Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 02, 2011

Σύρος, καλοκαίρι 2011, μέρος 4ο- Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης

Ένα πράγμα που με συγκινεί στη Σύρο είναι ν' ατενίζω από απόσταση τους δυο λόφους της, τον καθολικό- την Άνω Σύρο δηλαδή - και τον ορθόδοξο , την Ερμούπουλη. Η Άνω Σύρος προϋπήρχε. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, οι κάτοικοι της είναι οι κανονικοί ντόπιοι του νησιού. Τα σπίτια τους κρέμονταν απ' τον βράχο όταν η κάτω πόλη δεν είχε καν όνομα κι αριθμούσε ελάχιστες ψυχές και δυο- τρία χαμόσπιτα.
Το θαύμα ξεκίνησε με την προσφυγιά της ελληνικής επανάστασης και την καταστροφή της Χίου. Χιώτες, Κασιώτες, Υδραίοι κά εγκαταστάθηκαν στο νησί και συνετέλεσαν σ' αυτό το θαύμα που αργότερα ονομάστηκε Ερμούπολη.
Η Ερμούπολη αποτελεί ξεχωριστό και μοναδικό φαινόμενο πόλης στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Πυκνοκατοικήθηκε γρήγορα.

Αξίζει ν' αναφερθεί ότι μέχρι το 1821 ο πληθυσμός του νησιού αριθμούσε τους 4.000 κατοίκους κι εντοπιζόταν κυρίως στην Άνω Σύρο, ενώ το 1828, η Ερμούπολη μόνο έχει 14.000 κατοίκους και αναπτύσσεται στο μεγαλύτερο βιομηχανικό κι εμπορικό κέντρο της ελεύθερης Ελλάδας, φτάνοντας το 1850 τους 20.000 κατοίκους και το 1889 - την εποχή της μεγάλης ακμής της-τους 22.000. Παράλληλα με την οικονομική άνθηση που έφερε η εμπορική δραστηριότητα, οι Ερμουπολίτες, φρόντισαν να δώσουν στην πόλη τους μια πνευματική ακτινοβολία πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της εποχής. Το ιστορικό 1ο Γυμνάσιο με γυμνασιάρχη τον Νεόφυτο Βάμβα οικοδομήθηκε χάρη στις εισφορές των πλουσιότερων αστών και εγκαινιάστηκε το 1833 ενώ το θέατρο Απόλλων λειτούργησε το 1864 φιλοξενώντας δεκάδες παραστάσεις ελληνικών και ξένων θιάσων κάθε χρόνο, όταν στην Αθήνα ακόμα δεν υπήρχε ανάλογο θέατρο...
Όλο αυτό το αστικό θαύμα της Ερμούπολης, γίνεται αντιληπτό στον σημερινό επισκέπτη μέσα απ' την αρχιτεκτονική της πόλης ή κι απ' ό, τι έχει απομείνει απ' την βιομηχανική κι εμπορική δραστηριότητα του παρελθόντος.

Το ιδανικότερο σημείο προβολής αυτής της δραστηριότητας είναι το Βιομηχανικό Μουσείο που εγκαινιάστηκε το 2000 και στεγάζεται σ' ένα παλιό εργοστάσιο χρωματουργίας (χρωματουργείο Κατσιμαντή ) του 1888. Το κτίσμα διακρίνεται για τον χαρακτηριστικό "πύργο ψύξης" του ανασκευασμένο στην πρώτη του μορφή.

Το εσωτερικό του μουσείου κρύβει έναν πραγματικό θησαυρό.

Μηχανές κι εργαλεία κλωστϋφαντουργίας, εξοπλισμός βυρσοδεψείων, δείγματα ναυπηγικής, προϊόντα υαλουργίας αλλά και συσκευασίες τροφίμων που παρασκευάζονταν στο νησί, λουκουμιών, μια βιτρίνα μαγαζιού που πούλαγε κορδέλες, υφάσματα, είδη ραπτικής, αλλά και δείγματα τυπογραφίας, εφημερίδες της εποχής, πολεοδομικούς χάρτες, αρχιτεκτονικά σχέδια καθώς και ζωγραφικούς πίνακες από Συριανούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.


Η συλλογή αριθμεί συνολικά τα 300 αντικείμενα και συνεχίζει να εμπλουτίζεται



Το Βιομηχανικό Μουσείο αποτελείται κι από 3 ακόμη κτίρια εξαιρετικής σημασίας, όπως το Βυρσοδεψείο Κορνηλάκη, το υφαντουργείο Βελισαρόπουλου που στεγάζει το εργαστήριο αποκατάστασης και συντήρησης παλαιών μηχανημάτων κι εργαλείων και το Σκαγιοποιείο Αναιρούση που λειτουργούσε απ' το 1889 και είναι πιθανώς και το μοναδικό σωζόμενο στην Ευρώπη με το σύνολο του εξοπλισμού του.



Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2011

Σύρος, καλοκαίρι 2011- μέρος 3ο - Ανακύκλωση

Oι φετεινές διακοπές ήταν όλο εκπλήξεις! Η παραμονή μας στην αγαπημένη Σύρο ήταν χαλαρωτική, ξεκούραστη και γεμάτη φίλους και γνωστούς. Ήταν στιγμές που ένιωθες σαν να είχε γίνει κανονική απόβαση από γνώριμα πρόσωπα στο νησί. Περπατούσαμε αμέριμνοι στην Ερμούπολη και βλέπαμε μπροστά μας μια οικεία φυσιογνωμία. Ρεμβάζαμε στην παραλία και δίπλα μας ακριβώς - όλως τυχαίως- ερχόταν να καθίσει κάποιος άλλος.
Περάσαμε τις μέρες μας χωρίς ιδιαίτερο άγχος για να εξερευνήσουμε άγνωστες περιοχές. Τόσα χρόνια τώρα τον ξέρουμε τον τόπο, έχουμε τα στέκια μας, είμαστε πάντα ανοιχτοί και σ' άλλα και το απολαμβάνουμε.
Όσο καλά όμως και να γνωρίζεις ένα μέρος, πάντα υπάρχει κάτι που έχεις ακόμη να μάθεις γι' αυτό.
Φέτος το καλοκαίρι, εκπλαγήκαμε ευχάριστα διαπιστώνοντας ότι η Σύρος κάνει σοβαρή ανακύκλωση και μάλιστα κατά τα διεθνή πρότυπα. Μέχρι τώρα είχα δει συστηματική και σωστή ανακύκλωση μόνο στα ταξείδια μας στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα, η λέξη είναι γνωστή, αλλά η εφαρμογή σχετικά άγνωστη και αδιάφορη για την πλειονότητα των κατοίκων. Έχω δει να πετιούνται σάπια λαχανικά και κρέατα σε μπλε κάδο που βρίσκεται μπροστά από γνωστή αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην Καλλιθέα και υποπτεύομαι ότι γίνεται κι αλλού. Έχω μεταφέρει επανειλημμένως με το αυτοκίνητο τα ανακυκλώσιμα σκουπίδια του σπιτιού για να βρω κάδο να τα πετάξω και με το ρίσκο μάλιστα να καταλήξουν στην ίδια χωματερή με τα συμβατικά απορρίμματα.
Στην Αθήνα μέχρι πρότινος, η ύπαρξη μπλε κάδου δεν ήταν αυτονόητη για όλες τις γειτονιές- πάω στοίχημα ότι ακόμα απουσιάζουν από κάποιες. Στη γειτονιά μας επί παραδείγματι, μόλις πέρυσι, λίγες εβδομάδες πριν τις δημοτικές εκλογές, αποκτήσαμε μπλε κάδο και διανεμήθηκαν και οι ανάλογες σακκούλες σε κάθε διαμέρισμα. Ήταν βέβαια μια κίνηση απελπισίας του απερχόμενου δημάρχου κι ευτυχώς για μας δεν τον βοήθησε να διατηρήσει το αξίωμα του!
Στη Σύρο, είδαμε κάδους για κάθε συσκευασία που μπορεί ν' ανακυκλωθεί, σε κάθε περιοχή, ώστε να διευκολύνονται τόσο οι μόνιμοι κάτοικοι, όσο κι οι παραθεριστές.
Οι κάδοι αυτοί είναι μπλε για την ανακύκλωση του γυαλιού, κίτρινοι για το χαρτί και γκρι για τις υπόλοιπες συσκευασίες. Πλάι τους, κάθε φορά είναι και οι κοινοί κάδοι για τα υπόλοιπα μη ανακυκλώσιμα. Έτσι, δεν σου παίρνει πάνω από δυο λεπτά να τοποθετήσεις την κάθε συσκευασία εκεί που πρέπει.

Τα αυτοκίνητα που συλλέγουν τα σκουπίδια κάνουν τακτικά δρομολόγια και είναι ειδικής χρήσης- δηλαδή συλλέγουν μόνο την ανακύκλωση-.
Αντιγράφω απ' το ενημερωτικό φυλλάδιο που διανέμεται δωρεάν: η γραμματεία του Φορέα Διαχείρισης είναι πάντα πρόθυμη να σας ενημερώσει για όλα τα θέματα που αφορούν την Ανακύκλωση στο νησί μας, όπως τα σημεία που βρίσκονται οι κάδοι, τα υλικά που μπορούν να δεχτούν, την ημέρα και ώρα αποκομιδής τους. Μπορείτε επίσης να ενημερώσετε αν διαπιστώσετε κάποιο πρόβλημα (π.χ. να αναφέρετε ότι κάποιος κάδος έχει γεμίσει) ή να κάνετε τις δικές σας προτάσεις που θα καταγραφούν και θα απαντηθούν.
Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι δίπλα σε όλους αυτούς τους κάδους (σκεπαστούς παρακαλώ για λόγους οσμής αλλά κι αισθητικής) συνυπάρχει κι ένας κόκκινος για ανακύκλωση μαγειρικού λαδιού!
Αν δεν είναι αυτό προχωρημένο, και μάλιστα όχι στην πρωτεύουσα, αλλά σ' ένα κυκλαδονήσι, τότε τι είναι;
Στη φωτογραφία που ακολουθεί, απαθανάτισα τον κόκκινο κάδο για του λόγου το αληθές και αξίζει να επισημάνω ότι είναι απ' τα Χρούσσα, ένα όμορφο χωριό, απομακρυσμένο απ' την πόλη, όχι παραθαλάσσιο και καθόλου τουριστικό πράγμα που εξαλείφει και τις όποιες ενστάσεις για προβολή.

Εύχομαι ν' ακολουθήσουν κι άλλοι δήμοι γιατί πολιτισμός δεν είναι μόνο να πηγαίνεις θέατρο ή να επισκέπτεσαι μουσεία, αλλά να φροντίζεις ενσυνείδητα για την καθαριότητα της γειτονιάς, της πόλης σου, της χώρας σου και του πλανήτη που με τόση ανοχή σε φιλοξενεί.

Σύρος, καλοκαίρι 2011 - μέρος 1ο - Το βιβλιοπωλείο

Στην πόλη που τόσο έχω αγαπήσει τα τελευταία 11 χρόνια και που επιθυμώ να ζήσω κάποτε μόνιμα, υπάρχει ένα αγαπημένο μέρος.
Δεν είναι απ' αυτά που θα βρει κανείς σε τουριστικούς οδηγούς, δεν σχετίζεται με φαγητό, ποτό ή διασκέδαση. Είναι απ' αυτά τα μέρη που προσέχεις όταν έχεις πια αρχίσει να νιώθεις οικεία με το περιβάλλον, όταν πετάς από πάνω σου το ταμπελάκι του τουρίστα και βλέπεις την πόλη με άλλο μάτι.
Μιλάω τόση ώρα για ένα βιβλιοπωλείο παλιού καιρού. Δεν πουλάει χαρτικά, παρά μόνο βιβλία. Αυτοί που αγαπούν τα βιβλία θα το αναγνωρίσουν αμέσως. Είναι "old fashionned" βιβλιοπωλείο για τους λάτρεις του είδους, χωρίς περαιτέρω φτιασιδώματα.
Η βιτρίνα του χορταστική, με μεγάλο της μέρος να καλύπτεται από τίτλους σχετικούς με το νησί. Εκεί κείται η "Μεγάλη Χίμαιρα", εκεί ¨Η εποχή των χρυσανθέμων" ή "Η ψυχολογία Συριανού συζύγου" κόκ.


Το σημείο αναφοράς μου όμως για το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο, είναι οι ιδιοκτήτες του. Πρόκειται για ένα γλυκύτατο ζευγάρι πολύ περασμένης ηλικίας πια που μέχρι και πριν από δυο μήνες ανελλιπώς άνοιγε κι έκλεινε το μαγαζί παρέα, εργαζόντουσαν μαζί δημιουργικά κι αισθανόντουσαν περήφανοι για το μαγαζί τους.
Το στολίδι τους είναι σίγουρα ο πρώτος όροφος του μαγαζιού. Γεμάτος βιβλιοθήκες απ' άκρη σ' άκρη, εκλεκτές εκδόσεις, σπάνια βιβλία, ιστορικά ντοκουμέντα, βραβεία και παράσημα κι ένας μεγάλος χώρος για εκδηλώσεις και φιλολογικές βραδυές. Με το που ανεβαίνεις την ξύλινη σκάλα, η μυρωδιά του χαρτιού - μυρωδιά αγαπημένη για τους βιβλιόφιλους- είναι διάχυτη. Γι' αυτόν τον χώρο ήταν τόση η περηφάνεια τους που αν σ' έβλεπαν σοβαρό αναγνώστη, σε ξεναγούσαν ευχαρίστως εκεί.
Δεν υπήρχε περίπτωση στις επισκέψεις μας μέχρι και πέρυσι να τους ζήταγες έναν τίτλο και να μην σου έλεγαν με κλειστά τα μάτια πού ήταν τοποθετημένος. Το βιβλιοπωλείο τους ήταν το δεύτερο σπίτι τους. Δεν τους γνώρισα ποτέ προσωπικά, αλλά είμαι νομίζω καλός δέκτης αυτού που εξέπεμπαν κι όσες φορές μπήκα στον επαγγελματικό τους χώρο διαπίστωσα την αγάπη και την αφοσίωση τους γι' αυτό που έκαναν. Μέγα ευτύχημα να σ' αρέσει η δουλειά που κάνεις κι εδώ, κάθε φορά που αγόραζες κάτι, ήξερες ότι το είχαν αγγίξει και τοποθετήσει στο ράφι στοργικά κι όχι διεκπεραιωτικά.

Φέτος, ήταν η πρώτη φορά που περνώντας από κει βρήκα το μαγαζί κλειστό. Θορυβήθηκα προς στιγμήν, ρώτησα τους γείτονες κι ευτυχώς έμαθα ότι είναι μεν καλά στην υγεία τους, αλλά αποφάσισαν από κοινού πως ήρθε πια η ώρα ν' αποσυρθούν.
Το μαγαζί το δουλεύουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, ωστόσο επειδή η διαδοχή υπήρξε πρόσφατη, αν ζητήσεις κάτι απ' τον επάνω κυρίως όροφο, ο νεαρός εγγονός θα πάρει τηλέφωνο τον παππού του να τον κατατοπίσει για την ακριβή θέση. Συνέβη μπροστά μας!


Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ξαναδώ ποτέ τον κύριο Στάθη και την κυρία Πόπη στις γνώριμες θέσεις τους, μοιράζομαι ωστόσο μια εικόνα τους που είχα την τύχη να παρακολουθήσω κανά δυο χρόνια πριν και την αφήνω σαν ρομαντική πινελιά στη σκληρή και κυνική εποχή μας.

Στην παραλία της αρχοντικής Ερμούπολης, εκείνος κι εκείνη πάντα κομψοί κι αρχοντικοί, περπατούν χεράκι- χεράκι καθώς πηγαίνουν ν' ανοίξουν το μαγαζί τους για το απόγευμα.

Τρίτη, Αυγούστου 09, 2011

Κι όμως είμαι ακόμη εδώ...


και μέχρι να δω το πλοίο να ξεμακραίνει, δεν θα κάνω άλλα καλοκαιρινά όνειρα από φόβο μήπως και δεν υλοποιηθούν...
Και καθώς το κλεινόν άστυ ερημώνει και πυρώνεται απ' τους καύσωνες ενός ακόμα καλοκαιριού, εξαντλώ σιγά- σιγά τα αποθέματα μου σε βιβλία που κανονικά θα είχαν διαβαστεί ένα μήνα νωρίτερα, (απ' την άλλη, ευκαιρία ν' αγοράσω άλλα, άσε που έχω ακόμη στοκ), ξυπνάω κάποιες νύχτες έντρομη απ' τους ήχους που η ησυχία της νύχτας κάνει εντονότερους (μπας και μπήκε κανένας ανεπιθύμητος στο σπίτι;), μετράω τα καλοκαιρινά μπάνια όπως τότε που ήμουν παιδί (δυστυχώς 3 μόνο προς το παρόν!), κοιτάω το ρολόι μου στο γραφείο μιας κι η ώρα δεν περνάει πια, γυρνάω σπίτι, δυσανασχετώ στην ιδέα του μαγειρέματος (ποιος τρώει με τέτοια ζέστη), ανοίγω τον κλιματισμό και ξαπλώνω μαζί με το βιβλίο μου. Απολαμβάνω το τραγούδι των τζιτζικιών- τα λατρεύω τα τζιτζίκια-τον ήχο τους, όχι το modus vivendi τους- είναι που μαζί με το καρπούζι και το αντηλιακό καρύδας μυρίζουν πιο πολύ καλοκαίρι απ' όλα.
Πενθώ την καμμένη οθόνη του υπολογιστή μου, δυσανασχετώ στην ιδέα του να εισβάλλει κάποιος ανεπιθύμητος στον ιδιωτικό χώρο κάποιου άλλου (φαινόμενο των καιρών κι αυτό), μ' ενοχλεί η παρακμή αυτής της πόλης και των κατοίκων της, χαίρομαι που δεν έχω ακούσει ακόμα από κανέναν τη φράση "καλό χειμώνα".
Είναι που κανείς δεν θέλει να γυρίσει πίσω στη μικρή φυλακή του απ' ό, τι φαίνεται...

Τρίτη, Ιουλίου 12, 2011

Fare niente...


Όταν ήμουν γύρω στα 20 (μου αρέσει να τα αποκαλώ τα χρυσά χρόνια των 20),ξάπλωνα τα μεσημέρια πάνω στην πετσέτα της παραλίας, τα πόδια βούλιαζαν στην καυτή άμμο, η παλάμη μου ανάδευε κι αυτή την άμμο (μ' άρεσε αυτή η αίσθηση της στο δέρμα μου) και κάτω απ' τον δυνατό καλοκαιρινό ήλιο (ακόμα δεν είχα αρχίσει να τον φοβάμαι- άλλωστε ελάχιστα φοβάσαι στα 20)επιδιδόμουν με επιτυχία στο fare niente!
Είναι σπουδαία τέχνη αυτή του fare niente, ακόμα πιο σπουδαίο δε, να έχεις την πολυτέλεια να το κάνεις. Απολάμβανα εξαιρετικά εκείνες τις στιγμές που με κλειστά τα μάτια, άκουγα τον μαγευτικό ήχο της θάλασσας και μέσα στην ησυχία του μεσημεριού, ο ήλιος με ζέσταινε και σκέπαζε μ' εαρινή λήθη τον εγκέφαλο μου. Όλα τα προς προγραμματισμό θέματα, κλείδωναν. Όλα τα προβλήματα καιγόντουσαν απ' τις δυνατές ακτίνες του ζωοδότη. Ό,τι δεν ήταν ταιριαστό με τον περιβάλλοντα χώρο εκείνης της στιγμής, έμπαινε στο κουτάκι του με την ένδειξη "επανεξετάζεται άμα τη επιστροφή". Το σώμα και το μυαλό μου δούλευαν στο παρόν. Και το παρόν ήταν γεμάτο καλοκαιρινά χρώματα, μυρωδιά από καρπούζι, αλάτι στο δέρμα, αντηλιακό καρύδας και μια αίσθηση ότι αυτή η απόλυτη ευτυχία θα κρατήσει για πάντα.

Αυτή η παραπάνω εικόνα μου χρησιμεύει πάντα για να χαλαρώνω. Να νιώθω το σώμα μου να βουλιάζει στη ζεστή άμμο και ν' ακούω το νερό.
Αυτό το αιώνιο καλοκαίρι ξάπλα δίπλα στο κύμα, μ' ένα παρεό, με λυτά μαλλιά, χωρίς μακιγιάζ και χωρίς συμβάσεις, θα' θελα ιδανικά να μπορούσα να το απολαμβάνω περισσότερο τόσο χρονικά όσο και ποιοτικά. Χρονικά, δεν είναι πλέον εφικτό, αφού η ζωή στην πόλη πάντα σε καλεί πίσω. Όσο για το ποιοτικά, η ζωή μας δεν είναι πια "αθώα" και ξέγνοιαστη απ' όπου κι αν το εξετάσει κανείς- ηλικιακά, σε επίπεδο χώρας, μνημονίων, προβλημάτων, κρίσης, εγκληματικότητας κόκ.
Έτσι, από φέτος κάνω μια ευχή να μπορώ να κλείνω τα μάτια μου και να διαγράφω προσωρινά τις σκέψεις και τα προβλήματα ενώ θ' αφήνομαι στα χάδια του ήλιου. Να μπορώ να ζω αυτό το fare niente έστω και για τις λίγες μέρες τον χρόνο που περιμένω πάντα με λαχτάρα για να κάνω διακοπές.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

Υπόκοσμος: τότε και σήμερα

Διάβασα προ ημερών την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Βασίλη Πισιμίση για τα Βούρλα και την Τρούμπα. Προκειται για δυο περιθωριοποιημένες περιοχές του Πειραιά. Η Τρούμπα είναι περισσότερο γνωστή σαν όνομα, ακόμα και μέσα από ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου στα χρόνια του '60. Τα Βούρλα, λιγότερο γνωστή σήμερα περιοχή κοντά στον Άγιο Διονύσιο στη Δραπετσώνα, ήταν η πρώτη απόπειρα απ' τα τέλη του 19ου αιώνα ήδη, να στεγαστούν οι πόρνες, αφού οι κάτοικοι του Πειραιά παραπονιόντουσαν που τις έβλεπαν να κυκλοφορούν ελεύθερες ως τότε. Τα Βούρλα με άλλα λόγια αποτέλεσαν μια πρώτη γκετοποίηση ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο της κοινωνίας. Η δεύτερη λειτουργική χρήση των κρατικών πορνείων των Βούρλων,κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου ήταν η μετατροπή τους σε φυλακές οι οποίες διατηρήθηκαν και μετά τον πόλεμο και φιλοξένησαν εκτός από ποινικούς και αντιφρονούντες.
Ο συγγραφέας θέλησε να διασώσει την ιστορία των περιοχών αυτών και αφού μάζευε υλικό επί σειρά ετών, έφτιαξε ένα βιβλίο στο οποίο καταχώρησε και ζωντανές μαρτυρίες ανθρώπων -ανάμεσά τους του Μάρκου Βαμβακάρη και της Σπεράντζας Βρανά- που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίστηκαν με τις περιοχές αυτές.
Το βιβλίο βρίθει πληροφοριών για τις περιοχές αυτές και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν μελετήσει κανείς κι εντοπίσει τις αναλογίες με τη σημερινή εποχή. Μ' αυτήν την αφορμή άλλωστε, αναφέρομαι σήμερα σ' αυτό.

Για παράδειγμα, ενδιαφέρον είναι το ότι πιθανολογείται πως ο χώρος που παραχωρήθηκε για τη στέγαση των νέων οίκων ανοχής, κατόπιν συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου το 1870, ανήκε σε υπουργό της κυβέρνησης ο οποίος το νοίκιαζε στο κράτος με ό, τι αυτό συνεπαγόταν οικονομικά...
Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η σύμπτωση ενός γνωστού ονόματος. Παραθέτω:[...] ωστόσο τελικά ο εργολάβος Νικόλαος Μπόμπολας υπέγραψε με το δήμο το συμβόλαιο κατασκευής του έργου[...]
Επιπλέον, εντυπωσιακά τα ακόλουθα σημεία σχετικά με τη δραστηριότητα των μπράβων-κακοποιών, λαθρεμπόρων και σωματεμπόρων.

[...]Την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου δρούσαν ανενόχλητοι κακοποιοί κάθε είδους, πολλοί εκ των οποίων είχαν τη στήριξη πολιτικών, οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν για να ελέγχουν το λαό δια του εκφοβισμού. Υπάρχει μάλιστα, μια φωτογραφία- την οποία δυστυχώς, δεν έχω στην κατοχή μου - που απεικονίζει γνωστό Πειραιώτη βουλευτή της εποχής, όρθιο δίπλα σε καθισμένο σταυροπόδι(!) διαβόητο κακοποιό και χασισοπότη του Πειραιά.[...]

Συνηθισμένος τρόπος μεταφορά των ναρκωτικών μέσω θαλάσσης ήταν ο ακόλουθος: [...]αφού οριζόταν η νύχτα της συναλλαγής-πάντα χωρίς φεγγάρι-[...]αυτός που θα παραλάμβανε τον μπόγο με το φορτίο περίμενε στα βράχια [...] το πλοιάριο στο μεταξύ έπλεε τουλάχιστον πενήντα μέτρα από την ακτή. Ύστερα έφθανε κολυμπώντας ο "βουτηχτής" (όπως τον αποκαλούσαν), γινόταν η συναλλαγή και κολυμπώντας έφερνε ξανά το φορτίο στην ακτή. Αυτό γινόταν για τις μικρές ποσότητες. Για τις μεγαλύτερες συνηθιζόταν άλλος τρόπος[...]

Η συνήθης μεθοδολογία του σωματέμπορου ήταν η εξής: Κάποιος καλοντυμένος κύριος, που υποτίθεται πως είναι εύπορος, βρίσκει νέα και πτωχή κορασίδα - εν προκειμένω προσφυγοπούλα- και της τάζει αγάπη και γάμο, με συνεπακόλουθο την απόδραση της ίδιας και της οικογένεια της από την ανέχεια. [...] Μόλις συμβεί το ανεπανόρθωτο, ο εν λόγω κύριος την εκβιάζει ότι θα μαρτυρήσει στην οικογένεια και σε όλους τους γνωστούς της πως η ίδια υπήρξε ερωμένη άλλων ανδρών, ενώ εκείνος την είχε μόλις σώσει από την κατρακύλα. Η κοπέλα, έκπληκτη και αδυνατώντας να αποδείξει την αθωότητα της, υποκύπτει στον εκβιασμό για να γλυτώσει τη διαπόμπευση. Τότε έρχεται άλλος κύριος, ο οποίος αφού ικανοποιηθεί από τις υπηρεσίες της κοπέλας, αφήνει στο κομοδίνο την αμοιβή της και την επιβεβαίωση ότι πέρασε καλά και ότι θα έρθει ξανά για να ακολουθήσει η ίδια ιστορία με άλλον κύριο, κι άλλον...[...] Άλλοτε, η κοπέλα, ακολουθώντας τον αγαπημένο της σε ταξίδι για δουλειές, επιβιβάζεται σε πλοίο και πραγματοποιείται ένα παρόμοιο σενάριο με το προηγούμενο. Μόνο που, σ' αυτήν την περίπτωση, η κοπέλα βρίσκεται μακριά απ' το σπίτι της και την πατρίδα της: στη Βηρυτό, στην Αλεξάνδρεια, στη Μασσαλία ή όπου αλλού υπήρχε ανάγκη για νέα σοδειά.

Όλα τα παραπάνω απαοσπάσματα προέρχονται απ' το βιβλίο: ΄"ΒΟΥΡΛΑ-ΤΡΟΥΜΠΑ, Μια περιήγηση στον χώρο του υποκόσμου και της πορνείας του Πειραιά (1840-1968)"

Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2011

In der schönen Berlin!


Κανονικά, δεν θα έπρεπε να έχω διάθεση να γράψω ένα ταξειδιωτικό ποστ. Μέσα στη γενικότερη μαυρίλα, μπορεί ένα ταξείδι ν' ακούγεται προκλητικό για όσους δύσκολα καταφέρνουν να βγάλουν τον μήνα(και είναι δυστυχώς αρκετοί). Απ' την άλλη, δεν έχουν απομείνει και πολλά πράγματα που μπορούν πραγματικά να μας κάνουν να δραπετεύουμε απ' την καθημερινότητα μας. Ένα ταξείδι είναι αναζωογονητικό, ψυχαγωγικό, είναι δυνατόν να μην στοιχίσει μια μικρή περιουσία κι επιπλέον δύναται ν' αποτελέσει ένα μικρό μάθημα. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα λοιπόν και με έμφαση στο διδακτικό κομμάτι που αποκόμισα, αποφάσισα να μοιραστώ εδώ τις εντυπώσεις μου απ' το πρόσφατο ταξειδάκι μας στο Βερολίνο.



Καταρχήν, οι Γερμανοί δεν μας μισούν. Όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο λόγω του γερμανικού περιοδικού με την περιβόητη φωτογραφία ή των δανεισμών, πλανώνται πλάνην οικτρά, είναι οι ίδιοι εμπαθείς, με άγνοια και συμπλεγματικοί και δεν μπορούν να διαχωρίσουν ότι άλλο πράγμα οι πολιτικοί κι άλλο οι απλοί άνθρωποι. Ας μην γενικεύουμε λοιπόν γιατί ως γνωστόν η γενίκευση αποτελεί μήτρα του φασισμού.

Απ' το αεροπλάνο ήδη, η γερμανίδα αεροσυνοδός ήταν ό, τι πιο ευγενικό και χαρούμενο έχω δει σε συναδέλφους της εδώ και χρόνια. Με ρώτησε μάλιστα πώς λένε στα ελληνικά το καλή όρεξη. Ο δε ξενοδόχος, είχε φτιάξει λεπτομερές πλάνο του πώς να φτάσω και το είχε δώσει στον αγαπημένο μου που ήταν στο Βερολίνο δυο μέρες πριν από μένα. Κι αν ισχυριστεί κάποιος ότι αυτοί είναι ευγενείς εξ επαγγέλματος, τότε πάω παρακάτω. Δυο κύριοι μέσης ηλικίας, περίμεναν με τα ποδήλατα τους στην αποβάθρα του S-Bahn. Με είδαν που έβγαλα τον χάρτη και προθυμοποιήθηκαν μόνοι τους να ρωτήσουν αν θέλω βοήθεια. Ο ένας σηκώθηκε μάλιστα απ' τη θέση του στη διάρκεια της διαδρομής να σιγουρέψει ότι κατάλαβα, λέγοντας μου ότι η στάση μου είναι η επόμενη.



Στο κομψότατο εστιατόριο Gugelhof στο Prenzlauer Berg, ο μπάρμαν μας έφερε ψωμάκι με αρωματικό ντιπ για συνοδευτικό στα ποτά μας (κι αυτό είναι κάτι που δεν συνηθίζεται όπως εδώ με τα πατατάκια ή τα ξηροκάρπια) κι αργότερα που καθίσαμε για φαγητό, ο αρχισερβιτόρος ή ιδιοκτήτης (δεν κατάλαβα τι ήταν), όταν ρώτησε από πού είμαστε, είπε πόσο πολύ λυπάται γι' αυτά που περνάει η χώρα μας κι ότι ελπίζει γρήγορα να συνέλθουμε. Και δεν ήταν δήθεν ευγενικός, γιατί παρόλο που πνιγόντουσαν στη δουλειά, κάθισε και μας μίλαγε κανά πεντάλεπτο, τονίζοντας πόσο δύσκολα είναι πια τα πράγματα διεθνώς.






Το Βερολίνο είναι φτηνή πρωτεύουσα όχι μόνο σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές, αλλά και σκανδαλωδώς φτηνότερη από την Ελλάδα σε είδη πρώτης ανάγκης. Ο Γερμανός αγοράζει γάλα με 0,99€ και βούτυρο με 0,79€. Τσεκάρετε τώρα τις αποδείξεις που μας έχουν βάλει και μαζεύουμε να δείτε τι πληρώνουμε εμείς γι' αυτά.

Οι συγκοινωνίες έρχονται στην ώρα τους και είναι εξαιρετικά βολικές. Βέβαια, ο προαστιακός τους S-Bahn λειτουργεί απ' το 1882 και το μετρό U-bahn απ' το 1902...


Ο οδηγός του λεωφορείου απ' το αεροδρόμιο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό ήταν απόλυτα επαγγελματίας και άκουγε μουσική σε διακριτική ένταση. Ο αντίστοιχος συνάδελφος του στο εξπρές από Καλλιθέα προς αεροδρόμιο, μίλαγε στο κινητό μία ολόκληρη ώρα κι όχι χαμηλόφωνα. Μουσική ευτυχώς δεν άκουγε αφού μίλαγε στο τηλέφωνο. Μου έχει τύχη όμως άλλη φορά αυτό και θυμάμαι ότι η ένταση δεν ήταν καθόλου χαμηλή.


Υπάρχει τέλεια οργάνωση στα εισιτήρια και τις κάρτες απεριορίστων διαδρομών καθώς και στο museum pass. Εντάξει, δεν έχω επισκεφθεί την Αθήνα ως τουρίστας, αλλά ξέρω ότι το αντίστοιχο εδώ δεν υπάρχει κι ότι το μόνο ενιαίο εισιτήριο είναι αυτό που επιτρέπει είσοδο σε Ακρόπολη, Αρχαία και Ρωμαϊκή αγορά. Εύχομαι να υπάρχουν κι άλλα κι απλώς να τα αγνοώ.




Κυκλοφορούν παντού ποδήλατα (οκ, είναι επίπεδη πόλη και δεν κουράζεσαι συν του ότι δεν έχει και καύσωνα το καλοκαίρι), αλλά όλοι σέβονται τους ποδηλάτες και τους πεζούς. Στην επιστροφή μας στην Αθήνα, απ' τη στάση του λεωφορείου προς το σπίτι μας που είναι πολύ σύντομη η διαδρομή, σέρναμε τις βαλίτσες μετ΄εμποδίων λόγω των σπασμένων πεζοδρομίων και μια "κυρία" ήθελε οπωσδήποτε να μας πατήσει γιατί δεν ελάττωσε καθόλου ταχύτητα παρόλο που μας έβλεπε να διασχίζουμε τον δρόμο κι ας είχαμε και πράσινο...






Στον ακάλυπτο χώρο των πολυκατοικιών υπήρχαν κάδοι απορριμάτων καθώς και κάδοι ανακύκλωσης. Δεν χρειάζεται να ζαλώνεσαι σαν το γαϊδούρι τις παλιές ή χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές ή τα πλαστικά και τα γυάλινα μέχρι να βρεις πού θα τα πετάξεις και ούτε βέβαια έχεις την αμφιβολία ότι εσύ μεν προσπαθείς, αλλά το κράτος όλα στην ίδια χωματερή τα πετάει...



Το κόστος των ξενοδοχείων είναι επίσης φτηνότερο από δω. Νοικιάσαμε ένα δυάρι διαμέρισμα (στο Βερολίνο έχεις κι αυτήν την επιλογή και η τιμή είναι ανάλογη ενός ξενοδοχείου), ήταν πεντακάθαρο, σε ήσυχη γειτονιά, χωρίς τους περιορισμούς ενός συμβατικού ξενοδοχείου όσον αφορά στις ώρες του πρωινού και ό, τι είχαμε δει στο ίντερνετ, αυτό ήταν. Όλοι έχουμε ζήσει την αντίστροφη εμπειρία με τα δωμάτια στα νησιά και μάλιστα σε πολύ υψηλότερες τιμές. Αξίζει να σας πω, ότι εκ των υστέρων βρήκαμε μια διεύθυνση στο ίντερνετ ειδικά για διαμερίσματα και μάλιστα φτηνότερα απ' ό, τι πληρώσαμε εμείς. Και φαίνονται όλα κουκλίστικα!



Δεν προσπαθώ να εξωραϊσω την κατάσταση. Περιγράφω αυτά που είδα κι έζησα . Και σκουπίδια είδαμε πεταμένα σε κάποια σημεία και θόρυβο από κανά συο αυτοκίνητα που έτερχαν ιλιγγιωδώς και αρνητικές συμπεριφορές. Στις μεγαλουπόλεις, υπάρχουν απ' όλα. Απλώς, σε άλλες είναι οι εξαιρέσεις κι όχι ο κανόνας.









Κατά τ' άλλα, στις 4 μέρες που περάσαμε στη γερμανική πρωτεύουσα, περιπλανηθήκαμε ως γνήσιοι τουρίστες στα βασικά αξιοθέατα (πύλη Βραδεμβούργου, Κοινοβούλιο, καθεδρικός ναός, κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός, κτίρια του Πανεπιστημίου, Όπερα, κόκκινο Δημαρχείο, Alexander Platz, Potsdamer Platz, περπατήσαμε την unter den Linden, ήπιαμε cafe latte στο ωραίο cafe Einstein, συγκινηθήκαμε με το Μουσείο της Περγάμου, τα βαβυλωνιακά εκθέματα, την πύλη της Ιστάρ, τις αιγυπτιακές μούμιες και θαυμάσαμε τη διαχρονική ομορφιά της Νεφερτίτης στο Neues Museum. Απορήσαμε για το πώς μεταφέρθηκαν τόσο ογκώδη κλοπιμαία από μακρινές χώρες, εντυπωσιαστήκαμε με το Εβραϊκό μουσείο, αλλά εμένα προσωπικά το εσωτερικό του μου κάνει λίγο προπαγανδιστικό και δεν με αφορά (περί ορέξεως...)





Είδαμε τις πιο φτωχικές γειτονιές στο Kreuzberg, το Check point Charlie, υπολείμματα του παλιού τείχους. Υποψιαστήκαμε από φωτογραφίες τη ζωή στη διχοτομημένη πόλη.





Χαρήκαμε πράσινο και φύση και μια υπέροχη βόλτα στους μαγευτικούς κήπους του Charlotembourg μέχρι το Belvedere.











Μας άρεσαν πολύ το Nicolaiviertel (μια μικρή γειτονιά στις όχθες του Spree και σχεδόν πίσω απ' το κόκκινο δημαρχείο.


Κάποια απ' τα παλιότερα σπίτια της πόλης βρισκόντουσαν εδώ μέχρι την παντελή καταστροφή τους στον πόλεμο. Η περιοχή έχει ξαναφτιαχτεί, ελάχιστα σπίτια έχουν αναστυλωθεί και όλα τα υπόλοιπα είναι ακριβείς αντιγραφές των παλιών ιστορικών κατοικιών) και η Prenzlaouer Berg που ήταν εργατική περιοχή άλλοτε και σήμερα είναι απ' τα χάι σημεία της πόλης, με ανακαινισμένες κατοικίες του 19ου αιώνα, μικρά μπιστρό και μπυραρίες και σικάτα μαγαζιά ρούχων και διακοσμητικών αποπνέοντας έναν σχεδόν παριζιάνικο αέρα και βέβαια εγώ για γνωστούς λόγους προσκύνησα και το Berline Ensemble του Μπρεχτ







Το Σάββατο το πρωί πήραμε το τρένο για το πανέμορφο Πότσδαμ που απέχει μόλις 26χλμ απ' το Βερολίνο και είναι η πρωτεύουσα του Βραδεμβούργου. Νοικιάσαμε ποδήλατα και γνωρίσαμε την πόλη γερμανικώ τω τρόπω κάνοντας μια μεγάλη διαδρομή ως το ανάκτορο του Sanssouci -το όνομα δανεικό απ' τα γαλλικά σημαίνει χωρίς έγνοιες- και σε τέτοιο παράδεισο γιατί να είχε έγνοιες ο Φρειδερίκος; -που είναι πραγματικά τεράστιο με πολλά επιμέρους κτίσματα και παβιγιόν. Χαζέψαμε τα όμορφα ξύλινα ρώσικα σπιτάκια της Alexandrowka, φάγαμε ωραιότατα σάντουιτς (οι γερμανοί έχουν νοστιμότατα ψωμιά) στον κεντρικό πεζόδρομο με τα μικρά μαγαζάκια και τις πολλές υπάιθριες αγορές, ξεδιψάσαμε με Apfelscorle (χυμός μήλου με ανθρακούχο νερό) και το βράδυ αποτίσαμε φόρο τιμής στους Ρώσους και φάγαμε στο ρώσικο pasternak στην Prenzlauer Berg που επειδή μας άρεσε πολύ την επισκεφθήκαμε-όπως ήδη καταλάβατε- δυο βράδυα στη σειρά!











Bottom line: Μας άρεσε και θα ξαναπάμε!



Δευτέρα, Μαΐου 30, 2011

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

Κλεμμένα όνειρα

Θυμάμαι μια παλιά ελληνική ταινία- μαύρη μελούρα κατά τ' άλλα- αλλά με μια κατάληξη πολύ ποιητική κατά τη γνώμη μου. Ο τίτλος της "Χαμένα όνειρα". Η υπόθεση αφορά σε δυο νεόυς που δουλεύουν σε κάποιο γραφείο προσωρινά. Η κοπέλα ετοιμάζεται να παντρευτεί και να σταματήσει τη δουλειά (έτσι γινόταν στη δεκαετία του '60). Ο άνδρας ονειρεύεται να περάσει σε εξετάσεις στρατιωτικής σχολής (κρατάω μια επιφύλαξη - δεν είμαι σίγουρη ότι θυμάμαι καλά, αλλά τελικά δεν έχει και σημασία...) και να φύγει απ' τον βαρετό κόσμο του γραφείου. Κατά τη διάρκεια της ταινίας, τούς συμβαίνουν ένα σωρό αναποδιές που ματαιώνουν συνέχεια τα όνειρα τους μέχρι που αυτά καταλήγουν ν' αναβληθούν δια παντός. Στην τελευταία σκηνή, οι δυο τους με πιο γκρίζα μαλλιά και πιο κουρασμένα βλέμματα, αποδέχονται την ήττα τους και χορεύουν ένα βαλς στο σκοτεινό και καταθλιπτικό γραφείο. Ο ηλικιωμένος συνάδελφος με τις μανσέτες στα μανίκια, έχει πια αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Τηρουμένων των αναλογιών, τη θυμήθηκα τώρα γιατί με παραπέμπει στη σημερινή κατάσταση. Τα δικά μας όνειρα είναι επίσης χαμένα, αλλά κυρίως είναι κλεμμένα κι αυτό είναι ακόμα πιο δραματικό. Ο καθένας από μας βλέπει τις επιπτώσεις της κρίσης στον μικρόκοσμο του. Ο Γ έχει μείνει άνεργος δυο φορές τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι 46 χρονών, παντρεμένος με παιδί. Η γυναίκα του, έμεινε κι αυτή άνεργη πέρυσι και για λίγους μήνες ζούσαν δυο άνεργοι με μικρό παιδί περιμένοντας απ' τον ΟΑΕΔ. Η μόνη προσφορά εργασίας που έχει σήμερα είναι η νυχτερινή βάρδια σε περίπτερο της Ομόνοιας 6 μέρες την εβδομάδα προς 800 ευρώ το μήνα... Ο Χ δουλεύει απ' τα 17 του. Είναι σήμερα 67 κι εδώ και 16 μήνες περιμένει τη σύνταξη του. Και θα περιμένει ακόμα. Ταυτόχρονα, το ενοίκιο του σπιτιού του κι άλλοι λογαρισμοί τρέχουν... Η Ε κι ο Γ δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν με δύο παιδιά αν δεν τους βοηθούσαν οι γονείς τους. Το δάνειο για το σπίτι τους τρέχει κι ο Γ με πτυχίο ανώτατης σχολής και μακρά προϋπηρεσία σε πολυεθνική, βρήκε δουλειά ξανά πριν λίγους μήνες μετά από δυο αποτυχημένες επιχειρηματικές προσπάθειες. Η Φ ήρθε απ' το εξωτερικό πριν από έναν χρόνο και βρήκε δουλειά πρόσφατα και βέβαια όχι πάνω στο αντικείμενο της. Δεν είναι ακόμα ούτε 30χρ. και σ' αυτές τις ηλικίες πρέπει να' χεις το δικαίωμα να μην σταματάς να ελπίζεις και να ονειρεύεσαι. Γίνεται; Η Γ κι ο Χ προσπαθούν να κάνουν παιδί. Πρέπει να πληρώσουν αδρά γι' αυτό- ως γνωστόν οι εξωσωματικές κοστίζουν-. Αν τα καταφέρουν, σε τι κόσμο θα μεγαλώσει αυτό το παιδί; Ο μπ. είναι μόλις 3 μηνών. Έχει αρχίσει κι αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, βγάζει κραυγές και πιάνει αντικείμενα. Είναι εμφανές ότι θέλει να επικοινωνήσει. Νιώθει άραγε το άγχος, την κούραση και τη μαυρίλα του περίγυρου; Πόσο τραυματικό είναι να ξεκινάς τη ζωή σου χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα μια αχτίδα καλύτερων ημερών; Κάποιοι αποφάσισαν ήδη να μεταναστεύσουν. Άλλοι που δυο τρία χρόνια πριν πίνανε νερό στο όνομα της Ελλάδας και δεν ήθελαν ν' ακούσουν γι' άλλη χώρα, έφυγαν ήδη και δεν μετανιώνουν πια γι' αυτό.
Κάθε μέρα που ξυπνάω αισθάνομαι όλο και πιο βαριά από πλευράς διάθεσης. Παρατηρώ κάποιους συναδέλφους που παλιά γκρίνιαζαν ή ζήταγαν συνεχώς αυξήσεις. Δεν ακούγεται πια τίποτα. Στον αέρα πλανάται μια αόρατη αλλά ισχυρή αίσθηση ευγνωμοσύνης για το ότι υπάρχει ακόμα δουλειά. Στο γραφείο έρχονται δεκάδες βιογραφικά από πέρυσι. Νέοι που θέλουν απεγνωσμένα από κάπου να ξεκινήσουν, σαραντάρηδες και άνω που δεν μπορούν ακόμα να παροπλιστούν κι έχουν ανάγκη. Οι άστεγοι αυξάνονται, στο κέντρο της Αθήνας επικρατεί ο φόνος κι ο φόβος, οι μετανάστες μας απειλούν και τους απειλούμε, η πολυκατοικία εξοπλίζεται με σίδερα παντού σαν φυλακή, η Ε θέλει να πουλήσει το διαμέρισμα της στην άλλοτε σικ Πλατεία Αμερικής γιατί όλο και κάποιον θα ξανασκοτώσουν μπροστά στα μάτια της 20χρονης κόρης της, όλο και κάποιος θα πλησιάσει ρωτώντας αν θέλουν κανά ναρκωτικάκι σε τιμή ευκαιρίας. Ποιος θ' αγοράσει σήμερα αυτό το διαμέρισμα; Μια γυναίκα στέκεται σχεδόν καθημερινά στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας. Δεν ζητιανεύει. Δεν δείχνει να τα έχει χαμένα. Δείχνει καθαρή και περιποιημένη. Δεν έχει πού να πάει;
Αναζητώ την ταυτότητα αυτής της πόλης, αλλά ακόμα περισσότερο αναζητώ την ταυτότητα αυτού του λαού κι αυτής της χώρας. Ποιοι είμαστε; Πώς σκεφτόμαστε; με τι πνευματικό υπόβαθρο και ποια καλλιέργεια ψηφίζουμε, καταναλώνουμε, ανακυκλώνουμε τα σκουπίδια μας, οδηγούμε, συμπεροφερόμαστε, βλέπουμε τηλεόραση; Πόσο έτοιμοι ή για πάντα ανέτοιμοι τελικά;

Η Α κι ο Γ έκαναν όνειρα για τη ζωή τους πριν από δυο χρόνια. Ο Γ είναι στα τελευταία του σ' ένα κρεβάτι νοσοκομείου σήμερα. Η Α, επίσης άρρωστη στο πρόσφατο παρελθόν και τόσο αξιοπρεπής που αποτελεί μάθημα για όλους όσοι τη γνωρίζουν, στέκεται ακοίμητος φρουρός στις λίγες μέρες που τους απομένουν ως ζευγάρι.
Αυτοί δεν θα χορέψουν δυστυχώς ένα βαλσάκι σαν βάλσαμο ψυχής στην τελευταία σκηνή της κοινής ζωής τους...

Τρίτη, Μαΐου 17, 2011

Νύχτα Μουσείων 2011


Το περασμένο Σάββατο ήταν η Νύχτα των Μουσείων, θεσμός που έχει ξεκινήσει απ' τη Γαλλία το 2005 και γιορτάζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο κάθε 15 του Μάη.
Κάθε χρόνο συμμετέχουν όλο και περισσότερα μουσεία, ανοίγοντας τις πόρτες τους στο κοινό μέχρι τα μεσάνυχτα. Πλήθος εκδηλώσεων εντός του μουσείου συνοδεύει συνήθως τις μόνιμες εκθέσεις, ενώ παράλληλα λειτουργούν και εκπαιδευτικά εργαστήρια για παιδιά.
Το θεάμα του κόσμου σε δύο απ' τα μουσεία που επισκέφθηκα ήταν αισιόδοξο σαν μήνυμα. Υπάρχει κοινό που έχει ενδιαφέρον για τα μουσεία και μάλιστα σε μια βραδυά που θα μπορούσαν να κάτσουν σπίτι και να δούνε Eurovision. Επιπλέον, η ελεύθερη είσοδος στις δύσκολες οικονομικά εποχές που διανύουμε αποτελεί σίγουρα ισχυρό κίνητρο. Σε μια μέρα μπορεί κανείς να επ[ισκεφθεί δύο ή και τρία μουσεία και να πιει και δωρεάν ποτό αφού συνήθως υπάρχουν χορηγοί που προσφέρουν κρασί, μπύρα ή κάποιο κοκτέιλ.

Ως αρνητικό της διοργάνωσης έχω να καταλογήσω την έλλειψη πληροφόρησης προς το κοινό. Δεν βρήκα ούτε ένα σάιτ που να έχει συνολικές πληροφορίες για τα μουσεία που συμμετείχαν στη βραδυά. Το μόνο διαθέσιμο στοιχείο ήταν σκόρπιες πληροφορίες για τα μουσεία που είχαν προγραμματίσει κάποια εκδήλωση. Εναλλακτικά, μπορούσε κανείς να επισκεφθεί χωριστά το σάιτ κάθε μουσείου και ν' αντλήσει από κει τη σχετική πληροφορία ή να μάθει κάτι μέσω φίλου ή γνωστού.
Είδαμε, μας άρεσαν και προτείνω:

Την έκθεση "Η απαγορευμένη πόλη του Jiang Guofang" στο Μουσείο Θεοχαράκη.
Πρόκειται για μα σειρά πινάκων με θέμα την Απαγορευμένη πόλη στο Πεκίνο που φιλοτέχνησε ο ακαδημαϊκός Guofang, ένας απ' τους γνωστότερους Κινέζους καλλιτέχνες. Οι πίνακες συνδυάζουν διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα: ρεαλισμό, συμβολισμό, ιμπρεσιονισμό, καθώς ο καλλιτέχνης ήθελε έτσι ν' αποτίσει φόρο τιμής στην ευρωπαϊκή ζωγραφική των περασμένων αιώνων. Κατά κύριο λόγο απεικονίζονται πρόσωπα: αυτοκρατορικές παλλακίδες, παιδιά, πολεμιστές, αυτοκράτειρες με τόσο έντονα φωτογραφικό τρόπο που κοιτώντας τους θαρρείς ότι πρόκειται για φωτογραφίες. Έντονα νοσταλγική ατμόσφαιρα για την αυτοκρατορική Κίνα άλλων εποχών, είναι μια έκθεση που συστήνω ανεπιφύλακτα
Μουσείο Θεοχαράκη, μέχρι τις 19/6


"The Last Grand Tour, Σύγχρονοι Περιηγητές στην Ελλάδα" είναι η έκθεση που είδαμε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.
Πρόκειται για μια σειρά καλλιτεχνών που ταξίδεψαν στην Ελλάδα τα τελευταία εξήντα χρόνια, έζησαν για λίγο εδώ κι εμπνεύστηκαν καλλιτεχνικά. Τα έργα τους αντικατοπτρίζουν διαφορετικά πολιτιστικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά, θυμίζοντας κομμάτια μιας πραγματικότητας που έχει πια απωλεσθεί ή αλλοιωθεί και διατηρούν μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ταυτότητα.
Ιδιαίτερο κομμάτι μια σύνθεση με ευρήματα από τη Σύμη(οστά ζώων, αποσαθρώματα, όστρακα, σκουπίδια...)
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, μέχρι τις 10/10

Φόκους τώρα στην Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων που είναι στις 18 του μήνα.



Παρασκευή, Μαΐου 13, 2011

Η πόλη που έχασα.

Μεγάλωσα μέχρι τα 7 μου χρόνια στη Μιχαήλ Βόδα, στο κέντρο της Αθήνας. Τα απογεύματα μας πήγαιναν βόλτα στον Άγιο Παντελεήμονα ή στο Πεδίο του Άρεως. Πήγα 1η Δημοτικού σ'ένα νεοκλασικό στην Αλκαμένους που τώρα στέκει έρημο κι εγκαταλειμμένο. Δεν έχω παρά λίγες μνήμες- εικόνες από' κεινα τα πρώτα χρόνια. Όχι βέβαια μνήμες αξιολόγησης του περιβάλλοντος χώρου, ωστόσο εικόνες μιας αστικής ζωής χωρίς φόβο.
Το νηπιαγωγείο μου ήταν στην Γ΄Σεπτεμβρίου (κι αυτό το κτίριο υπάρχει ακόμα αλλά όχι ως νηπιαγωγείο), η μαμά ψώνιζε γλυκά απ' το Περφέκτ της Πλατείας Βικτωρίας, μου αγόραζε βιβλία και κουζινικά για τις κούκλες απ' τον Πριζουνικ Μαρινόπουλο της Πλατείας Βικτωρίας επίσης. Οι καλές μπουτίκ ήταν στην Πατησίων και οι μοδάτες καφετέριες των σχολικών χρόνων στη Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί φάγαμε και το πρώτο μας χάμπουργκερ όταν άνοιξαν τα Goodys. Από Πλατεία Κολιάτσου ως Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν τα σινεμά που συχνάζαμε και το ρουφ γκάρντεν στο Μινιόν ήταν η σπουδαία ανακάλυψη προς τα τέλη της δεκαετίας του'80.
Χρόνια αργότερα κατέβαινα για φροντιστήριο στην Κάνιγγος- όπως άλλωστε και η πλειονότητα των παιδιών της γενιάς μου. Το λεωφορείο είχε τέρμα στη Βερανζέρου απέναντι απ'το ζαχαροπλαστείο Λαύριο.
Τη δεκαετία του '90 πέρασα αρκετά λεπτά αναμονής στη στάση λεωφορείου της Πλατείας Βικτωρίας. Η σχολή μου ήταν στα Εξάρχεια κοντά στη Λ. Αλεξάνδρας και συχνά-πυκνά πίναμε καφέδες σε όλη την ευρύτερη γειτονιά.
Μπορώ να αναφέρω κι άλλα ονόματα και περιοχές. Όλα δυστυχώς είναι μέσα στις αναμνήσεις απ' τον περασμένο αιώνα. Η πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα είναι πια η σκιά του εαυτού της. Οι γειτονιές μου άλλαξαν φυσιογνωμία. Ασχήμυναν, αλλοιώθηκαν, ρήμαξαν, έγιναν πεδία μάχης και τάφοι ανθρώπινων ψυχών.

Όχι, δεν είναι οι μετανάστες το μόνο πρόβλημα. Εμείς, οι ντόπιοι κι αυτοί, οι ξένοι είμαστε οι κότες που κάνουν τα χρυσά αυγά(δείτε το "Biutiful" και θα καταλάβετε).
Όταν η πόλη κοιμάται, δυστυχισμένες ψυχές εκδίδονται ή γίνονται θύματα εκμετάλλευσης παλεύοντας να επιβιώσουν κι έχοντας συνήθως ξεφύγει από άλλες μεγαλύτερες απειλές και δυστυχίες.

Όταν η πόλη κοιμάται, ο φόβος γίνεται θεριό και μεγαλώνει κι απ' τις δύο όχθες. Η κυριούλα που βρίζει τον μαυρούλη που δεν της έχει κάνει τίποτα λέγοντας τον αλήτη φοβάται το ίδιο με τον μαυρούλη που δέχεται τα βέλη της.

Δεν θέλω να φοβάμαι. Δεν ήξερα μέχρι τώρα πως είναι. Αρνούμαι να σταματήσω να κυκλοφορώ. Βρίσκω γελοία την ανακοίνωση της Αστυνομίας ένα μήνα πριν προς τις γυναίκες. Να σταματήσουμε λέει να κυκλοφορούμε μετά τις 9 το βράδυ γιατί αυξήθηκε η εγκληματικότητα. Ουδέν σχόλιο!

Θα ήθελα να μην είχε απαξιωθεί το κέντρο της Αθήνας απ' την Πολιτεία. Stop. Οι μετανάστες ήρθαν πολύ αργότερα...

Οι ανθρώπινες ζωές μια δεκάρα.


Στη μνήμη του Μανώλη που έφυγε άδικα γιατί τολμούσε να μένει στο κέντρο.

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Αθλοπαιδιές



Ένα απ' τα πράγματα που ζηλεύω πάντα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό είναι τα ωραία πάρκα που σου επιτρέπουν να δραπετεύσεις έστω και λίγο απ' τη βοή της πόλης, ν' ακούσεις πουλάκια να κελαηδάνε, να περπατήσεις, να αθληθείς, να βγάλεις βόλτα το μωρό σου ή ν' αφήσεις άφοβα τα παιδιά σου να παίζουν χωρίς να φοβάσαι ότι θα τα πατήσει αυτοκίνητο. Ύπάρχουν κάτι τεράστια καταπράσινα πάρκα που προσφέρονται για να περάσεις από μία ως περισσότερες ώρες χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύεις λεφτά. Μπορείς να κάθεσαι στο γκαζόν και να ρεμβάζεις ή σ' ένα παγκάκι να διαβάζεις το βιβλίο σου ή να τρως το σάντουιτς σου.
Τώρα με την οικονομική κρίση, τέτοια μέρη θα ήταν μικρές οάσεις στην βρώμικη, γεμάτη καυσαέριο και πανάκριβη Αθήνα. Αλλά, ως γνωστόν, όταν "φτιαχνόταν" αυτή η πόλη, κανείς δεν είχε τη διορατικότητα να την προβάλλει στο μέλλον. Επιπλέον, κανείς φαίνεται δεν θεωρούσε τα πάρκα ιδιαιτέρως απαραίτητα σε αντίθεση με τους παιδότοπους. Δεν σας έχει κάνει εντύπωση που σε μια χώρα με καλό καιρό 8 μήνες τον χρόνο, οι κλειστοί και ανθυγιεινοί παιδότοποι είναι περισσότεροι απ' ό, τι σε πιο κρύες χώρες της Ευρώπης;

Για να μην μακρηγορώ, πριν από λίγες ώρες βρέθηκα στο Άλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι. Πέραν του ότι είναι ένα όμορφο, μεγάλο πάρκο, φιλικό προς τους επισκέπτες, με κολυμβητήριο, γήπεδα ποδοσφαίρου και τέννις, μ' εντυπωσίασε το νέο υπαίθριο γυμναστήριο του. Εκεί, μπορεί κανείς να κάνει ποδήλατο, ασκήσεις για τα χέρια ή τα πόδια σαν να βρισκόταν σε κανονικό γυμναστήριο και χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει. Είδα - και πολύ το χάρηκα- ανθρώπους περασμένης ηλικίας να χρησιμοποιούν τα διάφορα όργανα. Μια γυμνάστρια βρισκόταν εκεί κοντά για να βοηθήσει όσους την χρειαζόντουσαν.



Δεν είμαι ιδιαίτερα αθλητικός τύπος, όμως στέκομαι ιδιαίτερα σ' αυτό που προσφέρεται στους ανθρώπους που επισκέπτονται το πάρκο γιατί στην εποχή μας σπανίζει.
Δεν ξέρω πώς έγινε το Πεδίο του Άρεως που για χρόνια ολόκληρα αφέθηκε στην απόλυτη παρακμή. Έμαθα ότι το έφτιαξαν. Μακάρι! Θέλω να το φαντάζομαι όμορφο όπως υπάρχει στις μνήμες της παιδικής μου ηλικίας.
Δεν ξέρω αν φτιαχτεί ποτέ με τη λογική λειτουργικού πάρκου ο Εθνικός Κήπος. Θα έπρεπε! Το οικοδομικό χαλίκι που έχουν στρώσει τα τελευταία χρόνια είναι και αντιαισθητικό και αφιλόξενο για μικρά παιδιά που τρέχουν ή για μεγάλους που θέλουν ν' απολαύσουν έναν περίπατο.
Δεν ξέρω αν γίνει ποτέ το Μητροπολιτικό Πάρκο που εξαγγέλθηκε πριν χρόνια στη θέση του παλιού αεροδρομίου που ακόμα χάσκει σαν φάντασμα όταν διασχίζεις την Ποσειδώνος. Δεν το πιστεύω! Απ' ό, τι ξέρω μάλλον για συγκροτήματα πολυκατοικιών και μαγαζιών προορίζεται ο χώρος.
Σήμερα όμως, χάρηκα που είδα ένα τόσο όμορφο πάρκο να σέβεται τους επισκέπτες του κι εκείνοι να χαίρονται να το απολαμβάνουν. Είναι η εξαίρεση. Οι εξαιρέσεις κάνουν όμως τη διαφορά!

Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες βιαστικά απ' το κινητό μου (δεν ήθελα να νομίζουν οι άνθρωποι ότι τους φωτογράφιζα παραβιάζοντας την ιδιωτικότητα τους) και δεν αποδίδουν ίσως αρκετά όσα γράφω.