Τρίτη, Ιουλίου 25, 2006

Τα καλοκαίρια της κατασκήνωσης: Η πρώτη φορά.

Είχα μόλις τελειώσει την πρώτη δημοτικού. Μου είπαν ότι θα έχει κι άλλα παιδάκια κι ότι θα κάνω μπάνια και θα περάσω καλά. Τους πίστεψα. Ο μπαμπάς μου έφτιαξε την πράσινη σκούρα βαλίτσα. Μανία που είχε αυτός ο άνθρωπος με τις βαλίτσες. Σ’ όλα τα ταξίδια ή τις διακοπές, ήθελε να τοποθετεί αυτός τα πράγματα μέσα για όλους μας. Και η αλήθεια είναι ότι το έκανε καλά.
Το πούλμαν έφευγε απ’ το πεδίο του Άρεως. Στη διαδρομή θυμάμαι τραγούδια της εποχής, Boney M – μάλλον γούστο του οδηγού -κτλ καθώς και άγνωστα παιδικά μουτράκια να με κοιτάνε και να κοιτάω. Ένιωθα έξω απ’ τα νερά μου και ήταν φυσικό. Ήμουνα πρώτη φορά μακριά από τις γνώριμες αγκαλιές στην τρυφερή ηλικία των εξίμισι χρόνων. Μου έλειπε κι ένα δόντι. Αυτό το θυμάμαι καλά γιατί δυο κοριτσάκια με κορόιδευαν. Εννοείται ότι τα έπαιρνα πολύ στα σοβαρά όλα. Πόσο χιούμορ να έχει κανείς στα εξίμισι όταν μάλιστα η μαμά του κι όλοι όσοι του κάνουν τα χατίρια είναι κάτι χιλιόμετρα μακριά;
Η κατασκήνωση ήταν στο Καπανδρίτι σε μια καταπράσινη έκταση. Tην έλεγαν Golden Horse. Παλιά λειτουργούσε ως ιππικός όμιλος- γι’ αυτό και τα άλογα -. Δεν είχε σκηνές, αλλά κανονικά δωμάτια στον μεγάλο ξενώνα που κάποτε λειτουργούσε για να φιλοξενεί όσους πήγαιναν να κάνουν ιππασία τα σαββατοκύριακα.
Το κάθε παιδί διάλεγε το κρεββάτι του, αλλά εμένα με άλλαξαν δύο φορές απ’ την αρχική μου επιλογή γιατί τα άλλα κορίτσια ήταν ήδη φίλες και ήθελαν να κοιμούνται δίπλα. Μας είχαν πει να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα κι έτσι είχα την πράσινη βαλίτσα κάτω απ’ το κρεββάτι μου μόνιμα και την ξεκλείδωνα μόνο όταν ήθελα να πάρω κάτι από μέσα. Μια φορά έχασα μια γόμα φραουλίτσα, επειδή την είχα αφήσει δίπλα στο κομοδίνο, εκτός κλειδωμένης βαλίτσας. Εγώ ισχυριζόμουνα ότι μου την έκλεψαν κι αυτό ήταν το σπάσιμο κάθε γέφυρας με τα υπόλοιπα κορίτσια που θίχτηκαν επειδή τις θεώρησα κλέφτρες. Ήμουνα όμως σίγουρη και γι’ αυτό δεν μ’ ένοιαζε που δεν μου ξαναμίλησαν και δεν με φώναξαν να παίξουμε μαζί.
Τα κρεββάτια τα στρώναμε μόνοι μας κάθε πρωί κι έπρεπε να είναι καλοστρωμένα και καθαρά γιατί γινόταν επιθεώρηση. Επισκεπτήριο για τους γονείς υπήρχε κάθε Τετάρτη και Κυριακή και τηλεφωνήματα επιτρεπόντουσαν σπάνια (προφανώς για να μην είναι αισθητή η έλλειψη).
Φίλες δεν έκανα, αν και νομίζω ότι προσπάθησα. Όλα τα κοριτσάκια ήταν ήδη σε παρέες. Το κρεββάτι μου δεν ήξερα να το στρώνω καλά και γενικά δεν μου άρεσε καθόλου εκεί.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν με ανάγκασαν να φάω μπάμιες που τις σιχαινόμουνα κι όταν επιπλέον δεν με άφηναν να πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου. Αυτό το δεύτερο μάλιστα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αποφάσισα να λάβω δραστικά μέτρα. Πρώτα απ’ όλα, προκάλεσα εμετό. Έπρεπε πάση θυσία να αποβάλλω τις σιχαμένες μπάμιες από μέσα μου. Δεύτερον, πήγα στο ιατρείο και είπα στη νοσοκόμα ότι έχω πυρετό κι ότι είμαι άρρωστη. Έβαλε το τεράστιο χέρι της στο μέτωπο μου. «Μπα, δεν έχεις τίποτα», μου είπε αδιάφορα κι έστρεψε αλλού το κεφάλι. «Έκανα όμως εμετό», επέμεινα με ύφος παραπονεμένου γατιού. «Καλά», είπε, «ξάπλωσε λίγο εδώ για να ξεκουραστείς». «Η μαμά μου, μου βάζει πάντα θερμόμετρο όταν δεν είμαι καλά», της είπα ξανά. Με κοίταξε αμίλητη. «Και η γιαγιά μου», πρόσθεσα κοιτώντας την κατευθείαν στα μάτια και πολύ σοβαρά. «Και ο νονός μου είναι γιατρός και όταν είμαι άρρωστη με κάνει καλά», συνέχισα απτόητη. Προφανώς για να με ξεφορτωθεί, ξεστόμισε ένα ξερό «καλά», με περιεργάστηκε σαν να ήμουνα ένα μικρό άλιεν που όλο μιλούσε και μου έβαλε θερμόμετρο. «Να μείνεις ακίνητη» πρόσταξε και συνέχισε. «Θα έρθω σε 5 λεπτά να στο βγάλω» κι έκανε μεταβολή βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο.
Ε, μπορεί να ήμουνα μόνο εξίμισι, αλλά ήδη είχα δει τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» με τη Βουγιουκλάκη που έθρεψε γενιές και γενιές κι έτσι, έβγαλα αποφασιστικά το θερμόμετρο απ’ τη μασχάλη μου και το έτριψα στο ύφασμα της μπλούζας μου για να ανέβει η θερμοκρασία. Δυστυχώς, δεν ήξερα να το διαβάζω κιόλας κι έτσι δεν μπορούσα να διαπιστώσω αν και πόσο είχε ανέβει. «Μπα, σαν να έχεις λίγο πυρετό», είπε η νοσοκόμα κοιτώντας με καχύποπτα όταν επέστρεψε. «Δεν είναι τίποτα σοβαρό όμως. Θα ξαπλώσεις σήμερα κι αύριο το πρωί δεν θα κάνεις μπάνιο στη θάλασσα. Κάτσε εδώ τώρα κι εγώ θα βγω για το βραδινό φαγητό. Έχουμε μελιτζάνες σήμερα».
-(άλλη αηδία-μα όλο βλακείες έτρωγαν εκεί;)- . «Εσύ, θα φας λαπά για βράδυ. Θα έρθω σε μια ώρα να σε ξαναδώ». Λαπά; Μπλιαχ…
Έτσι έμεινα μόνη στο μεγάλο δωμάτιο, ενώ από κάτω ακριβώς, απ’ την τραπεζαρία ακουγόντουσαν οι παιδικές φωνές και τα μαχαιροπήρουνα. Και τότε το είδα. Στεκόταν εκεί, πάνω στο μικρό γραφειάκι και με φλέρταρε προκλητικά. Ένα τηλέφωνο. Δεν δίστασα καθόλου. Σχημάτισα στο καντράν γρήγορα τον αριθμό. Ευτυχώς η καλή μαμά μου είχε μάθει ότι πρέπει να βάλω το 01 μπροστά. «Είμαι άρρωστη», της κλαψούρισα μόλις απάντησε στην άλλη άκρη της γραμμής. «Τι έχεις»; «Μου δώσανε μπάμιες και έκανα εμετό και δεν μου αρέσουν τα φαγητά τους εδώ. Να έρθεις να με πάρεις». «Καλά, κάτσε δυο μέρες ακόμη και την Κυριακή στο επισκεπτήριο, θα έρθουμε κι αν εξακολουθεί να μην σου αρέσει, θα φύγουμε». «Ναι, αλλά τώρα είμαι στο ιατρείο κι έχω πυρετό είπε ο γιατρός και με πονάει και ο λαιμός μου», συνέχισα κλαψουρίζοντας . «Πού είναι ο γιατρός; Πόσο πυρετό έχεις; Δώσε μου να του μιλήσω». «Δεν είναι εδώ. Με άφησαν μόνη μου. Όλοι είναι κάτω και τρώνε. Εδώ είναι σκοτεινά. Και πεινάω κιόλας». «Καλά, θα πάρω τη διευθύντρια», είπε κάπως ανήσυχη «Όχι, γιατί δεν το ξέρουν ότι σου τηλεφώνησα και θα με μαλώσουν. Σε παίρνω κρυφά, γιατί είναι κακοί και δεν μ’ αφήνουνε να σου τηλεφωνώ», πρόσθεσα ξαναρχίζοντας τα κλάμματα. Τι να κάνει η δόλια μάνα, λύγισε. «Καλά θα έρθουμε αύριο», είπε. «Όχι, αύριο. Σήμερα να έρθετε», επέμεινα εγώ.
Πράγματι, το ίδιο βράδυ κατέφτασαν. Η μαμά, ο μπαμπάς κι ο θείος μου επειδή εκείνη την εποχή δεν είχαμε αυτοκίνητο και κάποιος έπρεπε να τους φέρει.
«Να την πάρετε για λίγες μέρες μέχρι να γίνει καλά και μετά να ξανάρθει», είπε η διευθύντρια στη μαμά.
Στο σπίτι ένιωσα απερίγραπτη χαρά. Η μαμά μου είχε αγοράσει ένα βιβλίο με την «Πίπη τη φακιδομύτη» και η στιγμή που ξάπλωσα στο κρεββάτι μου με το βιβλίο αγκαλιά, είναι μια στιγμή αγαλλίασης που ακόμα θυμάμαι.
Εννοείται πως δεν επέστρεψα στην κατασκήνωση εκείνο το καλοκαίρι τουλάχιστον.

ΥΓ: Γύρισα βέβαια στη Golden Horse, δυο χρόνια μετά, όταν είχε αλλάξει διεύθυνση και μου άρεσε τόσο που επέστρεφα κάθε καλοκαίρι ως τα 15 μου. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post.

Δευτέρα, Ιουλίου 24, 2006

Θρήνοι Γυναικών (πέντε των ηρωίδων του Σοφοκλή και ένας ο δικός μου, έξι) . ΕΚΔΟΧΗ Β'

Είχε καταστρώσει τα βρώμικα σχέδια της από καιρό. Έστειλε στον Χαρτοπόντικα εισιτήρια για το Παρίσι υποδυόμενη ότι τηλεφωνεί από κάποια διαφημιστική εταιρεία κι ότι του τα κάνουν δώρο για την ποιότητα του μπλογκ του. Αυτός ο καημένος το πίστεψε και ξεκίνησε καλοκαιριάτικα για την Πόλη του φωτός. Το πεδίο έτσι έμενε ελεύθερο. Ο μόνος μάρτυρας που είχα είναι εξαφανισμένος στα υπόγεια του Λούβρου και ψάχνει να δει αν ο Νταν Μπρόυν στον Κώδικα Ντα Βίντσι είχε δίκιο ή έλεγε υπερβολές.
Κάνοντας μια μικρή παρένθεση, οφείλω να επισημάνω και την ανησυχία μου για τη μυστηριώδη εξαφάνιση έτερου μπλόγκερ και συμμαθητή του προαναφερθέντος που θα μπορούσε να αποκαταστήσει την αλήθεια για το μοιραίο βράδυ της πρώτης μας συνάντησης.
Παράλληλα, του ζήτησε - του Χαρτοπόντικος- να μας φέρει σε επαφή γιατί ήθελε να μου ζητήσει μια χάρη
(ένα θεατρικό έργο δυσεύρετο που μόνο εγώ θα μπορούσα να της δώσω).
Ναι. Επειδή στην πρώτη μας συνάντηση υπήρξε εξόχως ευγενική και όπως μου έδωσε να καταλάβω και φανατικά θεατρόφιλη, της έστειλα mail όπου την προσκαλούσα στην Επίδαυρο να δει Αριστοφάνη. Και ναι, η αλήθεια είναι πως αρνήθηκε λέγοντας μου ότι είχε ήδη εισιτήριο για το μικρό και ταπεινό θέατρο της μικρής Επιδαύρου, γιατί τραγουδούσε η Αρβανιτάκη και ήταν μεγάλη φαν. Δεν έδωσα μεγάλη σημασία, νομίζοντας πως μου κάνει πλάκα. Ήξερα ότι η Αρβανιτάκη συμμετέχει στην παράσταση ως Αντιγόνη που θρηνολογεί κι όχι ως τραγουδίστρια σε πάλκο.
Της απάντησα ευγενικά ότι «οκ θα κανονίσουμε μια άλλη φορά» και ήμουν έτοιμη να περιπέσω σε βαθύ και λυτρωτικό ύπνο όλο το σαββατοκύριακο για να ξεκουραστώ από την κόπωση της εβδομάδας. Όμως, αλί, αλί και τρισαλί δεν ήταν γραφτό. Με βομβάρδισε με αλλεπάλληλα mails παρακαλώντας με να πάω να της κάνω παρέα. Τι να κάνω, είμαι ψυχοπονιάρα, σκέφτηκα ότι είναι μόνη της και δέχτηκα να πάω.
«Θα έρθω το απόγευμα του Σαββάτου» της είπα. Όμως όχι, δεν της αρκούσε. Με πήρε τηλέφωνο την Παρασκευή το απόγευμα λέγοντας μου με ύφος τάχα μου αδιάφορο «Έλα το Σάββατο πρωί- πρωί». Κατάλαβα ότι έπρεπε να τσακιστώ να πάω γιατί κόντευε να πέσει απ’ το μπαλκόνι απ’ την απελπισία.
Ετοιμάζομαι λοιπόν στα γρήγορα- γιατί πρέπει να σας πω ότι φημίζομαι για την ταχύτητα μου- και μετά από 2 ώρες καταφτάνω. Της τηλεφωνώ καθώς μπαίνω στο λιμανάκι της Επιδαύρου να της ζητήσω πληροφορίες για το σπίτι κι αντί να έρθει να με πάρει, με ανάγκασε να φορτωθώ τις αποσκευές μου απ’ το ένα χέρι, να της μιλάω στο κινητό απ’ το άλλο και να με καθοδηγεί τηλεφωνικώς για το σπίτι της. Μετά από μισή ώρα πεζοπορία κάτω απ’ τον καυτό ήλιο και με τα ωραία μου πόδια πληγωμένα απ’ τον κακοτράχαλο δρόμο, μπαίνω επιτέλους στο σπίτι της.
Την βλέπω θρονιασμένη σε μια πολυθρόνα, να πίνει καφέ από ένα… τεράστιο ποτήρι να το χαρακτηρίσω ή γιγαντιαίο θερμός; Μου γνέφει να καθίσω και συνεχίζει να μιλάει στο κινητό της αγνοώντας την παρουσία μου. Κλείνει το τηλέφωνο μετά από 1 ώρα κι αρχίζει να βγάζει στη φόρα όλα τα άπλυτα των κολλητών της. Της προσφέρω το κομψό δώρο που της έχω πάρει και ενθουσιάζεται. Με ρωτάει μάλιστα αν το έχουν και σε άλλα χρώματα και με προσκαλεί ξανά σε μια βδομάδα με την εντολή να της το πάω σε ό, τι χρώμα το βγάζει το εργοστάσιο. Συγχρόνως, μου δείχνει τη φωτογραφία της απ’ το ποστ που είχε δημοσιεύσει για να αναγγείλει στη μπλογκόσφαιρα τις διακοπές της και με αναγκάζει υπό την απειλή ενός μικρού και κομψού περιστρόφου- συλλεκτικού και ακριβοπληρωμένου όπως μου εξήγησε χωρίς καθόλου τακτ- να κάνω το σχόλιο που έκανα.
Κατά τις 5 το απόγευμα κι ενώ έχω μάθει όλα τα οικογενειακά της και της γειτονιάς επίσης, ενώ πεινάω και το στόμα μου έχει κολλήσει απ’ τη δίψα, προθυμοποιείται να μαγειρέψει μια μακαρονάδα. Προσφέρθηκα να τη βοηθήσω από ευγένεια αλλά με απέτρεπε απ’ το να πλησιάσω την κουζίνα προφανώς για να μη βλέπω τι είδους σκευάσματα χρησιμοποιεί για σάλτσα. Φάγαμε, ήπιε μόνη της 8 λίτρα κόκα κόλα, συνέχισε να μιλάει επί παντός επιστητού και μισή ώρα πριν την έναρξη της παράστασης, αποσύρθηκε να ετοιμαστεί ενώ μου άφησε χρόνο δέκα λεπτών να πλύνω όλα τα πιάτα – και αυτά των προηγούμενων ημερών, δυο κατσαρόλες και τρία ταψιά φούρνου, να σκουπίσω και να σφουγγαρίσω όλο το σπίτι – και να ντυθώ. Κατεβήκαμε τις σκάλες, εγώ κατάκοπη απ’ την ταλαιπωρία, εκείνη φρέσκια και κουνιστή, ενώ στα μισά της διαδρομής συνειδητοποίησε ότι έχει ξεχάσει τη φωτογραφική της μηχανή στο σπίτι και με ανάγκασε να επιστρέψω τρέχοντας να της τη φέρω. Επειδή έχω λειώσει σόλες στην Επίδαυρο, ήμουν ντυμένη απλά και με ίσια παπούτσια. Εκείνη, φορούσε ένα φουστάνι λαμέ στο χρώμα της φωτιάς και ψηλοτάκουνα χρυσά πέδιλα, νομίζοντας προφανώς ότι είχε έρθει στα μπουζούκια. Όταν επιτέλους μπήκαμε στο θέατρο και σκέφτηκα ότι ευτυχώς καθόμαστε σε διαφορετικές θέσεις, έβαλε λυτούς και δεμένους να έρθει να καθίσει δίπλα μου. Σε όλη την παράσταση χασμουριόταν επιδεικτικά ενώ όταν βγήκε η Αρβανιτάκη φώναξε «όπα» και άρχισε να τραγουδάει με εντελώς φάλτσα φωνή «Βάλε το κόκκινο φουστάνι»…Αρνήθηκε να κλείσει το κινητό της με αποτέλεσμα κάθε φορά που ερχόταν μήνυμα, να σταματάει η καμεράτα και ν’ ακούμε τη φωνή της αείμνηστης Σαπφούς Νοταρά να λέει «εδώ γίνονται σόδομα και γόμορα». Ναι, αυτό ακούγεται όταν η ανεκδιήγητη λαμβάνει μηνύματα…
Με το κεφάλι σκυφτό από ντροπή για το ότι ενοχλήσαμε το θέατρο και τους ηθοποιούς, κάποτε πήραμε το δρόμο της εξόδου.

Είπαμε να κάτσουμε κάπου για φαγητό και θρονιάστηκε σε μια πολυθρόνα μπαμπού μπροστά στην παραλία. Μάταια, η σερβιτόρα εξηγούσε ότι αυτές οι θέσεις είναι για καφέ κι ότι οι του φαγητού είναι πιο μέσα. Η περί ης ο λόγος, αμετακίνητη. Έβγαλε μάλιστα τα παπούτσια της κι ακούμπησε τα πόδια στην άλλη καρέκλα. Τώρα είχε ξαπλώσει κανονικά. Τα γύρω τραπέζια άδειαζαν το ένα μετά το άλλο. Πρώτη φορά στα χρονικά η παραλία της παλιάς Επιδαύρου ήταν εν μέσω θέρους τόσο έρημη. Με υπέβαλλε στο βασανιστήριο να μείνουμε εκεί ξάγρυπνες ως τις 4 το πρωί, αγνοώντας τον ευγενικό Πολωνό που κοιμόταν στη διπλανή καρέκλα, τα σκοτάδια γύρω- γύρω και τον περιπτερά στον οποίο απαγόρευσε να κλείσει το περίπτερο και να παραμείνει στη θέση του, μήπως και τον χρειαστεί… Και βεβαίως δεν τον χρειάστηκε. Στις 3 τα ξημερώματα παρήγγειλε μισό λίτρο καφέ και με την καφεΐνη να τρέχει στις φλέβες της, συνέχισε να στρώνει με αγκάθια το δρόμο του μαρτυρίου μου. Όταν επιτέλους επιστρέψαμε σπίτι, μ’ έριξε σ’ ένα καναπεδάκι όπου το μισό μου σώμα κρεμόταν και ξάπλωσε με ηδονή στο τεράστιο και άνετο κρεββάτι της ροχαλίζοντας.
Στις 8 το πρωί, 4 ώρες αργότερα δηλαδή, πέρασαν απ’ το δρόμο 2 φορτηγά, ένα κομπρεσέρ και χτύπησε καμιά εικοσαριά φορές και η καμπάνα της εκκλησίας. «Το σπίτι είναι πολύ ήσυχο», μου είχε εξηγήσει το προηγούμενο βράδυ. «Θα το διαπιστώσεις».
Τη βρήκα να πίνει καφέ στις 10 από την τεράστια συσκευή – ποτήρι – θερμός, να γεύεται ένα πλούσιο μπρέκφαστ με εξωτικά φρούτα, γιαούρτια, μέλι και ζεστά κρουασάν, ενώ είχε ήδη ανοιχτό το λαπ τοπ μπροστά της διαβάζοντας με ηδονή τα μηνύματα των θαυμαστών της. Ήπια έναν καφέ απ’ τα απομεινάρια που βρήκα στα ντουλάπια ενώ πριν πάμε για μπάνιο στη θάλασσα, έπρεπε να πλύνω τα πρωινά πιάτα και να κάνω γενική καθαριότητα στο σπίτι για μια ακόμη φορά.

Στη θάλασσα έπιασε την καλύτερη ξαπλώστρα. Μου άφησε μια ελαττωματική η οποία κάθε φορά που άλλαζα στάση με χτύπαγε στο κεφάλι. Με πήγε για φαΐ σε μια παράγκα όπου ο εστιάτορας ήρθε 2 ώρες αργότερα, όταν ήμουν σχεδόν λιπόθυμη απ’ την πείνα, μου άρπαξε όλα τα τσιγάρα να δώσει στους πελάτες που είχαν ξεμείνει και μου πέταξε στα μούτρα μια χωριάτικη πνιγμένη στο λάδι. Η ακατονόμαστη είχε εντωμεταξύ φάει μια αστακομακαρονάδα και τσιμπολογούσε κι ένα ριζότο με θαλασσινά για επιδόρπιο στο γειτονικό σικ εστιατόριο, μονολογώντας διαρκώς επιδεικτικά «πάλι αηδίες τρώω σήμερα. Σιχάθηκα τη ζωή μου με τους αστακούς και τις καραβίδες».

Μου πρότεινε να κάνω ντους στο σπίτι της πριν πάρω το δρόμο της επιστροφής, αλλά καθώς αρνιόταν επιμόνως να κλείσει το θερμοσίφωνο πριν μπω, το απέφυγα διακριτικά λέγοντας της πόσο μου αρέσει η αίσθηση του αλατιού πάνω στο δέρμα μου, φορτώθηκα τα πράγματα μου και πήρα το μακρύ δρόμο της επιστροφής.
Στον δρόμο με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε πέντε λεπτά, αγνοώντας το γεγονός ότι οδηγώ στις στροφές γιατί δεν είχε προλάβει να μου διηγηθεί εκείνη τη φοβερή ιστορία μ’ έναν γκόμενο πριν από τρεις μήνες που την ήθελε σαν τρελός και τον απέρριπτε αηδιασμένη απ’ τη γλοιώδη πολιορκία του.

Μετά απ’ όλα αυτά, έπεσα σ’ έναν βαθύ και γεμάτο εφιάλτες ύπνο που με προειδοποιούσε για τα όσα αναληθή και κακόγουστα ψεύδη ήδη δημοσιεύτηκαν σήμερα το πρωί…

Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2006

Του δειλινού

Όταν σουρουπώνει με κυριεύει μια άφατη μελαγχολία
Το πρωί συνήθως είναι όλα πιο αισιόδοξα.

Είδα δυο κοριτσάκια σήμερα το απόγευμα σε μια απ’ τις ωραίες, αριστοκρατικές γειτονιές της Αθήνας. Θα’ ταν γύρω στα 8. Ψηλόλιγνα, με ροζ κολάν το ένα, γαλάζιο κάπρι το άλλο, μπλουζάκι με τιράντες και ψάθινα καπελάκια. Όρθιες, στο πίσω μέρος ενός σταθμευμένου αυτοκινήτου με ανοιχτό το πορτ-μπαγκάζ. Κοιτάγανε ένα βιβλίο με ιδιαίτερη προσήλωση. Μ’ έπιασε μια γλυκιά νοσταλγία για το χτες. Κατά βάθος φαίνεται επιθυμώ να κοιμηθώ και να ξυπνήσω ξανά κοριτσάκι.

Αυτό θα επιθυμούσαν και οι τέσσερις αρχικά, πέντε στη συνέχεια κυρίες στο διπλανό καφέ. Γύρω στα 50 με 55, σχετικά καλοδιατηρημένες, φιλήθηκαν ανά δύο σταυρωτά και μιλούσαν με ιδιαίτερα δυνατή φωνή σε σχέση με τους υπόλοιπους μάλλον ήσυχους θαμώνες. Παρήγγειλαν τα ούζα τους, σχολίαζαν τις τσάντες τους, έβγαζε η μία το κραγιόν απ’ το μάγουλο της άλλης που πριν είχε φιλήσει και τσουγκρίζοντας ευχήθηκαν: «Του χρόνου νεώτερες και ωραιότερες».

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΥΒΡΙΣ

Αν η τέχνη μπορεί να προσφέρει κάτι στη φυλή των ανθρώπων, είναι η υπενθύμιση της τραγικής τους μοίρας. Πώς ενώ είναι φτιαγμένοι για τα μεγάλα, είναι ταυτόχρονα πάντα δέσμιοι της ασημαντότητας τους μέσα στο Θεϊκό σύμπαν. Η τέχνη- κι αυτή φτιαγμένη από ανθρώπους στο ζενίθ της μεγαλοσύνης τους-, φέρει σαν μνήμη τη θλιβερή διαπίστωση της ανθρώπινης ποταπότητας και μικρότητας που μεγαλώνει στο πέρασμα του χρόνου χωρίς καθόλου να έχει παραδειγματιστεί απ’ τις συντριβές και τις τιμωρίες του παρελθόντος.


Με αφορμή τα όσα θλιβερά λαμβάνουν χώρα στην όχι και τόσο μακρινή μας Μέση Ανατολή, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο τραγικά επίκαιρο είναι το αρχαίο αττικό δράμα και πόσο σατανική η σύμπτωση να περιλαμβάνονται στο φετινό φεστιβάλ Επιδαύρου δύο αντι-πολεμικές τραγωδίες, οι Πέρσες του Αισχύλου και οι Ικέτιδες του Ευριπίδη.

ΔΑΡΕΙΟΣ
Λοιπόν γι’ αυτό όσες συμφορές εφέραν,
πιο λίγες δεν πληρώνουν, όμως κι άλλες
τους μέλλεται να πάθουν, μήτε ακόμη
φάνηκε του κακού το βάθος, μα ολοένα
φουσκώνει γιατί θα’ ναι τόσο το αίμα
που θα χυθεί κι ο φόνος απ’ τη λόγχη
των Δωριέων στων Πλαταιών τη χώρα,
που των νεκρών οι στοίβες ως την τρίτη
γενιά θα λεν στα μάτια των ανθρώπων
δίχως φωνή, πως ο θνητός δεν πρέπει
πέρα απ’ το μέτρο να’ χει περηφάνια.
γιατί η αλαζονεία όταν μεστώσει.
καρπίζει του χαμού το στάχυ, απ’ όπου
πολύκλαυτους καρπούς τρυγάει. Τέτοια
την πλερωμή τους βλέποντας για τούτα,
πάντοτε να θυμάστε την Ελλάδα
και την Αθήνα, και ποτέ κανένας
να μην καταφρονάει της δικιάς του
μοίρας τα δώρα, μη, ποθώντας άλλα,
σκορπίσει τα’ αγαθά του. Στέκει ο Δίας
βαρύς δικαιοκρίτης από πάνω
και τη μεγάλη υπεροψία τσακίζει

(Αισχύλου, Πέρσες. Μετ.: Τάσου Ρούσσος)

ΘΗΣΕΑΣ
[…]Όμως μετά, όταν όλους τους Αργείους
στον πόλεμο οδηγούσες, αν και οι μάντεις
προφήτευαν το μέλλον, εσύ διόλου
δεν τους λογάριασες και καταφρόνια
δείχνοντας στους θεούς, έχεις βυθίσει
την πόλη στο χαμό. Σε παρασύραν
οι νέοι, που για αξιώματα διψώντας,
ανέμυαλους πολέμους ξεσηκώνουν
και τους πολίτες αφανίζουν. Ο ένας
στρατηγός για να γίνει, ο άλλος πάλι
για να κομπάζει δύναμη αποκτώντας,
για να μαζέψει πλούτη ο τρίτος, δίχως
να νοιάζεται αν μ’ αυτόν τον τρόπο
πάσχει ο λαός. Γιατί οι πολίτες είναι
σε τρεις μερίδες χωρισμένοι. Οι πλούσιοι
δεν ωφελούνε και γυρεύουν πάντα
περσότερα. Οι φτωχοί που καν δεν έχουν
το καθημερινό τους, φόβο φέρνουν
καθώς, ξεγελασμένοι από το φθόνο
και τους κακούς δημαγωγούς, σαΐτες
ρίχνουν πικρές στους πλούσιους. Η μεσαία
μερίδα από τις τρεις σώζει τις πόλεις,
φυλάγοντας της πολιτείας το νόμο,
[…]
νιώστε ποιες είναι, ανόητοι, των ανθρώπων
οι δυστυχίες. Αγώνας η ζωή μας.
Τώρα ευτυχούν αυτοί, κατόπι οι άλλοι
Κι ύστερα πάλι οι άλλοι. Μόνο η τύχη
είναι άστατη, γι αυτό και τη δοξάζει
ο δύστυχος σαν του’ ρθει η ευτυχία,
κι ο ευτυχισμένος από φόβο μήπως
τ’ αγέρι της χαράς τον παρατήσει
ψηλά την ανεβάζει.

(Ευριπίδη, Ικέτιδες. Μετ.: Τάσος Ρούσσος)

Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2006

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Λοιπόν, το ομολογώ δημόσια. Διάβασα το «Σπίτι των πνευμάτων» 10 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση και ναι, ντρέπομαι που δεν το΄ χα κάνει νωρίτερα. Είχα δει παλιότερα την ταινία που βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Αλιέντε και την περασμένη εβδομάδα επεδίωξα να την ξαναδώ, μια που ήταν φρέσκιες οι εντυπώσεις απ’ το βιβλίο. Και απογοητεύτηκα. Θύμωσα μάλιστα. Ξέρω ότι σχεδόν ποτέ οι ταινίες δεν είναι τόσο καλές όσο το πρωτότυπο τους βιβλίο. Παρόλα αυτά, θυμώνω όταν ο σεναριογράφος κι ο σκηνοθέτης έχουν στα χέρια τους τέτοιο υλικό και τέτοιους ηθοποιούς και δεν μπορούν να το αξιοποιήσουν. Αναγνωρίζω πως το μυθιστόρημα της Αλιέντε είναι τεράστιο και πως η ιστορία εκτείνεται σε μεγάλο βάθος χρόνου. Όμως, τη μαγεία αν είσαι μάγος, μπορείς να τη χαρίσεις και μ’ ένα μόνο πλάνο. Η Αλιέντε είναι μάγισσα, όπως μάγος είναι κι ο Μαρκές που σκέφτομαι ότι αν και ένα απ’ τα δικά του θαύματα, όπως το «Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» είχε μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη, τα αποτελέσματα θα ήταν εξίσου πεζά.

Αν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο, η ταινία είναι ικανοποιητική. Στην πραγματικότητα όμως, δεν καταλαβαίνεις πουθενά γιατί ο τίτλος μιλάει για πνεύματα ή γιατί η κεντρική ηρωίδα η Κλάρα ήταν πράγματι τόσο ξεχωριστό πλάσμα. Πού είναι στην ταινία εκείνο το σπίτι που ήταν γεμάτο από ετερόκλητο κόσμο, από καναρίνια στα κλουβιά, λουλούδια στα βάζα, γάτες που έτρωγαν βασιλικά, φτωχούς που έβρισκαν θαλπωρή, μάγους, πνευματιστές, τσαρλατάνους, καλλιτέχνες; Κι ανάμεσα τους μοναδική βασίλισσα μα συγχρόνως τόσο ταπεινή, η Κλάρα. Η Κλάρα που πίστευε ότι ο κόσμος είναι ένα θεϊκό αστείο και είναι βλακεία να τον παίρνει κανείς στα σοβαρά αν Αυτός ο ίδιος δεν το έκανε.
Για να μην μιλήσω για την παραποίηση με τις ιστορίες της εγγονής και της κόρης, προφανώς για να μειώσει τη διάρκεια της ταινίας. Χωρίς λόγο βέβαια, γιατί σ’ ένα τέτοιο πληθωρικό βιβλίο, στο τέλος καταλαβαίνεις ότι η κάθε μια έστω και μικρή αναφορά σε κάτι, είχε το δικό της ξεχωριστό νόημα και αποτελούσε πτυχή της γενικής ιστορίας και του μηνύματος που ήθελε να περάσει η συγγραφέας.
Κλείνω με το γενικό ερώτημα του αν τελικά μας χρειάζεται εικόνα σ’ αυτά που οι προσλαμβάνουσες μας έχουν ήδη επεξεργαστεί και εικονογραφήσει.
Πώς άλλωστε να αποδώσει κανείς κινηματογραφικά τη μεγαλειώδη φράση
« […είχε κλίση για έναν μόνο έρωτα. Η δύναμη για κείνο το ακλόνητο αίσθημα την είχε σώσει από τη μετριότητα και τη θλίψη της μοίρας της […]».

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2006

Τα ερωτικά του Σαίξπηρ

ΟΘΕΛΛΟΣ
Ω χαρά της ψυχής μου!
Αν ύστερα από κάθε τρικυμία
Είναι ν’ ακολουθεί τέτοια γαλήνη,
τότε ας φυσούν οι άνεμοι
ως να ξυπνήσουν το θάνατο! Η βάρκα μου
ας παλεύει όσο θέλει σκαρφαλώνοντας
του πελάου τα βουνά, ψηλά ως τον Όλυμπο,
και ας βυθίζεται πάλι
απ’ τα ύψη του ουρανού κάτω στον Άδη!
Αν είταν τώρα να πεθάνω, θα είτανε
για μένα τούτη η ώρα το στεφάνωμα
της ευτυχίας[…]
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
[…] να αυξαίνουνε η αγάπη και η ευτυχία μας
μαζί με τις ημέρες μας!
ΟΘΕΛΛΟΣ
Αμήν, πανάγαθοι ουρανοί!
Δεν έχω λόγια να πω τη χαρά μου.
Μου πνίγει το λαιμό. Κι αυτό, κι αυτό
ας είναι η πιο βαριά παραφωνία
που θα ακουστεί ποτέ από τις καρδιές μας.

(Σαίξπηρ. Οθέλλος. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.1)


ΡΩΜΑΙΟΣ
Θα φύγω δίχως μια μικρή αμοιβή να ‘χω από σένα;
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Και ποια αμοιβή μπορείς, απόψε, να’ χεις από μένα;
ΡΩΜΑΙΟΣ
Την αγάπη σου αντάλλαγμα δος μου για τη δική μου.
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Εγώ κιόλα στην έδωσα, προτού μου τη γυρέψεις
εσύ. Ωστόσο θα ήθελα να σου την πάρω πίσω!
ΡΩΜΑΙΟΣ
Να μου την πάρεις; Και γιατί γλυκιά μου αγαπημένη;
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Για να δειχτώ γενναιόδωρη και να στην ξαναδώσω!
Όμως ποθώ κάτι που το’ χω σε αφθονία.
Η απλοχεριά μου είναι πλατιά σα θάλασσα,
κι η αγάπη μου, βαθιά καθώς αυτή: κι όσο σου δίνω,
τόσο έχω περισσότερη. Γιατί κι οι δυο τους είναι
χωρίς σωσμό.

(Σαίξπηρ. Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.2)


ΔΟΥΚΑΣ
Αν του έρωτα τροφή’ ναι η μουσική, ε, πάιζετε,
Παραχορτάστε με, ώσπου απ’ την κατάχρησην
Ο πόθος ν’ αρρωστήσει κι έτσι να πεθάνει.
Πάλι το ίδιο! Σιγοπέθαινε στο τέλος.
Ω, χάιδεψε τα’ αυτί μου σαν αχός γλυκός
Που, πνέοντας πάνω από βραγιά με μενεξέδες
Κλέβει ευωδιά και δίνει.
[…]
έρωτα, τι ζωηρό, νεαρό δαιμόνιο είσαι,
που, μήτε νιώθωντας τη δύναμη σου, δέχεσαι,
καθώς η θάλασσα, ό, τι πέσει μέσα […]
τόσο η αγάπη είναι γεμάτη από παράξενα
που αυτή’ ναι πια το μόνο καθαυτό παράξενο

(Σαίξπηρ. Δωδεκάτη νύχτα. Μετ.: Β. Ρώτας. Πράξη Α΄, Σκ.1)


ΛΥΣΣΑΝΔΡΟΣ
[…] Θέλω να σου ειπώ, οι καρδιές μας τόσο
ζυμώθηκαν μαζί που μια μπορούν να γίνουν.
Τα δυο κορμιά μας μ’ έναν όρκο αλυσοδέθηκαν
κι είναι τα δυο μια πίστη. Και γι’ αυτό σου λέω,
τούτη η κρεββατοκάμαρη ας μου συχωρέσει
να γείρω πλάι σου, όπου η πίστη μ’ έχει δέσει.

(Σαίξπηρ. Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.2)


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ
Δες το φεγγάρι ολόφωτο πως λάμπει! Τέτοια νύχτα
όταν τα’ αγέρι τα δεντρά φιλούσε αγάλια αγάλια
Δίχως κανένα ψίθυρο να βγάζουν, τέτοια νύχτα
στης Τροίας λεν τον καστρότοιχο ανέβηκε ο Τρωίλος
και την ψυχή του στέναζε προς τα αντικρύ καλύβια
όπου έμενε του η Χρυσηίδα.

(Σαίξπηρ. Ο Έμπορος της Βενετίας. Μετ.: Αλεξ. Πάλλης. Πράξη Ε΄, Σκ.1)

Τετάρτη, Ιουλίου 05, 2006

Μια παιδική συλλογή από φύλλα


Τη Δευτέρα που μας πέρασε συναντήθηκα μετά από τρεις μήνες με τη φίλη μου τη Νατάσσα η οποία άθελα της έγινε η αφορμή για το σημερινό postaki.
Είχε κάνει ένα ταξίδι στην Ιταλία και μου έφερε για δώρο ένα πολύ κομψό πακετάκι που περιέχει ένα σετ αλληλογραφίας. Επιστολόχαρτα μικρού μεγέθους και το ασορτί φακελάκι, όλα με διακόσμηση λουλουδιών σε άσπρο, κίτρινο και βιολετί χρώμα. Καθώς το περιεργαζόμουνα όταν γύρισα σπίτι, μου ήρθε στο νου η παλιά μου συλλογή. Θα πρέπει να ήμουν γύρω στα 10 με 11 όταν είχε ξεκινήσει η μόδα με τα φύλλα αλληλογραφίας. Θυμάμαι ότι σχεδόν όλα τα κορίτσια στη γειτονιά ανταλλάσσαμε μετά μανίας ό, τι φύλλο έπεφτε στα χέρια μας. Ξόδευα όλο μου το χαρτζιλίκι στα συνοικιακά χαρτοπωλεία ή ακόμα και στα ψιλικατζίδικα – γενικά όπου μπορούσα να βρω μπλοκ αλληλογραφίας-. Οι μαγαζάτορες μας είχαν καταλάβει κι έφερναν κάθε βδομάδα σχεδόν ό, τι νέο έβρισκαν στην αγορά για τους μικρούς μανιώδεις αγοραστές. Αποταμίευα σαν άλλος Σκρουτζ ό, τι λεφτά μου έδιναν η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά για να προμηθευτώ τα πιο ωραία και σπάνια φύλλα προκαλώντας συχνά το θυμό της μητέρας μου που ξόδευα τα λεφτά μου σε τέτοιες χαζομάρες. Εννοείται πως δεν της έδινα καμία σημασία και συνέχιζα ακάθεκτη. Η συλλογή μου είχε καταχωρηθεί σ’ ένα μπλε χρώματος ντοσιέ που είχε παραφουσκώσει και μετά βίας χωρούσε κι άλλα. Ήταν δε χωρισμένη σε τρεις θεματικές ενότητες: τα λουλούδια, οι ερωτευμένοι με τα ηλιοβασιλέματα συνήθως και τα ελαφρώς παιδικά, με ρομαντικές φιγούρες αγοριών και κοριτσιών στυλ Σάρα Κέυ Τα περισσότερα συνοδεύονταν κι απ’ το ασορτί φακελάκι. ( Για τη Σάρα Κέυ είχα ολόκληρο λεύκωμα με αυτοκόλλητα που αγόραζα απ’ την ΕΒΓΑ της γειτονιάς αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post).
Η τακτική της ανταλλαγής γινόταν λοιπόν ως εξής: Αν είχες δύο ή τρία ίδια φύλλα, τα αντάλλασες με άλλα που είχε κάποιος άλλος κόκ. Αν μάλιστα είχες κάποιο σπάνιο, “χτύπαγες καλύτερη τιμή”. Μπορούσες να διεκδικήσεις περισσότερα του ενός απ’ τον “αντίπαλο” και μάλιστα να διαλέξεις κι αυτά που σου άρεσαν. Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια κράτησε αυτή η τρέλλα. Νομίζω δύο με τρία.
Παράλληλα, είχε ξεκινήσει και η μανία με τις χαρτοπετσέτες. Συλλέγαμε χρωματιστές χαρτοπετσέτες με παραστάσεις. Είχα κάμποσες κι απ’ αυτές αλλά τις ξεφορτώθηκα σχετικά σύντομα. Το ντοσιέ όμως με τα φύλλα αλληλογραφίας το διατήρησα και το διέσωσα στο πέρασμα των χρόνων ακόμα κι απ’ τη λαίλαπα μετακομίσεων. Πριν από λίγα χρόνια μ’ έπιασε μια ανεξήγητη τρέλλα και πέταξα τα περισσότερα σε μια προσπάθεια να πείσω τον εαυτό μου ότι πρέπει να ζήσει σε μινιμαλιστικό περιβάλλον και να μην συσωρεύει σαβούρες. Έχω μετανιώσει πικρά. Σαβούρες η παλιά μου συλλογή που με τόσο κόπο και χρήμα απέκτησα;
Ίσως βέβαια, αν δεν με απατά η μνήμη μου να έχει διασωθεί κάτι, αλλά θα είναι στο πατάρι και δυσκολεύομαι ν’ ανέβω μόνη μου και να ψάξω. Μπορεί να το επιχειρήσω το Σαββατοκύριακο.

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006

Θεατρική Ύβρις

Έλεγα να περάσουν δυο μέρες να συνέλθω απ’ το σοκ της παράστασης που είδα την Παρασκευή το βράδυ έτσι ώστε να την περιγράψω με πιο νηφάλιο τρόπο. Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα που την σκέφτομαι, με πλημμυρίζει οργή κι αηδία γι’ αυτό που είδα. Το «όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ απ’ το Schaubühne am Lehniner Platz προμηνυόταν άκρως ενδιαφέρουσα παράσταση για το θεατρόφιλο κοινό. Ειδικά για μένα που το εν λόγω έργο είναι απ’ τα αγαπημένα μου κι ο συγγραφέας επίσης, η προοπτική του να το δω από έναν ξένο φημισμένο θίασο, φάνταζε προκλητική. Είχα ακούσει ότι το κείμενο του Σαίξπηρ ήταν απλώς η αφορμή κι ότι η παράσταση θα ήταν μια performance με μουσική, τραγούδια και διαδραστικότητα ανάμεσα σε κοινό και ηθοποιούς.
Ο χώρος, ένα παλιό εργοστάσιο στην Πειραιώς, κοντά στη σχολή Καλών Τεχνών, με μια αίθουσα ειδικά διαμορφωμένη, με κλιματισμό, μεγάλη χωρητικότητα και μοντέρνα διακόσμηση. Στον περίβολο, τραπεζάκια πάνω στα χαλίκια για αναψυκτικά, σνακς και κουβεντούλα πριν ην παράσταση. Η ατμόσφαιρα πέρα για πέρα καλλιτεχνική. Μαζεμένο όλο το enfant gate της θεατρικής Αθήνας, σκηνοθέτες, συγγραφείς, ηθοποιοί, θεατρολόγοι. Η είσοδος στην αίθουσα έγινε απ’ τη σκηνή, με τους ηθοποιούς να μας καλωσορίζουν, να μας προσφέρουν αναψυκτικά και να χαμογελάνε. Ατμόσφαιρα πανηγυριού. Το σόου ξεκίνησε με ζωντανή μουσική και τραγούδι στα γερμανικά. Οι ηθοποιοί χόρευαν στη σκηνή και τράβηξαν και μια κοπέλα απ’ την πρώτη σειρά των θεατών να συμμετέχει στο χορό μαζί τους. Η διαδραστικότητα που λέγαμε. Όταν το τραγούδι τέλειωσε και η κοπέλα επέστρεψε στη θέση της, ένας απ’ τους ηθοποιούς άρχισε να παίζει με το εσώρουχο του. Με πλάτη στο κοινό άρχισε να το μαζεύει απ΄ τις άκρες, μέχρι που το έκανε στρινγκ. Το κατέβασε και ήρθαμε σε επαφή με τη θέα των οπισθίων του. Γύρισε μπροστά μας σε πλήρη αδαμιαία περιβολή με μια μικρή βενετσιάνικη μάσκα να καλύπτει τη γενετήσια του περιοχή και το πέος του να κρέμεται απ’ το στόμα της μάσκας. Άρχισε να το κουνάει ( σ.σ το πέος) σαν να ήταν γλώσσα που κρεμόταν κοροϊδευτικά απ’ το στόμα της μάσκας κι άρχισε τις προγραμματικές δηλώσεις του θιάσου στα γερμανικά με ελληνική μετάφραση σε μια οθόνη ψηλά εν είδη υπέρτιτλων. «Εδώ δεν ήρθατε για να ευχαριστηθείτε, αλλά για να σας πονέσουμε. Μάλιστα, τώρα ήταν σαφές τι θα επακολουθούσε. Μάλιστα, παίζοντας με το πέος του είπε ξαφνικά στ’ αγγλικά «Oh that’s a hair» και πιάνοντας την τρίχα κατέβηκε στους θεατές και την προσέφερε με περισσή ευγένεια στην κοπέλα που είχαν ανεβάσει στη σκηνή λίγα λεπτά πριν. Δεν ξέρω πώς αισθάνθηκε η καημένη… Για τις υπόλοιπες 2 ώρες χωρίς διάλειμμα ήμασταν υποχρεωμένοι να υποστούμε όλο αυτό ο φρικώδες θέαμα με άντρες ντυμένους σαν τραβεστί, με πόρτες που ανοιγόκλειναν αποκαλύπτοντας ηθοποιούς καθισμένους σε λεκάνη τουαλέτας, με ηθοποιό που παρίστανε έναν τέλειο αυνανισμό μπροστά μας και την απαραίτητη εκσπερμάτιση έχοντας προσαρμόσει ένα ομοίωμα πλαστικού πέους στο δικό του που την ύστατη στιγμή εξερράγη και τον περιέλουσε με νερό… Στο βάθος όλων αυτών, ο χαρούμενος νεανικός έρωτας του έργου του Σαίξπηρ μετατράπηκε σε ένα αέναο κυνηγητό ανάμεσα σε άντρες τραβεστί και γυναίκες που θύμιζαν εκδιδόμενες χορεύτριες στη Μπανγόνγκ, μαλλιοτραβήγματα, ξύλο και σεξουαλικά υπονοούμενα υπό τους ήχους της γερμανικής μουσικής κάτι ανάμεσα σε heavy metal και μπαλάντας.
Η οικειοθελής αποχώρηση απ’ την αίθουσα, έτσι όπως αυτή ήταν διαμορφωμένη, ήταν αδύνατη. Ακόμα και μια αδιαθεσία να σε έπιανε, ήσουν αναγκασμένος να παραμείνεις στη θέση σου. Αθάνατη Ελλάδα με τις όπως να’ ναι κατασκευές για τα πάσης φύσεως φεστιβάλ…
Στο τέλος, είδαμε ξανά την περιβόητη σκηνή μάσκας – πέους με τον ηθοποιό που το έκανε στην αρχή να το κάνει τώρα σε συνάδελφο του, κουνώντας του βεβαίως συγχρόνως το πέος.
Το κοινό χειροκρότησε ξέφρενα φέρνοντας το θίασο πέντε έξι φορές στη σκηνή και φωνάζοντας Μπράβο, Μπράβο.
Η φρίκη μου για ό,τι είχα περάσει ήταν απερίγραπτη. Παρακολουθώ ανελλιπώς θέατρο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια με μέσο όρο παραστάσεων τις τριάντα τη σεζόν. Ασχολούμαι με το θέατρο από το 1993 και το θεωρώ σπουδαία μορφή τέχνης. Κάτι τέτοιο όμως, σαν το θέαμα της Παρασκευής δεν έχω ξαναδεί ποτέ. Δεν μ’ ενόχλησε το γυμνό, ούτε το παίζω ηθικολόγος, αλλά όλο αυτό είναι πέρα από κάθε λογική και δεν εξυπηρετεί σε τίποτα. Δεν το υπαγορεύει ούτε το κείμενο, ούτε η παράσταση. Και θυμώνω που ο γερμανικός θίασος είχε το θράσος να χρησιμοποιήσει ένα κλασικό αριστούργημα του Σαίξπηρ για να μας σοκάρει και να μας χλευάσει.
Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού στο τέλος. Κι όπως πολύ σωστά είπε άνθρωπος του θεάτρου off the record την επόμενη μέρα, «αν το έκανε αυτό έλληνας σκηνοθέτης, θα τον είχαν ξεσκίσει». Κι έχει δίκιο.

Ναι, αγαπημένε γερμανικέ θίασε, να μας ξανάρθεις, εδώ στη γη των ξενομανών και φαντασμένων. Πουλάμε την ψυχή μας για μεταμοντέρνες παραστάσεις. Τόσο, που το Υπουργείο Πολιτισμού δεν δίνει τα λεφτά των επιχορηγήσεων στους εδώ θιάσους τα τελευταία δύο χρόνια, για να πληρώσει τα δικά σας έξοδα. Μόνο που την άλλη φορά, να μας προειδοποιήσετε ότι πρόκειται για τσόντα για να συμμετέχουμε όσοι τυχόν το επιθυμούμε σε μια παρτούζα επί σκηνής υπό τους ήχους κάποιου κλασικού συγγραφέα του οποίου τα κόκκαλα θα τα κάνουμε να τρίζουν απ’ τα ηχηρά ντεσιμπέλ της μουσικής μας.

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

Πρόσκληση σε πάρτυ

Είσαστε όλοι καλεσμένοι απόψε. Σε μια πρωτότυπη γιορτή. Θα την έχω προετοιμάσει από καιρό, θ’ ανάψω όλα τα φώτα, θα ετοιμάσω τις πιο δημιουργικές τροφές που μας ζεσταίνουν την ψυχή. Τι θα λέγατε για το περίφημο black menu? Δεν πρόκειται για συμβολισμό. Κυριολεκτώ! Ναι, έτσι ακριβώς ένα μενού total black με μια εσάνς κόκκινου χρώματος. Θα τα φτιάξω όλα μόνη μου. Χωρίς τη βοήθεια ενός ψυχρού catering. Τι ξέρει αυτό άλλωστε απ’ αυτά που σας αρέσουν; Θα προετοιμάζομαι καιρό. Θα σκέφτομαι τι θα φορέσω και πώς θα έχω τα μαλλιά μου. Στο τέλος θα φροντίσω να είμαι πολύ κομψή, χωρίς ψεύτικα φτιασίδια, αλλά και χωρίς πολλές τολμηρότητες. Θα σας έχω καλέσει από καιρό και θ’ ανυπομονώ να σας δω να καταφτάνετε. Να δω πως είστε από κοντά, τι χρώμα μαλλιά και μάτια έχετε, πώς ντύνεστε, πώς μιλάτε, πώς γελάτε, πώς συμπεριφέρεστε. Θα προσέξω τα χέρια και τα χαμόγελα σας. Αυτά θα μιλήσουν για σας απόψε. Τα γραπτά σας άλλωστε έχουν μιλήσει ήδη. Εγώ θα είμαι η οικοδέσποινα. Θα έχω το γενικό πρόσταγμα αφού θα έρθετε στα λημέρια μου, αλλά δεν θα είμαι καθόλου καταπιεστική. Θα μπορείτε να εκφράζεστε όπως και όσο θέλετε. Θα είναι μεγάλη η γιορτή, με μουσικές χορευτικές και γέλια και τραγούδια. Θα επιθυμούσα μια θριαμβευτική είσοδο. Να είστε όλοι μαζεμένοι και να εμφανιστώ λαμπερή και απαστράπτουσα κατεβαίνοντας μια στριφογυριστή σκάλα. Σαν τις ταινίες. Μπα, όχι, ντρέπομαι λίγο. Καλύτερα να έχετε μαζευτεί, να είμαι κάπου κρυμμένη και να σας παρακολουθώ πριν εμφανιστώ. Να δω ποιοι είστε κι αν ταιριάζουμε. Και μετά να έρθω σχετικά αθόρυβα, σε χαμηλούς τόνους.
Αρχίσατε να φτάνετε σιγά- σιγά.
Να ορίστε, βλέπω τη Ντόλυ. Έγινε κιόλας ο αρχηγός της παρέας. Πληθωρική και γελαστή, αστράφτει με διαμάντια από πάνω ως κάτω, καπνίζει συνέχεια και μιλάει με όλους. Ένα γνήσιο party animal! Πως τα κατάφερε κι ενώ δεν ήξερε κανέναν τους γνώρισε ξαφνικά όλους; Τους τράβηξε κοντά της όπως τα λουλούδια τις μέλισσες. Τους υπνώτισε θαρρείς και τους έκανε να μην μπορούν χωρίς αυτήν. Α, να κι ο κατ’ όνομα συμμαθητής της padrazo. Στέκεται σκεφτικός σε μια γωνία και καπνίζει. Είναι κάπως μελαγχολικός τον τελευταίο καιρό. Συλλογίζεται τις κόρες του που μεγαλώνουν. Μεγαλώνει κι ο ίδιος. Αναπόφευκτο. Αλλά μόνος; Ο άλλος, ο κατ’ ουσίαν συμμαθητής της, Χαρτοπόντικας έφτασε κι αυτός. Αποφεύγει τις πολλές συναναστροφές και τα πηγαδάκια. Ευγενικός βέβαια, είπε ένα γεια σε όλους, έριξε μια αυστηρή ματιά στη Ντόλυ του τύπου μην τολμήσεις να βγεις στα μικρόφωνα και να πεις ότι είμαι εδώ και πήγε αμέσως να ψάξει τη βιβλιοθήκη μου. Το κάνει διακριτικά, ενώ συγχρόνως ρίχνει φευγαλέες ματιές να δει αν τον κοιτάζουν. Α, να βρήκε κάτι που του αρέσει. Το βάζει στην άκρη. Να θυμηθεί να μου το ζητήσει μετά. Θα του το δώσω. Λέω να του το χαρίσω μάλιστα. Αφού του αρέσει τόσο, ας το κρατήσει δικό του. Α, να κι ο Μάρκος. Είναι κάπως αμήχανος. Θέλει να χαιρετήσει αλλά διστάζει. Κάθε που τον κοιτάνε, στρέφει το κεφάλι αλλού. Βρήκε κανά δυο κι άρχισε να τους μιλάει για υπαρξιακά ζητήματα. Θαυμάζει το άφθονο γαλλικό κρασί πορφυρού χρώματος που ρέει άφθονο αλλά στο τέλος παίρνει μια μπυρίτσα και κατευθύνεται προς τη βεράντα. «Μακάρι να ήμουν ιππότης» σκέφτεται κι εκστασιασμένος κατεβάζει μια γενναία γουλιά απ’ το ποτό του. Α, να και μια πολύ εκλεπτυσμένη ύπαρξη με κινητό στο χέρι. Φωτογραφίζει διακριτικά ό, τι της κάνει εντύπωση. Τώρα βγάζει το καραβάκι μου. Θα γράψει αύριο ότι θέλει να το πάρει και ν’ ανοιχτεί στο πέλαγος με άγνωστο προορισμό. Νιώθει λέει μοναξιά. Μα, μοναξιά με τόσο κόσμο; Ήρθε κι η Μιραντολίνα με επαναστατικά πανώ και διακηρύξεις και μας έφερε τον αυτοκράτορα. Μα δεν τον είχε στείλει διακοπές για το καλοκαίρι; Έχουμε και εκπλήξεις. Μόλις μας κατέφτασε η Λεμονίτα απ’ τη Βόρειο Ελλάδα. Μα τι δροσιστική που είναι, σαν παγωμένη λεμονάδα που σε δροσίζει μέσα στο καλοκαίρι! Αλλά και η ομογένεια μας τιμάει. Ναύλωσε ειδικό σκάφος η Krotkaya κι έφτασε από Βρυξέλλες. Είχε υποσχεθεί πως δεν θα έχανε το πάρτυ για τίποτα στον κόσμο. Αυτό το κορίτσι τελικά είναι ικανό για όλα. Φοράει φουστάνι σε χρώμα λάιμ. Αμάν πια μανία μ’ αυτό το αχνοπράσινο. Φέρνει δώρο ένα τεράστιο παγωτό Haagen Dazs. Κι ο Σωκράτης απ’ τη Γερμανία ήρθε και φέρνει δώρο τα ποιήματα του τις Σημύδες. Αλλά κι ο Δύων Ανατέλλων απ’ τη γοητευτική Κύπρο. Αυτός μάλιστα θα επιμεληθεί και του μουσικού προγράμματος. Μα για στάσου, κάποιος μοιράζει λουλούδια στις κυρίες της βραδιάς. Μα ναι, ποιος άλλος απ’ το Σταύρο. Ελπίζω να έφερε κίτρινα τριαντάφυλλα για την οικοδέσποινα. Είναι τ’ αγαπημένα μου. Α, έπιασα κι αυτόν που κοιτάζει τα φαγητά και κάτι σημειώνει. Σίγουρα ψάχνει να βρει τα υλικά της συνταγής. Κάτι του λείπει καθώς δοκιμάζει. Θα με ξεμοναχιάσει μετά να του αποκαλύψω τα μυστικά της κουζίνας μου. Ελπίζω να γράψει πόσο εύγεστα ήταν όλα. Μα ποια είναι αυτή με το μαντήλι και τα σκούρα γυαλιά; Ποια άλλη, η Γιουτζίν που έφερε μαζί της και τη δεσποινίδα Περαβρεχοπούλου. Και η Ρεγκίνα είναι εδώ. Κάποιους πλανεύει με αποπλάνηση. Φωνές ακούγονται απέξω. Η Μανταλένα φτάνει. Ελπίζω να νιώσει άνετα εδώ. Μην μας περάσει για συμμορία, νομίσει ότι την κατασκοπεύουμε κι εξαφανιστεί. Κάποια μυστηριώδης ύπαρξη μπαίνει. Πλησιάζει κανά δυο και τους απευθύνεται σε τέλειο ποιητικό μέτρο. Ένας μόνο της απαντάει στο ίδιο στυλ. Να, μόλις μπήκε κι η Ελληνίδα που απαγγέλλει ποιήματα. Γράφει, γράφει κι όλα σε άσπρο και μαύρο. Έτσι είναι τα κέφια της λέει τώρα τελευταία. Μα για να της ρίξουμε λίγη χρυσόσκονη να δούμε αν θα της κάνει καλό. Θα ‘ ρθουν κι άλλοι, πολλοί. Τους κάλεσε η Ντόλυ. Μια προσταγή έδωσε απ’ το κινητό της και υπάκουσαν αμέσως. Αν μπορούσαν ας έκαναν κι αλλιώς. Κατσόβρακος, Ψιλικατζού, Αμελί, Ιφιμέδεια. Αλόμπαρ, Χνούδι και τόσοι άλλοι. Μέχρι και γοργόνες φτάνουν. Να την η Ελένη. «Έκλεισα για λίγο τη γοργονοταβέρνα κι ήρθα» λέει κι ένα ροζ αρκούδι κρέμεται απ’ το χέρι της κόντρα στα τελευταία γραφόμενα της.
Η μουσική άρχισε. Τα ποτά πάνε κι έρχονται. Όλοι δείχνουν πως τελικά περνούν θαυμάσια. Να μην παινέψω τον οίκο μου; Είδατε; Λέω οίκος κι όχι σπίτι μου έτσι για να αποτίσω φόρο τιμής στην προσφάτως πολυπαινεμένη καθαρεύουσα.
Παίζουν το τραγούδι μου. You are just too good to be true
Can’t take my eyes of you.
You’ ve been like heaven to touch
Oh I wanna hold you so much

Θέλω να χορέψω. Φτάνει πια η κλειδαρότρυπα. Λικνίζομαι με ελαφριά συστολή και κατεβαίνω. «Θέλεις να χορέψεις μαζί μου»;

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

Βικτωρία- Μαρία

Στον φούρνο της γειτονιάς για ψωμί. Η κυρία με εξυπηρετεί ενώ το κοριτσάκι της, ένα μικρό μελαχρινό σγουρομάλλικο γύρω στα πέντε κάνει την εμφάνιση του με ύφος χιλίων καρδιναλίων, αρπάζει ένα κομπιουτεράκι και υποδύεται ότι κάνει αριθμητικές πράξεις, μιλώντας σε γλώσσα ακαταλαβίστικη. «Πώς σε λένε»; τη ρωτάω με το χαζοχαρούμενο ύφος που συνήθως έχω μπροστά σε μικρά παιδιά. «Βικτωρία Μαρία τάδε», απαντάει με άνεση. Το τάδε είναι το επίθετο. Τα μικρά παιδιά συνήθως λένε όλο το ονοματεπώνυμο τους όταν τα ρωτάς πως τα λένε. Βικτωρία, ωραίο όνομα»! της απαντάω σε τόνο θαυμαστικό. «Γιατί είναι ωραίο»; με ρωτάει με αθώα θρασύτητα. «Ε, δεν το έχουν και πολλά παιδάκια» της λέω» «Ξέρεις κανένα άλλο παιδάκι που να το λένε Βικτωρία»; «Την ξαδέρφη μου» απαντάει στον ίδιο τόνο ξανά. «Α, εντάξει τότε», της λέω και της χαϊδεύω το χεράκι. Το τραβάει απότομα και ρωτάει πάλι κοιτώντας με κατάματα και διερευνητικά συγχρόνως «Γιατί μου χαϊδεύεις το χέρι»; «Γιατί σε συμπάθησα» της λέω. «Να, αν θέλεις χάιδεψε με κι εσύ» και της τείνω και το δικό μου χέρι. «Όχι, δεν θέλω» λέει και μουτρωμένη εξαφανίζεται στα άδυτα του φούρνου.

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006

Όνειρο θερινής νυκτός

Χορεύει η μέρα σήμερα και κάνει μαγικά. Κι έρχεται η νύχτα, ζεστή, καλοκαιρινή, ερωτική και πλανεύει. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!
Κατά το θερινό ηλιοστάσιο, άνοιγαν οι ουρανοί σύμφωνα με τους αρχαίους κι εισακούγονταν οι ευχές των θνητών. Μια τέτοια νύχτα στο«Όνειρο θερινής νυκτός», ο Σαίξπηρ περιγράφει την τρέλα του έρωτα να κυριαρχεί, τα παράξενα, ανατρεπτικά, αλλόκοτα τερτίπια μυστικών δυνάμεων που αναστατώνουν τους θνητούς και τους μπερδεύουν. Ο Όμπερον, ο βασιλιάς των ξωτικών ερωτεύεται ένα αγόρι, ενώ η βασίλισσα Τιτάνια κοιμάται και χαίρεται τον έρωτα ενός μάστορα που έχει μεταμορφωθεί σε γάιδαρο
Τα ξωτικά του δάσους με πρωτεργάτη τον Πουκ αλλάζουν τα φίλτρα και περιπλέκουν τους έρωτες τεσσάρων νέων, της Ελένης, της Ερμίας, του Λύσσανδρου και του Δημήτρη.


Κοιμήσου εσύ στο χώμα γλυκά
ονειρικά σταλάζω σταξιά
στου ματιού την καρδιά
να γειάνει γητειά
και σαν σηκωθείς
μ’ αναγάλλια ψυχής
στου φωτός την αχλύ,
να δεις με νέα ματιά
καλής ποθητής
την ώρια θωριά!
Κι όπως λέει η παροιμία
το ρητό κι η ιστορία
για να’ ρθει ο κόσμος γύρα
κάθε αρσενικό και μία
όρα από πολύ παλιά
Δευκαλίωνα και Πύρρα.
Εύκολα δεν κρύβεις έρωτα και βήχα!
πάντα θα’ χει η σελήνη χάση
κι η θάλασσα φουσκονεριά
θα΄χει η γουστέρα ράχη
και ο γάιδαρος αυτιά
θα ‘χει ο νέος στο πλευρό τη ναι
κι όλα θα’ ναι μια χαρά!

Στην Έλντα του χθες του σήμερα και του αύριο!

Υπάρχουν κάποιες γειτονιές στην Αθήνα που είναι πολύ αποκαλυπτικές. Περπατάς στα δρομάκια τους και νομίζεις ότι κάποιος σου κάνει πλάκα κι ότι ο χρόνος έχει γυρίσει πίσω κάτι δεκαετίες. Χαμηλά σπιτάκια, υπόγεια μαγέρικα, άντρες έξω απ’ τα καφενεία παλιού τύπου, παιδιά με παγωτό ξυλάκι στα πεζοδρόμια, γυναίκες συγκεντρωμένες στα πεζούλια να συζητάνε, δυο αγόρια σε μια περιφραγμένη αλάνα που παίζουν ποδόσφαιρο. Εικόνες από μια Αθήνα του ’50 και του ‘ 60, ντυμένη όμως με άλλα χρώματα και με ξένες φωνές ή ξενικές προφορές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα στενοσόκακα, υπάρχει μια αυλή. Ασπρισμένη σαν από χέρι νοικοκυράς, καθαρή, ήσυχη και σκιερή. Κάποτε θα φιλοξενούσε τους κατοίκους του σπιτιού. Τώρα το σπίτι έγινε μπαράκι καφετέρια και η αυλή περιμένει πελάτες. Δυο τρία τραπεζάκια όλα – όλα, ένας αναπαυτικός καναπές που σε προκαλεί να ξαπλωθείς πάνω του, όμορφη και καθόλου επιτηδευμένη ατμόσφαιρα, ένα δενδράκι ελιάς στη μέση, κι ένας πάγκος μπαρ στο βάθος. Και μέσα απ’ τον πάγκο ξεπροβάλλει ένα κοριτσάκι. Θα’ ναι γύρω στα 9. Με μια καστανή αλογοουρά, βερμουδίτσα, μακώ μπλουζάκι με τιράντες, βαμμένα νύχια στα χέρια και στα πόδια και κάθε τόσο να βουτάει ένα βετέξ μέσα σε μια λεκανίτσα και να καθαρίζει το μπαρ.
Κουνάει αρνητικά το κεφαλάκι της όταν τη ρωτάμε αν παίρνει παραγγελία. «Εγώ δεν μένω εδώ. Είμαι δίπλα. Αλλά επειδή δεν έχω φίλο, έρχομαι και καθαρίζω»… μας λέει χαμογελώντας και συγχρόνως αποκαλύπτει την οδοντοστοιχία της με τα μισά δόντια να περιμένουν να αντικατασταθούν. Μου καρφώνεται στο μυαλό η φράση «δεν έχω φίλο». Τι εννοεί η μικρή; Μάλλον φίλο να παίξει θα εννοεί. Βυθίζομαι πιο πολύ στα μαξιλάρια του καναπέ και αργοπίνω τον καφέ μου επιθυμώντας να υπήρχε μια θάλασσα μπροστά να μας προσφέρει τη δροσιά της και παρατηρώντας συχνά και το κοριτσάκι. Αυτό συνεχίζει να καθαρίζει, ωστόσο σαν να νιώθει βλέμματα πάνω της, ακκίζεται με αθωότητα καθώς τεντώνει το βετέξ ή αργότερα καθώς μπαινοβγαίνει για να διακοσμήσει τα τραπέζια με τασάκια, κεράκια και κατάλογο.
Κάποια στιγμή τη φωνάζει η μητέρα της. Μάλλον είναι από οικογένεια μεταναστών. Στον ήχο της φωνής της μητέρας διέκρινα μια ανεπαίσθητη προφορά. Η μικρή όμως πρέπει να έχει γεννηθεί εδώ. Τι σημασία έχει; Καμία. Το καταγράφω απλώς για τη σημειολογία του πράγματος. Ύστερα από λίγο, η μικρή ξανάρχεται. Πρόθυμη ψάχνει να βρει που να χαλάσει το χαρτονόμισμα για να μας φέρει τα ρέστα. Χαμογελάει ευγενικά και με θάρρος. Μάλλον συμπαθηθήκαμε.
«Πώς σε λένε»; τη ρωτάω φεύγοντας. «Έλντα», απαντάει εκείνη. «Ωραίο όνομα έχεις», της λέω. «Ευχαριστώ πολύ», απαντάει η Έλντα και χαμογελάει ενώ κατεβάζει μια ιδέα και τα ματάκια της.
«Γεια σου μικρούλα εννιάχρονη Έλντα», λέω από μέσα μου καθώς απομακρύνομαι. «Να’ ξερες πόσο διαφέρεις από πολλές συνομήλικες σου και πόσο θυμίζεις κοριτσάκι παλιότερης εποχής».

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Ανοίξαμε ξανά και σας περιμένουμε

Μετά από ένα δεκαήμερο απραξίας, επανέρχομαι. Καλωσόρισα! Φαίνεται σαν να ευλογώ τα γένια μου ε; Ας μου συγχωρεθεί ο εγωισμός, που ευλογώ τον εαυτό μου δηλαδή. Είχα περιπέσει σε μια θερινή μελαγχολία. Ίσως έφταιγε κι αυτός ο Ιούνιος που μεταμφιέστηκε σε φθινοπωρινό μήνα έστω και για μια εβδομάδα. Ένιωθα κουρασμένη όλη την ώρα. Την προηγούμενη βδομάδα ένιωθα πως ήμουν ένα σακί που το άγεις και το φέρεις. Ξύπναγα μηχανικά, πήγαινα στη δουλειά κι επαναλάμβανα μια απ’ τα ίδια περιμένοντας να σχολάσω. Επιπλέον, έχασα κάθε ικανότητα συγκέντρωσης. Ήθελα να διαβάσω ένα βιβλίο και κατέληγα να διαβάζω την ίδια σελίδα άπειρες φορές χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. Ήθελα να επιδοθώ στο προσφιλές μου σπορ του γραψίματος και δεν μπορούσα να γράψω ούτε γραμμή. Άφηνα την τηλεόραση να παίζει χωρίς να παρακολουθώ τίποτα. Απλώς, για να υπάρχουν κι άλλοι ήχοι στο σπίτι. Επιπλέον, είχα και γρίπη! Κι αυτά ήταν τα εξωτερικά σημάδια. Όσον αφορά στα εσωτερικά, εκεί υπήρχε μεγάλος αναβρασμός και μαυρίλα. Δεν κατέληξα πουθενά, απλώς σήμερα ξύπνησα με τη διάθεση κάπως πιο ανεβασμένη. Με κούρασε αυτή η βαριά διάθεση και θέλω να την πετάξω από πάνω μου σαν παλιό φθαρμένο ρούχο που αποφάσισα να μην ξαναφορέσω. Κι ας ξέρω πως αργά ή γρήγορα θα ξανάρθει. Τώρα πάντως δεν έχω όρεξη να το ξαναδώ. Το παραχώνω στο βάθος της ντουλάπας και φοράω κάτι πιο χαρούμενο. Ανοίγω κι ένα παράθυρο κι αγναντεύω. Φόρεσα τα καλά μου και περιμένω.

Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2006

Δύναμη ζωής

Έχει το όνομα μυθολογικής θεάς της γονιμότητας. Μετράει 81 χρόνια ζωής. Γεννήθηκε στο κέντρο της παλιάς Αθήνας, στην Πλάκα. Μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον της Βασιλίσσης Σοφίας. Ανήκει σε παλιά γνωστή οικογένεια ηθοποιών. Μοναχοπαίδι. Αποζητούσε πάντα την προσοχή των πολυάσχολων γονιών της. Δεν την είχε. Κι ένα αδερφάκι. Ούτε αυτό το απέκτησε. Στη θέση του, της έφερε η μητέρα της από μια τουρνέ στην Αφρική ένα κουκλάκι αραπάκι. Το αγαπούσε σαν υποκατάστατο ανθρώπου. Ζούσε υπερπροστατευμένη. Μην τύχει και κρυώσει, μην συναναστρέφεται άλλα παιδιά στον τότε Βασιλικό Κήπο και την κολλήσουν μικρόβια. Η πρώτη νταντά της φερόταν άσχημα. Την ανέλαβε μια κοπέλα 20 χρονών από τη Μυτιλήνη, η Ασπασούλα. Ορφανή και άσχημη, δούλευε αρχικά στο σπίτι σαν μαγείρισσα. Μετά, αναβαθμίστηκε σε παραμάνα. Η μικρή την αγάπησε παράφορα.
Όταν μεγάλωσε πήγε σχολείο, σ’ ένα απ’ τα καλά της εποχής. Είχε δασκάλα την μετέπειτα γνωστή σε όλους μας Θεία Λένα. Ο επαγγελματικός της δρόμος ήταν προδιαγεγραμμένος. Ασχολήθηκε και κείνη με το θέατρο. Παντρεύτηκε νωρίς, αμέσως μετά το σχολείο κι απόκτησε δύο παιδιά. Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα στα 21 της χρόνια και κόντρα στα συντηρητικά ήθη της εποχής της, παράτησε τον πρώτο της άνδρα και κλέφτηκε κυριολεκτικά με τον δεύτερο. Έζησαν μαζί εξήντα ολόκληρα χρόνια. Χώρισαν όταν εκείνος έφυγε απ’ αυτόν τον κόσμο το περασμένο καλοκαίρι. Τους γνώρισα μαζί τα τελευταία χρόνια και κρατώ μια εικόνα απ’ όλα όσα έμαθα για τη ζωή τους, μια εικόνα που είδα με τα ίδια μου τα μάτια ένα ζεστό μεσημέρι του περασμένου καλοκαιριού, λίγες μέρες πριν το ταξίδι εκείνου. Άρρωστος κι ανήμπορος στο κρεβάτι του, κυριολεκτικά σκιά του εαυτού του και χωρίς να μπορεί να μιλήσει πια, κατέβαλλε προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί. Κρατήθηκε απ’ το γεροντικό της μπράτσο κι ακούμπησε το χέρι του στο στήθος της. Εκείνη του έλεγε «μωρό μου σ’ αγαπώ» σαν να ήταν ακόμα έφηβη. Εκείνος την κοίταγε και της απάντησε με το βλέμμα. Και η εικόνα τους, η κίνηση των σωμάτων τους και κείνο το χάδι ήταν κάτι ανάμεσα σε μητρικό αγκάλιασμα κι ερωτική ανάμνηση.
Από πέρυσι ζει μόνη της στο σπίτι τους. Αφού ανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειας της στο να κάνει μια εκδήλωση για τον αγαπημένο της και να γράψει γι’ αυτόν σε τοπική εφημερίδα, ξορκίζει τώρα τη μοναξιά της γράφοντας.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με κινητικά προβλήματα και κλονισμένη ηλικία, ξεκίνησε να γράφει μπροστά στον υπολογιστή μια εισαγωγή για μια σειρά ποιημάτων της που θα ήθελε να εκδώσει. Παρασυρμένη απ’ τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, απ’ αυτά που την πόνεσαν κι απ’ την αγάπη που στερήθηκε στα παιδικά της χρόνια και κέρδισε αργότερα, καταλήγει να γράφει την ιστορία της ζωή της.
Διάβασε κι ένα βιβλίο πρόσφατα, τη «Συναισθηματική νοημοσύνη» και κατάλαβε όπως μου είπε, τα δικά της συναισθηματικά κενά στα πρώτα τρυφερά χρόνια της ζωή της.
Μου τηλεφωνεί πολύ συχνά να με συμβουλευτεί για συντακτική διατύπωση ή να με παρακαλέσει να πάω σπίτι της να ρίξω μια ματιά για τυχόν ορθογραφικά λάθη. Τις περισσότερες φορές δυσανασχετώ αν και ποτέ δεν της το δείχνω. Είναι που νιώθω κουρασμένη μετά τη δουλειά που οι ρυθμοί της καθημερινότητας με κάνουν νευρική ή που θα ήθελα να κάνω κάτι καλύτερο εκείνη την ώρα . Πηγαίνω πάντα. Και μετά μετανιώνω για τις πρότερες σκέψεις μου και ντρέπομαι. Σκέφτομαι πόσο σκληρή είναι η μοναξιά της σε συνδυασμό με το χρόνο που κυλάει με γοργό ρυθμό αντίστροφα. Σκέφτομαι πως αυτή η γυναίκα σπάνια πια βγαίνει απ’ το σπίτι. Θαυμάζω το θάρρος και τη δύναμη της να γράφει ακαταπόνητη και την ελπίδα της να κάνει τα γραπτά της βιβλίο. Κοιτάζω με δέος τα μάτια της που είναι όλο σπιρτάδα όταν της κάνω κολακευτικά σχόλια για τα γραπτά της ή όταν της ζητάω περισσότερες λεπτομέρειες. Μεταμορφώνεται ξανά σε κοριτσάκι. Και η μόνιμη ερώτηση της είναι: «μα τελικά θα βγει πολύ μεγάλο, θα ενδιαφέρει κανέναν»; Κι εγώ την παροτρύνω να συνεχίσει αφού της κάνει καλό και ξαλαφρώνει η ψυχή της.

Αποφάσισα να γράψω το post και της το αφιερώνω εν αγνοία της για την περίπτωση που κανείς ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά που γράφει και για να μεταδώσω σε όλες τις τεθλιμμένες ψυχές της μπλογκόσφαιρας (που απ’ ότι έχω διαπιστώσει δεν είναι και λίγες) τη δύναμη ζωής ακόμα κι όταν αυτή η ζωή πλησιάζει στο φυσικό και δρομολογημένο της τέλος.

Δευτέρα, Ιουνίου 05, 2006

Άνευ σχολίων...

- Τον Μάρτιο του 1944, στη Νότια Καρολίνα των ΗΠΑ, ο 14χρονος Τζορτζ Στίνι δολοφόνησε δύο κορίτσια 8 και 11 ετών, ενώ έγινε ο νεαρότερος θανατοποινίτης, που εκτελέσθηκε στην ιστορία της χώρας, λίγους μήνες αργότερα.
- Το 1968, η 10χρονη Μαίρη Μπελ καταδικάσθηκε για τον στραγγαλισμό δύο αγοριών, τριών και τεσσάρων ετών. Οταν η αστυνομία ανακάλυψε τα πτώματα δύο ημέρες αργότερα, η μητέρα της Μαίρης τη ρώτησε γιατί το έκανε. Η μικρή απάντησε «γιατί ήθελα να τους δω σε φέρετρα». Η Μαίρη καταδικάσθηκε σε ανθρωποκτονία από αμέλεια και αποφυλακίσθηκε το 1980.
- Toν Φεβρουάριο του 1993, δύο δεκάχρονα αγόρια παρέσυραν τον Τζέιμι Μπάλτζερ, τριών ετών, από εμπορικό κέντρο του Λίβερπουλ της Αγγλίας, τον χτύπησαν μέχρι θανάτου και εγκατέλειψαν το σώμα του στις γραμμές του τρένου, ώστε οι αρχές να νομίσουν ότι είχε χτυπηθεί από διερχόμενο συρμό. Η υπόθεση διαλευκάνθηκε χάρη στις εικόνες, που είχαν καταγράψει οι κάμερες ασφαλείας του εμπορικού κέντρου.
- Στις 24 Μαρτίου 1998, δύο αγόρια, 11 και 13 ετών, εισήλθαν στο γυμνάσιο του Τζόουνσμπορο του Αρκάνσας, άνοιξαν πυρ με στρατιωτικές καραμπίνες και σκότωσαν τέσσερις συμμαθήτριές τους.
- Το 1999, ο 12χρονος Λάιονελ Τέιτ από τη Φλόριντα, έδειρε μέχρι θανάτου την 4χρονη Τίφανι για να «μιμηθεί τους παλαιστές της τηλεόρασης», όπως είπε στην απολογία του.
- Το 2000, ο εξάχρονος Ντέντρικ Οουενς έφερε το όπλο του πατέρα του στο δημοτικό σχολείο του Μίσιγκαν και σκότωσε τη συμμαθήτριά του Κάιλα Ρόουλαντ φωνάζοντας: «Δεν σε συμπαθώ!».

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

Σκόρπιες καλοκαιρινές σκέψεις

Παλιότερα η 1η Ιουνίου σήμαινε κάτι ιδιαίτερο. Θυμάμαι τη χρονιά που τέλειωνα την πρώτη δημοτικού. Με πήγαινε η γιαγιά σχολείο και μέσα στο ασανσέρ συναντήσαμε τις δίδυμες Δώρα και Μάχη που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία και τέλειωναν τότε την έκτη. «Άντε, σε εννιά μέρες τελειώνει το σχολείο και του χρόνου γυμνάσιο», τους είπε η γιαγιά. Εγώ έκανα υπομονετικά από μέσα μου την μαθηματική πράξη. Με περίμεναν άλλα 11 χρόνια σχολείου, αλλά εκείνη τη στιγμή το μόνο που είχε σημασία ήταν οι εννιά μέρες που απέμεναν. Μετά, θα άρχιζαν οι καλοκαιρινές διακοπές.
Κάποια άλλη χρονιά πάλι, 1η Ιουνίου, με θυμάμαι στην αυλή του σχολείου να παίζω λάστιχο. Ακόμα δημοτικό πήγαινα. Έκανε ζέστη και οι ρυθμοί του σχολείου είχαν χαλαρώσει εντελώς. Καθώς πήδαγα στο λάστιχο μανιωδώς, μέτραγα εννιά μέρες σχολείου ακόμα κι αμέτρητα παγωτά κακάο ΕΒΓΑ που μου άρεσαν πολύ- 5 δραχμές το παγωτό τότε-.
Σήμερα, 1η Ιουνίου του 2006 και δεν έχω να μετρήσω πια εννιά μέρες για το σχολείο, ούτε αριθμό παγωτών, ούτε λάστιχο. Αυτά φαίνεται πέρναγαν στο υποσυνείδητο μου όλη τη μέρα κι έτσι καθώς οδηγούσα πριν από λίγο προς το σπίτι, μου ήρθε στο μυαλό η φράση «μ’ έπιασε το καλοκαίρι» κι αναρωτήθηκα αν στέκει σαν φράση και γιατί δεν τη χρησιμοποιούμε και τόσο. Έχω ακούσει για παράδειγμα κι έχω πει (κάθε χρόνο το λέω) «μ’ έπιασε η άνοιξη», εννοώντας όλη αυτή την ερωτική κι αισιόδοξη διάθεση που βγάζει η συγκεκριμένη εποχή. Η φύση αναγεννάται, τα ζωάκια που έχουν πέσει σε χειμερία νάρκη ξυπνάνε ( η αλεπού δεν ανήκει σ’ αυτά), τα αποδημητικά μας επισκέπτονται και τα δίποδα όπως εμείς, ζητάμε λιακάδες, καφέδες σε υπαίθριους χώρους, έρωτες και μυρωδιές από άνθη λεμονιάς ή γιασεμιού στους δρόμους. Και σήμερα που είναι 1η Ιουνίου, στο μυαλό μου σφηνώθηκε ξαφνικά η φράση «μ ‘έπιασε το καλοκαίρι». Δηλαδή, υπερθεματίζοντας στο προηγούμενο περί ανοίξεως, θέλω μόνο λιακάδες, καθόλου δουλειά, αίσθηση θάλασσας, διακοπές, διακοπές και διακοπές, μεσημεριανούς ύπνους (πόσα χρόνια έχει να μου συμβεί αυτό;) και εννοείται στον υπερθετικό βαθμό ό, τι έχει αφυπνιστεί την άνοιξη.
Όταν μπει το φθινόπωρο, θα με «πιάσει» κι αυτό, πράγμα που σημαίνει μελαγχολία, θ’ ανοίξουν τα σχολεία (καλά αυτό πια δεν με αφορά), θα μικραίνει η μέρα, πρωτοβρόχια (αυτά δεν είναι κι άσχημα) και γκρίνια.
Για τον χειμώνα δεν λέω τίποτα. Αυτός με «πιάνει» με το επιβεβλημένο του δίμηνου Δεκέμβρης – Γενάρης που σημαίνει φόρα τα καλά σου κι ένα χαμόγελο και μην σταματάς να λες Χρόνια πολλά, Καλή Χρονιά και γενικά να εύχεσαι διάφορα, όπως π.χ να ντυθείς αόρατος τις απόκριες!!! Βέβαια, μέχρι τότε έχουμε καιρό.
Τώρα λέω ν' αφήσω τις γκρίνιες και ν' απολαύσω το καλοκαιράκι, έστω και χωρίς το ανέμελο άλλων χρόνων.

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2006

Έκθεση Α' Δημοτικού














Επειδή προβλέπω στο μέλλον σφαγή αν αποκαλυφθεί ότι η ζυγαριά κλίνει στη μεριά του ενός, αποφάσισα να δημοσιεύσω την έκθεση της Α’ δημοτικού του αδερφού του Αλέξανδρου, με θέμα: « Ένα δώρο που μου χάρισαν».

Εννοείται πως οι λόγοι εκτός του να επιφέρουν την ισορροπία, είναι εντελώς ιδιοτελείς αφού το δώρο στο οποίο αναφέρεται, του το έχω κάνει εγώ με το αλάθητο αλεπουδίσιο μου ένστικτο για να τον μαγέψω…

Τρίτη, Μαΐου 23, 2006

Παιδική αθωότητα...

Ο μικρός Αλέξανδρος ετών 5, γύρισε χτες σπίτι του απ’ τον παιδικό σταθμό κι ανακοίνωσε όλο περηφάνεια και μ’ ένα πονηρό γελάκι για συνοδεία: «Ο Θανάσης κι η Μαρία έκαναν σεξ»!. Η μητέρα του έμεινε άναυδη να τον κοιτάει προσπαθώντας να μην την πιάσουν τα γέλια.
«Και που ξέρεις εσύ βρε χαζό τι είναι σεξ»; του είπε με περισπούδαστο ύφος ο οχτάχρονος αδερφός του.
Ο μικρός Αλέξανδρος εξακολούθησε απτόητος: « Ξέρω και παραξέρω. Σεξ είναι όταν φιλάς τον άλλο στο στόμα»…

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

Η διαδρομή του Ίωνα Δραγούμη προς την εκτέλεση

Όταν ο 27χρονος Ίωνας Δραγούμης πέρναγε την πόρτα του θεάτρου «Ζιζίνια» της Αλεξάνδρειας στις 19 Μαρτίου 1905, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ερχόταν αντιμέτωπος μ’ ένα παράξενο πεπρωμένο. Οι δυο γυναίκες που ερωτεύτηκε ήταν εκεί. Η μία, στη σκηνή υποδυόταν Ηλέκτρα απ’ την «Ορέστεια» σε μετάφραση στη Δημοτική που παραλίγο να αιματοκυλήσει την Αθήνα το 1903. Η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη. Η άλλη, καθισμένη στο φουαγιέ, χαμογελαστή μέσα στη ροζ μεταξωτή τουαλέτα της. Η Πηνελόπη Δέλτα.
Ο Δραγούμης, δεύτερο απ’ τα εννιά παιδιά του Στέφανου Δραγούμη, σύμφωνα με τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, προοριζόταν για πολιτικός κληρονόμος του πατέρα του. Μόνο που ο ίδιος, επιστρέφοντας απ’ τη Θεσσαλία του 1897, δεν ήξερε πια αν ήθελε να γίνει πολιτικός. Σπούδασε Νομικά για να ικανοποιήσει τον πατέρα του, αλλά δεν σκόπευε να δικηγορήσει. Η Μακεδονία το 1902 είχε στοιχειώσει το μυαλό του με άλλες φιλοδοξίες. Υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών, διορίστηκε πρόξενος στο Μοναστήρι, στον Πύργο της Βουλγαρίας και στη Φιλιππούπολη.
Στην Αλεξάνδρεια, το Υπουργείο τον έστειλε για την αναθέρμανση της ελληνικής κυβέρνησης με την εκεί κοινότητα.
Οι αλεξανδρινές του μέρες κυλούν πληκτικά. «[…] Ο καθένας εδώ κοιτάζει να περάσει την ώρα του παίζοντας χαρτιά, μιλώντας και γελώντας. Τι άδεια ζωή! Άδεια από συγκίνηση, από ταραχή, από αίσθημα, από βάθος […]».
Συχνά του έρχεται η επιθυμία να τα παρατήσει όλα και να γυρίσει πάλι στο Μοναστήρι.
«Αγαπάω τα υπόδουλα μέρη γιατί εκεί αισθάνομαι ελεύθερος να κάνω κάτι πιο ελληνικό. Εκεί τουλάχιστον μπορώ να κάνω μια επανάσταση».

Το Μάη του 1905, η δολοφονία του πρωθυπουργού Δεληγιάννη θα’ ναι το επίκεντρο των συζητήσεων στην Αλεξάνδρεια. Θα’ ναι και μια αφορμή να βλέπει συχνότερα την Δέλτα που έχει αρχίσει ήδη να ερωτεύεται. «Ο Δραγούμης και η Δέλτα ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο», έλεγαν μέχρι πριν λίγα χρόνια κάποιοι εναπομείναντες γέροι Αλεξανδρινοί που έζησαν το ειδύλλιο. «Ακόμα κι αν δεν ήξερες τίποτα, το μάντευες στον αέρα που ανάπνεαν».Η σχέση τους που ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια ενός πλατωνικού έρωτα, ώθησε την Δέλτα στη συγγραφή. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο εκείνη είναι μεγαλωμένη, ο αυστηρός πατέρας της, οι δισταγμοί της ν’ αφήσει άντρα και παιδιά, γράφουν το οριστικό τέλος στο Βεσλάου , έξω απ’ τη Βιέννη το καλοκαίρι του 1908. Ακολουθούν δυο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας της. Απ’ τον χωρισμό τους και μετά θα ντυθεί για πάντα στα μαύρα μέχρι την επιτυχημένη αυτή τη φορά αυτοκτονία της το 1941, τη μέρα που μπήκαν οι γερμανοί στην Αθήνα. Το τελευταίο ερωτικό της μήνυμα προς τον Ίωνα είναι το μυθιστόρημα της «Για την πατρίδα» που μιλάει για την ιστορία δυο ηρώων στη Μακεδονία του 10ου αιώνα.
Ο έρωτας του με τη Μαρίκα Κοτοπούλη ξεκινάει στην Κωνσταντινούπολη του 1908, σε μια βαρκάδα στο Βόσπορο. Θα κρατήσει δώδεκα χρόνια, ως την εκτέλεση εκείνου. Πρόκειται για μια θυελλώδη σχέση που γέννησε τη δυσαρέσκεια πολλών και ειδικά της οικογένειας Δραγούμη που αδυνατούσε να δεχτεί ότι ο γιος τους ζει με μια κοινή – όπως την ονόμαζαν- γυναίκα. Οι εφημερίδες που δεν τον χώνευαν, είχαν βρει ανοιχτό πεδίο για μάχη «Καταχράστηκε λεφτά και τα έδωσε στην ερωμένη του. Πλαστογράφησε επιταγές για να της κάνει θέατρο».
Απ’ το 1916 ζούσαν επίσημα μαζί στο σπίτι της οδού Ξενίας. Η σχέση τους δοκιμάστηκε όλα αυτά τα χρόνια όχι μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά κι απ’ το άστατο του χαρακτήρα και των δυο τους καθώς κι απ’ το φλογερό τους ταμπεραμέντο.
«Σ’ αγαπάω άγρια σαν το θηρίο, ξέρε το»! της έγραφε τα πρώτα χρόνια
Άλλοτε αγαπιόντουσαν τρελλά: «Σ’ αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή» κι άλλοτε έφταναν σε λόγια που πλήγωναν: «Δεν θα γλιτώσεις ποτέ από μένα» του είπε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σμύρνη σ’ έναν από τους πολλούς τσακωμούς τους. «Θα δημοσιεύσω όλα τα γράμματα σου στις εφημερίδες». Με το πέρασμα των χρόνων, ακόμα και η οικογένεια Δραγούμη αποδέχτηκε την Κοτοπούλη σαν χρόνια ασθένεια που δεν γιατρεύεται με τίποτα. Ένα -ένα θα άνοιγε ο Ίων στη Μαρίκα τα παράθυρα του κόσμου. Τη Δέλτα την είχε ωθήσει στο γράψιμο και της είχε εμφυσήσει την ιδέα του αγώνα για τη Μακεδονία. Στη Μαρίκα, θα γνωρίσει την πνευματική διανόηση της εποχής, τον Παλαμά, τον Καρκαβίτσα, τον Καζαντζάκη.
Τους ένωνε η αντιπαλότητα προς τον Βενιζέλο. Τους χώριζε η εξάρτηση της ντίβας απ’ τη μορφίνη.
Την Παρασκευή 31 Ιουλίου 1920, κι ενώ ο Ίωνας παρακολουθούσε πρόβα της αγαπημένης του στο θέατρο, η είδηση ότι δολοφόνησαν το Βενιζέλο στο Παρίσι, τάραξε την Αθήνα. Ο Ίωνας με τη Μαρίκα- φανατικοί αντιβενιζελικοί-ξεκίνησαν για την Κηφισιά μέχρι να εκτονωθεί η κατάσταση στην Αθήνα. Έξω απ’ τη βίλα Θων στους Αμπελόκηπους όπου ήταν το τάγμα του Γύπαρη σταμάτησαν τη μαύρη Φόρντ του Ίωνα αλλά ο λοχίας γρήγορα τους άφησε να φύγουν. Λίγες ώρες αργότερα, ο Δραγούμης, υποκινούμενος απ’ την επιθυμία να γράψει ένα άρθρο για την απόπειρα στην «Πολιτική Επιθεώρηση», ξεκινάει να κατέβει ξανά στην Αθήνα. Τον σταματούν στο ίδιο σημείο. Τον κατεβάζουν βίαια απ’ το αυτοκίνητο και με κλωτσιές τον οδηγούν στο εσωτερικό της βίλας. Κάποιοι πολίτες φώναζαν οργισμένοι «Σκοτώστε το φονιά του Βενιζέλου». Ωστόσο, η είδηση ότι ο Βενιζέλος σώθηκε και ήταν καλά είχε ήδη φτάσει.
Παρών στον κήπο της βίλας και ο Μπενάκης που συνομίλησε με τον Γύπαρη καθώς 8 άντρες με ξιφολόγχες οδηγούσαν τον Δραγούμη στο Φρουραρχείο κατ’ εντολήν του Γύπαρη. Μπροστά στο Αρεταίειο, στα στρατιωτικά λουτρά, το απόσπασμα σταμάτησε. Απ’ τη γωνιά της Παπαδιαμαντοπούλου ο Ρώσος ακόλουθος παρακολουθούσε τη σκηνή σαστισμένος: «Είδα τους στρατιώτες να στήνουν τον άνθρωπο με το άσπρο κοστούμι σ’ έναν τοίχο. Ύστερα έκαναν τέσσερα βήματα πίσω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ετοιμάζονταν να τον εκτελέσουν. Εμείς περιμέναμε το τραμ κι εκατό μέτρα πιο κάτω, ένας άνθρωπος περίμενε το θάνατο».
«Επί σκοπόν», διέταξε ο λοχίας. «Πυρ». Κανείς απ’ τους 8 στρατιώτες δεν πυροβόλησε. «Ρίχτε ρε», φώναξε ο λοχίας. Κι έριξε πρώτος. Την ίδια ώρα έπεσαν και οι σφαίρες του αποσπάσματος. Την ώρα που ο Δραγούμης σωριαζόταν στο έδαφος, μερικές τον βρήκαν πίσω στην πλάτη. Όταν ο λοχίας πλησίασε πάνω του, το αριστερό του πόδι έκανε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις. Ζούσε ακόμα. Τον πυροβόλησε άλλη μια, στο κεφάλι. Το αριστερό πόδι έμεινε ακίνητο.
Η Κοτοπούλη θα μάθει το θάνατο του 23 μέρες αργότερα, όταν δεν θα μπορούν να της κρύψουν πλέον την απουσία του.
Ο Γύπαρης θα φωτογραφίσει τον Μπενάκη ως τον ηθικό αυτουργό στη δίκη των 8 εκτελεστών. Ο Μπενάκης παραπέμπεται για ηθική αυτουργία αλλά αθωώνεται ένα χρόνο αργότερα. Το 1921 ο εισαγγελέας ήταν αντιβενιζελικός, το 1922 ο ανακριτής ήταν βενιζελικός... Στη δίκη του 1935 η ιστορία ξαναζωντανεύει. Ο Γύπαρης εξακολουθεί να εμμένει στον Μπενάκη, οι στρατιώτες όμως διαψεύδουν οποιαδήποτε χρηματική δοσοληψία με το Μπενάκη με σκοπό την εκτέλεση του Δραγούμη. Μέχρι τις μέρες μας, το όνομα του ανθρώπου που έδωσε την εντολή της εκτέλεσης, δεν μαθεύτηκε ποτέ.
Στο σημείο που έπεσε ο Δραγούμης, στήθηκε μια λευκή στήλη το 1921, στην οποία ήταν γραμμένο ότι εκεί έπεσε ο Ίων Δραγούμης «…ο οποίος καθ’ όλην την ζωήν αυτού ηγωνίσθη υπέρ των ελευθεριών του λαού και υπέρ της αναγεννήσεως του
Ελληνισμού και της Ανατολής».
Για την ανέγερση της στήλης συμφώνησαν όλα τα κόμματα κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση κι όπως επίτασσε το ελεγείο που είχε γράψει ο Παλαμάς:

«Λευκή ας στηθεί όπου έπεσες κολώνα
πώς έπεσες, γραφή να μην το λέει…
Λευκή, με της Ελλάδας την εικόνα.
Μονάχα αυτή ταιριάζει να σε κλαίει.
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει…»

Μια προφητική σελίδα απ’ το ημερολόγιο του Δραγούμη:
«Στη γη είμαι και με τρώει το σκουλήκι. Ποιος με θυμάται; Κανένας δεν ήρθε μαζί μου στο χώμα. Γρήγορα θα γιατρευτεί η πληγή τους απ’ το θάνατο μου. Κι όσοι έμειναν ζωντανοί τους παίρνει η ζωή και τους στριφογυρίζει στον τρελό της χορό.».

Τα τελευταία χρόνια κάθε πρωί πέρναγα έξω από το σημείο που εκτέλεσαν τον Δραγούμη χωρίς ποτέ να προσέξω τη λευκή στήλη που στήθηκε στη μνήμη του. Συχνά, έπινα καφέ στον προαύλιο χώρο της άλλοτε έπαυλης Θων, εκεί που τον συνέλαβαν, τον χτύπησαν κι έβγαλαν την απόφαση να τον σκοτώσουν. Σκέφτομαι πάντα ότι δυστυχώς στην πόλη που ζούμε το μπετόν κι η αδιαφορία σβήνουν ηθελημένα και άδικα την ιστορία κάποιων ανθρώπων.

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2006

Το πούμα με τα σμαραγδένια μάτια!

Επειδή αγαπώ ιδιαίτερα τις γάτες και τους συγγενείς τους (ακόμα και οι πιο άγριοι εκπρόσωποι των αιλουροειδών αποτελούν υπόδειγμα ομορφιάς στο ζωικό βασίλειο),
επειδή τα έξυπνα παιδικά βιβλία μ’ αρέσουν πάντα και το βιβλίο που θ’ αναφέρω ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία,
κι επειδή καλό είναι να αλαφρύνουμε και λίγο το κλίμα (απ’ το βαρύ των πρόσφατων μου posts),
αφιερώνω το σημερινό μου κειμενάκι στο πούμα.

Ο τίτλος είναι δανεικός απ’ το ομώνυμο παιδικό βιβλίο του Υβ Μαρί Κλεμάν.
Αναφέρεται σε μια αρκετά επικίνδυνη και περίπλοκη περιπέτεια που έζησε ένα παιδί. Ο πατέρας του Χούλιο Σέζαρ, όπως ονομαζόταν το παιδί, είχε φύγει για να βρει καλύτερη δουλειά, επειδή το ορυχείο στο οποίο δούλευε δεν είχε άλλα σμαράγδια.
Ένα βράδυ ο Χούλιο με το φίλο του Σάμουελ πήγαν για εξερεύνηση στο ποτάμι, κοντά στο χωριό που ζούσαν. Εκεί, άρχισαν να αιχμαλωτίζουν άγρια ζώα από το κολομβιανό δάσος για να τα φωτογραφίσουν, κροκόδειλους, βάτραχους, βόες, ανακόντα. Ξαφνικά, ανακαλύπτουν ένα εκπληκτικό πληγωμένο πούμα που στο λαιμό του κρέμεται ένα τσαντάκι και που είναι κυνηγημένο από παράνομους κυνηγούς. Τα δυο αγόρια βρίσκονται χωρίς να το ξέρουν στην αρχή ενός περίεργου μυστηρίου. Αν το λύσουν, ο πατέρας του Χούλιο θα γυρίσει στο σπίτι!

Τρίτη, Μαΐου 16, 2006

Όνειρο

Μέσα σε σκόνη ονειρική, ζεστές αγκαλιές, φιλιά και λόγια τρυφεράδας
Ως πότε; ρώτησε
Μέχρι να μας χωρίσουν τα κύτταρα του κόσμου.

Δευτέρα, Μαΐου 15, 2006

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. B’ μέρος

Η Παπαδάκη διέπρεψε σε μια εποχή που η προχειρότητα κι ο αυτοσχεδιασμός στο θέατρο θριάμβευαν. Γράφει η Ειρήνη Καλκάνη σ’ ένα άρθρο της: […]Μόνο όποιος είδε την Ελένη να «κρεάρει» ένα ρόλο, είναι σε θέση να μαρτυρήσει τι ακριβώς σημαίνει τούτο…Από τη στιγμή που ήταν να ζωντανέψει στη σκηνή μια ηρωίδα, ο έξω κόσμος έπαυε να υπάρχει γι’ αυτήν. Τα κείμενα των έργων που έπαιζε είναι βασανισμένα από μολυβιές, παρατηρήσεις, σχόλια, σκέψεις που φανέρωναν μια κατανόηση εκπληκτική, όπου καμιά λεπτομέρεια δεν έμενε χωρίς να σχολιαστεί… Διάβαζε τα απάντα, ό, τι είχε γραφτεί για το συγγραφέα, το έργο αλλά και τους ηθοποιούς που το είχαν παίξει…μέσα στη σύλληψη του συγγραφέα έβρισκε την ψυχή της ηρωίδας που γινόταν τώρα δική της ψυχή...Η Ελένη έπαυε να είναι αυτή η ίδια, έπλαθε το βάδισμα της, την κίνηση των χεριών της, το λόγο στα χείλη της, τον πόνο στην έκφραση της… όσες φορές συναντιόμουν με την Ελένη έμενα με την εντύπωση ότι είχα πράγματι ανταμωθεί μ’ ένα «ιερό τέρας»[…]

Οι προσπάθειες παραγκωνισμού της (οι οποίες τις περισσότερες φορές πέτυχαν), ο αμείλικτος πόλεμος που της έγινε, η αναπάντεχη σύλληψή της από το ΕΑΜ με την κατηγορία της «αντιδραστικής» και της «φιλενάδας του Ράλλη» αντικατοπτρίζουν μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Το «Ελληνικόν Αίμα», αντιστασιακή εφημερίδα της Κατοχής, έγραφε στις 15 Οκτωβρίου 1943 για την «ψευδοκυβέρνηση των Αθηνών»: «Ο πρωθυπουργός, κερδοσκοπήσας στο χρηματιστήριο, εδώρησε στον γεροντικό του έρωτα μία ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων». Μιλούσε για τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη και την κόρη ενός φίλου του, τη διάσημη ηθοποιό τού θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. Το άρθρο τη χαρακτήριζε επίσης «ομοφυλόφιλη». H ίδια δεν παραδέχθηκε ποτέ ερωτική σχέση με τον πρόεδρο της δοτής κυβέρνησης. Του είχε όμως επιτρέψει να της στέλνει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να την πηγαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Αργότερα οι ΕΛΑΣίτες που τη συνέλαβαν, έψαξαν και για τη ζώνη αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. H σύλληψη και εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από τον ΕΛΑΣ υπήρξε μία από τις βαρβαρότητες των Δεκεμβριανών. Υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί πλήρως, καθώς έχει καλά κρυμμένα μυστικά. Ιδεολογική διαφορά, υπερβάλλων ζήλος, επαγγελματικός φθόνος ή ερωτική αντιζηλία; Όλα είναι πιθανά, με πιθανότερη εκδοχή τα επαγγελματικά πάθη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελένη Παπαδάκη σε πολλές περιπτώσεις έσωσε ανθρώπους ανεξαρτήτως φρονημάτων, από τους Γερμανούς. Ένας από αυτούς λεγόταν Ελευθερουδάκης. Γιος του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου. Επίσης ο γιατρός Γιώργος Μουστρούφας, κατοπινό στέλεχος του υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του βουνού, ύστερα από παράκληση της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. H Παπαδάκη είχε πρόσβαση και στον δήμαρχο (Άγγελο Έβερτ) και στον πρωθυπουργό. Εν τέλει όμως αυτό έγινε μπούμερανγκ και της κόστισε τη ζωή.
«Δίκη» ήταν, η συνέλευση του Σωματείου Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της Παπαδάκη («Θάνατος στην πουτάνα», φώναζαν κάποιοι) που έστρωσε το έδαφος για την εκτέλεσή της.
Εκείνη δεν προσήλθε για να απολογηθεί, έστειλε όμως την παρακάτω επιστολή στο δικηγόρο του Σωματείου κ. Δάνο: «Λυπούμαι διότι δεν μου είναι επιτετραμμένον να παρουσιαστώ ενώπιον της Συνελεύσεως για να απολογηθώ επί των κατηγοριών, τας οποίας μου αποδίδει η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, λόγω του ανάρμοστου τρόπου καθ’ ον είναι συντεταγμένη αύτη. Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσο αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβάσιμων στοιχείων και συκοφαντικής δυσφημίσεως, οικοδομήματος ασύστολων κατηγοριών βασιζομένων μόνο «επί εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των παρακτικών, μια τοιαύτη άμυνα, επαναλαμβάνω, θα απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπώς ήδη δια της ως άνω αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ, εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτόν και τις αποφάσεις του.Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».
Το φινάλε γράφεται τη νύχτα της 21ης προς 22 Δεκεμβρίου 1944. Ο πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ με το ψευδώνυμο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (...)» Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο.
Και πρόσθεσε: «Δεν λυπήθηκα τίποτα άλλο παρά το γούνινο παλτό της που το πήρε ο Ορέστης».

Πέρασε πάνω από μήνας, όταν στις 26 Ιανουαρίου του 1945, κατά την εκταφή των πτωμάτων στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε το πτώμα της Παπαδάκη σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα, σ’ ένα λάκκο μαζί με τρεις τέσσερις άλλους. Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω απ’ το θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση και με το σώμα της γεμάτο κακώσεις και μια σφαίρα φυτεμένη στον αυχένα. . Μόλις διαδόθηκε το νέο, μαθητές και μαθήτριες της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθαν και κάλυψαν το σώμα με κλαριά. . Κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση σε μια ατμόσφαιρα βαθύτατου πένθους και αγανάκτησης και με πλήθος καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.

«…Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι(…)για να μπορέσουμε να ονομαστούμε χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη(…). Χάσαμε ένα απ’ το πιο τρανά κι απ’ τα πιο σπάνια καυχήματα της ελληνικής σκηνής-χάσαμε έναν καλό φίλο κι έναν ωραίο άνθρωπο(…). Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη…Ίσαμε επάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής, μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη. Μια λέξη ακόμα: συγχώρεσέ μας…» Αλέξης Σολομός, 28.11.1945

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο Θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδερφές, εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Άγγελος Σικελιανός

Η ψυχή της Ελένης Παπαδάκη μπορεί να αναπαυθεί με τη συναίσθηση ότι εξετέλεσε τον προορισμό της, έστω κι αν δεν πρόφθασε να τον συμπληρώσει. Όσοι δημιουργούν και χαρίζουν ομορφιά, δεν ματαιοπονούν(…). Η Ελένη Παπαδάκη δεν πέθανε: Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε όταν τους λησμονάνε, λέει ο ποιητής». Άλκης Θρύλλος , «Νέα Εστία», 1.10.1945

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Η μαμά μου

Σήμερα η μαμά μου έχει γενέθλια. Κι αύριο είναι η γιορτή της μητέρας. Κι αν και έχω ήδη εκφραστεί μέσα από προηγούμενο post αρνητικά για όλες τις επετειακές μέρες τύπου γιορτή της γυναίκας, μητέρα, πατέρα κτλ, παρόλα αυτά νιώθω την ανάγκη σαν δώρο να γράψω κάτι για τη μαμά μου.
Πώς ν’ αρχίσω; Είμαι λίγο αμήχανη. Η μαμά μου αυτή η άγνωστη. Αλήθεια, πόσα πράγματα ξέρω γι’ αυτήν που μ’ έφερε στον κόσμο και πόσα άλλα αγνοώ; Είμαι ένα κομμάτι απ’ το σώμα της και μεγάλωνα προστατευμένη μέσα της 9 ολόκληρους μήνες. Αυτή είναι μια περίοδος απ’ την οποία ούτε εγώ, ούτε και κανείς άλλωστε έχει μνήμες. Η περίοδος που απ’ την ανυπαρξία περνάς στην πρώτη φάση της ύπαρξης. Τρέφεσαι, ξυπνάς, κοιμάσαι και ζεις σε μια σκοτεινή και υγρή περιοχή ενός άλλου σώματος. Κι όταν το αποχωρίζεσαι, μάλλον νιώθεις σαν ψαράκι έξω απ’ το νερό. Μαθαίνεις να το αναγνωρίζεις στην αρχή με τη μυρωδιά και τον ήχο της φωνής. Στη συνέχεια γνωρίζεις και τη μορφή. Και τέλος τον χαρακτήρα.

Η μαμά ήταν κάποτε πολύ νέα κι όμορφη. Βέβαια, αυτό το δεύτερο ίσως να είναι και υποκειμενικό. Άλλωστε, όλα τα παιδιά όμορφη τη βλέπουν τη μάνα τους. Και σε κάποια φάση της παιδικής τους ηλικίας τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιος έχει την ομορφότερη μαμά. Όταν ήμουνα εγώ μικρή, τσακωνόμασταν και για το ποιος έχει την εξυπνότερη. Και συγχέαμε στο μυαλό μας την εξυπνάδα με την εργασία. Επειδή τότε δεν ήταν μεγάλος ο αριθμός των γυναικών που εργαζόταν εκτός σπιτιού, αυτόματα η έννοια της εργασίας ταυτιζόταν απόλυτα με την εξυπνάδα. Η μαμά που δούλευε και ήταν ανεξάρτητη αμέσως γινόταν διαφορετική από τις υπόλοιπες. Αυτό είχε βέβαια και την αρνητική του πλευρά. Έλειπε πολλές ώρες απ’ το σπίτι. Τώρα που το σκέφτομαι όμως, αυτό δεν αποτελούσε και τεράστιο πρόβλημα αν σκεφτεί κανείς ότι οι μαμάδες σήμερα λείπουν απείρως περισσότερο. Παρόλα αυτά, με θυμάμαι κάποτε να της λέω να κάνει την άρρωστη και να μην πάει στη δουλειά για να παίξουμε. Κι όταν υπέκυπτε στο παιδικό χατίρι, παίζαμε το λεγόμενο σπιτάκι, όπου σκεπάζαμε δυο καρέκλες με μια κουβέρτα και χωνόμασταν από κάτω παριστάνοντας τους φυγάδες σ’ ένα κατάλυμα.
Στις παιδικές μου μνήμες, η μαμά ακουγόταν πριν εμείς ξυπνήσουμε για το σχολείο. Κάθε μέρα η ίδια ιεροτελεστία. Το ξυπνητήρι της με τον εξαιρετικά δυνατό θόρυβο, όχι στο κομοδίνο δίπλα της, αλλά στο σαλόνι για ν’ αναγκαστεί να σηκωθεί. Μετά, η μυρωδιά απ’ την κολόνια της, ο θόρυβος απ’ το πιστολάκι, ο ήχος απ’ το κουταλάκι που χτύπαγε το νεσκαφέ και τέλος η πόρτα που έκλεινε. Όταν εμείς ξυπνούσαμε, βρίσκαμε τα ίχνη της στα δυο φλιτζάνια με το γάλα πάνω στο τραπέζι σκεπασμένα με χαρτοπετσέτα για να μην πάει μέσα καμιά μύγα. Ευτυχώς που δεν ήταν εκεί, γιατί το δικό μου από μια ηλικία και μετά το έπινε ο νεροχύτης. Όταν έλειπε, χωνόμουνα στη ντουλάπα της όπως άλλωστε έκαναν και κάνουν όλα τα μικρά κορίτσια. Κοίταζα εκστατική τις τσάντες και τα παπούτσια της, όλα ασορτί και ονειρευόμουν να μεγαλώσω για να έχω κι εγώ τα ίδια. Φορούσα τη ρόμπα της και τη μύριζα. Γινόμουν κι εγώ μαμά για λίγο αν και η ρόμπα με εξυπηρετούσε στο να υποδύομαι την κυρία. Ξάπλωνα στο κρεβάτι της και έπαιρνα πόζες μπροστά στον καθρέφτη, έχοντας στο στόμα κι ένα μολύβι που υποτίθεται ότι ήταν τσιγάρο. Άνοιγα τα μπουκαλάκια με τις κρέμες και τις λοσιόν και τα μύριζα. Αυτός ήταν ένας τρόπος να κάνω ησυχία και να κάνει και καμιά δουλειά μέσα στο σπίτι. Ή τα μεσημέρια ( τότε που ακόμα οι άνθρωποι κοιμόντουσαν μεσημέρι), άνοιγα τα συρτάρια και ανακάτευα τα ρούχα για να την αφήσω να κοιμηθεί 1 ωρίτσα.

Η μαμά μου δεν ήταν μια κλασική μαμά. Τα Σαββατοκύριακα για παράδειγμα, δεν ξύπναγε ποτέ πριν από μας. Αντίθετα, εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία γιατί κοιμόταν και να μην της μιλάμε μέχρι να πιει τον καφέ της γιατί μόνο τότε ήταν ήρεμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν άστοργη μητέρα. Ίσα – ίσα εμείς συχνά παραβιάζαμε το άσυλο της και ορμούσαμε στο κρεβάτι της να την ξυπνήσουμε κι εκείνη γελούσε. Και πολλές φορές μας άρεσε πολύ να κοιμόμαστε στο κρεβάτι μαζί της, όταν έλειπε ο μπαμπάς ταξίδι. Μόνο που κοιμόταν άγαρμπα και τράβαγε όλα τα σκεπάσματα.
Η αγαπημένη μου ανάμνηση είναι όταν με έπαιρνε μαζί της στο κομμωτήριο. Εκεί, πραγματικά κοίταζα σαν μαγεμένη. Θυμάμαι τον κύριο Ρούλη στο υπόγειο που έλουζε τις κυρίες και μου έδινε πάντα φιστίκια για να με κρατάει απασχολημένη ή την κυρία Μαρίτσα που έβαφε τα νύχια και που της πείραζα όλα τα βερνίκια έχοντας ταυτόχρονα και άποψη για το χρώμα που θα έβαφε τα νύχια της μαμάς μου.
Στην επιστροφή, όλο και κάτι ζήταγα να μου αγοράσει. Το συχνότερο ήταν κουζινικά για τις κούκλες μου ή παραμύθια (αυτά με το χοντρό εξώφυλλο- τα ακριβά). Μια φορά το χρόνο, η μαμά μου με πήγαινε στην έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως. Εκεί μου αγόρασε την πρώτη φορά το «Λουΐζα και Λόττη», μια ιστορία δύο δίδυμων κοριτσιών που οι γονείς τους τα είχαν χωρίσει και ξαναβρέθηκαν λίγα χρόνια αργότερα. Πρέπει να ομολογήσω ότι έκανε καλές επιλογές βιβλίων: «η Ζοζεφίνα», «Ούγκο και Ζοζεφίνα», «Ούγκο», «Γράμματα στην Παυλίνα» κά. Πρέπει να ήμουνα γύρω στα 10 με δώδεκα τότε. Εκείνη την εποχή έσπασε το φράγμα των παιδικών ταινιών κι άρχισε να με παίρνει μαζί της στον κινηματογράφο σε έργα για μεγάλους. Ενδεικτικά θυμάμαι την «Εκλογή της Σόφι» με τη Μέρυλ Στριπ όπου δεν καταλάβαινα τίποτα και βαριόμουν φριχτά γιατί είχα το νου μου να γυρίσω σπίτι και να δω τηλεόραση. Ένα καλοκαίρι, στη ταράτσα του Αελλώ, θυμάμαι και τον «Κλέφτη Ποδηλάτων»…
Τα βράδια, η μαμά ήταν αυστηρή. Έπρεπε να κοιμηθούμε μια συγκεκριμένη ώρα και δεν το διαπραγματευόταν με τίποτα. Κι εγώ ζήλευα φριχτά που ήξερα ότι εκείνη με τον μπαμπά καθόντουσαν ως αργά και βλέπανε ταινίες απαλλαγμένοι επιτέλους από παιδιά και φασαρία.
Όλα αυτά τα χρόνια, εννοείται ότι δεν είχα σχηματίσει καμία άποψη για το τύπος είναι η μαμά. Εννοώ σαν χαρακτήρας. Τι σκέφτεται, τι αισθάνεται, τι ήθελε να κάνει στη ζωή της και τι έκανε τελικά. Και νομίζω ότι κανένα παιδί δεν μπαίνει σ’ αυτή τη διαδικασία σκέψης για τους γονείς του. Μεγαλώνοντας, άρχισα να προσπαθώ να τη διαβάσω πίσω απ’ τις γραμμές, ν’ ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω απ’ την εικόνα και να δω αν μπορώ να την εκτιμάω κιόλας εκτός απ’ το αυτονόητο του να την αγαπάω.
Σαν χαρακτήρας, θα έλεγα ότι κατατάσσεται στα αισιόδοξα άτομα. Καμιά φορά λέω μακάρι να της έμοιαζα ως προς αυτό. Είναι βασικά άνθρωπος που ζει στο παρόν. Δεν την απασχολεί ιδιαίτερα το μέλλον κι ούτε έχει συγκεκριμένες εμμονές με το παρελθόν. Αυτό βέβαια έχει τη θετική αλλά και την αρνητική του πλευρά.
Σέβεται με ουσιαστικό τρόπο την ελευθερία του άλλου ανθρώπου. Εμάς για παράδειγμα ουδέποτε μας καταπίεσε. Δεν εναντιώθηκε σε καμία απόφαση σπουδών ή ζωής, δεν υπήρξε αδιάκριτη, δεν ρώτησε ποτέ κάτι που θα μας έφερνε σε δύσκολη θέση, ούτε χρειάστηκε να κλειδώνουμε συρτάρια γιατί δεν έψαχνε τα πράγματα μας. Δεν υπήρξε πουριτανή, δεν είπε ποτέ δεν θα βγεις έξω, δεν θα πας σε πάρτι ή δεν θα πας εκδρομή. Μάλιστα, διηγιόταν συχνά τις δικές τις αντίστοιχες εμπειρίες από πάρτι κι εκδρομές. Εννοείται ότι έλεγε όσα ήθελε να πει κι όχι περιττά περισσότερα. Η μαμά ανέκαθεν πίστευε ότι δεν μπορείς να γίνεις φίλος με τα παιδιά σου, μόνο να έχεις φιλικές σχέσεις κι έτσι ποτέ δεν τροποποίησε τη σχέση εσκεμμένα για να αποσπάσει προσωπικές πληροφορίες. Επίσης, ποτέ δεν μας προετοίμασε για στερεότυπους ρόλους.
Σήμερα, η μαμά έχει γενέθλια και θέλω να της ευχηθώ Χρόνια πολλά και Χρόνια καλά. Κι αν εκείνη κοιτάζεται στον καθρέφτη και λέει ότι μεγάλωσε, εγώ θέλω να της πω ότι στα μάτια μου παραμένει η ίδια. Και στη μνήμη της καρδιάς μου θα μυρίζει την ίδια κολόνια, θα φτιάχνει τα ίδια φαγητά κι θα έχει το ίδιο χάδι πάντα. Αλλά βέβαια η δική μου η γνώμη είναι εντελώς υποκειμενική…

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Α’ μέρος

Ορμώμενη από τον chartopontika που στο post του «Η βασίλισσα κι ο καμπούρης», θυμίζει μια λησμονημένη ιστορία, αποφάσισα να δημοσιεύσω κι εγώ με τη σειρά μου την ιστορία που ακολουθεί σαν μια ιστορία που αν και παλιά, δεν της πρέπει να μείνει ξεχασμένη.

Το άστρο της Ελένης Παπαδάκη διέγραψε σύντομη τροχιά γύρω απ’ τον πλανήτη γη, αλλά έλαμψε με ασυνήθιστη ένταση για 19 ολόκληρα χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε και η καριέρα της στο θεατρικό στερέωμα. Έμελλε να έχει μόνο καλλιτεχνικές αποχρώσεις, αλλά η απρόβλεπτη τροπή των γεγονότων μέσα στις βαρβαρότητες ενός εμφυλίου, προσέδωσαν μια έντονη πολιτική χροιά στο τραγικό της φινάλε.
Η ιστορία της τα είχε όλα: έρωτα, πάθη, τέχνη κι ένα φόνο που παραμένει ανεξιχνίαστος ως τις μέρες μας. Ίσως γι’ αυτό να ιντριγκάρει κιόλας.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη είναι λιγότερο γνωστή σήμερα, αλλά στην εποχή της, ήταν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του θεάτρου. Όσοι την είδαν επί σκηνής, συμφωνούσαν πως το παίξιμό της δεν είχε ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο. Κι αυτό, ενώ συνυπήρχε με "ιερά τέρατα", όπως η Παξινού, η Μανωλίδου, ο Βεάκης, ο Μινωτής, η Αλκαίου, ο Γληνός, κ.ά. Άλλωστε, όταν την είδαν για πρώτη φορά στη σκηνή, τόσο η Κοτοπούλη, όσο κι η Κυβέλη, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μεγάλη διάδοχό τους. Όμως, στα 41 της χρόνια και στο απόγειο της καριέρας της, έμελλε να βρει τραγικό και αποτρόπαιο θάνατο την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ποιος έδωσε την εντολή να σκοτώσουν την Ελένη Παπαδάκη; Ερώτημα που μάλλον δεν πρόκειται ν’ απαντηθεί ποτέ. Οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν κατονομαστεί αν και ο φόνος της χρεώνεται στο αριστερό λαϊκό κίνημα της εποχής. Πάντως, ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας απ’ την αρχή:

Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1903 στην οδό Ιπποκράτους 70Β, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι απ’ αυτά που κοιτώντας τα σήμερα προσπαθούμε να μαντέψουμε την ιστορία των ανθρώπων που τα κατοίκησαν κάποτε και που συμπτωματικά υπάρχει ακόμα.
Κάποια Κυριακή, την ώρα που η οικοδέσποινα τραγουδούσε μια άρια απ’ την «Τόσκα», ακούστηκε ασυνήθιστος θόρυβος απ’ το διπλανό δωμάτιο. Όταν οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες άνοιξαν περίεργοι την ενδιάμεση πόρτα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ασυνήθιστο θέαμα. Όλες οι καρέκλες ήταν βαλμένες προσεκτικά σαν να κάθονταν πάνω τους θεατές. Το μικρό κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι κάνοντας παντομιμικές κινήσεις και υποκλινόταν μπροστά στο κοινό της.
«Ελένη, τι κάνεις εκεί»; ρώτησαν οι γονείς της. «Είμαι…θοποιός», απάντησε με σταθερή φωνή το μικρό κορίτσι.

Η Ελένη Παπαδάκη μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον διανοούμενων. Ο παππούς της υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και καθηγητής αισθητικής. Ο πατέρας της γεννημένος στο Φανάρι σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή, η μητέρα της πήρε ανώτατη μουσική παιδεία. Απ’ τα παιδικά της χρόνια λοιπόν, η μικρή Ελένη γαλουχήθηκε με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Λάτρευε το διάβασμα, τη μελέτη και την ησυχία. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Παρακολούθησε ως ακροάτρια τα μαθήματα της Φιλοσοφικής σχολής για δύο χρόνια. Αγαπημένα της βιβλία ήταν αυτά που μιλούσαν για το ίνδαλμα της, την Ελισάβετ της Αυστρίας. Μάλιστα δεν πραγματοποίησε ποτέ και το όνειρο της να ερμηνεύσει κάποτε ένα θεατρικό ρόλο εμπνευσμένο απ’ τη ζωή της αυτοκράτειρας.
Ως άνθρωπος ήταν ιδιόρρυθμη, πολύ ευγενική με όλους, πολύπλοκη και δύσκολη. Την αποκαλούσαν «πριγκίπισσα της μοναξιάς».
(...) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (...) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (...) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (...) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (...) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (...) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (...) πνευματικός άνθρωπος (...) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (...) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (...) ζεστός άνθρωπος (...) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (...) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (...) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (...) σεμνή (...) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά...».
Η επιθυμία της να βγει στο θέατρο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εύκολα καθώς οι γονείς της δεν διανοούνταν ν’ ασχοληθεί η κόρη τους με το ευτελές επάγγελμα της θεατρίνας. Την άφησαν ωστόσο ν’ ασχοληθεί με τη μουσική προσπαθώντας να δώσουν ένα διέξοδο στις παράξενες ανησυχίες της. Το 1923 εξαιτίας μιας σοβαρής πλευρίτιδας, αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου κι έπεισε τελικά τους γονείς της να παρακολουθήσει ως ακροάτρια τα μαθήματα της Δραματικής σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Συμμαθήτρια της στη σχολή και η Αντιγόνη Μεταξά, μετέπειτα «Θεία Λένα». Η πρώτη της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το «Gloria Victis» του Στέφανου Δάφνη και την «Μακρινή πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν.

«[…]κυριαρχία της σκηνής, επιβολή αυστηρή στον εαυτό της και αυτοπειθάρχησις αξιοθαύμαστη, τάκτ σπάνιο, αέρας θεάτρου σπάνιος, βλέμμα θερμό κι εκφραστικό, πολλή εξυπνάδα κι αντίληψις, έκφραση, μιμική του προσώπου καλή και προπάντων τέμπο και κλίμαξ φωνής σπανίως θεατρικά. Να την φωτίσει μονάχα το Άγιο Πνεύμα να μείνει οριστικά στο θέατρο! Αυτή είναι το μεγάλο άστρο του Ελληνικού Ωδείου[...]»

Στις 10 Ιανουαρίου του 1925 παίρνει και επίσημα το βάπτισμα της σκηνής σε επαγγελματική παράσταση με τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά.
Μέσα σε 19 μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες την θεατρική τέχνη με συγκλονιστικές ερμηνείες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Μαργαρίτα Γκοτιέ στην «Κυρία με τας καμελίας» του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, Ελα Ρέντχαϊμ στον «Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, Λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια της Λαίδης Ουίντερμηρ» του Όσκαρ Ουάιλντ, Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, Πριμαντόνα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, Κλυταιμνήστρα στην ιστορική παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 11/9/1938, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, βασίλισσα Ελισάβετ στον «Ντον Κάρλος» του Σίλερ, Ερσίλια Ντρέι στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, Ιφιγένεια στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τέλος Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.

«[…]Κι ήταν για μένα μια μικρή ευτυχία η γνωριμία μου με το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ευτυχία να βλέπω την Ελένη Παπαδάκη να κατεβαίνει τη μνημειακή εσωτερική σκάλα της πλημμυρισμένης από άπλετη λάμψη σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου με τη βεντάλια της Λάιδης Ουίντερμηρ στα χέρια της. Η βεντάλια με τα γλυκά χρωματιστά φτερά, η χάρη κι η λυγεράδα της Ελένης, ο κομψός σαρκασμός του Ουάιλντ, μια τέλεια βραδιά το δίχως άλλο[...] Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, 8/12/37

Με την είσοδο της στο νεοσύστατο Εθνικό θέατρο το 1932,δεν άργησε να γνωρίσει το φθόνο και τον παρασκηνιακό πόλεμο που της κήρυξαν οι ίδιοι της οι συνάδελφοι, με αποτέλεσμα να της δίνονται ρόλοι δευτερεύοντες ή ακατάλληλοι για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.
Ενώ τη διόρισαν στο Εθνικό, τη διέγραψαν αμέσως επειδή δεν μπόρεσε να διακόψει τις παραστάσεις της στην Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει πάραυτα! Μετά την ξαναπήραν, βέβαια. Οι αντιπαλότητες όμως ήταν μεγάλες σε μία εποχή που γέννησε μύθους: Παξινού, Μινωτής, Μανωλίδου, Χορν, Αυλωνίτης, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου και από την ΕΑΜική πλευρά Βεάκης, Κατράκης, Βανδής, Δημήτρης Μυράτ, Βασταρδής, Ασπασία Παπαθανασίου και τόσοι άλλοι. Όπως αποκαλύπτεται από γράμμα της Ελένης Παπαδάκη προς φίλη της από την Αγγλία, όπου είχε πάει με την Κατίνα Παξινού και τον Κωστή Μπαστιά. «Δεν φαντάζεσαι πόσο "καλλιεργημένο" είναι το έδαφος από την Κατίνα για την Κατίνα (...) H κατάστασις πάντοτε αηδής».

Με αφορμή τον τελευταίο της ρόλο στην Εκάβη, ο Λίνος Καρζής έγραψε:

«[…]Την έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα υποσχετικά βήματα της πάνω στη σκηνή. Την είδα να μαραίνεται στο περιθώριο αδυνατώντας να εξανθήσει την πλούσια θεατρική της ιδιοφυΐα. Την ένιωσα στα δεσμά αντιτραγικών σκηνοθετικών αντιλήψεων που είχαν τη δύναμη από εξωκαλλιτεχνικούς λόγους να την κρατούν στα πλαίσια τους ανίκανη ν’ αποδώσει την τραγική που μέσα της ανυπομονούσε ν αναδυθεί έξαρση. Έπρεπε να’ ρθει η ώρα που οι σκηνοθετικές αντιλήψεις στα χέρια διστακτικών επιγόνων θα’ χαναν την επιβολή τους. Οι κλίκες θα σκορπίζονταν. Και ιδού η εξάνθηση των ικανοτήτων, η θαυμαστή αποκάλυψη[..]»

και αλλού:

«[…]ήταν μια γνήσια τραγωδός η Ελένη Παπαδάκη εκείνο το Δεκέμβρη του 43. Το Εθνικό θέατρο έδινε κι αυτό τη μάχη του όπου καμιά κατοχή δεν μπορούσε να θολώσει. Ήταν! Η ευγένεια και το μεγαλείο με τα οποία ενσάρκωσε τη βασιλική γερόντισσα της Τροίας […]»
«[…]Αλλά, αφού είδαμε οπωσδήποτε τη ρίζα και μαντέψαμε τη ζωτικότητα της ρίζας, τούτο μόνο για την ώρα ας μας αρκεί. Κι όταν η ρίζα υπάρχει, αύριο θα ξαναϋπάρξει και ο κορμός […]» Άγγελος Σικελιανός, Ελεύθερον Βήμα, 30 12.1943).

Τρίτη, Μαΐου 09, 2006

Η χρυσή εποχή των 8 μας χρόνων

Μετά από ώριμη σκέψη έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όταν είμαστε 8 χρονών είμαστε στα καλύτερα μας. Αναφέρομαι βέβαια στην παιδική μας ηλικία. Πρώτα απ’ όλα, στα 8 έχεις αρχίσει να πηγαίνεις σχολείο πράγμα που σημαίνει ότι αποκτάς μια κάποια υπόσταση. Τα υπόλοιπα μικρότερα παιδιά σε αντιμετωπίζουν σαν τον μεγάλο. Έχεις δική σου τσάντα, κασετίνα, μολύβια κι επιπλέον μπορείς να διαβάζεις και να γράφεις. Αμέσως νιώθεις ότι έχεις ανέβει κλίμακα. Αν είσαι αγόρι, αποκτάς έναν κύκλο κολάκων από τις μικρές θαυμάστριες της γειτονιάς ή τις φίλες της αδερφής σου. Αυτές πηγαίνουν ακόμα νηπιαγωγείο και σε κοιτάζουν με δέος. Αν είσαι κορίτσι το ότι είσαι 8 σημαίνει ότι βαδίζεις αργά αλλά σταθερά προς τις μεγάλες, αυτές δηλαδή που βάφονται, χτενίζονται και φιλάνε αγόρια έστω και πεταχτά, αλλά στο στόμα.
Απ’ την άλλη μεριά, το να είσαι 8 και να πηγαίνεις σχολείο, έχει και τα αρνητικά του. Έχεις αρχίσει σχολείο πράγμα που σημαίνει ότι για τα επόμενα χρόνια θα ξυπνάς υποχρεωτικά κάθε πρωί απ’ τα αξημέρωτα κι αυτό όχι για να πας να χωθείς στο κρεβάτι του μπαμπά και της μαμάς, αλλά σε μια κρύα αίθουσα παρέα με άλλα νυσταγμένα παιδιά. Επιπλέον, τώρα θα πρέπει να διαβάζεις μόνος σου κι όχι να παρακαλάς τους γονείς σου να σου πούνε παραμύθι πριν κοιμηθείς ή να σου διαβάσουν τους υπότιτλους στην τηλεόραση επειδή τάχα δεν προλαβαίνεις. Τι θα πει δεν προλαβαίνεις; Πρέπει να εξασκηθείς. Σε σχέση πάντως με το παραμύθι, καλύτερα να το διαβάζεις μόνος σου. Έτσι, θα μπορείς να τους ελέγξεις, αυτούς που πριν βαριόντουσαν και για να σε ξεπετάξουν πετσόκοβαν το μισό κείμενο και πήγαιναν κατευθείαν στο «να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».
Όταν είσαι 8 χρονών αρχίζεις ν’ ακούς συχνότερα τη λέξη υπεύθυνος. Είσαι πια ένα υπεύθυνο και χρήσιμο άτομο κι όχι ένα πιτσιρίκι που κατουριέται πάνω του και θέλει βοήθεια στο φαγητό. Αργότερα θα καταλάβεις ότι το να είσαι υπεύθυνος κρύβει και πολλές άλλες παγίδες…
Όταν είσαι 8, κάνεις ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες, μπάνιο χωρίς μπρατσάκια, μετράς τα παγωτά σου, υποψιάζεσαι ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει (ευτυχώς που υπάρχει ο Batman όμως), μπορείς να μείνεις μόνος στο σπίτι σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, αρκεί να μην ανοίξεις την πόρτα σε κανέναν, ν’ αρχίσεις τις πρώτες σου συλλογές και να πας να πεις μόνος σου τα κάλαντα. Εννοείται ότι πας και γυρνάς απ’ το σχολείο μόνος. Προσέχεις τα φανάρια και κοιτάς πάντα καλά πριν διασχίσεις το δρόμο. Επίσης, δεν μιλάς ποτέ σε αγνώστους κι ούτε παίρνεις καραμέλες απ’ αυτούς. Άλλωστε, είσαι μεγάλο παιδί πια και δεν σε ξεγελάνε έτσι εύκολα. Όταν είσαι 8 χρονών αρχίζουν να σ’ εμπιστεύονται και να σου δίνουν λεφτά για χαρτζηλίκι. Κάτι πρέπει να’ χεις άλλωστε μαζί σου στο σχολείο. Και χαίρεσαι που έχεις λεφτά. Νιώθεις ήδη μεγάλος και πλούσιος. Καμιά φορά ονειρεύεσαι να μεγαλώσεις γρήγορα για ν’ αποκτήσεις και το προνόμιο της πιστωτικής κάρτας. Εννοείται ότι όταν είσαι 8 χρονών είσαι πια απόλυτα εξοικειωμένος με την τεχνολογία (κινητό τηλέφωνο, CD, DVD, υπολογιστής κτλ).

Ανατρέχοντας στο παρελθόν (μάλλον ένδειξη ότι μεγαλώνω),βρίσκω ότι η πιο γοητευτική στιγμή της παιδικής μας ηλικίας είναι τα 8 μας χρόνια. Πιο πριν είμαστε πολύ μικροί κι οι μνήμες μας είναι κάπως συγκεχυμένες. Αργότερα, βαδίζουμε στην προεφηβεία και την εφηβεία που βασανίζουν το σώμα και την ψυχή μας. Τα 8 είναι μια ηλικία στην οποία όλοι θυμούνται τον εαυτό τους.
Α, και για να μην ξεχνιόμαστε, όταν είσαι 8 αρχίζεις να μαθαίνεις αγγλικά και μια απ’ τις πρώτες φράσεις είναι και η ακόλουθη:

How old are you?
I am 8 years old.

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2006

Οι Δώδεκα Πριγκηποπούλες και το μυστικό τους


Όταν ήμουνα μικρή περίμενα με αγωνία κάθε Πέμπτη να διαβάσω τα μικρά εικονογραφημένα κλασσικά. Κυκλοφορούσαν απ’ την ίδια σειρά και τα μεγάλα κλασσικά που συνήθως είχαν θέματα παρμένα απ’ την παγκόσμια κλασσική λογοτεχνία. Έτσι πρωτοδιάβασα τους «Άθλιους» του Ουγκώ ή την «Παναγία των Παρισίων». Κι έμειναν τόσο ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη μου που χρόνια αργότερα όταν διάβασα τους «Άθλιους» σε κανονικό βιβλίο ή είδα την ταινία, στο μυαλό μου είχαν εντυπωθεί οι εικόνες της πρώτης εκείνης εικονογραφημένης έκδοσης. Το πιο αγαπημένο μου όμως απ’ τη σειρά των μικρών κλασσικών ήταν αυτό με τις δώδεκα πριγκήπισσες και το μυστικό τους. Ακόμα κι όταν πέρασαν τα χρόνια και η συλλογή σκορπίστηκε, αυτό το συγκεκριμένο έσπευσα να το προμηθευτώ ξανά απ’ τις εκδόσεις «Ατλαντίς» που τα εξέδιδαν. Και για καλή μου τύχη το βρήκα!
Και το διάβασα πάλι μανιωδώς ξανά και ξανά νοσταλγώντας εκείνη την αθώα εποχή. Θυμήθηκα μάλιστα ότι με είχε επηρεάσει τόσο που ήθελα να φαντάζομαι ότι και στο δικό μου σπίτι υπήρχαν μαγικά έπιπλα που αν τα έσπρωχνες φανέρωναν μυστικά τούνελ ή καταπακτές που σε οδηγούσαν σε άλλους, παραμυθένιους κόσμους.
Εις ανάμνησιν εκείνης της εποχής λοιπόν:

Κάθε βράδυ ο βασιλιάς καληνύχτιζε τις δώδεκα κόρες του και κλείδωνε την πόρτα τους για να μην μπει κανείς και τις τρομάξει. Μια μέρα παρατήρησε ότι τα παπούτσια τους είχαν λιώσει και ανέθεσε στον παπουτσή του παλατιού να τους φτιάξει καινούργια. Το άλλο πρωί όμως ακόμα και τα καινούργια παπούτσια είχαν καταστραφεί. Αφού αυτό συνέβαινε για σειρά ημερών, ο βασιλιάς κατάλαβε ότι οι κόρες του το σκάνε κρυφά κάθε βράδυ και πάνε για χορό. Αναρωτιότανε όμως πώς γίνεται αυτό αφού η πόρτα τους παρέμενε κλειδωμένη και τα κλειδιά τα είχε μόνον ο ίδιος. Έτσι, έβγαλε μια προκήρυξη όπου ζητούσε όποιος ανακαλύψει που πηγαίνουν κάθε βράδυ οι πριγκήπισσες, σαν ανταμοιβή θα παντρευτεί μια απ΄ αυτές. Έδινε μια νύχτα περιθώριο σε καθέναν απ’ τους υποψήφιους, αλλά όλους τους έπαιρνε ο ύπνος κι έτσι έχαναν το μυστικό των κοριτσιών. Μια μέρα, ένας νεαρός στρατιώτης, ο Φελίξ, πήρε μυστικές οδηγίες από μια γριά μάγισσα. Θα σε βάλουν σ’ ένα δωμάτιο να προσέχεις τις δώδεκα πριγκήπισσες. Θα σου φέρουν ένα ποτήρι γάλα.. Μην το πιης. Χύστο και κάνε ότι κοιμάσαι. Όταν πεισθούν ότι κοιμάσαι, θα φύγουν για να πάνε να χορέψουν. Φόρα αυτό το μαγικό πανωφόρι που θα σε κάνει αόρατο και ακολούθησε τις. Ο νέος παρουσιάστηκε στο παλάτι κι έκανε ό, τι του είχε πει η μάγισσα. Όταν τα κορίτσια πείστηκαν ότι κοιμάται, χτύπησαν ένα μαγικό κρεββάτι που άρχισε να βουλιάζει και αποκάλυψε μια καταπακτή. Οι πριγκίπησσες μπήκαν μέσα κι άρχισαν να περπατάνε. Ο νεαρός τις ακολούθησε σαν αόρατος αλλά κατά λάθος πάτησε το φόρεμα της Φλόρας. Εκείνη το είπε στις αδερφές της αλλά καθώς ο νεαρός ήταν αόρατος την πέρασαν για τρελλή. Τα κορίτσια συνέχισαν το δρόμο τους μέσα στο δάσος. Μόλις έφτασαν στη λίμνη, πήραν τις βάρκες και πήγαν στην άλλη άκρη σ’ ένα υπέροχο παλάτι. Μόλις μπήκαν μέσα άρχισαν να χορεύουν. Ο νεαρός που τις ακολουθούσε συνέχεια, πάτησε πάλι το φόρεμα της Φλόρας αφού ήθελε να χορέψει μαζί της από ζήλεια όταν την είδε να χορεύει με κάποιον άλλο. Μάλιστα, ήπιε κι όλη τη λεμονάδα της επειδή διψούσε απ’ τον πολύ χορό. Στο τέλος της νύχτας, τα κορίτσια πήραν το δρόμο της επιστροφής ανανεώνοντας το ραντεβού για την επόμενη βραδιά. Ο νεαρός έφτασε πιο γρήγορα και ξανάπεσε στο κρεββάτι παριστάνοντας τον κοιμισμένο. Η Φλόρα στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας τον και σκέφτηκε πόσο θα της άρεσε να χόρευε κάποτε μαζί του. Το επόμενο πρωί ο νεαρός Φελίξ φανέρωσε όλη την αλήθεια στο βασιλιά.

-Λοιπόν νεαρέ μου, βρήκες που πάνε και χορεύουν οι κόρες μου όλη τη νύχτα;
-Μάλιστα, Μεγαλειότατε. Πάνε και χορεύουνε σ’ ένα όμορφο κάστρο κάτω απ’ τη γη μαζί με δώδεκα πρίγκηπες.
Ο Φελίξ παρέδωσε στο βασιλιά τα πειστήρια, ένα ασημένιο φύλλο, ένα χρυσαφί κι ένα διαμαντένιο, όλα κομμένα απ’ το μαγικό δάσος κάτω απ’ τη γη.
Ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε και θέλησε να τον ανταμείψει όπως του είχε υποσχεθεί. Ο Φελίξ διάλεξε για γυναίκα του τη Φλόρα.
-Φλόρα, θέλεις να σε συνοδεύω εγώ στο χορό από δω και μπρος;
-Ω, ναι!
Κι άναψε γλέντι τρελλό κι όλοι χόρεψαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Δευτέρα, Μαΐου 01, 2006

Αγαπητέ Θεέ

Ψαχουλεύοντας λίγο τα βιβλία μου, έπεσα στο μυθιστόρημα του Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ, «Oscar et la dame rose» που έχει διασκευαστεί για το θέατρο πριν λίγα χρόνια με τον τίτλο "Αγαπητέ Θεέ". Το βιβλίο μιλάει για τον Όσκαρ, ένα δεκάχρονο αγόρι που πάσχει από καρκίνο, περνάει τις τελευταίες του μέρες του στο νοσοκομείο παίζοντας με τ’ άλλα επίσης άρρωστα παιδιά, φιλοσοφεί με τη γιαγιά Ροζ, μια εθελόντρια νοσοκόμα, και στέλνει με τη φαντασία του γράμματα στο Θεό προσπαθώντας να προκαλέσει το ενδιαφέρον του.

«Δεν σου’ γραψα μέχρι σήμερα γιατί δεν πίστευα πως υπάρχεις! Ναι, αλλά λέγοντας σου αυτό δεν θα ενδιαφερθείς για μένα! Κι άμα δεν ενδιαφερθείς, λέει η γιαγιά Ροζ, κάηκα!»

Κάθε μέρα του διηγείται και μια ιστορία και κάποια στιγμή, η γιαγιά Ροζ που ξέρει ότι του απομένουν μόνο λίγες μέρες ζωής, τον προτρέπει να παίξει το ακόλουθο παιχνίδι. Κάθε μέρα που θα περνάει θα μετράει γι’ αυτόν σαν δέκα χρόνια. Έτσι θα προλάβει να ζήσει μέσω του παιχνιδιού όσα δεν θα του επιτρέψει η αρρώστια του.
Το προτελευταίο γράμμα του έχει ως εξής:

«Αγαπητέ Θεέ.
Έγινα εκατό χρονών. Κοιμάμαι περισσότερο αλλά είμαι μια χαρά. Σήμερα μίλησα στους γονείς μου για τη ζωή. Ελπίζω να κατάλαβαν. Η ζωή είναι ένα παράξενο δώρο. Στην αρχή τρελαινόμαστε που μας το χάρισαν, νομίζουμε πως είναι για πάντα. Ύστερα, με τις δυσκολίες, το υποτιμάμε, το βρίσκουμε σύντομο, ασήμαντο, είμαστε έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος καταλαβαίνουμε πως δεν είναι δώρο, είναι παιχνίδι δανεικό. Και τρέχουμε να προλάβουμε, να επωφεληθούμε. Είμαι εκατό χρονών και ξέρω πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω. Όσο γερνάς, πρέπει να αποδεικνύεις πως μπορείς να εκτιμήσεις τη ζωή. Πρέπει να γίνεσαι καλλιτέχνης. Οποιοσδήποτε ηλίθιος δέκα ή είκοσι χρονών είναι γεμάτος ζωή, αλλά στα εκατό, όταν δεν μπορεί να κουνηθεί, για ν’ αποδείξει πως ζει πρέπει να σκέφτεται. Δεν ξέρω αν μπορώ να πείσω τους γονείς μου. Δεν πας μια επίσκεψη και σ’ αυτούς; Θα τα καταφέρεις καλύτερα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο. Είμαι λίγο κουρασμένος. Τα λέμε αύριο! Φιλιά! »