaia Palace» 10 χμλ απ’ την πόλη. Χτισμένο στις αρχές του 18ου αιώνα στις όχθες της λίμνης Mogosoaia, είναι χτισμένο με τον Ρουμάνικο αναγεννησιακό ρυθμό, γνωστό ως Brâncovenesc style, έναν συνδυασμό Βενετσιάνικων και Οθωμανικών στοιχείων. Ο περίπατος στον αύλιο χώρο και στους πανέμορφους κήπους μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις λίγο πριν αναχωρήσουμε για τα πάτρια...


Νομίζω πως θα αδικήσω τους Ρουμάνους αν δεν αναφερθώ στο πόσο ευγενικοί κι εξυπηρετικοί είναι. Δεν υπήρξε εστιατόριο ή καφετέρια που να μην μας σερβίρουν ακόμα και το νερό στα ποτήρια. Στο βιβλιοπωλείο απ’ το οποίο αγοράσασαμε δυο υπέροχα λευκώματα για την πόλη και τη χώρα, η πωλήτρια δεν έφυγε από δίπλα μας μέχρι να βρούμε αυτό που πραγματικά ψάχναμε.

Το μοναδικό αρνητικό που θα μπορούσα να πω είναι η έλλειψη εθνικού δρόμου. Τα 166 χμλ του ταξειδιού μας στο Brasov τα καλύψαμε σε 3,5 ώρες γιατί ο δρόμος είναι επαρχιακός και το όριο ταχύτητας εξαιρετικά χαμηλό. Ο κώδικας κυκλοφορίας δε είναι αυστηρότατος και οι Ρουμάνοι τον σέβονται.

Αξίζει να ξαναπάμε!

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

Ο Γλάρος Ιωνάθαν στους «Δρόμους Ζωής»

Το είχα χάσει τις δυο προηγούμενες χρονιές, αλλά αυτή τη φορά είχα βάλει στόχο να πάω οπωσδήποτε.
Κάθε χρόνο, τα παιδιά των «Δρόμων Ζωής» κλείνουν τη χρονιά με μια εορταστική εκδήλωση που κορυφώνεται στην παρουσίαση μιας θεατρικής παράστασης. Πέραν των προφανών, αυτό είναι πολύ σημαντικό και για έναν ακόμη λόγο: η παράσταση είναι από την αρχή ως το τέλος προϊόν των ίδιων των παιδιών. Εκφράζουν μ’ αυτόν τον τρόπο αυτό που και οι «Δρόμοι Ζωής» πρεσβεύουν χρόνια τώρα. Ο καθένας από μας μπορεί να σπάσει τις αλυσίδες των κοινωνικών προκαταλήψεων και να πετάξει ψηλά για να συναντήσει την ελευθερία. Στο πέταγμα του μπορεί να συναντήσει κι άλλους που τολμούν το ίδιο κι άλλους που θα του απλώσουν το χέρι και θα τον βοηθήσουν.
Η θεατρική παράσταση των Δρόμων Ζωής είναι η ατομική και συλλογική μας υπέρβαση απέναντι σ’ έναν κόσμο που συντηρεί τις ανισότητες, τον ρατσισμό, τη φοβία, τις προκαταλήψεις. Χτες το απόγευμα λοιπόν, η παράσταση έλαβε μέρος στο κατάμεστο θέατρο Εμπορικόν. Όλοι ήταν εκεί. Τα παιδιά, οι οικογένειες τους, φίλοι των Δρόμων Ζωής, εθελοντές παλιοί και νέοι.
Η εκδήλωση άρχισε με μια έκπληξη: το νεοσύστατο συγκρότημα Πάπρικα. Δυο βιολιά, δυο τουμπερλέκια, κρουστά και μια ηλεκτρική κιθάρα έπαιξαν μουσικές ενώνοντας τον παραδοσιακό ήχο με τον μοντέρνο και οδήγησαν το κοινό σε ξέφρενο χειροκρότημα.



Αργότερα, ακολούθησε ένας σύντομος χαιρετισμός από την Τίνα Σταύρου με απολογισμό της χρονιάς που πέρασε.
Και μετά η αίθουσα βυθίστηκε στο σκοτάδι και τα φώτα της σκηνής άναψαν. «Ο Γλάρος Ιωνάθαν» ξεκινούσε το θαραλλέο του πέταγμα και όταν το ολοκλήρωσε οι θεατές τον αντάμειψαν με την αγάπη τους. Τα μπράβο που ακούγονταν ήταν από καρδιάς, τα χαμόγελα έβγαιναν κατευθείαν από τις ψυχές. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Τα παιδιά γιατί τα είχαν καταφέρει, οι γονείς γιατί είδαν για μια ακόμη φορά ότι το μέλλον ανήκει και στα δικά τους παιδιά κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις, οι άνθρωποι των Δρόμων συγκινημένοι, εμείς οι υπόλοιποι τυχεροί που ζούσαμε αυτήν την σημαντική στιγμή.

Η λέξη Όνειρα που έγραψαν τα παιδιά με σπρέυ στον τοίχο του σκηνικού εκφράζει το δικό τους δικαίωμα στο όνειρο και τη δική μας υποχρέωση να τους ανοίξουμε τον δρόμο για να το καταφέρουν.

Την παράσταση ακολούθησε ένα ωραίο κέρασμα, με προϊόντα σπιτικά που είχαν ετοιμαστεί με αγάπη από τις εθελόντριες των «Δρόμων Ζωής».


Οι φωτογραφίες μιλάνε νομίζω από μόνες τους.

Κυριακή, Μαΐου 31, 2009

Αδιακρισίες...

Το κομμωτήριο είναι ένας απ’ τους πιο κατάλληλους χώρους για διάβασμα περιοδικών. Αν δε, είσαι και νευρικός τύπος και δεν μπορείς να καθίσεις και να το απολαύσεις, τότε διαβάζεις συνέχεια για να σκοτώνεις τον χρόνο. Θα μου πεις μ’ αυτή τη λογική, γιατί δεν πήρες το βιβλίο σου μαζί για να χαλαρώσεις; Σωστό μεν, αλλά να χάσω την ευκαιρία να ξεφυλίσσω όλα τα κουτσομπολιά της εγχώριας και διεθνούς σόουμπιζ;

Έτσι λοιπόν, χτες, κι αφού είχα πια φτάσει σε σημείο κορεσμού, έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία της Φάρα Φώσετ με σκουφάκι και τεράστια μαύρα γυαλιά. Πρέπει να καθόταν σε αναπηρικό καρότσι γιατί από κάπου φαινόταν κι ένας ορός.

Η Φάρα Φώσετ παλεύει τα τελευταία χρόνια με τον καρκίνο και μάλλον η κατάσταση της είναι μη αναστρέψιμη. Η φωτογραφία άλλωστε μιλούσε από μόνη της και το θέαμα αυτής της άλλοτε λαμπερής και σέξυ γυναίκας, είναι από μόνο του λυπηρό ∙πολλώ δε μάλλον που πλάι ακριβώς στη φωτογραφία που περιέγραψα μόλις, ήταν μια της Φάρα είκοσι χρόνια πριν και πιο κάτω άλλη μία απ’ την εποχή που έπαιζε στους Άγγελους του Τσάρλυ.

Τη θυμάμαι εκείνα τα χρόνια και λίγο αργότερα. Σήμα κατατεθέν η πλούσια ξανθιά χαίτη της που δεν υπάρχει πια. Νομίζω ότι αυτό που με σόκαρε περισσότερο ήταν ο τρόπος που το περιοδικό εξεβίασε τα συναισθήματα μου. Αν εγώ λυπήθηκα βλέποντας την αρρώστεια και τη φθορά ενός ανθρώπου άγνωστου μου σε προσωπικό επίπεδο, πώς άραγε να αισθάνονται οι δικοί της άνθρωποι, η οικογένεια της ή ακόμα και η ίδια βλέποντας τέτοιες φωτογραφίες και διαβάζοντας ανάλογα δημοσιεύματα;

Γιατί είμαστε τόσο αδηφάγοι και δεν αφήνουμε στον συνάνθρωπο το δικαίωμα να αποχωρήσει χωρίς φλας και περίεργα βλέμματα;

Το ίδιο γίνεται στην Αμερική και με τον Πάτρικ Σουέηζ που δίνει τη δική του μάχη ενάντια στην ίδια αρρώστεια. Γιατί οι κάμερες παίρνουν φωτιά στις επώνυμες αρρώστειες και κηδείες; Αυτό συμβαίνει βέβαια κατά κόρον και στα καθ΄ημάς.

Αν ήθελα να βρω μια δικαιολογία, θα έλεγα ότι η ανθρώπινη ανάγκη μας να ξορκίσουμε τον φόβο γι’ αυτό που αποτελεί άλλωστε κοινή μοίρα, μας κάνει να κοιτάμε ξεδιάντροπα πίσω απ’ την κλειδαρότρυπα σαν να θέλουμε να πούμε χαιρέκακα «να που συμβαίνει και σ’ αυτόν/αυτήν».

Βέβαια, όλα θα έπρεπε να έχουν τα όρια τους, αλλά είπαμε, ο άνθρωπος είναι το χειρότερο δείγμα του ζωικού βασιλείου...

Κυριακή, Μαΐου 17, 2009

Η Νύχτα των Μουσείων στο Ατελιέ Σπύρου Βασιλείου


Γιορτάσαμε τη χθεσινή νύχτα των Μουσείων κάτω απ’ την Ακρόπολη. Επισκεφθήκαμε το Ατελιέ Σπύρου Βασιλείου που στεγάζεται στο σπίτι που έζησε και δημιούργησε ο ζωγράφος, σ’ ένα στενό, σχεδόν απέναντι απ’ το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.


Σ’ αυτό το διώροφο οίκημα που είναι χαρακτηριστικό δέιγμα του αθηναϊκού μοντερνισμού υπάρχει ακόμα έντονη η αίσθηση ότι ο ζωγράφος περιφέρεται ανάμεσα στα έργα του. Παράξενο αν και έχουν περάσει σχεδόν 25 χρόνια απ’ τον θάνατό του...


Στους τοίχους αρκετά απ’ τα έργα του, χαρακτικά, ξυλογραφίες, δείγματα απ’ την εικονογράφηση του ναού του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη (δουλειά για την οποία τιμήθηκε απ’ την Ακαδημία Αθηνών), πορτρέτα της γυναίκας του και των παιδιών του,


μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά πινάκων τέμπερας εμπνευσμένη από κάποιο ταξίδι του στην Κίνα, κολάζ, μακέτες από θεατρικά έργα (ο Βασιλείου είχε κάνει σκηνικά για 140 θεατρικές παραστάσεις), αστικά τοπία, ένα υπέροχο ποδήλατο,


εικονογραφήσεις για παιδικά βιβλία και το Αναγνωστικό της Ε’ Δημοτικού το 1948.


Στη μέση του δωματίου ένα πιάνο


και ολόγυρα έπιπλα, αντικείμενα, το καβαλέτο του με τα χρώματα και παντού να πλανάται η ιδιαίτερη ζεστασιά που βγάζουν τα σπίτια που αγαπήθηκαν και φιλοξένησαν κόσμο, γέλια και χαρές.


Ο Σπύρος Βασιλείου με τη γυναίκα του Κική διοργάνωναν αδιάκοπα κάθε χρόνο την Καθαρή Δευτέρα παραδοσιακά κούλουμα για τους φίλους τους. Και ποιοι δεν πέρασαν από κει! Μια ματιά στις φωτογραφίες στους εσωτερικούς τοίχους της εισόδου, μας γυρνάει πίσω σ’ αυτές τις ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος.


Το Μουσείου Σπύρου Βασιλείου είναι ένα ζωντανό μουσείο. Δεν φοβάσαι να περιηγηθείς τους χώρους του.Δεν διστάζεις ν’ αγγίξεις τα εκθέματα του. Μπαίνεις εκεί και σχεδόν ακούς το καλοκάγαθο γέλιο του καλλιτέχνη. Και η αύρα του σε τυλίγει!

Κυριακή, Μαΐου 10, 2009

Ευγένιος Σπαθάρης: Ένας άγγελος για τον Καραγκιόζη

Ταξείδεψε αργά χτες το βράδυ γι’ αυτό το άνευ επιστροφής ταξείδι. Είχε ξεκινήσει βέβαια μερικές μέρες πριν, όταν εδώ τον κρατούσαν μόνο τα μηχανήματα. Στο εργαστήρι του μια μισοτελειωμένη φιγούρα του αγαπημένου ήρωα. Στ’ αυτιά μας η χαρακτηριστική του φωνή «κυρίες μου, κύριοι και μικρά παιδιά καλησπέρα σας πέρα για πέρα». Στις μνήμες μας ο θαυμαστός κόσμος του θεάτρου σκιών, ο Καραγκιόζης απ’ τις εποχές της ασπρόμαυρης ΕΡΤ.

«Η τέχνη του Σπαθάρη είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος όποιος την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαού μας μπρος στα ανάποδα τον κόσμου, αλλά σκεπάζεται και η πηγαία δύναμη πόχει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο, ανεβαίνοντας απ'τα σκαλιά της θείας του εξυπνάδας ως με τις κορφές τον ηρωισμού».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Άγγελο Σικελιανό και σκιαγραφούν τέλεια τον αυθεντικό λαϊκό καλλιτέχνη που υπήρξε ο Σπαθάρης.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του Σωτήρη, σπουδαίου και ταλαντούχου καραγκιοζοπαίκτη, μαθητή της παράδοσης του μεγάλου Μίμαρου που το 1890 έκανε τις βασικές μεταρρυθμίσεις στον Καραγκιόζη και τον παρέδωσε έτσι όπως τον ξέρουμε σήμερα.

Ο Σωτήρης Σπαθάρης υπήρξε ο πρώτος καλλιτέχνης του είδους που εισήγαγε στον Καραγκιόζη την λεγόμενη διαφημιστική «ρεκλάμα», χαρακτηριστικό είδος λαϊκής ζωγραφικής που κατόπιν υιοθετήθηκε και από άλλους καραγκιοζοπαίκτες. Ο Σωτήρης Σπαθάρης θεωρήθηκε κι ο δημιουργός της «αποθέωσης», του έμψυχου, δηλαδή, θεατρικού επιλόγου των ηρωικών συνήθως έργων, που ερμηνευόταν με κατεβασμένο τον μπερντέ από τον ίδιο τον καραγκιοζοπαίκτη και τους βοηθούς του.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης ονειρευόταν να γίνει αρχιτέκτονας. Ωστόσο οι δύσκολες συνθήκες της γερμανικής κατοχής, τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τα όνειρα του. Η μοίρα φαίνεται είχε άλλα σχέδια για τον Ευγένιο που απ’το 1942 ασχολήθηκε με σοβαρότητα, συνέπεια και ήθος με τον Καραγκιόζη, στοχεύοντας να αναγάγει αυτόν τον λαϊκό ήρωα τόσο σε σημαντικό ελληνικό και παραδοσιακό θέαμα όσο και σε εξαιρετικό είδος τέχνης και τεχνικής Περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα με τον Καραγκιόζη του, αγαπήθηκε από παιδιά και μεγάλους και τιμήθηκε από την Πολιτεία αλλά έζησε να γευτεί και την αγάπη του κόσμου που κατά τη γνώμη μου είναι και η πιο σημαντική για έναν καλλιτέχνη.

Ο Σπαθάρης είχε αξιόλογη παρουσία στο θέατρο, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική. Δεν έχει νόημα ν’ αναφερθώ λεπτομερώς σε όλα τα βήματα της καριέρας του.

Σκοπός αυτού του κειμένου είναι λίγες λέξεις αποχαιρετισμού στον τελευταίο μιας παράδοσης που φαίνεται ότι σβήνει οριστικά.

«Πώς ν’ αρνηθώ τους άψυχους συντρόφους μου; Και τι συντρόφους! Τέτοιους, που ολάκερα σαρανταπέντε χρόνια, ποτέ δεν μ'εψύχραναν, που όταν μ'έβλεπαν να μπαίνω μέσα στην σκηνή τον Καραγκιόζη για να παίξω, όλοι εγελούσαν. Έτσι ένοιωθα όταν τους έβλεπα. Και σάμπως να μου έλεγαν όλοι μαζί: - Εμένα να πρωτοπάρεις απόψε στα χέρια σου, Σπαθάρη. Εγώ θα παίξω καλύτερα! Και μόλις αρχίναγα να παίξω, ξεκινούσε στο πανί τον Καραγκιόζη μια πραγματική ζωντάνια. Αφού δεν βρίσκω με τι λογής λόγια να τους πώ το έχετε γεια,...θα πεθάνω μαζί τους. Ο Καραγκιόζης είναι η ζωή μου! Αν μου αφαιρέσουν αυτή την ανάγκη εγώ σε μια βδομάδα θα πεθάνω. Μόνο έτσι αισθάνομαι τα γέρικα κόκκαλά μου να ζωντανεύουνε και την ψυχή μου να μου μιλάει παιδιάστικα»

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Σωτήρη Σπαθάρη. Θα μπορούσε να τα έχει πει κι ο Ευγένιος.

Χρωστάμε στους παθιασμένους με την τέχνη τους άνθρωπους σαν τον Ευγένιο και τον Σωτήρη Σπαθάρη γιατί μας φτιάχνουν μνήμες κι όνειρα.

«Γεια σας, γεια σας»

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

Μετά-πασχαλιάτικα και άλλα ατάκτως ερριμμένα!

Αυτό το Πάσχα κατάλαβα ότι μεγάλωσα- αν εξαιρέσεις τη ροζ λαμπάδα βέβαια που μου την έκαναν δώρο όπως είπαμε και άρα δεν φέρω ευθύνη καμία πέραν του ότι την κράτησα!
Θα μου πείτε, "δηλαδή το Πάσχα περίμενες για να καταλάβεις το αυτονόητο;"
"Ε, όχι", θα απαντήσω με ειλικρίνεια, "το ήξερα, αλλά αυτό το μελαγχολικό πια που έχουν οι γιορτές, αυτή η νοσταλγία, οι παιδικές μνήμες που ξυπνάνε, κάνουν το καμπανάκι να χτυπάει πιο έντονα."

Η ημιαργία (απ’ τη σημαία…)που περίμενα για να γυρίσω σπίτι μια ώρα αρχύτερα την Πέμπτη, τα κόκκινα αυγά που κάποτε έβαφε η γιαγιά κι εγώ με τον αδερφό μου λαδώναμε μ’ ένα πανάκι, και που από πέρυσι έγιναν κεραμιδί λόγω του οικολογικού τρόπου βαψίματος – κρεμμυδόφλουδες γαρ- και τα βάφω εγώ.
Τα ψώνια, τα ψώνια, τα ψώνια- τώρα δικαιολογώ απόλυτα τη μαμά που ανέκαθεν έβριζε τα σούπερ μάρκετ…
Τα αυγά που παλιά ήταν κόκκινα και γεμάτα καραμέλες και μετά γινόντουσαν και κρεβάτι κούκλας αν ήθελες, ενώ τώρα είναι σοκολατένια με παιχνίδι μέσα κι όλα τα πιτσιρίκια ανυπομονούν να τα σπάσουν για να πάρουν το παιχνίδι!
Οι καμπάνες να χτυπάνε όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, ό, τι θυμάμαι απ’ τα παιδικά μου χρόνια, το τροπάριο της Κασσιανής, τα Ευαγγέλια, ο Επιτάφιος, «ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ»- all time classic- στο χαζόκουτο (ευτυχώς δεν το ανοίξαμε παρά ελάχιστα).

Ναι , ήταν γλυκύ το έαρ φέτος κι ακολούθησα για λίγο τον Επιτάφιο της γειτονιάς. Η δύναμη της συνήθειας, ολίγον από παράδοση, όχι φαναράκι πια. Οι νεραντζιές όμως να μυρίζουν πάντα. Ακόμα και σε μια Αθήνα που είναι όλη μπετόν, μοσχοβολούσε ο τόπος. Κι αυτή η ησυχία! Ο ύπνος χωρίς ξυπνητήρι το πρωί, η πολυτέλεια να διαβάζεις χωρίς άγχος (3 βιβλία κατάφερα, ένα μυθιστόρημα και 2 θεατρικά λευκώματα), τα μοσχοβολιστά τσουρέκια απ’ τα ζαχαροπλαστεία και τους φούρνους, οι καφέδες στην χαλάρωση μας.

Κάτι κοπέλες με λαμέ, σατέν κι άλλα τραγουδιάρικα υφάσματα μου θύμισαν ότι παλιά ο κόσμος ντυνόταν τα καλά του να πάει στην Ανάσταση. Εγώ μικρή, είχα μαύρα λουστρίνια απ’ του Μούγερ και η πρεμιέρα των λουστρινιών ήταν το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ. Φέτος πήγα με τζην, πειράζει; Αλλά είχα και τη ροζ λαμπάδα και καμάρωνα!!!

Η μαγειρίτσα ήρθε με delivery απ’ τη μαμά. Κλασική αξία. Αφού αυτήν τρώγαμε πάντα και μας άρεσε, γιατί να πειραματιζόμαστε τώρα με δύσκολες συνταγές;

Η Κυριακή του Πάσχα είναι για μένα μέρα αδιάφορη. Εντάξει, τρως του σκασμού και στο τέλος ονειρεύεσαι νηστίσιμες σούπες, σόδες και αρνάκια να βόσκουν αμέριμνα στα λιβάδια κι όχι να γυρίζουν στη σούβλα.

Άντε και του χρόνου!

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009

Η Λαμπάδα μου!



Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που κράτησα λαμπάδα. Ο νονός μου έχει πάψει να μου φέρνει προ πολλού.
Χτες όμως είχα μια έκπληξη κι έτσι το φετεινό Πάσχα θα 'χω κι εγώ τη δική μου κοριτσίστικη ροζ λαμπάδα χάρη στην παιδική μου φίλη!


Καλό Πάσχα σε όλους!

Πέμπτη, Απριλίου 09, 2009

Σάρα


Στον δρόμο που παρκάρω το αυτοκίνητο μου κάθε μέρα για τη δουλειά, είναι μια μικρή γειτονιά με εργατικές πολυκατοικίες. Στην πλειονότητα τους οι άνθρωποι που κατοικούν είναι ξένοι. Προσπαθώ να μαντέψω από πού...μάλλον Σύριοι. Πάντως οι γυναίκες φοράνε μαντήλα στο κεφάλι. Είναι νέες και με όμορφα πρόσωπα. Τις βλέπω τα πρωινά στα κηπάκια τους ή στο σούπερ μάρκετ που είναι στην ίδια περιοχή. Πάντοτε ήσυχες και με 2-3 κουτσούβελα πλάι τους, άλλο στο καρότσι, άλλο στα χέρια.
Μια φορά, μία μου έδωσε τη σειρά της στο σούπερ μάρκετ επειδή εγώ είχα ένα μόνο πράγμα, ενώ εκείνη ολόκληρο καρότσι.
Τα μεγαλύτερα παιδιά πάνε σχολείο. Γυρνάνε συνήθως μόνα κι αν έχουνε μικρό αδερφάκι, το έχουν υπό την προστασία τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω πετύχει δυο αγοράκια με τις τσάντες στον ώμο και τον μεγάλο να πιάνει απ’ το χέρι τον μικρό και να κοιτάνε πριν περάσουν τον δρόμο.
Άλλες πάλι φορές- συνήθως όταν έχει καλό καιρό- βγαίνουν και παίζουν στο πεζοδρόμιο, όπως κάναμε κι εμείς παλιά. Κούκλες, λίγα κουζινικά ή κλώτσημα μιας μικρής πλαστικής μπάλας.

Μια μέρα πριν από μήνες, στο σχόλασμα, πέρασα απ’ το σούπερ μάρκετ κι όταν ψώνισα και κατευθυνόμουν προς το αυτοκίνητο, δίπλα μου περπατούσε κι ένα μικρό κορίτσι γύρω στα 8 που βγήκε απ’ το ίδιο σούπερ μάρκετ και κρατούσε δυο σακούλες με ψώνια. Είχε ύφος μεγάλης- όχι μικρομέγαλης-, έχει σημασία αυτό! Περιμέναμε ν’ ανάψει το φανάρι και με κοίταγε καλά- καλά, εξεταστικά θα έλεγα, όπως κοιτάνε τα παιδιά και καθόλου αυθάδικα. Εγώ πήγα να διασχίσω τον δρόμο σε μια στιγμή που δεν πέρναγε κανένα αυτοκίνητο, αλλά το φανάρι δεν είχε ανάψει ακόμα για τους πεζούς. Η παιδική φωνή της με επέπληξε. «Δεν είναι πράσινο», είπε κι αμέσως κοκκάλωσα και συγχρόνως ντράπηκα κιόλας. Κοιταχτήκαμε. Αυτή, πάντα σοβαρή και με τα μεγάλα μαύρα μάτια της να κοιτάνε εξονυχιστικά. «Τι κακό παράδειγμα δίνω σ’ ένα παιδί», σκέφτηκα αναλογιζόμενη το ατόπημα μου.
Τελικά το φανάρι άναψε και διασχίσαμε με ασφάλεια τον δρόμο. Της έπιασα την κουβέντα. Μου είπε ότι την λένε Σάρα κι ότι πάει στη Β’ Δημοτικού και της αρέσει πολύ. Με ρώτησε και το δικό μου όνομα και με ρώτησε επίσης πού πάω τώρα. Της εξήγησα ότι σχόλασα απ’ τη δουλειά και πάω να πάρω το αυτοκίνητο μου. Όταν φτάσαμε στο κατώφλι του φτωχικού σπιτιού της, μου είπε: «εγώ εδώ μένω», αποχαιρετιστήκαμε κι αυτό ήταν. Σαν δύο ενήλικες που αντάλλαξαν δυο τρεις τυπικές κουβέντες στον δρόμο.

Την έχω ξαναδεί δυο τρεις φορές από τότε, αλλά πάντα από απόσταση και δεν ξέρω αν με έχει προσέξει κι εκείνη κι αν με θυμάται βέβαια που πολύ αμφιβάλλω.

Σήμερα το απόγευμα, η Σάρα βγήκε να πετάξει τα σκουπίδια στον κάδο απέναντι απ’ το σπίτι της και καθώς περνούσα με ρώτησε αν έχω χαρτοπετσέτα. Την κοίταξα και μου έδειξε τα χεράκια της που είχαν λερωθεί μάλλον από χώμα. «Έχω χαρτομάντηλο», της είπα «αλλά στο αυτοκίνητο, έλα να σου δώσω, εδώ είναι». Με κοίταξε για δευτερόλεπτα και δεν είπε τίποτα. Αμέσως θυμήθηκα ότι είχα υγρομάντηλα και της έδωσα, ενώ καθώς έψαχνα την τσάντα μου σκέφτηκα τη γκάφα που είχα κάνει. Πρότεινα – εγώ μια άγνωστη- σ’ ένα μικρό παιδί να έρθει στο αυτοκίνητο. Μα γιατί να έρθει; Σίγουρα θα της έχει πει η μαμά της- όπως μου είχε πει κι εμένα κάποτε- να μην εμπιστεύομαι αγνώστους στον δρόμο!
Η Σάρα σκούπισε τα χεράκια της, μ’ ευχαρίστησε και πήγε σπίτι της.

Αν γράφω σήμερα γι’ αυτήν είναι γιατί στο πρόσωπό της καθρεφτίζεται μια γενιά παιδιών που έτυχε να ζούνε σε άλλη πατρίδα, χωρίς πολλές ανέσεις, να αντιμετωπίζονται ρατσιστικά από τους αυτόχθονες και συχρόνως να είναι ευγενικά, να έχουν τρόπους, να είναι αυθόρμητα κι αθώα, αλλά συγχρόνως να ξέρουν να κρατάνε τις αποστάσεις.
Η μικρή Σάρα είναι ένα περήφανο μικρό κορίτσι που αν το δεις, το βάζεις αμέσως στην καρδιά σου!

Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

Ευλόγησον!

Κρίμα και τον είχα σε κάποια εκτίμηση! Όχι εξ ιδιότητας πάντως!
Για τον αρχιεπίσκοπο μιλάω. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, στους παπάδες δεν πρέπει να έχεις καμία εμπιστοσύνη τελικά.
Θα μου πείτε γιατί τον είχα σε εκτίμηση; Μα, επειδή so far ήταν αθόρυβος, σε αντίθεση με τον προκάτοχο του που έκανε τα πάντα για να γίνεται αισθητή η παρουσία του.
Τώρα λοιπόν, τα ράσα έπεσαν(αυτό κατά το οι μάσκες έπεσαν) κι ο Ιερώνυμος ζητάει από τον υπουργό παιδείας(σ.σ τον Σπηλιωτόπουλο καλέ που θα κάνει και τον ανοιχτό διάλογο) να παραμείνουν υποχρεωτικά τα θρησκευτικά στο σχολείο και να αυξηθούν μάλιστα και οι ώρες διδασκαλίας... θεοκρατικό κράτος η Ελλάδα, θα τρίζουν τα κόκκαλα του δωδεκάθεου αν μη τι άλλο... Αυτό το λέω, γιατί οι νεοέλληνες έχουν κάνει έναν αχταρμά στο μυαλό τους. Και άξιοι απόγονοι αρχαίων ενδόξων -ειδωλολατρών-προγόνων και Χριστιαννοί Ορθόδοξοι. Μην ξεχνιόμαστε! Ό,τι μας συμφέρει τελικά!
Λοιπόν για να επανέλθω: ο αρχιέπίσκοπος ζητάει αύξηση διδακτικών ωρών σε όλες τις βαθμίδες: και στα Τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια. Διότι, λέω εγώ, αν πάθεις βραχυκύκλωμα και φωνάξεις τον Ηλεκτρολόγο, να ξέρει αυτός να κάνει και καμιά προσευχή για την πλήρη αποκατάσταση της ζημιάς!
Επίσης, απαιτεί να διοριστούν και οι 4.000 άνεργοι πτυχιούχοι θεολόγοι, αρχής γενομένης απ' τα δημοτικά. Γιατί να έχουν τα παιδάκια εξειδικευμένο καθηγητή φυσικής αγωγής, μουσικής ή ξένης γλώσσας; Να έχουν κι έναν θεολόγο για να καταλαβαίνουν τη διαδρομή του Μωυσή καλύτερα...
Θεολόγοι-τονίζει ο κ. Ιερώνυμος- θα μπορούσαν να διοριστούν για την ξενάγηση σε μουσεία ή να αξιοποιηθούν στον θρησκευτικό τουρισμό...
Μάλιστα! Δηλαδή, οι αρχαιοελληνικοί κούροι θα καλύπτονται στα επίμαχα σημεία όταν συνοδεύει και ξεναγεί ο θεολόγος ε; Κι, απ' ότι καταλαβαίνω, τα πιτσιρίκια θα ξυπνάνε με χαρά το πρωί για να πάνε εκδρομή σε κάποιο μοναστήρι της Αττικής όπου στο τέλος θα τα κερνάνε και λουκούμι!
Θυμάμαι εκείνο το κορίτσι, τη Φοίβη, απ' τα γυμνασιακά μου χρόνια που ανήκε σε άλλο θρήσκευμα και την ώρα των θρησκευτικών την έβγαζαν έξω απ' την τάξη. Η Φοίβη αποτελούσε μεινότητα για την κοινή θρησκευτική συνείδηση που επικρατούσε κατά την επίσημη γραμμή του Υπουργείου στο σχολείο. Και πολύ φοβάμαι ότι αν τελικά εφαρμοστούν αυτά που ζητάει η εκκλησία απ' την Πολιτεία (το μικρό ε και το κεφαλαίο Π,τα έγραψα επίτηδες έτσι), ο θρησκευτικός ρατσισμός θα είναι μια πραγματικότητα των πρώτων σχολικών χρόνων ήδη.
Κλείνοντας, αναρωτιέμαι μήπως έπρεπε να είχα τελικά δηλώσει και τις Θεολογικές σχολές στη Δέσμη το πάλαι ποτέ. Δεν θα κινδύνευα από ανεργία τουλάχιστον!

Για να διαβάσετε το πλήρες κείμενο της επιστολής, εδώ

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2009

Σούπερ μάρκετ παιχνιδιών.

Χθες το πρωί, ημέρα Σάββατο βρέθηκα σ’ ένα απ’ αυτά τα σούπερ μάρκετ παιχνιδιών, δεν έχει σημασία σε ποιο, εξάλλου όλα ίδια είναι. Επιπλέον, μην του κάνουμε και διαφήμιση. Το εν λόγω ποστ αρνητική χροιά θα έχει.

Πήγα λοιπόν προς ανεύρεση λαμπάδων μια και το Πάσχα πλησιάζει και τα καθήκοντα της νονάς διαγράφονται πια στον κοντινό ορίζοντα. Βγήκα άπραγη και ορκίστηκα να μην ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί μέσα ή τουλάχιστον να προσπαθήσω να μην το ξαναπατήσω.

Θα με ρωτήσετε δικαίως για ποιον λόγο πήγα.Δεν ήξερα τι θα δω; Ναι, μάλιστα! Ήξερα. Αλλά, λίγο που δεν έχω χρόνο να ψάξω στα σωστά παιχνιδάδικα, (λίγα απέμειναν, αλλά ευτυχώς υπάρχουν), λίγο που το προαναφερθέν σούπερ μάρκετ βρίσκεται στα 10 λεπτά με τα πόδια απ’ το σπίτι, είπα να το τολμήσω.

Μυρίζει έντονα πλαστικό εκεί μέσα. Η ποιότητα νομίζω είναι γνωστή σε όλους. Παίρνεις ένα παιχνίδι πολύ φθηνότερα απ’ ότι περίμενες και σε λίγες ώρες δεν υπάρχει πια. Εντάξει, τα παιχνίδια είναι αναλώσιμα. Και τα σημερινά παιδιά έχουν κορεστεί. Δεν τα εντυπωσιάζει τίποτα και βαριούνται εύκολα.

Μήπως όμως αυτός δεν είναι λόγος να τα φορτώνουμε με ένα ακόμα χαμηλής αισθητικής και ποιότητας παιχνίδι; Μήπως αν μπορούσαμε να τα μυήσουμε στον ουσιαστικό ρόλο ενός παιχνιδιού, τον παιδευτικό και ψυχαγωγικό συγχρόνως, κάναμε και τον κόπο να ξοδέψουμε περισσότερο χρόνο στην ανεύρεση καλύτερων παιχνιδιών;

Κι επειδή όλα αλυσίδα είναι, σκέφτομαι ότι τελικά αυτή η κατάντια της εποχής μας να μην περισσεύει πια ποιοτικός προσωπικός χρόνος, έχει οδηγήσει στην ανάγκη του εύκολου διεξόδου. Η ανάγκη να εξαργυρώσουν οι γονείς τις τύψεις τους για το ότι δεν έχουν χρόνο να δουν τα παιδιά τους ή ν’ ασχοληθούν μαζί τους, τους ανοίγει την πόρτα σ’ ένα σούπερ μάρκετ που στα ράφια του θα αναζητήσουν τα υποκατάστατα. Κι έτσι μαζί με τα γρήγορα, διεκπεραιωτικά ψώνια απ’ το σούπερ μάρκετ, πολλές φορές λίγο πριν κλείσει, βάζουμε στο καλάθι κι ένα ακόμη παιχνίδι που θα έχει ημερομηνία λήξης ίδια μ’ αυτήν του φρέσκου γάλακτος. Και τιμή ίσως παρεμφερή.

Αν τα γράφω όλα αυτά, παρόλο που δεν έχω παιδιά κι έτσι πιθανώς δεν δικαιούμαι να μιλάω, δεν είναι πάντως για να κάνω την έξυπνη. Απλώς, παρατηρώντας τη γενικότερη χαμηλή ποιότητα γύρω μου, απ’ αυτά που τρώμε μέχρι αυτά που βλέπουμε στο χαζόκουτο, αναλογίζομαι μήπως μπορούμε τουλάχιστον κάτι να προλάβουμε αν απαγορεύσουμε την εισβολή του φτηνιάρικου στα παιδικά δωμάτια και κατά συνέπεια στα παιδικά μάτια και στις παιδικές ψυχές.

Το καλό γούστο διαμορφώνεται και μπορεί να φανεί χρήσιμο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας.


Για την ιστορία, οι λαμπάδες θ’ αγοραστούν από μικρό συνοικιακό μαγαζί


Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

BE(NE)LUX

Το Λουξεμβούργο ήταν το απωθημένο της προηγούμενης φοράς. Το ίδιο και η Αμβέρσα και κάποια αξιοθέατα στο χωριό (όταν λέμε χωριό, εννοούμε το Βρυξελλοχώρι όπως λέει και μια ψυχή).Θαρρείς λοιπόν κι έπρεπε να επιστρέψουμε σύντομα για να ολοκληρωθεί το ταξείδι. Καλά, μην νομίζετε τώρα ότι δεν έχουμε λόγους να επιστρέφουμε ξανά και ξανά. Η γύρω περιοχή είναι άκρως υποσχόμενη...

Όταν όλοι εργάζονται και κάνεις τον τουρίστα, έχεις το χαιρέκακο ύφος ότι εσύ είσαι ελεύθερος κι ωραίος να διαχειριστείς όπως θέλεις τη μέρα σου. Όπερ και εγένετο δηλαδή, βοηθούντος και του καιρού που λίγο βροχερός ήταν, αλλά σε καμία περίπτωση παγερός. Και ξημέρωσε Πέμπτη...Πρώτη στάση το Filigranes που έχει τα πάντα γύρω απ’ το βιβλίο και όχι μόνο, για να προμηθευτώ ένα βιβλιαράκι που εδώ στας Ανατολάς δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει, αλλά ευτυχώς υπάρχει πάντα η λύση της Εσπερίας.!!!

Τι δεν είχα δει καθόλου την προηγούμενη φορά; Ένα μουσείο.Ε, αυτήν την φορά είδα δύο.

Πρώτη στάση στο Musee des Beaux Arts που είναι κοντά στο παλάτι. Στο Βρυξελοχώρι, οι πινακίδες είναι λίγο περίεργα βαλμένες για να το θέσω κάπως κομψά. Κοινώς, δεν αρκεί απλώς να τις εμπιστευτείς, θέλει και προσωπικό μόχθο...

Το Μουσείο κανονικά έχει παλιά και νέα πτέρυγα. Τώρα ήταν ανοιχτή για το κοινό μόνο η παλιά. Είδα πίνακες πολλών Φλαμανδών όπως του Rogier van der Weyden, του Petrus Christus, του Dirk Bouts, του Hans Memling, του Jan Breguel αλλά και του Roubens καθώς και του μαθητή του Van Dyck, διάσημου προσωπογράφου της Αυλής.

Το Μουσείο της πόλης των Βρυξελλών είναι ένα τριώροφο μουσείο στην Grand Place που σε ξεναγεί στην ιστορία της πόλης. Εκεί ανάμεσα σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, πορσελάνες, επάργυρα, γκραβούρες, σπάνιες εκδόσεις και ταπισερί, είδα και τις 600 στολές του Manneken Pis.

Το φοβερό πιτσιρίκι είναι ντυμένο από Λουδοβίκος της Γαλλίας ως Κοζάκος του Ρωσικού στρατού, ινδιάνος, αλλά και ευζωνάκι στα γαλανόλευκα. Η τελευταία φορεσιά που του έχουν φτιάξει είναι κινεζική και του πάει κι αυτή πολύ, όπως κι όλες οι άλλες. Περιττό να σας πω, ότι ανεξαρτήτως ενδυμασίας, το αγοράκι ουρεί πάντα…

Η Αμβέρσα ήταν η πόλη που δεν είχαμε δει την προηγούμενη φορά- όπως είπα ήδη. Υπήρξε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο ήδη απ’ τον Μεσαίωνα, όχι μόνο γιατί το λιμάνι της είναι το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρώπη μετά το Αμβούργο και το Ρότερνταμ, αλλά και γιατί εκεί μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να ελέγχουν οι Χασιδίτες Εβραίοι, το εμπόριο διαμαντιών, σημαντική οικονομική δραστηριότητα στην πόλη, που είναι ένα από τα διεθνή κέντρα του κλάδου. Στην Αμβέρσα ιδρύθηκε το πρώτο Χρηματιστήριο Αξιών το 1460 κι εκεί επίσης άνθισε ιδιαίτερα η τυπογραφία με τα εργαστήρια του Χριστόφορου Πλαντέν οι εκδόσεις των οποίων συνετέλεσαν στο να γίνει η πόλη κέντρο της πνευματικής ένωσης του Ουμανισμού.









Το πρώτο αξιοθέατο που μας εντυπωσίασε ήταν ο επιβλητικός σιδηροδρομικός σταθμός Centraal. Έχει διατηρηθεί το παλιό τμήμα του σταθμού κι έχει εκμοντερνιστεί ο υπόλοιπος με τρόπο τέτοιο που να συνυπάρχει αρμονικά το παλιό με το νέο στοιχείο.

Αυτή άλλωστε η αρμονική συνύπαρξη παλιού και νέου είναι χαρακτηριστική σε όλη την Αμβέρσα που διατηρεί τα στοιχεία του παρελθόντος της, αλλά είναι συγχρόνως και μια πόλη με ωραία καφέ, μαγαζιά με τις νέες τάσεις της μόδας, νεαρόκοσμο και ροκ ατμόσφαιρα στην περιοχή που λέγεται Quartier latin.

Η Αμβέρσα προσφέρεται για περπάτημα. Το ιστορικό της κέντρο είναι γεμάτο από μνημεία, εκκλησίες και αγάλματα – όπως αυτό του Ρούμπενς στην Groenplaats ή το άγαλμα του Ρωμαίου στρατιώτη - ήρωα Silvio Brabo που σκότωσε τον γίγαντα ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο, ζούσε στις όχθες του ποταμού Scheldt και αποκεφάλιζε όποιον ψαρά αρνιόταν να του πληρώσει φόρο.
Το πέτρινο κάστρο Steen στην είσοδο του ιστορικού κέντρου της πόλης, χτισμένο τον 13ο αιώνα, προσφέρεται επίσης για περπάτημα κι έχει θέα στο ποτάμι.



Το μουσείο που επισκεφτήκαμε είναι το σπίτι που έζησε και δημιούργησε ο Ρούμπενς. Πρόκειται για έναν πολύ ενδιαφέροντα χώρο στον οποίο εκτίθενται όχι μόνο πίνακες του ίδιου του Ρούμπενς ή και μαθητών του όπως του Van Dyck, αλλά και ανεκτίμητα κομμάτια της συλλογής του, αγαλμάτινες προτομές, χρυσά κοσμήματα, σπάνια νομίσματα κά, όλα ενδεικτικά της ευημερίας του καλλιτέχνη.

Το Λουξεμβούργο ήταν το κομμάτι που μας έλειπε στη λέξη Benelux. Το μεγάλο Δουκάτο βρίσκεται σε απόσταση 1, 5 ώρας με το αυτοκίνητο βόρεια των Βρυξελλών. Το όνομα του προέρχεται από τς λέξεις Lätzte-bourg που θα πει ο τελευταίο κάστρο. Πράγματι, το Λουξεμβούργο υπήρξε το τελευταίο κάστρο της περιοχής των Αρδεννών που ήταν η επικράτεια του πρώτου μονάρχη που αναγνωρίζει η χώρα, του Ζίγκφριντ . Όλα αυτά το σωτήριον έτος 963 μΧ. Το 1354 έγινε δουκάτο και υπαγόταν άλλοτε στους Βουργουνδούς, άλλοτε στους Γάλλους, τους Ισπανούς ή τους Ολλανδούς. Το 1890 έγινε ανεξάρητο κράτος ενώ κατά τους δύο παγκόσμιους πολέμους η χώρα καταλήφθηκε από Γερμανικά στρατεύματα. Το 1944 η χώρα έγινε γνωστή από τη Μάχη των Αρδεννών. Ο Στρατηγός Πάττον στήριξε την αμερικανική αντεπίθεσή στον άξονα Λουξεμβούργο - Τρίερ και σχεδόν κάθε μικρό χωριό της χώρας έγινε και ένα μικρό θέατρο μάχης με πολλές καταστροφές. Είναι πάρα πολλά τα μνημεία που υπάρχουν σήμερα σε αυτά τα χωριά όπου κυματίζουν η Λουξεμβουργική και Αμερικανική σημαία δίπλα - δίπλα. Ο Αμερικανός Στρατηγός Τζόρτζ Πάττον είναι ενταφιασμένος, από το 1945, στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Σάντβάϊλερ που δημιουργήθηκε για να στεγάσει αρχικά μερικούς απ’τους νεκρούς της μάχης των Αρδεννών ενώ ένας μεγάλος αδριάντας του είναι στημένος στην πόλη του Έττελμπρυκ (30 χλμ βόρεια απ το κέντρο της πρωτεύουσας) που βλέπει τους λόφους μέσα απο τους οποίους εμφανίστηκε η γερμανική επίθεση.Το Λουξεμβούργο υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.











Το Λουξεμβούργο το περπατάει κανείς μέσα σε μια ώρα και γρήγορα διαπιστώνει ότι είναι πεντακάθαρο, πολιτισμένο, ήσυχο και δεν του λείπει τίποτα, παρά το μικροσκοπικό του μέγεθος. Οι Λουξεμβουργιανοί είναι ευγενείς, μιλάνε γαλλικά, γερμανικά και τη δική τους διάλεκτο, τα λουξεμβουργιανά και έχουν ως βασικό τους μότο τη φράση: "Mir wolle bleiwe wat mir sin" που αναγράφεται σε κτίρια και σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει "δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Θέλουμε να παραμείνουμε όπως είμαστε", αναφερόμενοι στην πολιτιστική τους ταυτότητα.

Ο καιρός ήταν ευνοϊκός κι έτσι θαυμάσαμε και το Σαββατιάτικο παζάρι μπροστά στην κεντρική πλατεία με κάθε λογής μικροπράγματα. Ξεχωρίζουν τα πουλάκια από πηλό που αποτελούν παράδοση της χώρας, είναι χειροποίητα και φτιάχνονται κάθε χρόνο την Πεντηκοστή. Τα περισσότερα μάλιστα έχουν σκαλισμένη στο κάτω μέρος τους τη χρονιά κατασκευής τους.

Είδαμε το Δημαρχείο, τον Καθεδρικό αλλά και το Παλάτι που είναι στην πραγματικότητα ένα μεγάλο εντυπωσιακό αλλά όχι κραυγαλέο σπίτι του 16ου αιώνα που στεγάζει διοικητικές υπηρεσίες, αφού η κατοικία του Δούκα είναι εκτός πόλης, στην εξοχή. Έξω απ’ το παλάτι υπάρχει φρουρά ενός ατόμου και ακριβώς στη μεσοτοιχία βρίσκεται και η μινιατούρα Βουλή του. Τα κτίρια που σε άλλες χώρες είναι μεγαλοπρεπή όπως το Παλάτι- όπου υπάρχει- και η Βουλή, εδώ δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Αντιθέτως, η Τράπεζα κατέχει δεσπόζουσα θέση και χωροταξικά, αλλά και με την ουσιαστική σημασία της λέξης...









Στο κέντρο της πόλης υπάρχει ένας πολύ μεγάλος βράχος, το εσωτερικό του οποίου χρησίμευε ως οχυρό για τους κατοίκους της πόλης. Τα πρώτα οχυρωματικά έγιναν από τον Κόμη των Αρδεννών ο οποίος πρώτος αντιλήφθηκε τη στρατηγική αξία του χώρου το 963 μ.χ. Έκτοτε κάθε κατακτητής συμπλήρωνε και ένα μέρος στην οχύρωση για να γίνει το Λουξεμβούργο το μεγαλύτερο οχυρό στην Ευρώπη μετά το Γιβρατάρ. Σήμερα το οχυρό μέσα στο βράχο θυμίζει ολόκληρη πόλη και είναι ανοικτό στο κοινό. Κατεβαίνεις μάλιστα είτε με τα πόδια ή με ασανσέρ από κάποιο σημείο της Πάνω Πόλης Όλη αυτή η επονομαζόμενη Κάτω Πόλη έχει χαρακτηριστεί από την UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Πριν από 20 χρόνια υπήρχαν έντονα σημάδια εγκατάλειψης- όπως πληροφορηθήκαμε απ’ τους ντόπιους-. Σήμερα έχει αξιοποιηθεί με μικρά μαγαζάκια για καφέ ή φαγητό αραδιασμένα δεξιά κι αριστερά, με τραπεζάκια έξω όταν το επιτρέπει ο καιρός κι ευτυχώς αρκετή ησυχία!

Το δείπνο μας το πήραμε σε μια πολύ γκουρμέ μπρασερί σ’ ένα κάστρο, 20 λεπτά έξω απ’ την πόλη και για να σας δώσω μια ιδέα, ρίξτε μια ματιά στις φωτογραφίες…