Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

Αλληγορία

Αφιερωμένο σ’ όλους τους κατοίκους του blogger και του wordpress.



Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μάλλον άσχημη και αδιάφορη πολιτεία, ένα χωράφι είχε μείνει έρημο και ακαλλιέργητο. Φύτρωναν σ’ αυτό δειλά- δειλά κάποια λουλουδάκια κι οι άνθρωποι που έλεγαν να το χτίσουν, όλο και το ανέβαλλαν ώσπου το ξέχασαν και τα άφησαν να μεγαλώσουν.
Στην αρχή ήταν κάτι σαν ένα μικρό θαύμα. Ποιος θα πίστευε ότι θα άνθιζαν ακόμα λουλούδια σ’ αυτήν την πόλη; Όταν άρχισαν τα πρώτα να σκάνε μύτη, όλοι πέρναγαν και τα κοίταγαν με περιέργεια στην αρχή, άλλοτε με δυσπιστία, κάποιοι αποδοκίμασαν την ύπαρξη τους μάλιστα με έντονο τρόπο.
«Πρέπει να τα ξεριζώσουμε τώρα που είναι νωρίς», αποφάνθηκε χαϊδέυοντας τη μεγάλη κοιλιά του, ένας άσχημος χοντρός με πούρο. «Αυτά μεγαλώνουν γρήγορα και θα μας πνίξουν» πρόσθεσε βαθυστόχαστα. «Κι αυτή η μυρωδιά τους…», συμφώνησε μια ξερακιανή κυρία, έντονα βαμμένη στις αποχρώσεις του φούξια. «Μ’ έχουν ζαλίσει, κοντεύω να λιποθυμίσω. Δεν μπορώ πια να αναπνεύσω το γνώριμο καυσαεριάκι μου». «Βαρέθηκα ν’ ανοίγω τις κουρτίνες το πρωί και να βλέπω μπροστά μου όλα αυτά τα χρώματα. Έχει καταντήσει πολύ κουραστικό όλο αυτό. Θα πάω στον οφθαλμίατρο αύριο. Τα μάτια μου που τόσο είχαν συνηθίσει το άσπρο και το μαύρο, βλέπουν όλο χρώματα τώρα. Μπλιαχ, είναι απαίσιο», είπε τέλος κι ένας νεαρός κι έφτυσε με μανία πάνω στα λουλούδια

Τα λουλούδια τα άκουγαν όλα αυτά αλλά τα προσπερνούσαν αδιάφορα και μεγάλωναν και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Θαρρείς και κάποια μαγική δύναμη, απομεινάρι τελευταίων μεγάλων θαυμάτων τα είχε φέρει εκεί και τα άφηνε να πούνε το δικό τους τραγούδι. Ένα τραγούδι, άλλοτε χαρούμενο κι άλλοτε μελαγχολικό, σαν τη ζωή την ίδια. Πολλαπλασιάζοντουσαν μάλιστα με γρήγορους ρυθμούς και τα χρώματα, οι μυρωδιές και τα ονόματα τους ήταν μια πανδαισία αισθήσεων. Άλλο ήταν πορτοκαλί, άλλο κίτρινο, άλλο μύριζε πιο έντονα, άλλο μεθυστικά. Κι όλα χαιρόντουσαν που τα άφηναν να μεγαλώσουν και δεν μπορούσαν να τα κόψουν. Όρθωναν το ανάστημα τους ανάμεσα σε παλιοκτίρια, σκουπίδια και λάσπες και κανείς δεν τα πείραζε. Κάποια στιγμή μάλιστα, είχαν γίνει τόσα πολλά και τόσο όμορφα που όλη η πόλη άρχιζε να συζητάει πάλι γι’ αυτά. Πέρναγε ο απλός κόσμος και τα θαύμαζε. Τα μύριζε, τα χάϊδευε, τα κοίταζε σαν αξιοπερίεργο φαινόμενο. Κάποιοι θέλανε να πάνε να φυτέψουν κι αυτοί σπόρια και να τα δούνε να μεγαλώνουν και ν’ ανθίζουν, άλλοι πήγαιναν κρυφά το βράδυ επιθυμώντας να τα ξεριζώσουν, όχι όλα, τα πιο όμορφα και τα πιο μεγάλα. Αυτό όμως ήταν αδύνατο. Το μαγικό που είπαμε είχε κάνει καλά τη δουλειά του. Τα λουλούδια μεγάλωναν κι όσο μεγάλωναν γινόντουσαν και πιο δυνατά. Οι ρίζες τους έφταναν πολύ βαθειά στη γη κι ήταν αποφασισμένα σε πείσμα των κακών και των καιρών να εξακολουθήσουν να υπάρχουν.
Είχαν γίνει κάτι σαν οικογένεια. Κι όπως σ’ όλες τις οικογένειες, κάποια ήταν πιο αγαπημένα μεταξύ τους, κάποια τσακωνόντουσαν και κάποια πιο μικρά, τρέχανε κάθε λίγο και λιγάκι να πάρουνε μυστικά και συμβουλές απ’ τα μεγαλύτερα και να τους μοιάσουν.
Κι ήρθε μια μέρα που το παλιό χωράφι με τις λάσπες γέμισε ασφυκτικά από χρώματα μυρωδιές και κατοίκους κι έπρεπε λίγο να ξαλαφρώσει. Ένα άλλο χωραφάκι εκεί δίπλα περίμενε κι αυτό να ομορφύνει. Κι έγινε το θαύμα. Σύντομα μωβ, κόκκινα και κίτρινα λουλουδάκια άρχισαν να σκάνε μύτη κι εκεί. Άνθισε το χωραφάκι και μεγάλωνε. Έγινε κι αυτό πολύ όμορφο κι όλο και περισσότεροι άρχισαν να μεταναστεύουν προς τα’ κει. Ήθελαν ν’ αλλάξουν τόπο, να δώσουν ομορφιά και αλλού. Κι απ’ το νέο τους σπίτι έστελναν σήματα με τις μέλισσες στους παλιούς τους γείτονες και τους καλούσαν να έρθουν κι εκείνοι.

Ένα λουλουδάκι στο παλιό χωράφι, ήταν πολύ αναστατωμένο. Είχε μεγαλώσει, είχε ανθίσει, είχε βγάλει χρώματα και μυρωδιές, αλλά ανακάλυψε ότι στο διπλανό χωράφι είχε βρεθεί ένας σωσίας του. Κάποιος είχε πάρει το όνομα του και κυκλοφορούσε. Δεν μοιάζανε στη μορφή και μυρίζανε αλλιώτικα, αλλά όπως και να το κάνεις, η ταυτότητα είναι σημαντικό πράγμα κι αν στην πάρουνε, δεν ξέρεις πώς ν’ αντιδράσεις. Καθότανε λοιπόν κι έβλεπε το σωσία χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα. «Να του πω να φύγει, δεν γίνεται», σκεφτόταν. «Να του πω ν’ αλλάξει όνομα, πάλι δεν γίνεται.Αυτά τα καινούργια είναι άμαθα ακόμα κι αν τους πεις κάτι, έστω και με καλό ύφος, θα το εκλάβουν ως αρνητικό και θα πάρει άσχημες προεκτάσεις».
Έτσι καθόταν με σταυρωμένα πέταλα το λουλουδάκι μας και ξεφύσαγε. Είχε διάφορα συναισθήματα κι όλα αρνητικά. Να το ξεριζώσει, να το εξαφανίσει, να πάει να του πετάξει πολύ νερό κι έτσι αυτό να σαπίσει και να μαραθεί, να του ρίξει κοπριά και να βρωμάει και κανείς να μην το πλησιάζει.Να συνεχίσει να σφυρίζει αδιάφορα αγνοώντας το.

Κι ένα πρωί, μάλλον βρήκε τη λύση κοιτάζοντας γύρω του και τα υπόλοιπα «αδέλφια». Ήθελε να τα ρωτήσει κι εκείνα, αλλά δίσταζε. «Να δημιουργήσει θέμα στα καλά καθούμενα;» σκεφτόταν.
«Τι σημασία έχει ένας σωσίας άλλωστε; Τι κακό μπορεί να σου κάνει; Όλα τα λουλούδια χωράμε κι όλα χρειαζόμαστε. Το καθένα από μας είναι πρωτότυπο. Άλλωστε το όνομα είναι αυτό που κάνει τη διαφορά ή το χρώμα και η μυρωδιά;

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

Τα 5 πράγματα που δεν θ' αλλάξουν τον κόσμο.

Ο Χαρτοπόντικας μου έστειλε την πρόσκληση για την πυραμίδα, τα 5 πράγματα που πρέπει να γράψω για τον εαυτό μου. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μ' άρεσε να μιλάω για μένα, τις περισσότερες φορές ακούω και γενικά δεν είμαι αυτό που λένε "η ψυχή του πάρτυ' ή " η εξωστρέφεια προσωποποιημένη".
Τελοσπάντων, έτοιμη για τη συνέντευξη και πάμε:

1. Πάσχω από διάφορους ψυχαναγκασμούς και ιδιοτροπίες που μεγαλώνουν όσο μεγαλώνω κι εγώ. Για παράδειγμα, νιώθω ότι χρειάζομαι μια υποτυπώδη τάξη-τουλάχιστον όπως την ορίζω στο μυαλό μου - κάθε φορά που πρόκειται να ξεκινήσω κάτι .
2. Υποφέρω πολύ όταν πρόκειται να γράψω κάτι. Έχω κατά καιρούς πολλές ιδέες αλλά δεν υλοποιείται ούτε το 5%. Αυτά που γράφω, είτε για δημοσίευση, είτε για ιδιωτική χρήση, κυοφορούνται μέσα μου όσο καιρό πρέπει και για να σκάσουν μύτη πρέπει υποχρεωτικά να βρω την πρώτη φράση. Μετά, το κείμενο ρέει σαν νεράκι και ξαναβρίσκω την ηρεμία μου.
3. Είμαι εξαιρετικά αντιφατικό άτομο. Άλλες φορές θέλω να είμαι σε συνεχή ένταση και δραστηριότητα κι άλλες σε απόλυτη γαλήνη και απραξία. Καμία απ' τις δυο καταστάσεις δεν μ' ευχαριστεί με τη διάρκεια της. Επίσης, η αντιφατικότητα μου φαίνεται απ' τον τρόπο που με "εισπράττουν" οι άλλοι. Κάποιοι με χαρακτηρίζουν αντικοινωνική και απόμακρη κι άλλοι, εξαιρετικά φιλική. Η αλήθεια είναι στη μέση: έχω ελάχιστους φίλους με τους οποίους νιώθω άνετα να είμαι ο εαυτός μου 100% , αλλά τα τελευταία χρόνια μαθαίνω να κάνω προσπάθειες και με άλλους.
4. Είμαι απαιτητική και δεν καταφέρνω εύκολα να έρθω σε ειρήνη με τον εαυτό μου. Απαιτώ απ' τους άλλους, αλλά πρώτα απαιτώ από μένα. Σαν να με βάζω μπροστά σ' έναν καθρέφτη κάθε φορά και να με κοιτάζω να δω αν τα έχω κάνει όλα καλά και τι θα μπορούσα να κάνω καλύτερα. Είμαι και βαθιά ενοχική και ο εύκολος στόχος είναι ο εαυτός μου. Τον χτυπάω αλύπητα
5. Αγαπάω και αντιπαθώ με ένταση. Έχω πέσει έξω μια φορά μόνο νομίζω στην κακή κρίση μου για κάποιον και μου το έχω κατά κάποιον τρόπο συγχωρήσει επειδή τότε είχα το ακαταλόγιστο του νεαρού της ηλικίας. Στις άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα είναι καθαρά θέμα χημείας για μένα. Γι' αυτούς που αγαπώ πολύ μπορώ πραγματικά να κάνω τα πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Πετάω το μπαλάκι στους

Μαργαρίτα
Composition doll
Ημίαιμος
o kairos
alzap

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

Μια πόλη που ασχημαίνει και πεθαίνει.

Χτες βράδυ είδα για πρώτη φορά το κτίριο που θα στεγάσει το Μουσείο της Ακρόπολης. Βρέθηκα εκεί κοντά στον πεζόδρομο της Αεροπαγίτου όταν το είδα ξαφνικά να ξεπροβάλλει. Τεράστιο και αντιαισθητικό. Άσχημο, πολύ ψηλό σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, χωρίς ανάσα δίπλα του, φτιάχνεται για να στεγάσει θησαυρούς αιώνων, απέναντι από μηνμείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Δεν πρόκειται να αναλωθώ σε λεπτομέρειες τύπου περί του θεσμικού του πλαισίου και του θέματος με την εξ ευρώπης χρηματοδότηση του. Δεν τα γνωρίζω άλλωστε επακριβώς.
Απορώ και αφελώς ίσως αναρωτιέμαι ποιος/ποιοι αποφάσισαν να μας «μπαστακωθεί» αυτό το τερατούργημα εκεί. Η ερώτηση είναι ρητορική βεβαίως. Λυπάμαι πολύ που θα αναγκάζομαι να το βλέπω στο εξής, στην πιο παλιά γειτονιά της Αθήνας, λυπάμαι και γι’ αυτούς που θα επισκεφθούν πρώτη φορά την Αθήνα και θα το δουν να κλέβει σε ύψος τον ιερό βράχο.
Αξιοσημείωτο είναι βέβαια το ενδεχόμενο να μην έχει λεφτά το ΥΠΠΟ για να το ολοκληρώσει κι έτσι να το έχουμε και να το «καμαρώνουμε» σ’ αυτήν την κατάσταση.

Ντρέπομαι γιατί με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι η πόλη που γεννήθηκα γίνεται ολοένα και πιο άσχημη και αποκτά κουρασμένη όψη. Για μένα δεν είναι ένδειξη καινούργιου και λαμπερού όλα τα ψηλά γυάλινα κτίρια της Κηφισίας ή της Συγγρού. Δεν χαίρομαι που τα παλιά σπίτια θεωρούνται απλώς παλιά και στην πρώτη ευκαιρία οι συνήθεις ύποπτοι χτίζουν τερατάκια στη θέση τους. Δεν μου αρέσουν τα πολυσινεμά και τα τεράστια εμπορικά κέντρα που θυμίζουν αμερικανική πολιτεία δυτικής κουλτούρας, χωρίς ιστορικό παρελθόν. Αντιπαθώ τα τεράστια ολυμπιακά γήπεδα που για να δικαιώσουν την ύπαρξη τους, αυτοδιαφημίζονται σαν σούπερ σύγχρονοι θεατρικοί χώροι, πληρούντες τις προδιαγραφές. Κουταμάρες. Δεν είναι θέατρα κι ούτε ποτέ θα γίνουν…

Η Αθήνα έγινε δυστυχώς μια πόλη χωρίς παρελθόν και με ζηλιάρικο, λιγούρικο τρόπο προσπαθεί να αναταγωνιστεί σε μέγεθος σύγχρονες μεγαλουπόλεις –χωρίς να έχει όμως το γεωγραφικό τους μέγεθος-.
Λυπάμαι που ακόμα και δυο τρεις περιοχές που είχαν έναν χαρακτήρα, γίνονται κι αυτές βορά στο κέρδος και τον εύκολο εντυπωσιασμό.

Κοιτάζω με συγκίνηση δυο τρία νεοκλασικά κοντά στη γειτονιά μου. Σ’ ένα απ’ αυτά, ερειπωμένο, βρίσκω συχνά θέση παρακαρίσματος απέξω. Το φαντάζομαι την εποχή της ακμής του, προσπαθώ να μαντέψω ποιοι ζούσανε, βλέπω μπροστά μου κορίτσια με μακριά φορέματα να πίνουν παγωμένη λεμονάδα στο στρογγυλό αίθριο και νεαρούς να τις φλερτάρουν διακριτικά πετώντας τους με νόημα μυρωδάτες γαζίες. Απέναντι του σήμερα δεσπόζει μια συνηθισμένη πολυκατοικία, δίπλα του άλλη μία, πιο κάτω η λεωφόρος κι οι γέφυρες, στα μισογκρεμισμένα του δοκάρια γάτες γεννούν τα μωρά τους, ευχαριστώντας ίσως τους ανθρώπους που το έχουν αφήσει έστω κι έτσι και βρίσκουν καταφύγιο.

Δεν υπάρχει πια καθόλου αισθητική σ’ αυτήν την πόλη. Το υδροκέφαλο τέρας είναι επιπλέον και κακάσχημο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007

Η Αλεπού στο ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΟ

Σήμερα η Αλεπού επισκέπτεται το ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΟ, ένα μήνα ακριβώς μετά τα εγκαίνια της λειτουργίας του. ΄Αραξε στη σουίτα, έβαλε τις κάλτσες της και ακολούθησε αυτό.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ

Μου είχαν κάνει δώρο το βιβλίο στο τέλος του καλοκαιριού. Όλο κάτι συνέβαινε κι όταν έπιανα να το ξεκινήσω, δεν το προχωρούσα. Όχι γιατί δεν μου άρεσε, αλλά γιατί μου προέκυπτε διαρκώς κάτι άλλο και δεν είχα χρόνο και μυαλό ν’ αφοσιωθώ. Δεν πρόκειται για βιβλίο που το ξεπετάς σαν να ήσουνα στην παραλία το καλοκαίρι – αν και μεταξύ μας έχω διαβάσει και πολύ δύσκολα πράγματα σε παραλίες, αλλά δεν είναι του παρόντος-.
Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να διαβάσω αμέσως πριν, ένα βιβλίο που γράφτηκε προ δεκαεπενταετίας για τον βίο το έργο και την πολυτάραχη προσωπικότητα της Καμίλ Κλωντέλ. Έχω κόλλημα με την Κλωντέλ και σας το έχω δείξει και σε σχετικό ποστ. Την Καμίλ λοιπόν, ακολούθησε ο βίος, το έργο και η πολυτάραχη προσωπικότητα της αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβιας Πλαθ.
Το ενδιαφέρον του εν λόγω βιβλίου είναι ότι εστιάζει στον θάνατο πιο πολύ απ’ ότι στη ζωή της, προτάσσοντας τον μάλιστα και στον τίτλο, ίσως γιατί η ζωή της Σύλβιας ήταν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.

Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε το 1932 στη Βοστόνη και ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας της Όττο Πλαθ ήταν διακεκριμένος καθηγητής εντομολογίας στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης. Ο πρόωρος θάνατος του όταν η Σύλβια ήταν οκτώ ετών, σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή της και από κεινη τη στιγμή και μετά δεν έπαψε να της λείπει η αγάπη του και η αποδοχή του. Πίστευε μάλιστα ότι εκείνος εξακολουθούσε να ζει μέσα της «υφασμένος μες στα κύτταρα του ψηλού μου κορμιού». Επισκέπτεται για πρώτη φορά τον τάφο του σε ηλικία εικοσιέξι ετών και μεταφέρει την ατμόσφαιρα του χώρου στο μυθιστόρημα της «Ο γυάλινος κώδωνας». Στα τελευταία ποιήματα της – σύμφωνα με τον Α. Αλβάρεζ- δείχνει να έχει πειστεί ότι η ρίζα της δυστυχία της ήταν ο θάνατος του πατέρα της τον οποίον υπεραγαπούσε κι εκείνος την εγκατέλειψε και την έσυρε μαζί του στον θάνατο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας της μάλιστα, έλεγε στον εαυτό της ότι η ένταση με την οποία ποθούσε την ανδρική συντροφιά προπερχόταν από την παρουσία ενός μεγαλύτερου άνδρα μέσα στο σπίτι κι αργότερα ως παντρεμένη, δεν είχε την παραμικρή ανοχή στη μακρόχρονη στέρηση του συζύγου της.
Σε ηλικία 17 χρονών, είναι ήδη συντάκτρια στο «The Bradford» και συγχρόνως γράφει μια στήλη για το «The Townsman». Απ’ το 1950, αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα για περιοδικά, ανάμεσα τους το «Και το καλοκαίρι δεν θα ξανάρθει» για το «Seventeen» και το «Πικρές φράουλες» για το «Christian Science Monitor». Γίνεται δεκτή με υποτροφία στο κολέγιο Σμιθ της Μασαχουσέτης και δυο μήνες πριν συμπληρώσει τα 20 χρόνια της βραβεύεται για το διήγημα της «Κυριακή στους Μίντον».
Πραγματοποιεί την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας τον Αύγουστο του 1953 καταπίνοντας μεγάλη ποσότητα υπνωτικών χαπιών. Στο ημερολόγιο τοίχου, δίπλα στις 4 Ιουλίου 1953 είχε γράψει τη λέξη απόφαση. Το διάστημα των επτά εβδομάδων που μεσολάβησε ανάμεσα στην απόφαση και την πράξη, ήταν για να δώσει χρόνο στον εαυτό της να αναθεωρήσει. Ένα ενδιαφέρον περιστατικό που η Σύλβια αρεσκόταν πολύ να διηγείται ήταν πώς έμαθε να μπουσουλάει σε νηπιακή ηλικία. Την είχαν αφήσει στην αμμουδιά και κείνη κατευθυνόταν προς το πελώριο κύμα. Η μητέρα της την άρπαξε εγκαίρως. Αν και ουσιαστικά δεν κινδύνεψε πραγματικά τότε, η ερμηνεία που η ίδια έδινε στο γεγονός, ήταν πιο επικίνδυνη απ’ το ίδιο το γεγονός γιατί την έκανε να παγιώσει έναν τρόπο σκέψης και να εγκλωβιστεί στη σαγήνη που της ασκούσε ο θάνατος. Σ’ ένα μεταγενέστερο ποίημα της τις «Τουλίπες», φαίνεται καθαρά πως η επιθυμία θανάτου γίνεται αναπόσπαστη με την παλινδρομική επιθυμία της ν’ αποποιηθεί τις ευθύνες της καθημερινότητας. Έχει παραδώσει το όνομα και τα ρούχα της στις νοσοκόμες, το ιστορικό της στον αναισθησιολόγο, το σώμα της στον χειρουργό. Είναι γαλήνια, είναι ο κανένας.
Μόλις συνήλθε σωματικά απ’ την κατάποση των υπνωτικών, εισήλθε στην ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου κι έναν μήνα αργότερα, τέθηκε υπό την παρακολούθηση της Δρ Ρουθ Μπούσερ.

Θαρρείς κι αυτό που ήθελα να σκοτώσω, δεν ήταν μέσα από το δέρμα, δεν ήταν ο αδύναμος, γαλάζιος παλμός που τιναζόταν κάτω από το δάχτυλο μου, μα κάπου αλλού, πιο βαθιά, πιο μυστικά, κάπου πολύ πιο δύσκολο να βρεθεί. - "Ο γύαλινος κώδωνας"

Επιστέφει υγιής στο κολέγιο και το καλοκαίρι του 1954 παρακολουθεί μαθήματα στο Χάρβαρντ. Η διπλωματική της εργασία στο Σμιθ έχει τίτλο «Ο σωσίας του Ντοστογιέφσκι». Κερδίζει υποτροφία για το Κέιμπριτζ.
Η διετία 1954-55 καταγράφεται ως ιδιαίτερα έντονη για τις σχέσεις της με το άλλο φύλλο. Οι άντρες διαδέχονται ο ένας τον άλλο στη ζωή της μέχρι τον Φεβρουάριο του 1956 όπου σ’ ένα πάρτυ του Κέιμπριτζ, γνωρίζει τον γοητευτικό Τεντ Χιουζ, φέρελπι νέο ποιητή που έμελλε να είναι ο εκλεκτός στην καρδιά της. Σπεύδει να τον παντρευτεί 4 μήνες μετά την πρώτη γνωριμία τους. Η σχέση τους είναι θυελλώδης. Η Σύλβια προσκολλάται πάνω του και γίνεται ιδιαίτερα κτητική και ζηλιάρα, γεγονός που κάποιες φορές οδηγεί ακόμα και σε ξυλοδαρμό από την πλευρά του Χιουζ. Τα 7 χρόνια που μεσολαβούν από το γάμο τους ως την αυτοκτονία της, είναι μια αέναη μετακίνηση του ζευγαριού στην Αγγλία ψάχνοντας το ιδανικό σπίτι που θα τους στεγάσει με διαλείματα ταξιδιών στην Αμερική, στη γενέτειρα της Σύλβιας. Εντωμεταξύ, το 1957, η Σύλβια αποφοιτά απ’ το πανεπιστήμιο και αρχίζει να διδάσκει στο Σμιθ. Ξεκινάει ψυχανάλυση με τη Δρ Μπούσερ το 1958 ενώ το 1960 φέρνει στον κόσμο τη Φρίντα, το πρώτο τους παιδί. Η καθημερινότητα τη βρίσκει μοιρασμένη ανάμεσα στα καθήκοντα της μητρότητας, του σπιτιού και στις συγγραφικές της ενασχολήσεις. Έξι μήνες μετά τη γέννηση της κόρης της, εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ο κολοσσός». Το 1962, αποκτά και το δεύτερο παιδί της, τον Νίκολας και γράφει ποίηση σε πολύ εντατικούς ρυθμούς, ακόμα και τα ξημερώματα που τα παιδιά κοιμούνται. Τον Ιούνιο αυτής της χρονιάς, ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο της να βγαίνει έξω απ’ το δρόμο, καταγράφεται απ’ την ίδια σαν απόπειρα αυτοκτονίας. Παράλληλα, πληροφορείται την παράνομη σχέση του Χιουζ με την γερμανορωσίδα Άσια Ουέβιλ. Στην Άσια και τον άντρα της, τον νεαρό καναδό ποιητή Ντέιβιντ Ουέβιλ, είχαν πουλήσει οι Χιουζ το διαμέρισμα τους στο Λονδίνο. Η εξωσυγική ιστορία του Χιουζ, κλονίζει ιδιαίτερα την ήδη εύθραυστη ψυχοσύνθεση της, γεγονός που αποτυπώνεται έντονα στα τελευταία 26 ποιήματα κατά τη διάρκεια του μήνα που ακολούθησε τον χωρισμό τους.
Εγκαταλείπει το σπίτι στο Ντέβον κι εγκαθίσταται με τα δυο παιδιά σ’ ένα διαμέρισμα του Λονδίνου. Εκδίδει τον Ιανουάριο του 1963 τον «Γυάλινο κώδωνα» με ψευδώνυμο κι αρχίζει να ετοιμάζει μια συλλογή με σαρανταένα ποίηματα υπό τον γενικό τίτλο «Άριελ.»
Στις 10 Φεβρουαρίου του 1962, η Σύλβια Πλαθ άφησε ψωμί και γάλα δίπλα στα κρεββάτια των κοιμισμένων παιδιών της. Ύστερα, έχωσε πετσέτες και σεντόνια στις χαραμάδες της πόρτας του υπνοδωματίου τους και της κουζίνας. Επίσης, με ιδιαίτερη σχολαστικότητα κόλλησε ταινία στις χαραμάδες των πορτών. Άφησε ένα σημείωμα με το όνομα και το τηλέφωνο του δόκτορα Χόρντερ και την παράκληση να του τηλεφωνήσουν κι έχωσε το κεφάλι της μέσα στο φούρνο έχοντας ανοίξει όλους τους διακόπτες του γκαζιού.
Η Σύλβια διέθετε μπόλικα υπνωτικά χάπια για να αυτοκτονήσει, επέλεξε όμως το γκάζι κι αυτό θυμίζει περιγραφή της ίδιας στο ημερολόγιο της, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν διάλεξε αέριο αντί για νοβοκαϊνη στον οδοντίατρο απολαμβάνοντας την αίσθηση της καθόδου του αερίου στα πνευμόνια της.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο της υπήρξαν επεισοδιακά υπό την έννοια ότι η Σύλβια όσο ακόμα ζούσε ήταν σχετικά άγνωστη, ενώ μετά θάνατον, έλαμψε διεθνώς, κάτι σπάνιο για ποιητή, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε και μια ολόκληρη φιλολογία γύρω από χαμένα κομμάτια του έργου της καθώς και από χαμένα της γράμματα και σελίδες ημερολογίου. Οι ευθύνες αποδόθηκαν στον Τεντ Χιουζ, ο οποίος μάλιστα εντελώς αψυχολόγητα όρισε ως υπεύθυνο του συνόλου του πνευματικού έργου της Σύλβιας την αδερφή του με την οποία η ποιήτρια δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις. Σήμερα 44 χρόνια μετά την αυτοκτονία της Σύλβιας Πλαθ, δεν υπάρχει επίσημος βιογράφος της.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

Νέο αλεπουδίσιο μπλόγκι

Από σήμερα η αλεπού βρήκε κι άλλο λημέρι και μάλιστα θεατρικό. Με άλλα λόγια, έφτιαξε μια εντελώς θεατρική φωλιά στο wordpress (παιδεύτηκε λίγο, αλλά τι να κάνει;) και από κει πια θα συνδιαλέγεται θεατρικώ τω τρόπω. Τα υπόλοιπα -τα του κουκλοθεάτρου δηλαδή- θα εξακολουθήσουν από δω.

Όσοι πιστοί, κάντε ένα κλικ εδώ.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Εγώ, ο άλλος...




Ας υποθέσουμε ότι τώρα εσύ ξέρεις καλά ποιος είσαι. Στην πραγματικότητα νομίζεις ότι ξέρεις, αλλά ας βαδίσουμε με το ενδεχόμενο του ότι πράγματι ξέρεις. Με άλλα λόγια, έχεις πλήρως κατανοήσει τον χαρακτήρα σου, την ψυχοσύνθεση σου, τις αδυναμίες, τα ελαττώματα και τους φόβους, αλλά και τα προτερήματα, τα χαρίσματα, τα ποιοτικά στοιχεία και γενικά ό, τι κάνει τη διαφορά με τους άλλους. Ανάλογα λοιπόν με το αν βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο, η ζυγαριά κλίνει προς τα θετικά ή τα αρνητικά.
Καταλήγεις λοιπόν κάποτε στη διαμορφωμένη σου εικόνα. Αποδέχεσαι κιόλας ότι αυτή από ένα σημείο και μετά δεν μπορεί ν΄αλλάξει. Αυτή είναι, πάει και τελείωσε. Και βάσει αυτής πορεύεσαι.
Μέχρι που κάποια στιγμή, σκάει μύτη κι ο άλλος σου εαυτός, ο σκοτεινός, ο άγνωστος και σε φέρνει σε πλήρη αμηχανία. Σαν παιδί που εν μέσω τυπικής επίσκεψης συγγενών, ξερνάει στους καλεσμένους τι λέγατε γι’ αυτούς με τον μπαμπά πριν εμφανιστούνε.
Ξεστομίζεις ένα "μικρά παιδιά, η φαντασία τους οργιάζει", το κοιτάς απειλητικά, το τσιμπάς με τρόπο κι από αμηχανία ανάβεις τσιγάρο και καταπίνεις σοκολατάκι την ίδια στιγμή.
Έτσι και στην περίπτωση του εαυτού. Στην αρχή κάνεις πως δεν τον είδες, μετά αποφασίζεις να τον αντιμετωπίσεις. Βγάζεις δειλά-δειλά το κεφάλι, τα μάτια, τον κοιτάς, τον περιεργάζεσαι, του τείνεις το χέρι να πεις ένα χαίρω πολύ έστω κι αν δεν χαίρεις καθόλου. «Τώρα εδώ θα μπαστακωθεί;» σκέφτεσαι. «Γιατί ήρθε; τι θέλει; καλά δεν περνούσαμε και χωρίς αυτόν;»
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καλύτερη άμυνα δεν είναι η επίθεση. Δεν πέφτεις δηλαδή πάνω του να τον κατασπαράξεις, γιατί είναι εκτός των άλλων και μάταιο, εδώ που τα λέμε. Αυτός είναι ύπουλος και θ’ αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Θα παραφυλάξει και θα σου τη φέρει κάποια άλλη στιγμή. Απ’ την άλλη, ούτε και τον καλοδέχεσαι γιατί και η υπερβολική ευγένεια και διάχυση με την πρώτη γνωριμία, γεννάει υποψίες. Αποφασίζεις να του αναγνωρίσεις τουλάχιστον το δικάιωμα ύπαρξης. Γιατί δεν είσαι και φασισταριό στο τέλος – τέλος της γραφής. Άλλο τώρα που η όλη κατάσταση σου θυμίζει κρατίδιο που το είχες υποτάξει, ζήτησε την αυτονομία του κι επειδή οι διεθνείς νόμοι το επιβάλλουν, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Αρχίζεις και σκέφτεσαι πονηρά. Σαν αποικιοκράτης. Τι κι αν πάντα με τη μεριά των επαναστατών ήσουνα; Τώρα νιώθεις δικτάτορας μέχρι το μεδούλι. Αλλά πρέπει να φερθείς διπλωματικά. Ένας επαναστάτης είναι ικανός να τα παίξει όλα για όλα. Μπορεί και να σε βουτήξει στο αίμα, αν τον φτάσεις στα άκρα. Ας του παραχωρήσεις καταρχήν το δικαίωμα να υπάρχει. Έπειτα βέβαια, θα πρέπει να του παραχωρήσεις κι άλλες εξουσίες, ίσως - ίσως ακόμα και να τον εξισώσεις. Είναι επικίνδυνο το παιχνίδι. Σαν εξουσιαστής σε εξουσιαζόμενο πρέπει να φερθείς και δεν είναι κι εύκολο. Χιλιάδες τα παραδείγματα γύρω μας…

Και μετά γεννιέται το μεγάλο ερώτημα. «Και τώρα τί; Άλλαξαν τα σύνορα; Άλλαξαν οι ονομασίες; Θ’ανοίγω τον εσωτερικό μου χάρτη και θα έχουν γίνει όλα γης μαδιάμ; Ποια η αιτία; Ποια η αφορμή; Τι φίδι κολοβό έτρεφα μέσα μου και δεν το’ ξερα» κι άλλα τέτοια... Στις πιο ανώδυνες περιπτώσεις, το αποδίδεις σε μια κακιά στιγμή που απλώς αντί να βρίζεις πρέπει να ευγνωμονείς γιατί σε βοήθησε να ανακαλύψεις καλύτερα την πολυπρισματικότητα σου (λέμε τώρα…). Αν γνωρίζεις καλά τον αντίπαλο(τελικά η λέξη εχθρός είναι βαριά και άδικη) μπορείς να τον αντιμετωπίσεις καλύτερα ( το ρήμα εξουδετερώσεις είναι απλώς ουτοπικό).

Με άλλα λόγια και σταματώντας αυτό το παραλήρημα, θέλω να πω ότι όλοι μας έχουμε κάποιες σκοτεινές πλευρές που δεν τις αποκαλύπτουμε στους άλλους επειδή στις ανθρώπινες σχέσεις λειτουργεί ένας μηχανισμός συνύπαρξης, συγκάλυψης, συμβιβασμού κά . Βέβαια στην ουσία της και στην πορεία της, η συνύπαρξη θ’ αποκαλύψει κι αυτές τις σκοτεινές πλευρές που άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο θα αναδύονται. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Είναι απλώς ανθρώπινο.

Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2007

Γιατί;

Ένα πράγμα που μ’ εκνευρίζει πολύ είναι η ασυνέπεια. Με βγάζει έξω απ’ τα ρούχα μου.
Έχω αναθέσει πχ κάτι σε κάποιον τεχνίτη και μου λέει ότι θα έρθει να το κοιτάξει στις 18.30. Πάει 19.00 και του τηλεφωνώ. «Α, στο δρόμο είμαι, έρχομαι». Κανονικά, θα έπρεπε να είχε φτάσει σε δέκα λεπτά αν ήταν εκεί που είπε ότι ήταν. Όμως όχι. Έπρεπε να τον περιμένω άλλη μισή ώρα. Εμφανίζεται κάποτε και απολογείται λέγοντας μου ότι χάθηκε. Καλά, με κοροϊδεύει κανονικά και πρέπει να κάνω ότι τον πιστεύω γιατί τον χρειάζομαι για να γίνει η δουλειά.
«Θα σου τηλεφωνήσω αύριο τέτοια ώρα», μου λέει, να σου πω τα σχετικά.
Καλά, όσο τηλεφώνησε σε σας, τηλεφώνησε και σε μένα. Πέρασε και το Σαββατοκύριακο και τον πήρα χτες για να δω τι έγινε.
«Α, τώρα μόλις θα το κοίταγα. Θα σε πάρω το μεσημέρι».
Πέρασε και το μεσημέρι και το απόγευμα και το βράδυ και ξημέρωσε και κοντεύει το σημερινό μεσημέρι κι ούτε φωνή, ούτε ακράση.
Και δεν είναι δυστυχώς η εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Θα γίνει η δουλειά σου, μου είπε άνθρωπος που τον ξέρει, αλλά ο … είναι φοβερά ασυνεπής…
Άντε, για να δούμε, θα γίνει η δουλειά και πότε;

Το ίδιο και σε μαγαζί που πήγα να δώσω κάτι. Θα σας τηλεφωνήσω να σας πω αν γίνεται. Έχουν περάσει 3 μέρες κι ακόμα τίποτα.
Μα γιατί είναι τόσο γαϊδούρια κάποιοι;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2007

Το τσίρκο των χρωμάτων και της θλίψης


Αφιερωμένο στον Vita mi barouak επειδή με «διέταξε» το επόμενο ποστ μου να είναι στολισμένο με χρώματα.

Επιστρέφοντας σπίτι, βλέπω τις τελευταίες μέρες ένα τσίρκο να έχει κατασκηνώσει στην περιοχή. Νομίζω ότι άρχισα να το προσέχω λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Μου έφερε στο μυαλό μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια. Όλα τα παιδιά έχουν επισκεφτεί κάποτε στη ζωή τους ένα τσίρκο. Τουλάχιστον τα παιδιά του περασμένου αιώνα. Για τα καινούργια, δεν γνωρίζω...

Θυμήθηκα όλα αυτά που φάνταζαν γοητευτικά στα παιδικά μου μάτια: τα άγρια ζώα που γινόντουσαν υπάκουα στις προσταγές των θηριοδαμαστών, τον κλόουν που σκορπούσε απλόχερα το γέλιο και συνομιλούσε με τα πιτσιρίκια κάνοντας σε να αισθάνεσαι μέρος του θεάματος, το πώς κοβόταν η ανάσα του πλήθους την ώρα που οι ακροβάτες κάνανε το περίφημο νούμερο της κούνιας, κ.ά.

Και νομίζω πως για μικρή χρονική περίοδο, ονειρεύτηκα να γίνω ακροβάτισσα. Αλλά το ξέχασα γρήγορα όπως άλλωστε και το να γίνω μπαλαρίνα ή αθλήτρια συγχρονικής κολύμβησης ή όλα αυτά τα εντυπωσιακά που χρωμάτιζαν με όνειρο τον παιδικό μου κόσμο.

Θυμήθηκα και μια εποχή που ένα περιοδικό που λεγόταν «ΚΑΙ» δημοσίευε φωτορομάντζα σε συνέχειες και μια απ’ τις ιστορίες ήταν για τους ανθρώπους ενός τσίρκου. Αισθηματικού περιεχομένου βεβαίως! Αναμείγνυε τον έρωτα με το ζην επικινδύνως και τροφοδοτούσε με αντίστοιχα καρδιοχτύπια τις εφηβικές καρδιές της δεκαετίας του ’80.

Απ’ τις σχετικές με το τσίρκο μνήμες, ανακάλεσα και μια παλιά αμερικάνικη ταινία με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο ρόλο ενός ακροβάτη. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τον τίτλο.

Τέλος, αναπόλησα και τη μοναδική φορά που παρακολούθησα τσίρκο δεξιοτεχνίας, το περίφημο «cirque du soleil» στην Avignon το 1996 και αναλογίστηκα ότι πουθενά στις μνήμες μου δεν είχα συμπεριλάβει την άλλη εικόνα του τσίρκου, τη θλιβερή και την πιο ρεαλιστική βεβαίως. Και η εξήγηση είναι, επειδή τότε την αγνοούσα.

Χτες το βράδυ, μ’ έπιασε μια θλίψη καθώς σκέφτηκα ότι το είδος είναι πια παρηκμασμένο. Σκέφτηκα τα ζώα που ταλαιπωρούνται στα κλουβιά τους, που επιβιώνουν σε άθλιες συνθήκες, που τρέφονται άσχημα και που είναι αναγκασμένα κόντρα στη φύση τους να υποτάσσονται στις ανθρώπινες προσταγές και να γίνονται θέαμα προς τέρψιν αυτών που γελάνε με τα καμώματα τους τρώγοντας ποπ κορν και χτυπώντας παλαμάκια.
Αναλογίστηκα τη θλιμμένη έκφραση του προσώπου
του κλόουν όταν αποχωρίζεται τα φτιασίδια. Σίγουρα είναι θλιμμένη. Και κουρασμένη. Πρέπει να εφευρίσκει κι ένα σωρό κολπάκια για να γελάνε τα πιτσιρίκια κάθε φορά. Κι αυτά τα «σκασμένα» τον κλωτσάνε, τον χτυπάνε και δεν γελάνε και τόσο πολύ όπως παλιότερα. Γέρασε ο κλόουν, αλλά αυτή είναι η μόνη δουλειά που ξέρει να κάνει. Αυτήν έκανε όλη του τη ζωή και πώς αλλιώς να ζήσει τώρα;
Αλήθεια, παίρνουνε σύνταξη οι άνθρωποι του τσίρκου; Από πού; Και πώς αποφασίζουν να δουλέψουν σε τσίρκο; Δεν έχουν ανάγκη να στεριώσουν κάπου; Αυτό που νιώθω εγώ ας πούμε, το να τελειώσει η μέρα και να πάω να τρυπώσω στο σπιτάκι μου, δεν το’ χουν ποτέ αισθανθεί; Πόσο ψυχοφθόρα είναι η αέναη μετακίνηση; Μια περιπλάνηση σαν μπουλούκι αλλοτινής εποχής.

Διαβάζοντας λίγο για την προέλευση και τη ιστορία του τσίρκου, βρήκα ότι έλκει την καταγωγή του απ’ τη Ρωμαϊκή αρένα όπου τα θεάματα με τα λιοντάρια, τα μεγάλα ζώα και τις εντυπωσιακές αρματοδρομίες αποτελούσαν τον προσφιλή τρόπο διασκέδασης. Οι αθλητές των τσίρκων του μακρινού αυτού παρελθόντος πάλευαν ακόμα και με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής με ζώα προκειμένου να διασκεδάσουν το πλήθος. Τον μεσαίωνα, το θέαμα εγκαταλείφθηκε. Αργότερα, περιοδεύοντες θεατρίνοι εκπαίδευαν ζώα σε υπαίθριες αγορές, κάνανε ακροβατικά και άλλες επιδεξιότητες. Απ’ τις στάχτες του, το τσίρκο αναγεννήθηκε στη Βρετανία κι αυτό το οφείλει σε δυο μεγάλους του είδους, τον Philip Astley και τον Charles Hughes. Μάλιστα ο δεύτερος, είχε αναπτύξει φοβερή ικανότητα στο να εκπαιδεύει ταχυδακτυλουργούς. Σιγά σιγά, το τσίρκο μεταφέρθηκε στις αποικίες και το 1812 πέρασε στα χέρια των Αμερικανών που το άλλαξαν εξ’ ολοκλήρου, δίνοντας του πάνω-κάτω τη μορφή με την οποία μας είναι γνωστό σήμερα.

Είναι αλήθεια ότι η ζωή ενός τσίρκου δεν είναι και τόσο λαμπερή όταν σβήσουν οι προβολείς. Συνήθως, ο «θίασος» φτάνει νύχτα στον προορισμό του και μετά από ελάχιστες ώρες ξεκούρασης, το πρωί πρέπει να στήσει τη σκηνή και να ετοιμαστεί από κάθε τεχνική πλευρά, φώτα, γεννήτριες, ρούχα, καθίσματα για την παράσταση. Συνήθως, δίνουν μια παράσταση την ημέρα και δύο τα σαββατοκύριακα. Οι άνθρωποι του αποτελούν στην ουσία μια ιδιότυπη οικογένεια κι αφού λόγω του ιδιόμορφου του επαγγέλματός τους δεν μπορούν να αναπτύξουν δεσμούς με άλλους ανθρώπους απ’ έξω, παντρεύονται μεταξύ τους και γεννάνε τα παιδιά τους εκεί. Τα παιδιά αυτά μαθαίνουν να ζούνε περιπλανώμενα από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία. Ο κόσμος του τσίρκου έχει τους δικούς του κανόνες, τους δικούς του κώδικες και όσο κι αν ακούγεται παράλογο και τις δικές του προκαταλήψεις. Ιδού κάποιες απ’ αυτές:

  • Μην στρέφεις ποτέ πίσω το κεφάλι όταν γίνεται η παρέλαση του θιάσου
  • Μην σφυρίζεις ποτέ στα καμαρίνια
  • Τα φτερά των παγωνιών σημαίνουν κακή τύχη
  • Τα ατυχήματα συμβαίνουν πιο συχνά στα σχήματα των τριών ακροβατών
  • Το τρίχωμα της ουράς του ελέφαντα φέρνει καλή τύχη.

Κλείνοντας, σας αφήνω με τη μαγική εικόνα μιας θρυλικής ταινίας. Όσοι την έχετε δει, θα θυμάστε σίγουρα τη Τζουλιέτα Μασίνα να «εκπαιδεύεται» για να ενταχθεί στο τσίρκο του «La Strada» του Φελίνι.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Τελευταία αναχώρηση

Ήθελα από καιρό να το γράψω. Από την προ μπλογκ εποχή ήδη. Απ’ τη μια, εκείνη η μέρα κι εκείνη η εικόνα του ξενοδοχείου φαντάσματος με το στόμα να χάσκει σαν έτοιμο να σε κατασπαράξει, με είχε στοιχειώσει. Από παντού απαισιοδοξία. Κι έπειτα ήταν κι εκείνο το μπαλκόνι στη θάλασσα που γέμισε τη στιγμή με φως κι ελπίδα. Αυτός ο ανοιχτός ορίζοντας που πάντα τον ατενίζω με ανάμεικτα συναισθήματα όπου τον δω.
Απ’ την άλλη, είναι κι ένας φόρος τιμής. Εις μνήμην… Τίποτα άλλο.

Λουτράκι Τέλος Σεπτέμβρη. Πριν από ενάμιση χρόνο.

Ο καιρός είναι μελαγχολικός. Βρέχει κι έχει μια μουντάδα ο ουρανός που εναλλάσσεται με κάποιες αδρές ακτίνες ήλιου. Έχουν αρχίσει να μικραίνουν οι μέρες και η παραθεριστική λουτρόπολη αναδίδει μια μελαγχολία. Τα πιτσιρίκια δεν φοράνε τα μαγιώ τους και δεν παίζουν στην παραλία. Κρατάνε απ’ το χέρι τη μαμά και τον μπαμπά και τρέχουν ν’ αγοράσουνε τσάντα, μολύβια, τετράδια. Ο ένας και μοναδικός θερινός κινηματογράφος παίζει το τελευταίο διήμερο της σεζόν. Μετά λουκέτο. Του χρόνου πάλι. Τα τουριστικά μαγαζιά ετοιμάζονται ή να κατεβάσουν ρολά ή να ανανεώσουν το εποχιακό τους είδος. Η ματιά μου περιπλανιέται στα σωσίβια – ζωάκια και στα κουβαδάκια με μελαγχολία.

Σταματάμε για καφέ σ’ ένα πολύ κομψό μαγαζί στην αρχή της πόλης. Είναι το μόνο που έχει πιο νεανικό αέρα αφού η πλατεία κυρίως κατακλύζεται από ηλικιωμένους παραθεριστές.

Το Λουτράκι έχει μια ρετρό γοητεία. Είναι βασικά άσχημη πόλη. Παντού πολυκατοικίες και ξενοδοχεία κακής αισθητικής και μια παραλία που δεν έχει αξιοποιηθεί καταλλήλως. Θυμίζει όμως λουτρόπολη του ‘ 50, φέρνει στο μυαλό εικόνες που μπορώ να ανακαλέσω από φωτογραφίες ή ελληνικές ταινίες της εποχής εκείνης και μου θυμίζει και 2 καλοκαίρια της εφηβείας μου που είχαμε κάνει διακοπές σ’ ένα ξενοδοχείο πιο έξω απ’ την πόλη.
Τελικά νομίζω ότι απ’ το Λουτράκι όλοι κάποτε έχουμε περάσει.

Φτάνουμε μετά από καμιά ώρα στο ξενοδοχείο να την παραλάβουμε. Η γυναίκα της ρεσεψιόν μας κοιτάζει περίεργα.
«Έχουν φύγει όλοι», μας είπε κοφτά. «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα» και σκύβει στο μεγάλο βιβλίο της.
Ναι, πράγματι, ήταν η τελευταία μέρα. Τα λουτρά έκλειναν και οι θαμώνες τους επέστρεφαν στο κλεινόν άστυ. Του χρόνου πάλι οι θεραπείες για τα ρευματικά.
«Μας περιμένει», λέμε κι οι δυο με μια φωνή
«Μα σας είπα, δεν είναι κανείς εδώ. Τα δωμάτια άδειασαν»
«Αποκλείεται», επιμένουμε εμείς με μια φωνή. «Είστε σίγουρη; Μια κυρία στο δωμάτιο τάδε στον 3ο όροφο;»
Η ρεσεψιονίστ σκέφτεται λίγο. Έπειτα λέει αδιάφορα ενώ είναι πάντα σκυμμένη στο τεράστιο βιβλίο αφίξεων/αναχωρήσεων:
«Ναι, είναι μια κυρία εκεί που δεν έφυγε ακόμα».

Ανεβαίνουμε χαρούμενες στον 3ο. Μέσα απ’ το τζαμάκι της πόρτας του ασανσέρ, φαίνονται τα άδεια δωμάτια. Στον όροφο που σταματάμε, όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές. Τα δωμάτια άδεια, έρημα. Τα σεντόνια στιβαγμένα στους διαδρόμους, οι σκούπες και οι κουβάδες το ίδιο. Μια καθαρίστρια μαζεύει στο βάθος. Απόλυτη ησυχία. Ένα παντζούρι τρίζει. Ένα παραθυρόφυλλο χτυπάει ρυθμικά απ’ τον αέρα. Η φαντασία μου οργιάζει. Πόση μοναξιά να κρύφτηκε πίσω απ’ τις πόρτες των δωματίων, πόσα βογκητά από πόνους στις γεροντικές αρθρώσεις, πόσα βλέμματα να κοιτάνε το δρόμο και την κίνηση των περαστικών απ’ το μικρό μπαλκονάκι λίγο πριν βυθιστούν σε ύπνο;…

Στ’ αριστερά, το δωμάτιο της. Είναι εκεί και περιμένει. Οι βαλίτσες της έτοιμες. Η ίδια ντυμένη για αναχώρηση. Μαζί της μια φίλη των διακοπών. Η τελευταία φίλη. Περιμένει κι εκείνη τα παιδιά της να την πάρουν. Κάνανε παρέα 2 εβδομάδες, τρώγανε μαζί, πηγαίνανε βόλτες, ήπιανε και λίγο ούζο το βράδυ στο δωμάτιο. Η άλλη άναβε κι ένα τσιγαράκι. «Ε, στα 80, τι ζημιά να σου κάνει πια ένα τσιγαράκι στη χάση και στη φέξη». Το ρούφαγε, το απολάμβανε κι όταν τέλειωνε, έπιανε πάλι το πλεκτό. Αστεία εικόνα. Απ’ αυτές που είναι αστείες γύρω- γύρω κι έχουν μια δόση θλίψης στη μέση.

Βγαίνω σ’ ένα μπαλκόνι ενός δωματίου απέναντι απ’ το δικό της να μιλήσω στο τηλέφωνο. Η θάλασσα απλώνεται γαλάζιο σεντόνι μπροστά μου, με αχνές γκρι πινελιές. Ο ήλιος αρχίζει δειλά-δειλά να ξεπροβάλλει. Ανοιχτός ορίζοντας. Γαλήνη. Το καλοκαίρι που έφυγε, ο χειμώνας που θα’ ρθει, αυτοί που θα φύγουν κι οι άλλοι που θα’ ρθουν ξανά. Απ’ τη ζωή και στο Λουτράκι. Κι αντίστροφα.

Κατεβαίνουμε όλες μαζί με το ασανσέρ. Αφήνουμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και πάμε για φαγητό. Αφήνουμε πίσω μας το ξενοδοχείο με την ατμόσφαιρα θρίλερ στο εσωτερικό. Τελευταία αναχώρηση.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

Οι περιπέτειες μιας ατζέντας…

Σε μερικά πράγματα είμαι πολύ παλιομοδίτισσα, old-fashioned girl που λέμε και αγγλιστί. Έχω ας πούμε μια συνήθεια εδώ και χρόνια. Κρατάω ατζέντα. Εντάξει, δεν είναι και τόσο φοβερό ίσως. Στην προ κινητών εποχή μάλιστα, σχεδόν ήταν must. Εγώ όμως, σε πείσμα της μόδας και της τεχνολογίας, ακόμα και στα έτη ΜΚ (μετά κινητών) εξακολουθώ να την τηρώ ευλαβικά.
Όταν ήμουνα 18 χρονών, ήταν πολύ στη μόδα το organizer ή filofax. Κάθε γυναίκα που σεβόταν τον εαυτό της είχε οπωσδήποτε ένα. Αν ήταν δε και μεγάλο, ακόμα καλύτερα. Προσέδιδε prestige στη σοφιστικέ εικόνα της. Τα χρώμα που θεωρείτο must μάλιστα, ήταν ένα βαθύ κόκκινο, πέρα των κλασσικών μαύρων και καφέ. Στα περιοδικά της εποχής, όλα τα μοντέλα φωτογραφίζονταν με concept επιτυχημένης εργαζόμενης, ταγέρ και το filofax ανά χείρας.
Είχα αποκτήσει λοιπόν κι εγώ ένα filofax αν και δν εργαζόμουνα ακόμη τότε και ονειρευόμουνα να είμαι τόσο απασχολημένη - busy αγγλιστί- εκεί γύρω στη χρυσή εποχή των 30 μου που να ξεχειλίζει από σημειώσεις και χαρτάκια.
Εντελώς off the record, να σας εξομολογηθώ ότι τώρα που διανύω αυτό που κάποτε φάνταζε- άγνωστο γιατί- ως χρυσή εποχή, δεν θέλω καθόλου να είμαι busy και δεν θέλω σημειώσεις και χαρτάκια να κρέμονται από πουθενά και ονειρεύομαι απεριόριστο ελέυθερο χρόνο για να κάθομαι και να κοιτάω απλώς το ταβάνι…
Οι εποχές λοιπόν πέρασαν και ήρθαν οι υπολογιστές, τα laptops τα palmtops και τα κινητά και όλα αυτά που περιέγραψα πριν ανήκουν σε ιστορία επιστημονικής φαντασίας του παρελθόντος.
Η ατζέντα όμως παρέμεινε σε πείσμα όλων των αλλαγών. Κάθε χρόνο αγόραζα μία και κάθε φορά εκεί γύρω στις αρχές του Γενάρη, μετέφερα τα δεδομένα της περυσινής στην καινούργια. Η ατζέντα χρησίμευε και σαν προσωπικό ημερολογιάκι. Σημείωνα ραντεβού, ό, τι θεωρούσα σημαντικό και στον τηλεφωνικό κατάλογο τα τηλέφωνα. Εννοείται ότι παρόλο που τα περισσότερα τα είχα περασμένα και στο κινητό, τα ήθελα και γραπτώς στην ατζέντα. Επιπλέον, υπήρχαν κι ένα σωρό τηλέφωνα πρώτης ανάγκης που δεν τα είχα στο κινητό, όπως θεάτρων, μουσείων, ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, κομμωτηρίων κτλ.
Για φέτος, αυτή τη δουλειά την έκανα χθες. Και διαπίστωσα ότι πρώτη φορά μετά από χρόνια, το ογκώδες filofax της μετεφηβείας μου και η μακρόστενη ορθογώνια ατζέντα που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια και μέχρι πρότινος, αντικαταστάθηκε από μια μικρούλα. Φέτος συνειδητά αγόρασα μια μικρή μαύρη τετράγωνη για να μην πιάνει πολύ χώρο στην τσάντα μου. Και καθώς αντέγραφα τα τηλέφωνα (παλιά μου τέχνη κόσκινο), διαπίστωσα ότι κάθε χρόνο μεταφέρω όλο και λιγότερα στον επόμενο. Από την περυσινή, κάποιοι δεν ζούνε πια, κάποιοι δεν είναι τόσο φίλοι πια, κάποιοι δεν έχουν καν τον τυχαίο λόγο ύπαρξης που είχαν εκεί άλλοτε και κάποιοι ελάχιστοι παρέμειναν – εκτός των αγαπημένων και των φίλων βέβαια που τα τηλέφωνα τους τα ξέρω κι από μνήμης- για καθαρά συναισθηματικούς λόγους.
Και μ’ έπιασε μια μελαγχολία καθώς σκέφτηκα τις αλλαγές που επέφερε και επέβαλλε το πέρασμα του χρόνου οριστικά και αμετάκλητα…

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

Απορία Ψάλτου...

Γιατί δηλαδή επικαλούμαστε τον φιλελευθερισμό μας και σπεύδουμε να κινητοποιηθούμε προασπίζοντας και διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα των άλλων όταν αυτοί είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, καταπιεσμένοι, πεινασμένοι, διψασμένοι, εξαθλιωμένοι, ενώ αντίθετα όταν πρόκειται για τα δικά μας δικαιώματα(πολυτελείας κι όχι διαβίωσης) που νιώθουμε ότι κάποιοι τα καπηλεύονται, γινόμαστε οι χειρότεροι δικτάτορες παρασύροντας στο διάβα μας ό,τι μας εμποδίζει κι αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να επωμίζονται τις συνέπειες του περάσματος μας;

Παρασκευή, Ιανουαρίου 05, 2007

Πρωτοχρονιάτικο και εορταστικό!

Καταρχήν, καλώς σας βρίσκω, όσους τελικά θα βρω, γιατί μετά από τόση απουσία, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Μου χρειαζόταν το διάλειμμα για να φορτίσω τις μπαταρίες μου. Πάντα, κάπου εκεί, στα μέσα του Δεκέμβρη, νιώθω μια έντονη κούραση. Είναι η δουλειά, είναι η αναμονή για το επιβεβλημμένο των Χριστουγέννων, τουλάχιστον όπως πλασάρεται τα τελευταία χρόνια, η ανάγκη για αλλαγές, η διάθεση για ξεκούραση και χρόνο με τα αγαπημένα πρόσωπα.

Το 2006 έκλεισε με τη ζυγαριά να κλείνει προς τα θετικά, σε αντίθεση με άλλες χρονιές.

Τους βαριέμαι τους απολογισμούς και τις σημειώσεις για το τι θα ήθελα να κάνω τον καινούργιο χρόνο. Τελικά, δεν έχει και τόση σημασία, γιατί η ζωή φτιάχνει συνήθως πιο πρωτότυπα σενάρια.

Για μένα, κάθε καινούργια χρονιά, συμπίπτει σχεδόν με το ότι μεγαλώνω κατά ένα χρόνο κι αυτό ακόμα μου είναι ευχάριστο. Προς το παρόν, μπορώ να κοιτάζομαι ακόμα στον καθρέφτη και να με πιάνει μια παρόρμηση να κάνω τις ίδιες τρέλλες που έκανα στην εφηβεία μου και που κάνουν άλλωστε κι όλοι οι έφηβοι.

Είναι φαίνεται αυτό που λένε ότι μέσα μας παραμένουμε πάντα παιδιά. Εξαιρούνται βέβαια κάποιοι ελάχιστοι που γεννήθηκαν ήδη γέροι. Ευτυχώς, δεν έχω γνωρίσει τέτοιους.

Αν δεν το καταλάβατε ακόμα, το σημερινό ποστ μου το αφιερώνω. Είναι καινούργιο, είναι πρωτοχρονιάτικο (με 5 μέρες καθυστέρηση) και είναι και γενέθλιο!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

Aπέχω

Επειδή:

Δεν έχω έμπνευση
Δεν ξέρω τι να γράψω
Δεν έχω καμιά πρωτότυπη ιδέα
Όλο ιδέες είμαι, αλλά είναι ανακατεμένες στο μυαλό μου
Δεν έχω χρόνο
Έχω χρόνο αλλά άλλες προτεραιότητες
Βαριέμαι
Έχω αφήσει ημιτελή κείμενα στο προσωπικό μου αρχείο και δεν ξέρω ποιο να ολοκληρώσω και να δημοσιεύσω
Έρχονται τα Χριστούγεννα
Λίγο διάλειμμα δεν κάνει κακό

Θα επανέλθω
Ίσως… :)

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Περί ιδιοκτησίας

Με αφορμή τα θλιβερά που διαδραματίστηκαν στο Αγρίνιο προ 10 περίπου ημερών, γνωστός κομενταδόρος-αρθογράφος γνωστής απογευματινής εφημερίδας γράφει σε σχόλιο του:

"Το απόλυτο μέγεθος είναι η ιδιοκτησία. Και μάλιστα η μικρή. Το σπίτι μου, το χωράφι μου, ο φράκτης μου, ο γάιδαρός μου, η γάτα μου, το κυπαρίσσι μου, η κατσίκα μου, το πρόβατό μου, η κότα μου, το αυγό μου, το κλαρί μου, η τσίχλα μου.[…]Οικογένειες σκοτώνονται, αδέρφια πλακώνονται και φίλοι καθυβρίζονται στο όνομα μιας ρίζας ελιάς.[…] Όσο η ιδιοκτησία θα αποτελεί την υπέρτατη αξία μιας κοινωνίας τόσο ο Άνθρωπος θα παραμένει αιχμάλωτος της ζούγκλας! "

Σκέφτηκα έναν τύπο, κάτι σαν νέο-κλοσάρ μιας πρωτεύουσας που με επιτυχία πια μιμείται τις μεγάλες πρωτεύουσες ως προς το πολύ-πολιτισμικό και άλλα καλά ή κακά συνεπακόλουθα. Ο τύπος αυτός κυκλοφορεί συχνά-πυκνά στη γειτονιά μου. Η μόνη του ιδιοκτησία είναι ένα καρότσι σούπερ μάρκετ στο οποίο έχει στεγάσει όλα του τα υπάρχοντα. Δεν τον έχω δει ποτέ να ζητιανεύει ή να καθαρίζει τζάμια αυτοκινήτων για να βγάλει κανά ευρώ. Μπορεί και να το κάνει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.
Το καρότσι είναι το σπίτι του. Είναι και το όχημα του. Χωρίς αυτό δεν πάει πουθενά. Το καρότσι είναι η ιδιοκτησία του και -ω τι τραγική ειρωνεία- ούτε αυτό τελικά του ανήκει.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006

Μεγαλώνουμε. Αλλά, μεγαλώνουμε;

Είναι μύθος ότι μεγαλώνουμε όταν μεγαλώνουμε. Εννοώ, όταν μεγαλώνουμε βιολογικά. Δεν μας μεγαλώνει η ενηλικίωση με κανέναν τρόπο. Και γι’ αυτό μειδιώ συγκρατημένα όταν ακούω σήμερα τα 17χρονα να περιμένουν αυτόν τον ένα χρόνο για να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους . «Έτσι εύκολο είναι;» λέω από μέσα μου, αλλά ταυτόχρονα καταπίνω τη γλώσσα μου και τα χαμόγελα και θυμάμαι ότι κι εγώ έτσι κάπως ένιωθα και οι μεγαλύτεροι εμού και οι κατοπινοί το ίδιο θα νιώθουν. Γιατί ο άνθρωπος βιάζεται πολύ. Βιάζεται να μεγαλώσει και δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι το ουσιαστικό μεγάλωμα συνεπάγεται πολύ κόπο και πόνο. Και κυρίως πολλή διαδρομή.
Δεν ξέρω σε ποια ηλικία μεγαλώνουμε τελικά. Μάλλον είναι πολύ υποκειμενικό. Πάντως οι άξονες της διαδρομής είναι κοινοί, σχεδόν για όλους.
Σίγουρα αρχίζουμε να μεγαλώνουμε όταν είμαστε πραγματικά ανεξάρτητοι και μπορούμε να ζήσουμε τους εαυτούς μας. Μεγαλώνουμε όταν προσπαθούμε να καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας με την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κανείς στον κόσμο να μας βοηθήσει. Όταν δεν βασιζόμαστε στους γονείς μας ή σε φίλους και δεν περιμένουμε να μας συντρέξουν κι όταν ξέρουμε πια στην πράξη ότι ο κόσμος να χαλάσει, θα πρέπει να μας φτάσουν τα λεφτά να περάσουμε με αξιοπρέπεια τον μήνα.
Αυτό είναι μάλλον ένα πρώτο σημάδι μεγαλώματος
Και το επόμενο είναι η ανάγκη να τα μοιραστείς όλα με κάποιον άλλον. Να φτάσει εκείνη η στιγμή που νιώθεις ότι απέδειξες ό, τι είχες ν’ αποδέιξεις στον εαυτό σου, έκλεισες όλα τα χρέη σου και πάς μπροστά για μια ζωή κοινή. Και κοινή συνεπάγεται να νοιάζεσαι ουσιαστικά τον άλλον, να τον αγαπάς και να τον στηρίζεις. Και να γίνονται όλα αυτά αβίαστα και χωρίς να υπάρχει εκατέρωθεν η υποχρέωση να το κάνεις. Να ζεις κανονικά με τον/ την εκλεκτό/ή σου χωρίς να βάζεις ταμπέλες κι ετικέτες που κάνουν την καθημερινότητα να φαντάζει μια ατέλειωτη ρουτίνα, μια ανακύκλωση, μια απ’ τα ίδια τελικά και της αφαιρούν τη μαγεία της. Γιατί υπάρχει μια μαγεία στην καθημερινότητα για την οποία αξίζει να μεγαλώνεις τελικά:
Να ξυπνάς και να κοιμάσαι βλέποντας το αγαπημένο πρόσωπο
Να τρίβονται τα πόδια σας στον ύπνο
Ν’ ανταλλάσσεις παντόφλες
Να τρώτε μαζί
Να ξαπλώνετε στον καναπέ χωρίς να χρειάζεται υποχρεωτικά να μιλάτε
Ν’ ακούτε τις σιωπές σας
Να ονειρεύεστε μαζί

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

«Κίχλη Γ’»

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν
καθώς περνούν τα χρόνια και
κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια

«Κίχλη Γ’» 1946

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

Το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος.- Μια άλλη βερσιόν.

Μια φορά κι έναν καιρό γέννησε η πάπια μερικά παπάκια. Όταν βγήκαν απ’ τα αυγά τους, ήταν όλα πολύ όμορφα εκτός από ένα. Όταν το είδε η μαμά πάπια τρόμαξε. «Πώς βγήκε αυτό τόσο άσχημο»; αναρωτήθηκε κι αμέσως δαγκώθηκε. Δεν ήθελε να λέει άσχημο, αφού ως γνωστόν όλες οι μανάδες όμορφα τα βλέπουν τα παιδιά τους. «Δεν είναι άσχημο» είπε κι επανέλαβε τη φράση μέσα της πολλές φορές για να την πιστέψει. «Είναι απλώς διαφορετικό». «Διαφορετικό», ξανάπε κι αποφάσισε από κεινη τη στιγμή να έχει τα μάτια της στραμμένα πάνω του περισσότερο απ’ ότι στα άλλα της παιδιά. Αυτό με έχει ανάγκη. Θα καταλάβει σύντομα ότι είναι διαφορετικό και θα τρομάξει. Πρέπει να το προστατεύω.

Το ασχημόπαπο καθρεφτίστηκε για πρώτη φορά στη λίμνη μετά από λίγο καιρό. Είδε αμέσως ότι δεν έμοιαζε καθόλου με τα αδέρφια του και τα άλλα παπιά, αλλά δεν έδωσε και τόση σημασία. Αφηνόταν να πλατσούριζει μαζί τους, τρώγανε παρέα και γενικά κάνανε όλα μαζί τις ίδιες χαζομάρες. Είχαν τις παπίσιες συνενοχές τους και τα μυστικά τους. Και τα άλλα ζώα το κοίταζαν σαν να ήταν αξιοπερίεργο όν. Το ασχημόπαπο δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές όπως τα αδερφάκια του κι έπρεπε να παλεύει διπλά για να καταφέρνει κάτι. Όχι πως ήταν χαζό ή αργό. Κάθε άλλο. Απλώς είχε έναν δικό του τρόπο να θεωρεί τα πράγματα και τον κόσμο. Ήταν ευαίσθητο και καλόψυχο. Πάντα έτρεχε να βοηθήσει όποιο παπί ή άλλο ζωάκι είχε πρόβλημα και καμιά φορά στενοχωριόταν όταν κανείς δεν συνέτρεχε εκείνο στις δυσκολίες του. Στενοχωριόταν κι έκλαιγε, αλλά στα κρυφά. Δεν ήθελε να το βλέπουν οι άλλοι για να μην φανερώνει τις αδυναμίες του και να μην το λυπούνται. Έτσι, με τα χρόνια έγινε δυνατό κι έφτιαξε μια ατσάλινη φορεσιά για να κυκλοφορεί. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε…

Κάποτε η μαμά πάπια το φώναξε κοντά της και του μίλησε για τη μοναξιά και την αγάπη.
«Άκουσε καλό μου, του είπε, χαϊδεύοντας το με περισσή στοργή. Μια μέρα τα αδέρφια σου θα φύγουν από δω και θα κάνουν τις δικές τους οικογένειες αλλού. Δεν φοβάμαι για κεινα. Είναι πολύ κοινωνικά κι αξιοποιούν όλες τις ευκαιρίες που τους δίνονται. Για σένα ανησυχώ».
«Γιατί μαμά; Επειδή είμαι άσχημο»;
«Ποιος λέει τέτοιες σαχλαμάρες»; φώναξε αγριεμένη η πάπια και συνέχισε. «Άσχημος δεν είναι κανείς. Η εικόνα είναι πολύ υποκειμενικό πράγμα».
«Μα καθρεφτίστηκα τις προάλλες στη λίμνη και είδα αυτό που έβλεπα χρόνια τώρα. Είμαι αλλιώτικος απ’ τους άλλους».
«Αλλιώτικος δεν θα πει άσχημος. Είσαι διαφορετικός. Αυτό είπα εγώ τη μέρα που γεννήθηκες. Και είναι πολύ σημαντικό πράγμα να ξεχωρίζεις».
«Μα πώς ξεχωρίζω; Δεν με προσέχει κανείς. Δεν είμαι η ψυχή της παρέας. Δεν μου δίνει κανείς σημασία. Όλο τα αδέρφια μου κοιτάνε. Ποτέ εμένα»!
«Γιατί καταλαβαίνουν ότι δεν τους χρειάζεσαι και νιώθουν αδύναμοι μπροστά σου. Νιώθουν ότι δεν μπορούν να σου προσφέρουν τίποτα. Μοιάζεις αυτάρκης και σίγουρος. Κανείς δεν υποπτεύεται πόσο τρυφερή είναι η ψυχούλα σου και κανείς δεν τολμάει να την αγγίξει. Εύχομαι να γνωρίσεις το μεγαλείο της αγάπης και να αφεθείς».
«Αγάπη; Τι είναι αυτό»;

«Είναι αυτό που θα σε κάνει να νιώθεις δυνατός και αδύναμος συγχρόνως. Θα βρεθεί μια μέρα μια άλλη ψυχή που θα μοιάζει με τη δική σου και θα την αναγνωρίσεις. Θα θελήσεις να κινήσεις γη και ουρανό για να την προστατεύεις απ’ τις επιθέσεις των ξένων. Θα είσαι τότε ο πιο δυνατός του κόσμου. Σαν ατρόμητο λιοντάρι. Όλοι θα πρέπει να παλέψουν μαζί σου αν τολμήσουν να τα βάλουν με την άλλη ψυχούλα. Και την ίδια στιγμή, θα γίνεσαι αδύναμος, όλο και πιο πολύ. Σαν πεινασμένο σπουργιτάκι. Θα μαλακώσεις γιατί θα θελήσεις αυτή η άλλη ψυχή να σε πάρει κάτω απ’ τα φτερά της και να σε αγκαλιάζει συνέχεια. Θα της φανερώσεις όλα τα μυστικά κι όλες τις αδυναμίες σου. Θα της εξομολογηθείς όλους τους φόβους κι όλες τις επιθυμίες σου. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν άγνωστα μονοπάτια ανάμεσα σας. Και δεν θα ντραπείς να κλάψεις μπροστά της. Γιατί τότε, αυτή η άλλη ψυχή που ήταν πριν αδύναμη, θα γίνει για σένα δυνατή και θα μεταμορφωθεί σε μια τεράστια φτερούγα που θα σε κλείσει προστατευτικά στην αγκαλιά της. Και δεν θα σε ξαναπειράξει ποτέ κανείς».
«Αλήθεα μπορούν να συμβούν όλα αυτά»; ρώτησε έκπληκτο εκείνο
«Μα και βέβαια μπορούν», απάντησε η μαμά πάπια. «Και τότε, να μην ξεχάσεις να καθρεφτιστείς ξανά στη λίμνη».
«Και πώς θα το καταλάβω ότι ήρθε η ώρα»; ρώτησε πάλι με αφέλεια το παπάκι
Η μαμά πάπια χαμογέλασε με τον τρόπο που χαμογελούν οι μεγάλοι για τις αλήθειες της ζωής που οι μικροί ακόμα δεν καταλαβαίνουν.
«Θα το καταλάβεις. Αυτά τα πράγματα τα νιώθει κανείς μέσα του. Απλώς πρέπει να είσαι έτοιμος να τα δεχτείς. Και να μην φοβάσαι. Η αγάπη είναι ωραία αλλά είναι και μπελάς. Και για να γίνει ωραία, θα πρέπει να παλέψεις κάποτε και με τον μπελά».

Πέρασαν μήνες πολλοί και χρόνια. Το ασχημόπαπο θυμόταν πάντα τις κουβέντες της μάνας του. Τα αδέρφια του φύγαν απ’ τη φωλιά.Το ίδιο και οι φίλοι τους. Άλλα παπιά γεννήθηκαν και πέταξαν κι εκείνα μακριά. Και οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη. Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη. Κι αυτό γύρναγε εδώ κι εκεί σε μια περιπλάνηση που φαινόταν χωρίς τέλος.
Και μια μέρα ένιωσε. Κι ύστερα ένιωσε πιο πολύ αυτό που πρώτα του φάνηκε σαν μικρό φτερούγισμα. Κι όταν κατάλαβε πως δεν κάνει λάθος, αφού πρώτα πόνεσε κι έκλαψε και πέρασε μπελάδες και φουρτούνες, καθρεφτίστηκε στη λίμνη και δεν είδε πια τη μορφή που είχε συνηθίσει.

Το ασχημόπαπο είχε γίνει κύκνος!

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006

Περί εμπνεύσεως, δημιουργίας και άλλων ζιζανίων.

Όλοι γνωρίζουμε την αρχή του ομηρικού έπους. Αυτήν την επίκληση του ποιητή στη Μούσα για να του δώσει έμπνευση και να παράγει έργο. Να δημιουργήσει.

Στο θέατρο, ο ηθοποιός βάζει σαν στόχο έναν θεατή και παίζει γι’ αυτόν όλο το βράδυ. Τις περισσότερες φορές δεν είναι συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι απλώς ο ιδανικός θεατής. Και το παράλογο είναι πως δεν ξέρουμε πώς ορίζεται καν ο ιδανικός θεατής. Να κάθεται ήσυχος στην καρέκλα, να μην βήχει, να μην τσαλακώνει χαρτάκια από καραμέλες, να έχει κλειστό το κινητό ή και καθόλου κινητό, να μην αλλάζει πόδι κάθε λίγο κι ακούγεται το θρόισμα απ’ το ύφασμα, να μην γελάει σαν χάχας εκεί που δεν πρέπει, να είναι καλλιεγημένος, να έχει τρόπους, να, να, να , να μην αναπνέει ίσως;
Είναι προφανές ότι όλη η παραπάνω περιγραφή ανήκει σε έναν θεατή της απόλυτης ουτοπίας. Αυτό το πλάσμα δεν υπάρχει, δεν είναι κανονικός άνθρωπος. Εξωγήινος είναι μάλλον. Αλλά πρέπει να τον εφευρίσκεις κάθε φορά για να του απευθύνεσαι. Και να γίνεται το εξής μαγικό. Να τον απομονώνεις και να τον πολλαπλασιάζεις.

Εξηγούμαι: Εκεί που ήταν ένας κι έπαιζες μόνο γι’ αυτόν και είχες εξαφανίσει όλους τους άλλους δίπλα του, στο τέλος του έργου με τη δύναμη της χημείας που αναπτύχθηκε ανάμεσα σας, εμφανίζει και τους υπόλοιπους και σε χειροκροτούν όλοι μαζί.
Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση ενός υπαρκτού ιδανικού θεατή, ενός προσώπου για το οποίο πραγματικά θες να παίζεις και στον οποίο αφιερώνεις όλη τη δημιουργικότητα σου. Εκεί, τα πράγματα είναι πιο απλά, πηγάζουν από αγάπη και σε αγάπη οδηγούνται. Γιατί κάθε αρχή δημιουργίας στην αγάπη πρέπει να βασίζεται για να είναι αυθεντική.

Κατ’ αντιστοιχία, η γραφή απευθύνεται στον αναγνώστη, τον ιδανικό αναγνώστη. Τον Αναγνώστη με Α κεφαλαίο. Αυτόν που είναι η μούσα σου, που θα πεις για χάρη του τη γνωστή φράση «Άνδρα μοι ένεππε Μούσαν πολύτροπον ος μάλλα πολλά πλάγχθη», και μετά θ’ αρχίσεις να γράφεις. Αλλά βασική προϋπόθεση είναι να τον θαυμάζεις και να τον εκτιμάς τον αναγνώστη σου. Και να θέλεις να του προσφέρεις το καλύτερο γιατί είναι απαιτητικός και καλά κάνει. Αλλά μέσα στις απαιτήσεις του είναι συγχρόνως και απλός. Αυτό που σου ζητάει είναι να του προσφέρεις το καλύτερο κομμάτι σου, το πιο αληθινό. Και θα εύχεσαι να σε διαβάζει ο ιδανικός αναγνώστης και να του αρέσει ή να μην συμφωνεί ίσως με κάτι και να σε διορθώνει, να σε συμβουλεύει, να ανοίγετε διάλογο κι εσύ να γράφεις, να γράφεις, να γράφεις και να φαντάζεσαι ότι οι αναγνώστες πληθαίνουν και σε διαβάζουν κι άλλοι κι άλλοι και πιο πολλοί κι ακόμα περισσότεροι ώσπου απ’ το μεγάλο πλήθος να κοιτάξεις, να παραμερίσεις και να κλείσεις το μάτι στον αναγνώστη σου. Σ’ αυτόν που σε ωθεί σε μια γόνιμη δημιουργία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

Το σπίτι μου


Στην παιδική μου ηλικία αλλάξαμε αρκετές φορές σπίτι. Το πρώτο σπίτι, αυτό που γεννήθηκα κι έμεινα ως τα έξι μου χρόνια, ήταν ένα μεγάλο διαμέρισμα σε μια αστική πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας. Με μεγάλους χώρους υποδοχής, χωλ σαν δωμάτιο, καθιστικό και όλες τις προδιαγραφές ενός παλιού προσεγμένου διαμερίσματος. Αλλά δεν είχε παιδικό δωμάτιο. Θαρρείς και οι γονείς μου το είχαν νοικιάσει χωρίς να σκέφτονται την προοπτική απόκτησης παιδιών, πράγμα που συνέβη έτσι κι αλλιώς σύντομα. Το θυμάμαι σαν σε όνειρο αυτό το σπίτι. Φύγαμε όταν τέλειωσα την πρώτη δημοτικού για να πάμε κάπου που θα είχε πιο καθαρό αέρα και θα μπορούμε να παίζουμε στη γειτονιά χωρίς τον φόβο των αυτοκινήτων.

Το καινούργιο σπίτι λοιπόν, ήταν ένα διαφορετικού τύπου διαμέρισμα, μοντέρνο, νεόκτιστο και με παιδικό δωμάτιο που μοιραζόμουν αναγκαστικά με τον αδερφό μου. Είχε μεγάλο μπαλκόνι κι έβλεπε σε ένα πάρκο. Τότε ακόμα δεν είχε χτιστεί σχεδόν καθόλου η περιοχή και υπήρχε μεγάλη άπλα και ησυχία. Γνωριστήκαμε σύντομα με άλλα παιδιά και τα απογεύματα παίζαμε ελεύθεροι στους δρόμους. Ήταν τόσο έρημη τότε η γειτονιά που τα πρώτα χρόνια θυμάμαι ακόμα και προβατάκια απ’ τα κοντινό βουνό. Σαν να ήμασταν σε χωριό…

Στην επόμενη μετακόμιση που ήταν στη διπλανή πολυκατοικία, ήμουνα πια 15 χρονών, αλλά μέσα στον συναισθηματισμό της εφηβείας, αποφάσισα να κρατήσω ως ενθύμιο τα κλειδιά μου. Σκεφτόμουνα να τρυπώσω μια μέρα στα κρυφά στο προηγούμενο σπίτι και να δω πώς το είχαν επιπλώσει οι άνθρωποι που έμεναν εκεί, ποιο παιδί έπαιζε στο δωμάτιο που κινούσαμε τα play Mobil με τον αδερφό μου Δεν το έκανα βέβαια ποτέ, αλλά ίσως τα κλειδιά να υπάρχουν ακόμα.

Το σπίτι που θυμάμαι με αγάπη είναι αυτό που έμεινα απ’ τα 18 μου ως τα 26. Εκεί απέκτησα και πρώτη φορά δικό μου δωμάτιο. Το θέλαμε και οι δυο μας πολύ να χωρίσουμε τα δωμάτια μας, αν και είχαμε συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια να είμαστε μαζί. Τα πρώτα χρόνια, τα κρεββάτια τα είχαμε δίπλα και όταν είμασταν ακόμα παιδάκια, ο αδερφός μου είχε μια ανασφάλεια τις νύχτες λόγω του σκοταδιού και μέχρι να τον πάρει ο ύπνος, ήθελε να του κρατάω το χέρι. Δίπλα του είχε και το σπαθί απ’ την αποκριάτικη στολή του Βασιλιά Αρθούρου για να είναι έτοιμος να επιτεθεί στον κακό αν αυτός εισβάλλει μέσα στη νύχτα.
Όταν πια χωριστήκαμε, επικοινωνούσαμε συνθηματικά με τρία χτυπήματα στον ενδιάμεσο τοίχο. Ήταν κάτι σαν καληνύχτα και κάτι καλοκαίρια που απ’ τη ζέστη δεν μας έπαιρνε εύκολα ο ύπνος, βγαίναμε στο μικρό μπαλκόνι που ένωνε τα δυο μας δωμάτια και μιλάγαμε μέσα στη σιωπή της νύχτας.

Και μετά, έφυγα απ’ το σπίτι γιατί ήρθε η ώρα μου να απογαλακτιστώ και να δω πώς ζούνε οι άνθρωποι μακριά απ’ τη μητρική αγκαλιά. Ακολούθησαν έτσι άλλα δύο σπίτια.

Και τα σκέφτομαι νοσταλγικά όλα τα σπίτια που έμεινα. Κι ώρες ώρες λέω:
Θα ήθελα να έχω γεννηθεί, μεγαλώσει και ζήσει σ’ ένα παλιό μεγάλο σπίτι, απ’ το οποίο να μην έχω φύγει ποτέ και στις γωνιές του να είναι αποτυπωμένες οι αναμνήσεις μου. Γιατί όπου πας φτιάχνεις και το υλικό των αναμνήσεων σου. Ονειρευόμουνα ένα σπίτι σαν αυτά που βλέπουμε καμιά φορά στις ταινίες ή διαβάζουμε στα μυθιστορήματα. Να έχει και μια σοφίτα με τα παλιά μου παιχνίδια και τα παιδικά μου βιβλία. Να το περπατάω και να με θυμούνται οι τοίχοι του. Να κοιτάω γύρω και να ξεπηδούν παιδικά γέλια και εικόνες περασμένων χρόνων.

Και σχετικά πρόσφατα, ένιωσα ότι τελικά το σπίτι δεν έχει κανένα ενδιαφέρον ως άψυχος χώρος. Και δεν επιθυμώ πια το παλιό, μεγάλο σπίτι αυτό καθεαυτό. Γιατί τα σπίτια είναι έρημα χωρίς ανθρώπους. Και το δικό μου σπίτι είναι αυτοί που αγαπώ. Αυτούς αναζητώ και σ’ αυτούς επιστρέφω κάθε φορά που λέω τη φράση «σπίτι μου».