Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2009

Up!

Σας έχει τύχει να παρακολουθείτε ταινία κινουμένων σχεδίων και να μην μπορείτε να συγκρατήσετε τα δάκρυα σας; Ε, αυτό συνέβη πριν απο λίγο με το «Up» που εδώ και 3 μέρες βγήκε στις αίθουσες.
Οι ταινίες κινουμένων σχεδίων είναι φτιαγμένες έτσι που να γοητεύουν τους λιλιπούτειους θεατές με τις εικόνες και τη δράση και παράλληλα να μπορεί να «πει» κάτι η ιστορία και στα «μεγάλα παιδιά» της αίθουσας.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε πχ, στην βραδυνή προβολή στην Αίγλη, στο κοινό δεν υπήρχε ούτε ένα παιδί (λογικό αφού η ταινία ξεκινούσε στις 23.00) και η οθόνη έδειχνε τα καμώματα ενός λιονταριού, ενός βραδύποδα, δυο μαμούθ κι ενός άτακτου σκίουρου!!! Όλο το κοινό γέλαγε με τα υπονοούμενα στους διαλόγους και το χιούμορ ήταν τέτοιο που μόνο μεγάλοι μπορούσαν να το αντιληφθούν. Για να μην πω για το τραγούδι του Barry White.

Στο «Up», ο ηλικιωμένος Καρλ ζει έστω και καθυστερημένα ό, τι περιπέτεια τον είχε σαγηνεύσει ως παιδί. Μαζί του στο φανταστικό ταξίδι προς τους Παραδεισένιους Καταρράκτες, ο Ράσελ ένας μικρός εξερευνητής, ένας σκύλος που μιλάει κι ένα γιγάντιο πουλί που θέλει να γυρίσει στα μωρά του και λατρεύει τη σοκολάτα!

Με τα παραπάνω ξετρελλάθηκε η πιτσιρίκα που δήλωνε γοητευμένη στον μπαμπά της, καθώς βγαίνανε από την αίθουσα στην προηγούμενη προβολή: «Φανταστική ταινία!»

Στο «Up» που παρακολουθήσαμε εμείς, ο ηλικιωμένος Καρλ, μένει μόνος ύστερα από τον θάνατο της γυναίκας του. Καθισμένος στην καρέκλα του στο σαλόνι, πλάι στην πολυθρόνα που συνήθιζε να κάθεται εκείνη, αναπολεί τη ζωή τους όλα τα χρόνια που έζησαν μαζί και ξεφυλλίζει το λεύκωμα με τις περιπέτειες που κρατούσε εκείνη ως παιδί. Όταν απειλούν να του πάρουν το σπίτι λόγω της ανοικοδόμησης της γύρω περιοχής και οι τοπικές αρχές αποφασίζουν να τον στείλουν σε οίκο ευγηρίας, καταστρώνει το σχέδιο του και ξεκινάει ένα φανταστικό ταξείδι για να εκπληρώσει την επιθυμία της γυναίκας του.

To «Up» είναι η νεανική ψυχή του ανθρώπου που πάντα θα πετά με ένα μάτσο μπαλόνια στον ουρανό ακόμα κι αν το σώμα στο οποίο κατοικεί υποστηρίζεται από ένα μπαστουνάκι.

Περισσότερα εδώ και στους κινηματογράφους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009

Πρωτάκι για πάντα!

Αν ήμουνα πρωτάκι, τώρα θα είχαν πια αρχίσει τα σχολεία. Μάθημα δεν ξέρω βέβαια αν θα κάναμε γιατί στα μισά σχολεία πλένουν συνέχεια τα χέρια τους για να μην κολλήσουν τον ιό της νέας γρίππης και στα άλλα μισά το κακό Υπουργείο δεν στέλνει δασκάλους, όπως πληροφορούμαι από φίλους που έχουν παιδιά στο Δημοτικό...
Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν θα συνέχιζα να βλέπω επαναλήψεις στην ελληνική τηλεόραση ή να παίζω playstation και Nintendo DS...

Όταν ήμουνα πρωτάκι, δεν θυμάμαι πως ένιωθα για να σας πω την αλήθεια. Έχουν περάσει άλλωστε και τόσα χρόνια από τότε... Κι αν καταγράφω ό, τι θυμάμαι από κείνη την εποχή, είναι αφενός για να υπάρχουν κάπου οι αναμνήσεις μου, αφετέρου γιατί μου έδωσε την αφορμή το ποστ του Μπαμπάκη που φέτος έχει ένα πρωτάκι στην οικογένεια.

Θυμάμαι που είχαμε πάει να με γράψει η μαμά στο Δημοτικό. Απ’ το ένα χέρι κράταγε εμένα κι απ’ το άλλο τον αδερφό μου που ήταν 3, 5 χρονών τότε. Μου είχε κάνει εντύπωση η τάξη του σχολείου. Στη μέση ένας μεγάλος πίνακας κι αριστερά και δεξιά μικρότερα πινακάκια. Ονειρευόμουν τη στιγμή που θα έπιανα την κιμωλία στα χέρια μου να γράψω σ’ ένα απ’αυτά τα πινακάκια. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι λίγους μήνες μετά θα με σήκωνε η κυρία Ελένη στον πίνακα να γράψω τη λέξη παπάς κι εγώ δεν θα ήξερα αν γράφεται με ένα ή δυο π. Πάντως, με δύο π το γράφαμε τότε. Άνοιξα τα χέρια, έφαγα δυο ξυλιές με τον χάρακα, όχι γιατί δεν ήξερα να γράψω τη λέξη, αλλά γιατί η διπλανή μου, η Παναγιώτα, αποδέιχτηκε ρουφιανάκι και με μαρτύρησε ότι αντέγραφα.
«Μα που ακούστηκε τόσο μικρό παιδί ν’ αντιγράφει;» αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως η κυρία Ελένη στη μαμά μου το ίδιο απόγευμα στο σαλόνι του σπιτιού μας απολογούμενη συγχρόνως και για τις 2 χαρακιές που μου είχε ρίξει, ενώ εγώ είχα κρυφτεί πίσω από τις πόρτες και κρυφάκουγα.

Η κυρία Ελένη Σαλαπάτα ήταν η δασκάλα της Α’ Δημοτικού σε κείνο το σχολείο επί της οδού Αλκαμένους που τώρα πια είναι ένα ακόμα διατηρητέο σε μια γειτονιά του κέντρου της Αθήνας που έχασε πια την παλιά κοινωνική της ταυτότητα.
Η κυρία Ελένη λοιπόν, έμενε από πάνω μας, στην ίδια πολυκατοικία επί της οδού Μιχαήλ Βόδα - αριθμό δεν ξέρω, θα σας γελάσω-αφήστε που το Βόδα νόμιζα ότι είχε να κάνει με βόδια....

Ήταν παντρεμένη με τον κύριο...(δεν θυμάμαι το όνομά του), συνάδελφο της μαμάς στον ΟΤΕ και είχε 2 παιδιά, τη Ντόνα που κάτι σπούδαζε τότε και τον Βασίλη που πήγαινε Α Γυμνασίου και τον γλυκοκοίταζα!!!

Η κυρία Ελένη με πήγαινε τα πρωινά στο σχολείο εναλλάξ με τη γιαγιά ή τη μαμά (όταν δεν ήταν πρωινή στη δουλειά). Τη μαμά τη βόλευε αυτό εξαιρετικά, ιδιαιτέρως δε, όταν το μωρό (σ.σ ο 3, 5 χρονών αδερφός μου) κοιμόταν ακόμη και που να τον ξυπνάει ή να τον αφήνει μόνο στο σπίτι. Αντιθέτως, τη γιαγιά καθόλου δεν την ευχαριστούσε η προθυμία της κυρίας Ελένης να με πηγαίνει σχολείο γιατί «δεν χρειάζεται να υποχρεωνόμαστε στους ξένους», πλην όμως όποτε πέφταμε στην ανάγκη της (και πέφταμε συχνά), με φόρτωνε οδηγίες του πως να είμαι ένα καλό κι ευγενικό κοριτσάκι και να κρατάω τη δασκάλα απ’ το χέρι και να μην αντιμιλάω και να πω «ευχαριστώ που με φέρατε στο σχολείο».

Εμένα πάλι,άλλοτε με ενοχλούσε η κυρία Ελένη ως προσωπική μου συνοδός κι άλλοτε όχι. Αν π.χ μας έβλεπαν άλλα παιδιά, με κορόϊδευαν που ερχόμουν σχολείο με τη δασκάλα κι εγώ αυτό δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ, 5,5 χρονών ήμουνα εξάλλου.
Υπήρχαν όμως κάτι φορές στο σχόλασμα ιδίως που η κυρία Ελένη μου αγόραζε κάτι χρωματιστά κραγιόνια ζωγραφικής και τότε πολύ τη συμπαθούσα και καθόλου δεν μ’ ένοιαζε τι έλεγαν τα άλλα παιδιά και ειδικά αυτή η σουπιά, η Παναγιώτα.

Με την κυρία Ελένη στο από πάνω διαμέρισμα είχα και τα τυχερά μου. Όταν αρρώσταινα, πήγαινα σπίτι της και μου παρέδιδε κατ’ ιδίαν όσα μαθήματα είχα χάσει.

Εκτός από τη δασκάλα μου όμως, θυμάμαι πολύ έντονα και τον Παναγιώτη που του έλειπαν τα δύο μπροστινά δόντια όπως και σε μένα και που παρόλα αυτά τον είχα ερωτευτεί γι’ αυτό και πόζαρα αγκαλιά μαζί του στην σχολική εκδρομή. (Μόλις πάρω τη φωτογραφία απ’ το παιδικό μου άλμπουμ που είναι στο σπίτι των γονιών μου, θα τη σκανάρω και θα την ανεβάσω).

Θυμάμαι και το κυλικείο στην αυλή που αγόραζα μια μικρή σοκολατίτσα που κόστιζε 1 δραχμή...

Στο τέλος της χρονιάς εκείνης, ήξερα ήδη ότι δεν θα ξαναπήγαινα στο ίδιο σχολείο. Αλλάζαμε περιοχή και έμελλε να κάνω νέες παρέες σε καινούργιο περιβάλλον. Δεν θυμάμαι αν αυτό με στενοχωρούσε τότε. Έχω την εντύπωση ότι το δέχτηκα μάλλον καλά, αν και αναρωτιόμουνα ποιο κοριτσάκι θα αντικαθιστούσε την Παναγιώτα σαν διπλανή μου στο ίδιο θρανίο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2009

Απέναντι, η Σμύρνη σε 1 μέρα.

Ήταν πολύ πρωί ακόμα όταν το San Nicolas έφτασε στον Τσεσμέ.


«Ώστε αυτή είναι η απέναντι πλευρά», σκέφτηκα, εδώ κοιτάμε απ’ το μπαλκόνι μας, απέναντι απ' τη Χίο».

Κοίταξα το κάστρο, τα λευκά σπιτάκια ολόγυρα, την βλάστηση. Το τοπίο δεν μαρτυρούσε καθόλου την είσοδο σε άλλη χώρα. Μόνο η σημαία με την ημισέληνο μας θύμιζε. «Δεν είναι στοιχείο εθνικισμού», θα μας εξηγήσει αργότερα ο ξεναγός. «Είναι για να τονιστεί το λαϊκό στοιχείο της χώρας κι όχι το θρησκευτικό που υποδηλώνεται με την ημισέληνο αλλά σε πράσινο φόντο».


Ο Τσεσμές έχει δύο λιμάνια, ένα καινούργιο, αυτό στο οποίο φτάσαμε κι ένα διπλανό, παλιότερο που φιλοξενεί πια μόνο κότερα.

«Όλη αυτή η περιοχή είναι μέρος της χερσονήσου της Ερυθραίας» όπως μας εξηγεί στο πούλμαν ο ευγενέστατος Μαχμούτ, τούρκος συνταξιούχος, τέως φιλόλογος και νυν ξεναγός. Ο Μαχμούτ μιλάει τέλεια ελληνικά,– είναι ένας απ’ τους 7 Τούρκους της Σμύρνης που μιλάνε ελληνικά – κατάγεται απ’ το Ηράκλειο της Κρήτης και το όνομά του σημαίνει «Δόξα τω Θεώ».

Ο Μαχμούτ μας ενημερώνει ότι ως το 1071 δεν ζούσε ούτε ένας Τούρκος σε όλη την περιοχή της Μικράς Ασίας.


Στη διάρκεια της διαδρομής πηγαίνοντας προς τη Σμύρνη (80χλμ απ’ τον Τσεσμέ), περνάμε απ’ τα Αλάτσατα που διατηρούν ακόμα κάποια ελληνικά σπίτια κι έχουν γίνει ο αγαπημένος προορισμός της τουρκικής εύπορης τάξης, με βίλες, ιδιωτικές παραλίες και πλήρη προστασία απ’ τα αδιάκριτα μάτια.

Ο Εθνικός δρόμος είναι καλός, καθόλου λακκούβες, καμιά υπέρβαση ορίου ταχύτητας, πολύ πράσινο ολόγυρα, κανένα σκουπίδι, πολλές ανεμογεννήτριες στα βουνά, διόδια όπως και στην Ευρώπη, κατά την έξοδο κι ένα πανεπιστήμιο, το «Ινστιτούτο Υψηλής Τεχνολογίας» με όμοιο πρόγραμμα σαν αυτό του αμερικανικού ΜΙΤ.

Περνάμε το Καραμπουρνάκι (Karaburun= μαύρη μύτη), μια πανέμορφη παραθαλάσσια περιοχή όπου χτίζουν τις βίλες τους πλούσιοι γιατροί και καθηγητές πανεπιστημιών.

Τα Βουρλά βρίσκονται 38 χλμ δυτικά της Σμύρνης. Ήταν αρχικά η περιοχή της Ιόνιας πόλης Κλαζομενών πατρίδας και του Αναξαγόρα, με πληθυσμό 35.000 Ελλήνων και πιθανώς το αρχαιότερο τακτικά χρησιμοποιημένο λιμάνι στον κόσμο. Τα Βουρλά υπήρξαν πατρίδα του αγαπημένου μου Γιώργου Σεφέρη. Το σπίτι που γεννήθηκε υπάρχει ακόμα και λειτουργεί σήμερα ως πανσιόν. Πρόσφατα μάλιστα, ο δήμαρχος ονόμασε κι έναν δρόμο προς τιμή του νομπελίστα ποιητή.

Τα Βουρλά όμως είναι και πατρίδα του Τούρκο μυθιστοριογράφου Necati Cumal που μεγάλωσε εκεί αλλά γεννήθηκε στη Φλώρινα και άλλαξε πατρίδα στα πλαίσια της ανταλλαγής του 1923 των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών.

Πιο κάτω, το Εγγλεζονήσι ή η αρχαία Δρυμούσα, ο Άγιος Ιωάννης, το προάστιο Γκιουλ Μπακσέ ( ωραίος κήπος)και στο βάθος ξεπροβάλλει η Σμύρνη (Izmir).


Μέχρι το 1922 στη Σμύρνη ζούσαν 400.000 άνθρωποι, το 80% των οποίων ήταν Έλληνες. Υπήρχαν επίσης Αρμένιοι, Εβραίοι., Τούρκοι, Λεβαντίνοι κι άλλοι ξένοι.

Σήμερα η πόλη αριθμεί κοντά στα 4 εκατομμύρια (με αυξανόμενες τάσεις- οι Τούρκοι αναπαράγονται σαν τα κουνέλια) και είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, μετά την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα. Διαιρείται σε 28 επαρχίες και αποτελεί το σημαντικότερο εισαγωγικό κι εξαγωγικό εμπορικό λιμάνι της Τουρκίας. Σήμερα ζουν εκεί λιγότεροι από 50 Έλληνες.


Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος δεν έχει ρίζες απ’ τη Μικρά Ασία, αν δεν είναι γόνος οικογένειας που εκδιώχτηκε το 1922 για να έρθει στην αφιλόξενη τότε Ελλάδα, δεν μπορεί να συγκινηθεί απ’ την σημερινή εικόνα της Σμύρνης. Για παράδειγμα, ποιός καταλαβαίνει αν δεν του το πούνε ότι το ωραίο πάρκο με τις 6 πύλες μέσα στην πόλη, ήταν κάποτε γειτονιά μ’ ελληνικά σπίτια που κάηκαν και παραδίπλα ήταν η ξακουστή εκκλησία της Αγίας Φωτεινής που επίσης τυλίχτηκε στις φλόγες; Ευτυχώς, σώζεται ακόμα το άλλοτε Παρθεναγωγείο και η Ευαγγελική Σχολή.


Η Σμύρνη του σήμερα ελάχιστα θυμίζει τη Σμύρνη των αρχών του 20ου αιώνα. Περισσότερα από 45χλμ γύρω απ’ το λιμάνι έχουν μπαζωθεί, τεράστιες πολυκατοικίες δεσπόζουν στους λόφους γύρω απ’ την πόλη και δεκάδες αρχαία ευρήματα – ανάμεσα τους κι ένα αρχαίο θέατρο- έχουν καταπατηθεί κάτω από κτίρια.

Ευτυχώς, μαθαίνουμε ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια η Σμύρνη είχε έναν καλό δήμαρχο που δυστυχώς πέθανε νωρίς, αλλά κατά τη διάρκεια της θητείας του εξωράϊσε την πόλη και φρόντισε να εξασφαλίσει τον τρόπο να έρθει πάλι στο φως το αρχαίο θεάτρο που προανέφερα.

Δεξιά του παραλιακού δρόμου, περνάμε απ’ τις θερμές πηγές του Αγαμέμνονα και μαθαίνουμε ότι σύμφωνα με τον μύθο, ο Έλληνας στρατηγός εδώ θεραπεύτηκε απ’ τις πληγές του Τρωικού πολέμου λίγο πριν επιστρέψει στις Μυκήνες. Βλέπουμε την Εβραϊκή συνοικία Καρατάσι,(σημαίνει μαύρη πέτρα) το πνευματικό κέντρο, τη λέσχη αξιωματικών, την πλατεία Κονάκ, τον πύργο με το ρολόι στην πλατεία. Περνάμε την Πούντα, την περίφημη προκυμαία Κε που 87 Σεπτέμβρηδες πριν, βάφτηκε κόκκινη απ’ το αίμα χιλιάδων ανθρώπων,


τον Pashmane Gare, τον σιδηροδρομικό σταθμό του 19ου αιώνα που είναι έργο Γάλλου αρχιτέκτονα.


Πιο κάτω, το ελληνικό προξενείο, η πλατεία της Δημοκρατίας με το άγαλμα του Κεμάλ. Ο Κεμάλ βασιλεύει παντού. Τα αγάλματα του κοσμούν τις πλατείες αυτής της τεράστιας πόλης και τα πορτρέτα του τα εσωτερικά των μαγαζιών. Μια άλλη πλατεία έχει ένα γλυπτό που δείχνει ένα γυναικείο σώμα μ’ ένα περιστέρι και συμβολίζει την ομορφιά της Σμύρνης.

Ελληνικά σπίτια, όπως είπα, σώζονται ελάχιστα σήμερα στη Σμύρνη. Τα περισσότερα κάηκαν απ’ την καταστροφική φωτιά που ακολούθησε τον διωγμό του’ 22, ενώ κάποια άλλα θυσιάστηκαν για να γίνουν πολυκατοικίες. Ευτυχώς, απ’ το 1981, ισχύει ένας νόμος που απαγορεύει σε Τούρκους να γκρεμίσουν τα εναπομείναντα ελληνικά σπίτια αλλά κι αυτά άλλων μειονοτήτων ή να αλλοιώσουν κάτι στην εξωτερική τους μορφή.

Φτάνουμε στο Κορδελιό ή την Περαία. Σήμερα ονομάζεται KarsiYaka που σημαίνει η πέρα όχθη. Το Κορδελιό είναι η περιοχή που είχαν κάποτε τα εξοχικά σπίτια τους οι Έλληνες. Τα ελάχιστα που διασώζονται σήμερα μας δείχνουν τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής τους: είσοσος στο σοκάκι και αυλή στη θάλασσα.. Η κεντρική πλατεία της περιοχής έχει ως έμβλημα τις Αμαζόνες της μυθολογίας που λέγεται ότι σε κείνα τα μέρη κατοικούσαν!


Στη 1,5 ώρα που κράτησε η ξενάγηση, μάθαμε αρκετά στοιχεία της καθημερινότητας των Τούρκων, όπως ότι το καλοκαίρι η πόλη δεν μαστίζεται απ’ το κυκλοφοριακό χάος όπως τον χειμώνα. Για να αποφύγουν την κίνηση, οι Σμυρνιοί κυκλοφορούν απ’ το ένα προάστιο στο άλλο με «βενετσιάνικο» τρόπο, δηλαδή με βαποράκια!

Επίσης, ότι όλοι οι γάμοι τελούνται απαραιτήτως με πολιτικό τρόπο, έστω κι αν μετά κάποιοι κάνουν και θρησκευτική τελετή κι ότι η βέρα ονομάζεται μπουνταλά χαλκά!

Ο Μαχμούτ μας συμβούλεψε να μην ψωνίσουμε τίποτα, αφενός γιατί έχουμε τα πάντα στην Ελλάδα, αφετέρου γιατί μπορεί να μας εξαπατήσει κάποιος επιτήδειος. «Μόνο σουβενίρ πάρτε, αν επιμένετε», είπε. «Χρυσό όχι, έχετε καλύτερο στην χώρα σας». Μας ενημέρωσε για την ισοτιμία ευρώ και τουρκικής λίρας και μας έδωσε ραντεβού για το απόγευμα. Πολύ τον εκτίμησα γι’ αυτή του τη στάση.

Μου θύμισε την απάτη τριών χρόνων πριν στην Αλικαρνασσό (Bodrum) που ο ξεναγός μας έφαγε μια ώρα σ΄ένα mall με χρυσοχοεία για να βγάλει τη μίζα του κι αμέλησε να μας πάει στο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού που θεωρείται ένα απ’ τα 7 θαύματα της αρχαιότητας. (Ευτυχώς, όσοι θέλαμε, το είδαμε μόνοι μας, εκτός γκρουπ).

Στη Σμύρνη είχαμε 5 ελεύθερες ώρες. Δυστυχώς, οι περισσότεροι έπασχαν απ’ το σύνδρομο των ψώνιων (και με τις 2 έννοιες) και κόντρα στις συμβουλές του Μαχμούτ, γύρισαν φορτωμένοι σακκούλες. Δεν συγκεντρώθηκαν ούτε 10 άτομα για να μας πάει το πούλμαν για φαγητό στο μοναδικό ελληνικό εστιατόριο της πόλης που χρονολογείται απ’ το 1900. Κρίμα!


Έτσι, βρεθήκαμε να περπατάμε στην πόλη όσο αντέχαμε λόγω ζέστης, φάγαμε όμως ωραιότατο κεμπάπ και ήπιαμε δροσιστικό αϊράν σ’ ένα τουρκικό εστιατόριο με πρόθυμα γκαρσόνια, καλό σέρβις και φτηνές τιμές, τριγυρίσαμε στο παζάρι με τα μπακίρια, τα μπαχαρικά, τα βότανα, περάσαμε από κάποιες φτωχογειτονιές (σ.σ: στη Σμύρνη όπως και στην υπόλοιπη Τουρκία οι άνθρωποι διακρίνονται στους πάμπλουτους και στους πάμφτωχους. Η μεσαία τάξη είναι σχεδόν ανύπαρκτη), είδαμε ελάχιστες γυναίκες με μαντήλα κι εγώ προσωπικά τις λυπήθηκα γιατί ήταν ντυμένες στο καταλόκαιρο και με καμπαρντίνα. Φάγαμε ωραιότατα μπακλαβαδάκια (σε Έλληνες που μας ψιλοκλέψαν στις τιμές, σε αντίθεση με τους Τούρκους), ήπιαμε εσπρεσσάκι στην Ευρωπαϊκή αγορά (κάτι σαν mall με ευρωπαϊκές κι αμερικανικές μάρκες) και κάποτε πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.


Aspaaba μας ευχήθηκε ο Μαχμούτ και μας είπε ότι σημαίνει το εξής: Ο Θεός να μας δίνει πρώτα απ’ όλα υγεία, λεφτά κι έρωτα. Αμήν!


Όταν ο Μαχμούτ μας έδειξε την προκυμαία Κε, θυμήθηκα κι ανατρίχιασα τη συγχωρεμένη τη μικρασιάτισσα γιαγιά μου. Ήμουνα 16-17 χρονών κι ένα καλοκαιρινό βράδυ μου διηγήθηκε εκείνη τη φοβερή νύχτα που εγκατέλειψαν τα πάντα και ξεκίνησαν να φύγουν. Η γιαγιά δεν έφυγε απ’ τη Σμύρνη, αλλά απ’ το λιμάνι της Μερσίνας (που ελπίζω να το δω κι αυτό κάποτε).

Γιαγιά, αν με βλέπεις από κάπου, πάτησα για μια ακόμη φορά λίγο απ’ τα χώματα της πατρίδας σου κι ελπίζω να συνεχίσω να το κάνω.



Οι φωτογραφίες δεν είναι όλες καλές, καθώς κάποιες τραβήχτηκαν μέσα απ’ το πούλμαν, Δίνουν μια γεύση πάντως!

Τρίτη, Αυγούστου 04, 2009

Η μυροβόλος Χίος!


Στη Χίο φέτος το καλοκαίρι μου συνέβησαν τα εξής 3 περίεργα: 1) ξύπναγα μόνη μου γύρω στις 9- πολύ νωρίς για τα δεδομένα μου όταν δεν δουλεύω, 2)δεν κρύωνα τα βράδια και 3)έφαγα αθερίνα παρόλο που την απεχθανόμουνα προ Χίου.

Νομίζω ήταν η πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου που ευχαριστήθηκα μπάνια και δεν ήθελα να βγω απ’ τη θάλασσα. Τα νερά αν και κρύα ήταν πεντακάθαρα και θελκτικά. Η δε παραμονή μου στη θάλασσα μου χάρισε και το παρατσούκλι πάπια.!

Ενώ πριν φύγω για διακοπές το μόνο που επιθυμούσα ήταν να κάθομαι 15 μέρες χωρίς να κάνω τίποτα, στη Χίο αυτό είναι αδύνατο γιατί υπάρχουν τόσα όμορφα μέρη να δεις που είναι κρίμα να χάσεις την ευκαιρία.


Η Χίος ήταν γνωστή κατά την αρχαιότητα ως Πιτυούσα , Οφιούσα, Αιθάλη και Μάκρις. Το νησί είχε κατοικηθεί ήδη από τη Νεολιθική εποχή ενώ κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ αποικήθηκε από Κρήτες που σύμφωνα με τη μυθολογία έφτασαν εκεί με αρχηγό τον Οινοπίωνα , γιο του Διονύσου και εγγονό του Μίνωα.

Στη διάρκεια των αρχαίων χρόνων η πόλη της Χίου γνώρισε περιόδους οικονομικής και πολιτιστικής ακμής. Πέρα από το ήταν γνωστή ως ναυτική κι εμπορική δύναμη, η Χίος θεωρείται ως η γενέτειρα του Ομήρου(είδαμε και την περίφημη Δασκαλόπετρα που εικάζεται ότι εκεί καθόταν ο Όμηρος και τραγουδούσε τα έπη του…), ενώ παιδιά της μεταξύ άλλων και χωρίς αμφιβολία υπήρξαν ο δημοτικιστής Γιάννης Ψυχάρης και ο Αδαμάντιος Κοραής.
Η Χίος ήταν αδιαμφισβήτητα μια από τις πιο σημαντικές πόλεις των ελληνικών Αποικιών στην Ιωνία Στη διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων παρήκμασε, κατά τη Βυζαντινή περίοδο όμως ανέκαμψε και για 1000 χρόνια έγινε μια από τις πιο σημαντικές επαρχίες. Το 1346 κατακτήθηκε από τους Γενουάτες. Το 1566 οι Οθωμανοί έχοντας ήδη κατακτήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έδιωξαν τους Γενουάτες και κατέλαβαν τη Χίο, την οποία αιχμαλώτισαν μέχρι το 1912 όπου το νησί απέκτησε την ανεξαρτησία του κι ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.

Η μυροβόλος Χίος – μυροβόλος γιατί την άνοιξη μάθαμε ότι ξεμυαλίζεσαι απ’ τα αρώματα των εσπεριδοειδών και των λουλουδιών κι επιπλέον γιατί έχει μια μοναδικότητα που λίγοι τη γνωρίζουν. Φύονται τέσσερα είδη άγριας τουλίπας, οι «λαλάδες», που την άνοιξη κατακλύζουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις του κεντρικού τμήματος του νησιού - δεν είναι νησί που σου ανοίγεται απ’ την πρώτη στιγμή. Οι περισσότεροι μάλιστα έχουν την εντύπωση ότι είναι αφιλόξενος τόπος, ότι οι εφοπλιστές δεν θέλουν τουρισμό, οι ντόπιοι σνομπάρουν τους ξένους κόκ. Αυτό δεν είναι απολύτως ψευδές αλλά έχει και τα πλεονεκτήματα του όπως διαπιστώσαμε σύντομα.

Χάρη στη γενναιοδωρία και το παχυλό πορτοφόλι των Χιωτών καραβοκύρηδων, η Χίος έχει ένα τέλειο οδικό δίκτυο. Άσφαλτος μέχρι το τελευταίο ορεινό χωριό. Οι τιμές είναι τόσο προσιτές που νομίζεις ότι σου κάνουνε πλάκα. 1,40€ πληρώσαμε μια μέρα για 2 αναψυκτικά! Και για τα 2!!!
Στις Κηπουριές, ένα γραφικό χωριουδάκι με πλατάνια στις πλαγιές της Αμανής φάγαμε νοστιμότατο φαγητό μαγειρεμένο απ’ την κυρία που έχει την ταβέρνα, , ταΐσαμε και τις γάτες, ήπιαμε δροσερό νερό της πηγής και σούμα (χιώτικο τσίπουρο από σύκα) και πληρώσαμε 27 ευρώ!!!
Να μην σας πω κι άλλα γιατί όλοι Χίο θα πάμε του χρόνου και θα το χαλάσουμε το νησάκι.

Η Χίος λοιπόν έχει πολλές ομορφιές που σου αποκαλύπτονται όταν αποφασίσεις να την γνωρίσεις. Με περηφάνεια δηλώνω ότι τη γυρίσαμε τη μυροβόλο από Βορρά προς Νότο κι από Δύση προς Ανατολή.

Το νότιο κομμάτι του νησιού χαρακτηρίζεται απ’ τα μαστιχόδεντρα. Αξίζει να σας πω ότι η μαστίχα όχι μόνο είναι αποκλειστικότητα του εδάφους της Χίου, αλλά ενώ έχουν δοκιμάσει να καλλιεργήσουν μαστιχόδεντρα και στο υπόλοιπο κομμάτι του νησιού, αυτό είναι αδύνατο. Τα μαστιχοχώρια είναι 24 στο σύνολο και καταλαμβάνουν κομμάτι απ’ τα χωριά στις παρυφές του Κάμπου στην πόλη της Χίου, κατά μήκος όλου του νότιου τμήματος της και δυτικά ως τα Μεστά και τους Ολύμπους. Χαμηλοί λόφοι, ελιές και παραλίες με καταγάλανα νερά συμπληρώνουν την εικόνα του νότιου τμήματος, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν τα μεσαιωνικά χωριά όπως τα Μεστά, τα Αυγώνυμα, οι Ολύμποι. Το καθένα απ’ αυτά τα χωριά είναι πραγματικά ιδιαίτερο.
Τα Μεστά είναι το καλύτερα διατηρημένο απ’ τα μεσαιωνικά χωριά, ενώ σώζονται οι 3 απ’ τους 4 πύργους της γενουατικής περιόδου, οι Ολύμποι διαθέτουν το φημισμένο σπήλαιο της Συκιάς που χρονολογείται 150.000.000 χρόνια πριν, το Πυργί φημίζεται για την αρχιτεκτονική των σπιτιών με τα ασπρόμαυρα ξυστά, στα Αρμόλια φτιάχνουν κεραμικά, ενώ στον Εμπορειό που είναι φυσικό λιμάνι γνωστό απ’ την αρχαιότητα, έχουν βρεθεί ερείπια ναού της Αθηνάς, πιθανόν του 6ου π.Χ αιώνα. Εκεί γύρω είναι και η διάσημη παραλία Μαύρα Βόλια γνωστή για τα μαύρα βότσαλα της. Σκούρο γκρι είναι στην πραγματικότητα και κατά τη γνώμη μου, τα «Βρουλίδια», λίγο πιο νότια είναι πολύ ομορφότερη παραλία.



Τα παραθαλάσσια χωριά έχουν ωραίες θάλασσες κι ακόμη καλύτερα ταβερνάκια. Εμάς μας άρεσε πολύ η παραλία της Κώμης κι ένα ταβερνάκι στον Καταρράκτη, όπου μια γυναίκα με τις 2 κόρες της, ψαρεύουν και σερβίρουν το βράδυ ό,τι έβγαλε η βάρκα! Τολμήσαμε να ρωτήσουμε την κόρη αν το καλαμάρι είναι φρέσκο και μας δολοφόνησε με το βλέμμα της, αφού η ερώτηση μας την προσέβαλλε…

Η Βόρεια Χίος είναι εντελώς διαφορετική απ’ τη Νότια. Ενώ ο Νότος είναι γεμάτος μαστιχόδεντρα, ο Βορράς έχει ψηλά βουνά, μικρά, γραφικά χωριά όπως τις Αμάδες, το Βίκι, τα Καμπιά, το Πιράμα, τις Τρύπες, τα Παρπαριά, τα Αφροδίσια, την Κεραμειά, τα Νενητούρια, το Άγιο Γάλας, άλλα με θέα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου κι άλλα μέσα σε κατάφυτες εκτάσεις. Έχει τρεχούμενα νερά, ιαματικά λουτρά, πλατάνια, σκιά και απόλυτη ησυχία. Τα Καρδάμυλλα στη Βορειοανατολική πλευρά του νησιού είναι ένας απ’ τους αρχαιότερους οικισμούς του νησιού, η Βολισσός δεσπόζει στα βορειοδυτικά με το μεγάλο κάστρο της, πολλά πέτρινα σπίτια, εκκλησίες, σοκάκια και ωραίες παραλίες στους πρόποδες της, όπως τα Λημνιά, ο Μαναγρός, τα Λευκάθια.



Η κεντρική Χίος εντυπωσιάζει με τη Νέα Μονή που αξίζει να επισκεφθεί κανείς για τα θαυμάσια ψηφιδωτά της – λαμπρό δείγμα τέχνης της μεσοβυζαντινής περιόδου-. Ο μύθος λέει ότι ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος την περίοδο που ήταν εξόριστος στη Λέσβο άκουσε μια προφητεία από 3 μοναχούς της Παλαιάς Μονής για επικείμενη άνοδο του στον θρόνο. Όταν λοιπόν, η προφητεία επαληθεύτηκε, υλοποίησε την υπόσχεση του να ιδρύσει μεγάλο μοναστήρι και ξεκίνησε την ανέγερση του το 1042. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Νέα Μονή καταστράφηκε και λεηλατήθηκε από διάφορους επιδρομείς, αλλά το αποκορύφωμα ήταν η σφαγή του 1822 απ’ τους Τούρκους και ο σεισμός του 1881.


Φεύγοντας απ’ τη Μονή και πηγαίνοντας δυτικά, συναντάει κανείς τον Ανάβατο, έναν ακατοίκητο οικισμό που στέκει σαν φάντασμα πάνω στα βράχια. Ο Ανάβατος ερήμωσε το 1822 αρχικά κι ολοκληρώθηκε με τον σεισμό του 1881. Σήμερα, ο οικισμός είναι διατηρητέος ως ιστορικός και ιδιαίτερου κάλλους τόπος.



Η Χίος έχει πολλές εκκλησίες και κάποιους τοπικούς αγίους, όπως την Αγία Ματρώνα και την Αγία Μαρκέλλα που είναι η προστάτιδα του νησιού, τιμάται μεγαλειωδώς η μνήμη της στις 22 Ιουλίου και συρρέουν οι πιστοί για προσκύνημα από την παραμονή.
Οι Χιώτες μιλούν τραγουδιστά και με κάποιο ιδίωμα.(λένε π.χ ήβλεπα αντί για έβλεπα). Είναι ευγενικοί άνθρωποι και φιλόξενοι σε αντίθεση με ό, τι λέγεται. Έχουν πλάκα όταν τους ζητάς πληροφορίες για μια περιοχή και προσπαθούν να σου εξηγήσουν. Οι περισσότεροι ξεκίναγαν τη φράση τους λέγοντας «Δεν πας από δω, αλλά μπορείς να πας κι από δω»…). Κακή εντύπωση μου έκανε ότι δυσκολευόντουσαν να μας πούνε πώς να πάμε στη Βιβλιοθήκη του Κοραή, αλλά αν αλλάζαμε την ερώτηση και λέγαμε «πού είναι η Μητρόπολη;»(είχαμε μάθει ότι η Βιβλιοθήκη ήταν δίπλα), όλοι απαντούσαν με μεγάλη άνεση. Αλλά αυτό, θαρρώ είναι χαρακτηριστικό ελληνικό κι όχι απαραιτήτως χιώτικο!
Επίσης, οι ντόπιοι δεν γνωρίζουν τα μαγαζιά που πουλάνε τα τοπικά τους προϊόντα, τις πηγές δηλαδή. Έτσι, αν τους ρωτήσεις που μπορείς να προμηθευτείς σούμα, θα σου πούνε ότι φτιάχνεται μόνο σε σπίτια και δεν πωλείται στο εμπόριο. Εμείς όμως ψάξαμε και ανακαλύψαμε το φοβερό μπακάλικο "Κελλάρι" στο κέντρο της πόλης που έχει πουλάει ό, τι ντόπιο μπορείς να σκεφτείς και φυσικά και χύμα σούμα!


Η πόλη της Χίου είναι μια άσχημη πόλη. Ενώ έχει παλιά σπίτια κατά μήκος της προκυμαίας, ιστορικά κτίρια όπως τζαμί, τουρκικά λουτρά, οθωμανικές κρήνες και μια τεράστια πλατεία, η πολεοδομία της είναι εκτός λογικής και το να οδηγείς ή να κυκλοφορείς εκεί ιδίως τις πρωινές ώρες, είναι χειρότερο και πιο επικίνδυνο απ’ το κέντρο της Αθήνας.


Σημαντικό αξιοθέατο της πόλης είναι το κάστρο το οποίο και κατοικείται αδιαλείπτως από τον 10ο αιώνα, ενώ στη διάρκεια της ιστορίας του και ιδιαίτερα τα νεώτερα χρόνια απαξιώθηκε κι απ’ τους ίδιους τους Χιώτες. Κρίμα! Σήμερα το κάστρο δίνει μια εικόνα εγκατάλειψης με πολλά ερειπωμένα σπίτια και σκουπίδια, ενώ διασώζονται ελάχιστα ιστορικά κτίρια, όπως τα τουρκικά χαμάμ, η φυλακή και ο γενουατικός πύργος της εισόδου που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο και το τουρκικό νεκροταφείο.



Επίσης, κρίμα είναι που τα περισσότερα ουζερί, καφέ, και μπαράκια είναι στην προκυμαία και αναγκαστικά έχεις να υποστείς τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα.
Εμείς το ζήσαμε αυτό το πρώτο βράδυ που βγήκαμε προς αναζήτηση τροφής αλλά και κάθε φορά που πηγαίναμε στο καλόγουστο «Άχνη και κανέλλα» που φημίζεται για τους λουκουμάδες και τις μπουγάτσες του.

Για να μην λέω όμως μόνο τα άσχημα, η πόλη της Χίου έχει το αρχαιολογικό και το ναυτικό μουσείο και την βιβλιοθήκη του Αδαμάντιου Κοραή που είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες της Ελλάδας με 130.000 τόμους, σπάνια βιβλία κι εκδόσεις και συλλογές που έχουν δωρηθεί κατά καιρούς από γνωστούς Χιώτες λογοτέχνες ή συλλέκτες. Πριν την καταστροφή της Χίου το 1822, η βιβλιοθήκη ήταν η σημαντικότερη της Ανατολής. Μετά το σεισμό του 1881 στεγάστηκε στο κτίριο που βρίσκεται μέχρι σήμερα, το οποίο αρχικά διέθετε ένα όροφο, ενώ το 1948, με πρωτοβουλία του ευεργέτη Φίλιππου Αργέντη κτίστηκε και ο δεύτερος όροφος.

Το σημαντικότερο όμως – κατά την γνώμη μου- αξιοθέατο της Χίου είναι ο Κάμπος.
Πρόκειται για έναν μοναδικό κήπο εσπεριδοειδών στο κέντρο του νησιού που απλώνεται κατά μήκος της ανατολικής ακτής στη νότια πλευρά της πόλης και είναι γεμάτος από περίφημα αρχοντικά που δίνουν στη περιοχή μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Αποτελούν μοναδικά δείγματα μιας ιδιότυπης αρχιτεκτονικής και ανήκουν στις αριστοκρατικές οικογένειες της Χίου και σε οικογένειες ευγενικής καταγωγής Γενουατών που έμεναν στο νησί. Πολλά από αυτά τα αρχοντικά κτίστηκαν κατά τον 14ο αιώνα. Πίσω από τους ψηλούς προστατευτικούς τοίχους, κρύβεται ένας ολόκληρος μικρόκοσμος. Κάθε κτήμα αποτελεί κι ένα αξιοθέατο με τεράστιες αψιδωτές αυλόπορτες, με οικόσημα και μαγγανοπήγαδα στις αυλές.


Τα πετρόκτιστα σπίτια κατασκευασμένα από Θυμιανούσικη πέτρα(αυτή με το κόκκινο χρώμα αν διακρίνεται καλά απ' τις φωτογραφίες), έχουν ψηφιδωτά δάπεδα και περίτεχνα μαρμάρινα σχέδια. Μια βόλτα στον Κάμπο σε κάνει να γυρνάς σε άλλες εποχές και να έχεις την αίσθηση ότι τώρα θ’ ανοίξει μια πόρτα και θα ξεπροβάλλουν άμαξες, κυρίες με μακριά φορέματα και κύριοι με ψηλά καπέλα.
Σήμερα ο Κάμπος έχει χαρακτηριστεί Ιστορικός Τόπος από το Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, τα αρχοντικά είναι διατηρητέα και παραμένει μια σημαντική αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά περιοχή όπου κυριαρχούν ακόμη τα εσπεριδοειδή σε συνάρτηση και με άλλες δραστηριότητες.
Εμείς επισκεφτήκαμε το Citrus place, το Περιβόλι. Ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού αυτού έχει δημιουργήσει ένα μικρό αλλά κατατοπιστικό μουσείο όπου μπορεί κανείς να πληροφορηθεί για την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών στην πορεία του χρόνου, να δει γεωργικά εργαλεία, λογιστικά βιβλία παλιών εποχών, διαδρομές εμπορίου σε ολόκληρο τον πλανήτη, να πιει τον καφέ του ή τη μανταρινάδα του (εξαιρετικό τοπικό προϊόν) και να ψωνίσει τα γλυκάκια του (γλυκά κουταλιού, λουκούμια, αμυγδαλωτά με βάση τα εσπεριδοειδή) όπου παρασκευάζονται μπροστά σου σε συνθήκες απόλυτης καθαριότητας.




Θα ολοκληρώσω το ταξείδι στη Χίο μ’ ένα τρυφερό περιστατικό:

Ο ψηλός, ξερακιανός παππούς μας πλησίασε στην πλατεία των Άνω Καρδάμυλων και μας αφηγήθηκε την ιστορία που λέει ο μύθος για το σπήλαιο στο Άγιο Γάλας (σ.σ. το Άγιο Γάλας είναι ένα χωριό 65χλμ βόρεια της πόλης της Χίου με αξιοθέατα ένα σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες και μια βυζαντινή εκκλησίτσα) προτρέποντας μας να κάνουμε την διαδρομή. Ήταν ευγενέστατος, καλοσυνάτος και η ομιλία του θύμιζε παλιό δάσκαλο.
Ο μύθος λοιπόν λέει ότι ένας βασιλιάς εξόρισε εκεί την κόρη του που έπασχε από λέπρα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη σπηλιά, η κοπέλα γιατρεύτηκε χάρη στο γαλακτερό υγρό που έσταζε απ’ τη σπηλιά και θεωρώντας το θαυματουργό, έμεινε και μόνασε εκεί. Οι ντόπιοι του μύθου έλεγαν ότι το υγρό είναι γάλα που τρέχει απ' τους μαστούς της Παναγίας γι' αυτό και η εκκλησία πήρε το όνομα Παναγιά η Αγιαγαλουσιανή. Η επιστημονική εξήγηση πάντως αποδίδει το άσπρο υγρό σε υψηλή περιεκτικότητα ασβεστίου!


Την προτελευταία μέρα επισκεφθήκαμε και την Σμύρνη, περνώντας απ’ τη Χίο απέναντι στον Τσεσμέ. Αλλά, αυτό είναι υλικό για άλλο ποστάκι-ε, να’χουμε να γράφουμε κάτι τον Αύγουστο-!

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

Γυρίσαμε


αλλά κάνω ότι δεν είμαι εδώ...

Προσεχώς ποστ για τις διακοπές.

Αχ, τέτοια ώρα κολυμπούσα γμτ!

Παρασκευή, Ιουλίου 17, 2009

Το πλοίο θα σαλπάρει!



κι η Αλεπού θα είναι μέσα!!!

Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2009

Ανθρώπινες συμπεριφορές

Περιστατικό 1ο: χτες το απόγευμα έψαχνα να παρκάρω σ' ένα στενό δρομάκι μιας πυκνοκατοικημένης συνοικίας προκειμένου να πάω να δω τη γιαγιά μου. Είχα λίγη ώρα στη διάθεση μου και η γιαγιά κοιμάται νωρίς. Συνεπώς, δεν είχα απεριόριστο χρόνο να ψάχνω πού θα αφήσω το αυτοκίνητο κι επιπλέον δεν είχα και πολλές ελπίδες να βρω κενή θέση. Παρκάρω μπροστά στο πάρκιν της απέναντι απ' την πολυκατοικία της γιαγιάς διπλοκατοικίας. Αφήνω σημείωμα στο παρμπρίζ με το ονοματεπώνυμο της γιαγιάς και τη διεύθυνση. Πράγματι, κάποια στιγμή, χτυπάει το κουδούνι και κάποιος - πολύ ευγενικά- ζητάει να κατέβει κάτω ο οδηγός του αυτοκινήτου. Κατεβαίνω βιαστικά και ζητάω συγνώμη πριν προλάβει ο νεαρός να μου πει ο,τιδήποτε. "Μα τι λέτε", μου απαντάει και χαμογελάει ευγενικά. "Είστε ευγενέστατη. Δεν το κάνει κανείς αυτό, ν' αφήσει σημείωμα. Να, εγώ φεύγω αμέσως. Τραβήχτε το για λίγο να βγω και μετά ξαναβάλτε το"!!! Μένω άναυδη. Τον ευχαριστώ και του λέω ότι έτσι κι αλλιώς θα φύγω, για λίγο είχα έρθει, επίσκεψη βιαστική στην ηλικιωμένη γιαγιά και ζητάω και πάλι συγνώμη. "Μα τι λέτε, μην το ξαναπείτε", μου απαντάει και φεύγει χαιρετώντας με ευγενικά κι αφήνοντας με έκπληκτη.

Δηλαδή, καταλάβατε τώρα για ποια ανατροπή μιλάμε; Ο τύπος μου παραχωρούσε το δικαίωμα να παρκάρω στο πάρκιν του, δεν είπε τίποτα για τα 5 λεπτά που τον καθυστέρησα απ' την ώρα που είδε ότι τον είχα κλείσει μέχρι να κατέβω και μ' ευχαριστούσε για την "ευγένεια" μου ν' αφήσω σημείωμα. Και το πιο βασικό: ήταν αυθεντικά ευγενικός και δεν έκανε καμάκι.
Στην Ελλάδα του σήμερα, αυτό σπανίζει!!!

Περιστατικό 2ο: σήμερα στο σούπερ μάρκετ, στο ψυγείο με τα τυριά. Η υπάλληλος εξυπηρετεί μια γυναίκα. Περιμένω στη σειρά μου. Καταφτάνουν και 3-4 ακόμα πελάτες. Έρχεται και δεύτερη υπάλληλος να βοηθήσει. "Ποιος έχει σειρά;" ρωτάει. "Εγώ", πετιέται μια κυριούλα παρακάμπτοντας με. "Εγώ", λέω εγώ με πιο δυνατή αλλά σίγουρη φωνή και η υπάλληλος στρέφεται σε μένα- ευτυχώς!

Περιττό να αναφέρω ότι η κυριούλα δεν μου ζήτησε ούτε συγνώμη, έτσι για τους τύπους.

Περιστατικό 3ο: Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Πληρώνω, προσπαθώ να τακτοποιήσω λεφτά στο πορτοφόλι και ψώνια στη σακκούλα. Η ταμίας δεν έχει αρχίσει να χτυπάει ακόμα τα ψώνια της επόμενης, αλλά η επόμενη έχει έρθει δίπλα μου, έχει ακουμπήσει την τσάντα της πάνω στα πράγματα μου, έχει ανοίξει το πορτοφόλι της, έχει καταπατήσει το δικαίωμα μου να κλείσω πορτοφόλι και να ολοκληρώσω ανθρώπινα τις κινήσεις μου και το σπουδαιότερο: εννοείται ότι δεν ζήτησε βεβαίως συγνώμη, πολύ απλά γιατί πιστεύω ότι δεν της πέρασε καν απ' το μυαλό ότι ενοχλούσε.

Τετάρτη, Ιουλίου 08, 2009

«Bad Boys of Dance»!

Δεν είχε τύχει να παρακολουθήσω τα προηγούμενα 6 χρόνια το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού που διοργανώνει ο Δήμος της Αθήνας κι έτσι χτες το βράδυ διαπίστωσα τι έχανα.
Μέσα στην Τεχνόπολη ανακάλυψα όχι μόνο μια πνοή δροσιάς αφού η Αθήνα χθες ψηνόταν, αλλά και τα δροσερά «Bad Boys of Dance»!

Πρόκειται για 7 καλογυμνασμένα αγόρια και μια κοπέλα – την κοινή τους παρτενέρ- που ξεσήκωσαν κυριολεκτικά το κοινό χτες το βράδυ με τους χορούς τους. Κι όταν λέμε κοινό, να τονίσω ότι το κοινό ήταν ετερόκλητο κι αυτό έχει τη σημασία του! Όταν δηλαδή βλέπεις στο τέλος να χειροκροτούν όρθιοι κύριοι περασμένης ηλικίας ή όταν λαθρα-ακούς ζευγάρι γύρω στα 60 ναλένε ο ένας στον άλλο ότι πρέπει να ξαναρχίσουν να χορεύουν γιατί σκουριάσανε, τότε καταλαβαίνεις πόσο καλά περάσαμε χτες με τα «Κακά αγόρια».
Η ομάδα «Bad Boys of Dance» με επικεφαλής τον χορογράφο και χορευτή Rasta Thomas συνδυάζει με έμπνευση, φαντασία κι εξαιρετική τεχνική το κλασικό μπαλέτο με χορευτικές φιγούρες μιούζικαλ του Broadway, hip hop, κλακέτες, σύγχρονο χορό.

Του χρόνου λέω να το παρακολουθήσω όλο το φεστιβάλ.

Παρασκευή, Ιουλίου 03, 2009

Boreout!

Ευτυχώς που η καθημερινή μου βόλτα στο διαδίκτυο με διαφώτισε από το τι πάσχω. Όχι ότι δεν το ήξερα δηλαδή, αλλά αν το βλέπεις και με επιστημονικούς όρους, έχει άλλη δυναμική το πράγμα. «Boreout» λοιπόν, ή αλλιώς «εργασιακή βαρεμάρα».
Το άρθρο όπως θα δείτε όσοι θέλετε να κάνετε κλικ εδώ περιέχει κι ένα τεστάκι που πιστοποιεί κατά πόσον πάσχει κανείς από εργασιακή βαρεμάρα ή όχι. Δεν χρειάστηκε να το κάνω. Είμαι σίγουρη ότι σε όλα ναι θα απαντούσα.

Αν το ερώτημα σας είναι και πώς σκοπεύω να ξεπεράσω την ασθένεια ή τι κάνω για να την καταπολεμήσω, σας απαντώ ευθέως, «τίποτα». Δεν κάνω τίποτα! Έχω πέσει σε αδράνεια. Μπορεί λόγω καλοκαιριού, μπορεί και όχι. Δεν θέλω να κάνω τίποτα.
Είναι σοβαρό γιατρέ μου; Θα ζήσω;

Τρίτη, Ιουνίου 16, 2009

Πρώην μετανάστης νυν ρατσιστής.

Θυμάμαι μια συζήτηση πριν από 7 ακριβώς χρόνια. Στο τραπέζι 4 Έλληνες και μια Ελληνογαλλίδα. Θέμα συζήτησης οι Αλβανοί. Η μία εκ των Ελλήνων ταύρος μαινόμενος αλλά προς το πολιτισμένο – ξέρω ακούγεται σουρεάλ, αλλά έτσι ήταν-.
Έλεγε τα γνωστά: «…που πήξαμε στους Αλβανούς, που είναι κλέφτες, που γεμίσαμε ξένους, που βρωμάνε, που δεν ακούμε πια ελληνικά στους δρόμους» κι άλλα τέτοια χαριτωμένα. Στο άλλο άκρο ακριβώς, η Ελληνογαλλίδα: «εμένα καθόλου δεν μ’ ενοχλούν, στο Παρίσι έχουμε συνηθίσει στην πολυπολιτισμικότητα, στο μετρό βλέπω καθημερινά ξένους, ακόμα και Άραβες που εσείς δεν έχετε εδώ».
Οι υπόλοιποι της παρέας διατηρούσαμε χαμηλό προφίλ, Ναι μεν, αλλά…

Λίγα χρόνια αργότερα η μαινόμενη ταυρίνα που προανέφερα χρειάστηκε τις υπηρεσίες μεταναστών για συγγενικό της πρόσωπο που ήταν άρρωστο. Δεν έπεσε στα χέρια των Αλβανών αλλά ετέρων του πρώην Ανατολικού μπλοκ.

Εμείς πάλι, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 είχαμε στο σπίτι ως καθαρίστρια μια κοπέλα απ’ την Πολωνία, την Ντάνα, καλή της ώρα. Η ζωή ευτυχώς τής φέρθηκε καλά γιατί λίγα χρόνια αργότερα που την είδα τυχαία στο τρόλεϊ μου είπε ότι είχε βρει δουλειά στο αντικείμενο της, μηχανικός ήτανε και είχε κάνει και οικογένεια.

Πάντως τονίζω ότι πολύ συχνά ακούγονταν εκείνα τα χρόνια αλλά και αργότερα φράσεις όπως: οι Πολωνοί είναι πιο σοφιστικέ (sic) μετανάστες, ξέρουν γράμματα, μπορεί να μην είχαν να φάνε, αλλά είχαν παιδεία σ’ αυτά τα κράτη, τους καημένους πόσο υπέφεραν, τους βλέπεις έχουν άλλη ποιότητα κι άλλα τέτοια ψυχοπονιάρικα. Και προσθέταμε κι ένα ψίχουλο πόνου και συμπόνοιας για τους μαύρους «οι μαύροι ζούνε χρόνια εδώ και ποτέ δεν δημιούργησαν πρόβλημα».

Κι ύστερα ήρθαν οι Αλβανοί και πέσαμε να τους φάμε. Πρώτα, η πλατεία Ομονοίας που γέμισε ανθρώπους που περίμεναν να τους πάρουνε για κανά μεροκάματο. Πάει χάλασε η Ομόνοια, έβγαιναν και λέγανε όλοι. Καλά, btw η Ομόνοια δεν χάλασε λόγω Αλβανών, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστάκι.

Οι κλέφτες, οι βρωμιάρηδες, οι πονηροί, τα Αλβανάκια που τολμάνε να πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο με τα ελληνάκια και να παίρνουν και καλύτερους βαθμούς ενώ δεν το αξίζουνε, είναι καθυστερημένα, μόνο τα δικά μας παιδιά είναι ανώτερα φυλετικά
«Δεν πρόκειται να στείλω το παιδί μου στο νηπιαγωγείο τάδε παρόλο που με βολεύει γιατί είναι γεμάτο Αλβανάκια και φτιάχνουνε συμμορίες και φέρονται ρατσιστικά στα ελληνάκια!!!»
Μάλιστα! Ο ραστισμός ρατσισμό γεννάει κυρά μου. Ο αδύναμος κρίκος πρέπει να αμυνθεί. Πως είναι όταν το μεγάλο αδερφάκι χτυπάει το μικρό γιατί ζηλεύει; Ε, κάποια στιγμή θα σηκώσει το χέρι και το μικρό…

Νομίζω ότι το μίσος μας για τους Αλβανούς είναι μακράν μεγαλύτερο απ’ ότι για όλους τους άλλους λαούς μαζεμένους. Πιο εύκολα θα δώσεις τα παλιά σου ρούχα σε Πακιστανούς παρά σε Αλβανούς. Ίσως αυτό να εξηγείται απ’ το ότι μας θυμίζουν αυτούς που θέλουμε οπωσδήποτε να ξεχάσουμε, τους Έλληνες δηλαδή, αλλά 50 – 60 χρόνια πριν.

Και εν έτει 2009, οι μάσκες έπεσαν πια οριστικά. Επιχείρηση σκούπα προανήγγειλαν οι εφημερίδες προ εκλογών. Ήρθε και το εκλογικό αποτέλεσμα και η κυβέρνηση με ή χωρίς βοηθούς και συγκυβερνήσεις (το πιάσαμε όλοι το υπονοούμενο ε;), αποφάσισε να βάλει μπρος τα στρατόπεδα συγκέντρωσης!

Να φύγουν όλοι τώρα! Να καθαρίσει ο τόπος! Να ξεβρωμίσουμε!

Ναι, αλλά ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το μετά:

Ποιος θα ξεσκ@@.ώνει τον ανήμπορο παππού στο σπίτι;
Ποιος θα ξενυχτάει με τη γιαγιά που είναι ετοιμοθάνατη στο νοσοκομείο;
Ποιος θα σου καθαρίζει το σπίτι που γυρνάς απ’ τη δουλειά πτώμα;
Ποιος θα σου χτίσει τη μεζονέτα;
Ποιος θα σου πλύνει το SUV;
Ποιος θα σου πλένει την κούπα του καφέ και θα σου ξεσκονίζει το γραφείο όταν σχολάς;
Ποιος; Εσύ ο Έλληνας που ξέχασες ότι ο πατέρας σου ή η μάνα σου έκαναν μετανάστες στη Γερμανία; Που ήσουν το μελαχρινό παιδάκι παραφωνία ανάμεσα στα ξανθά; Που τολμάς ν' αναρωτιέσαι πώς ήταν δυνατόν ο Χίτλερ να κατάφερε να προσηλυτίσει έναν λαό ολόκληρο με το επιχείρημα της ανωτερότητας της Αρείας φυλής; Και σε τι άραγε διαφέρεις εσύ; Ναι, δεν κάνεις σαπούνι μερικές χιλιάδες αθώους, αλλά τρως με όρεξη το delivery όταν τους βλέπεις να σκοτώνονται από βόμβες στην άλλη άκρη του πλανήτη.
Που σημειωτέον αυτός που έφερε το delivery στο σπίτι είναι κάποιος μετανάστης που πρόλαβε να φύγει απ’ την δική του χώρα για να έχει το αυτονόητο δικαίωμα της επιβίωσης στη δική σου.
Άλλο τώρα που εσύ θες να κάνεις ότι δεν υπάρχει...


Διαβάστε και το πολύ καλό ποστ της Krotkaya εδώ. Αυτό άλλωστε μου έδωσε το έναυσμα να ξεδιπλώσω και τον δικό μου θυμό.


Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009

Γειτονικά Βαλκάνια: Ρουμανία

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βοσκός που τον έλεγαν Bukur. Στα ρουμάνικα, bukur σημαίνει χαρά. Ο Bukur ήταν ιδιαίτερα αγαπητό πρόσωπο στους τοπικούς άρχοντες. Τους μάγευε με τη μουσική της φλογέρας του και τους μεθούσε με το γλυκόπιοτο κρασί που τους κέρναγε. Οι άρχοντες δεν ήταν αχάριστοι και θέλοντας να ανταποδώσουν τον τίμησαν δίνοντας στην πόλη το όνομά του.

Η πρώτη εντύπωση που μου δημιούργησε το Βουκουρέστι είναι η μερική ομοιότητα του με το αγαπημένο Παρισάκι. Θα ήθελα να αποφύγω σ’ αυτό το σημείο χαρακτηρισμούς του τύπου το Παρίσι της Ανατολής ή το Παρίσι των Βαλκανίων. Το ζητούμενο – νομίζω- είναι να διατηρεί η κάθε πόλη την μοναδικότητα της. Τι νόημα έχει να ψάχνουμε παντού το Παρίσι το οποίο – κατά την ταπεινή γνώμη της γράφουσας είναι πανέμορφο και μοναδικό!-.

Επανέρχομαι λοιπόν στο Βουκουρέστι. Ανοιχτά βουλεβάρτα, πλατείες, πάρκα, πολύ πράσινο, μεγαλοπρεπή κτίρια, παλάτια και κάπου ανάμεσα και η αψίδα του θριάμβου αλά γαλλικά!

Αρχικά ξύλινη από το 1896, για να γιορτάσει τους βασιλικούς γάμους του πρίγκιπα Φερδινάνδου και της βασίλισσας Μαρίας, έγινε πέτρινη το 1922 σαν μνημείο της νίκης της Ρουμανίας στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ το 1935 έλαβε την οριστική της μορφή που διατηρεί έως και σήμερα και το βασικό υλικό της είναι πια ο γρανίτης.

Η αίσθηση που αφήνει η περιπλάνηση στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας είναι παράξενη. Για αρκετές ώρες αφού φτάσαμε, είχα την αίσθηση ότι δεν είχα φύγει απ’ την Ελλάδα. Ίσως να οφείλεται στο μικρό αεροδρόμιο που θύμιζε το πάλαι ποτέ Ελληνικό, ίσως το ότι θέλουμε δεν θέλουμε, με τους άλλους Βαλκάνιους είμαστε κοντινοί συγγενείς- πιο κοντινοί δεν γίνεται…

Στο Βουκουρέστι υπάρχουν λίγοι πλούσιοι (πολύ πλούσιοι όμως) και πολλοί φτωχοί.

Κυκλοφορούν πολυτελή αυτοκίνητα που εδώ δεν τα φανταζόμαστε καν. Έχετε δει ποτέ SUV λιμουζίνα;;;!!! Οι ελάχιστοι προνομιούχοι λοιπόν μάθαμε ότι βγάζουν τα προς το ζην όχι και με τόσο νόμιμο τρόπο, αλλά βέβαια αυτή είναι η κατάσταση σε πολλές χώρες μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού…

Είχαμε την τύχη να μένουμε σε ένα προάστιο του Βουκουρεστίου- κάτι σαν την Κηφισιά ας πούμε. Εδώ κατοικούν ευκατάστατοι άνθρωποι, είτε σαν τους προαναφερθέντες, είτε μεγαλοστελέχη εταιρειών που είναι στην πλειονότητα τους ξένοι κι όχι Ρουμάνοι. Μπροστά μας το περίφημο πάρκο Herastrau που δημιουργήθηκε το 1936 ενώ ήδη απ’ τον 19ο αιώνα η αριστοκρατία έκανε τον περίπατο της στις όχθες της ομώνυμης λίμνης. Το πάρκο σήμερα το χαίρονται μικροί και μεγάλοι όπως και όλα τα πάρκα σε όλη την Ευρώπη εκτός απ’ την Αθήνα βέβαια όπου η λέξη πάρκο είναι άγνωστη και η έννοια προφανώς ξεπερασμένη…


Στο πάρκο στεγάζεται και το καταπληκτικό Χωριό. Πρόκειται για ένα υπαίθριο μουσείο με 85 χωριάτικα σπίτια, τυπικά αρχιτεκτονικά δείγματα της επαρχίας της Ρουμανίας τα οποία μπορεί κανείς να επισκεφτεί και να δει τα εσωτερικό τους, τα δωμάτια, τα καθημερινά σκεύη τα εργαλεία, τα ρούχα, αλλά και νερόμυλους, πατητήρια, κελάρια. Όλα αυτά τα χαίρεσαι ενώ περπατάς κάτω απ’ τη δροσιά των δέντρων κατά μήκος της λίμνης.

Το Βουκουρέστι ενδείκνυται για περπάτημα και ποδήλατο. Ο ποδηλατόδρομος που διαθέτει δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.


Οπωσδήποτε αξίζει να δει κανείς την παλιά πόλη το Lipscani ή ιστορικό κέντρο με τα στενά σοκάκια, τα πολλά καφέ με τα τραπέζια έξω που εκτείνεται από την CaleaVictoriei, την Blvd Bratianu, την Blvd Regina Elisabeta και φτάνει ως τον ποταμό Dambovita. Εδώ μπορεί να δει κανείς σπίτια και κτίρια που χρονολογούνται πριν απ’ τον Β παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται δηλαδή για ό, τι δεν κατέστρεψε ο πόλεμος. Θαυμάσαμε και την περίφημη εκκλησία της Σταυρουπόλεως, έναν συνδυασμό ρωμαϊκής και βυζαντινής αρχιτεκτονικής με ωραίες τοιχογραφίες και ξύλινες εικόνες μέσα σ’ έναν όμορφο κήπο όπου υπάρχει και μοναστήρι

Η εκκλησία χτίστηκε το 1724 επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου από τον Ηπειρώτη Αρχιμανδρίτη Iωανίκιο Στρατονικέα που έφυγε απ’ τη Γκούρα για να πάει στο Βουκουρέστι.

Είναι θαύμα το ότι σώζονται κάποια κτίρια στην παλιά πόλη αν σκεφτεί κανείς ότι ό, τι δεν κατέστρεψε ο πόλεμος το κατέστρεψε το καθεστώς αργότερα για να χτίσει το «Bulevardul Unirii» και το «Σπίτι του Λαού».

Το «Σπίτι του Λαού» είναι το δεύτερο μεγαλύτερο διοικητικό κτίριο στον κόσμο μετά το Πεντάγωνο και καλύπτει επιφάνεια 64.800 τμ. Δεσπόζει πάνω στον ουράνιο λόφο Uranus Hill και προοριζόταν να στεγάσει τη Βουλή αλλά και το σπίτι του ίδιου του Τσαουσέσκου. Ολοκληρώθηκε το 1989 αλλά οι μεγαλύτεροι θα καταλάβετε ότι δεν πρόλαβε να το χαρεί ο εμπνευστής του… Σήμερα στεγάζει τη Βουλή ενώ μεγάλο μέρος του παραμένει άδειο για ευνόητους λόγους. Για να χτιστεί μάλιστα, καταστράφηκε μια από τις πιο ωραίες και αριστοκρατικές γειτονιές του Βουκουρεστίου.

Βεβαίως και δεν αρκεστήκαμε μόνο στο Βουκουρέστι. Κάναμε και τις εκδρομούλες μας. Προορισμός τα Καρπάθια και πρώτος σταθμός η ευρύτερη περιοχή Sinaia με το περίφημο μοναστήρι που έχτισε εκεί το 1695 ο Μιχαήλ Κατακουζηνός μετά την επιστροφή του απ’ το Μοναστήρι Σινά στην Αίγυπτο, αφιερώνοντας το στην Παναγία. Μάλιστα, έδωσε το όνομα Sinaia στο μοναστήρι για να θυμίζει το όρος Σινά. Πέρα απ’ τους θησαυρούς που βρίσκονται στο μουσείο του μοναστηριού, όπως σπάνια βιβλία και πολύτιμες εικόνες, η χρήσιμη πληροφορία είναι ότι χάρη στον Κάρολο τον Ι η εκκλησία ήταν το πρώτο κτίριο της περιοχής που ηλεκτροδοτήθηκε.


Όλη η περιοχή της Prahova Valley είναι γνωστή ως το μαργαριτάρι των Καρπαθίων. Πολύχρωμα σπιτάκια με κωνικές στέγες ξεπροβάλλουν από παντού σαν στολίδια στις καταπράσινες εκτάσεις, ενώ λίγο πιο πέρα ξεπροβάλλουν οι εξοχικές κατοικίες Peles & Pelisor που φιλοξένησαν διάφορους ρουμάνους μονάρχες ανάμεσα τους και τον Κάρλο τον Ι που πέθανε το 1973. Το Peles ολοκληρώθηκε το 1883 από Βιεννέζο αρχιτέκτονα μεν, χωρίς καθόλου γούστο δε. Το παλάτι είναι ό, τι πιο κιτς έχω δει. Υποτίθεται στο πνεύμα της γερμανικής αναγέννησης αλλά και με στοιχεία μπαρόκ, ροκοκό, γοτθικά , ιταλικής αναγέννησης και υλικά όπως ξύλο, πέτρα, μάρμαρο, τούβλο. Για να μην αφήσετε τη φαντασία σας να οργιάσει, σας έχω και φωτογραφία!


Το Pelisor ήταν η κατοικία της βασίλισσας και είναι στυλ Art Nouveau

Επόμενος σταθμός η Τρανσυλβανία κι επειδή Ρουμανία χωρίς Δράκουλα δεν νοείται πήγαμε κι εμείς στο σπίτι του!!!

Στην πραγματικότητα το Bran Castle είναι ένα κάστρο που χρονολογείται απ’ τον Μεσαίωνα και είχε αμυντικό χαρακτήρα. Το 1921 έγινε εξοχική κατοικία για την βασίλισσα Μαίρη της Ρουμανίας, ενώ η σχέση του με τον κόμη Βλαντ είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα. Ακούσαμε μάλιστα ότι το πραγματικό κάστρο του Δράκουλα είναι χωμένο στα βάθη της Ρουμανίας και καθόλου δεν έχει αξιοποιηθεί τουριστικά. Αντιθέτως, έξω απ’ το ομολογουμένως πανέμορφο Bran Castle η φιγούρα του Δράκουλα πρωταγωνιστεί σε ό, τι μπορείτε να φανταστείτε: κούπες, μπλουζάκια, μαγνήτες και άλλα σουβενίρ ενώ στα highlights της περιοχής θα προσθέσω ένα γλυκό ψωμί με ζάχαρη και καρύδια που είναι νοστιμότατο και ελαφρύ παρά το μέγεθος του.



Ακολούθησε μια σύντομη στάση στην Poiana Brasov, ένα θέρετρο που τον χειμώνα κατακλύζεται από σκιέρ ενώ τώρα ήταν ντυμένο στα πράσινα και ο κόσμος έκανε πικ νικ, περπατούσε και χαιρόταν τη φύση και τελικώς φτάσαμε στο Brasov.

Πρόκειται για μια σαξονική πόλη με κυριότερο αξιοθέατρο το δημαρχείο στην μέση της πλατείας και την περίφημη Μαύρη εκκλησία που θεωρείται ως η μεγαλύτερη γοτθική εκκλησία της νοτιανατολικής Ευρώπης.Λέγεται ότι άρχισε να χτίζεται το 1383, καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1421, ξαναφτιάχτηκε το 1477 και κάηκε από μια μεγάλη πυρκαγιά το 1689. Χρειάστηκαν 20 ολόκληρα χρόνια να την αναστηλώσουν και σ’ αυτήν την τελική της φάση, απέκτησε και την χαρακτηριστική οροφή της με ύψος 20 μέτρα.

Η τελευταία μέρα είχε επίσκεψη στα περίχωρα του Βουκουρεστίου. Πήγαμε στο περίφημο «Mogosoaia Palace» 10 χμλ απ’ την πόλη. Χτισμένο στις αρχές του 18ου αιώνα στις όχθες της λίμνης Mogosoaia, είναι χτισμένο με τον Ρουμάνικο αναγεννησιακό ρυθμό, γνωστό ως Brâncovenesc style, έναν συνδυασμό Βενετσιάνικων και Οθωμανικών στοιχείων. Ο περίπατος στον αύλιο χώρο και στους πανέμορφους κήπους μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις λίγο πριν αναχωρήσουμε για τα πάτρια...


Νομίζω πως θα αδικήσω τους Ρουμάνους αν δεν αναφερθώ στο πόσο ευγενικοί κι εξυπηρετικοί είναι. Δεν υπήρξε εστιατόριο ή καφετέρια που να μην μας σερβίρουν ακόμα και το νερό στα ποτήρια. Στο βιβλιοπωλείο απ’ το οποίο αγοράσασαμε δυο υπέροχα λευκώματα για την πόλη και τη χώρα, η πωλήτρια δεν έφυγε από δίπλα μας μέχρι να βρούμε αυτό που πραγματικά ψάχναμε.

Το μοναδικό αρνητικό που θα μπορούσα να πω είναι η έλλειψη εθνικού δρόμου. Τα 166 χμλ του ταξειδιού μας στο Brasov τα καλύψαμε σε 3,5 ώρες γιατί ο δρόμος είναι επαρχιακός και το όριο ταχύτητας εξαιρετικά χαμηλό. Ο κώδικας κυκλοφορίας δε είναι αυστηρότατος και οι Ρουμάνοι τον σέβονται.

Αξίζει να ξαναπάμε!