Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2011

In der schönen Berlin!


Κανονικά, δεν θα έπρεπε να έχω διάθεση να γράψω ένα ταξειδιωτικό ποστ. Μέσα στη γενικότερη μαυρίλα, μπορεί ένα ταξείδι ν' ακούγεται προκλητικό για όσους δύσκολα καταφέρνουν να βγάλουν τον μήνα(και είναι δυστυχώς αρκετοί). Απ' την άλλη, δεν έχουν απομείνει και πολλά πράγματα που μπορούν πραγματικά να μας κάνουν να δραπετεύουμε απ' την καθημερινότητα μας. Ένα ταξείδι είναι αναζωογονητικό, ψυχαγωγικό, είναι δυνατόν να μην στοιχίσει μια μικρή περιουσία κι επιπλέον δύναται ν' αποτελέσει ένα μικρό μάθημα. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα λοιπόν και με έμφαση στο διδακτικό κομμάτι που αποκόμισα, αποφάσισα να μοιραστώ εδώ τις εντυπώσεις μου απ' το πρόσφατο ταξειδάκι μας στο Βερολίνο.



Καταρχήν, οι Γερμανοί δεν μας μισούν. Όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο λόγω του γερμανικού περιοδικού με την περιβόητη φωτογραφία ή των δανεισμών, πλανώνται πλάνην οικτρά, είναι οι ίδιοι εμπαθείς, με άγνοια και συμπλεγματικοί και δεν μπορούν να διαχωρίσουν ότι άλλο πράγμα οι πολιτικοί κι άλλο οι απλοί άνθρωποι. Ας μην γενικεύουμε λοιπόν γιατί ως γνωστόν η γενίκευση αποτελεί μήτρα του φασισμού.

Απ' το αεροπλάνο ήδη, η γερμανίδα αεροσυνοδός ήταν ό, τι πιο ευγενικό και χαρούμενο έχω δει σε συναδέλφους της εδώ και χρόνια. Με ρώτησε μάλιστα πώς λένε στα ελληνικά το καλή όρεξη. Ο δε ξενοδόχος, είχε φτιάξει λεπτομερές πλάνο του πώς να φτάσω και το είχε δώσει στον αγαπημένο μου που ήταν στο Βερολίνο δυο μέρες πριν από μένα. Κι αν ισχυριστεί κάποιος ότι αυτοί είναι ευγενείς εξ επαγγέλματος, τότε πάω παρακάτω. Δυο κύριοι μέσης ηλικίας, περίμεναν με τα ποδήλατα τους στην αποβάθρα του S-Bahn. Με είδαν που έβγαλα τον χάρτη και προθυμοποιήθηκαν μόνοι τους να ρωτήσουν αν θέλω βοήθεια. Ο ένας σηκώθηκε μάλιστα απ' τη θέση του στη διάρκεια της διαδρομής να σιγουρέψει ότι κατάλαβα, λέγοντας μου ότι η στάση μου είναι η επόμενη.



Στο κομψότατο εστιατόριο Gugelhof στο Prenzlauer Berg, ο μπάρμαν μας έφερε ψωμάκι με αρωματικό ντιπ για συνοδευτικό στα ποτά μας (κι αυτό είναι κάτι που δεν συνηθίζεται όπως εδώ με τα πατατάκια ή τα ξηροκάρπια) κι αργότερα που καθίσαμε για φαγητό, ο αρχισερβιτόρος ή ιδιοκτήτης (δεν κατάλαβα τι ήταν), όταν ρώτησε από πού είμαστε, είπε πόσο πολύ λυπάται γι' αυτά που περνάει η χώρα μας κι ότι ελπίζει γρήγορα να συνέλθουμε. Και δεν ήταν δήθεν ευγενικός, γιατί παρόλο που πνιγόντουσαν στη δουλειά, κάθισε και μας μίλαγε κανά πεντάλεπτο, τονίζοντας πόσο δύσκολα είναι πια τα πράγματα διεθνώς.






Το Βερολίνο είναι φτηνή πρωτεύουσα όχι μόνο σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές, αλλά και σκανδαλωδώς φτηνότερη από την Ελλάδα σε είδη πρώτης ανάγκης. Ο Γερμανός αγοράζει γάλα με 0,99€ και βούτυρο με 0,79€. Τσεκάρετε τώρα τις αποδείξεις που μας έχουν βάλει και μαζεύουμε να δείτε τι πληρώνουμε εμείς γι' αυτά.

Οι συγκοινωνίες έρχονται στην ώρα τους και είναι εξαιρετικά βολικές. Βέβαια, ο προαστιακός τους S-Bahn λειτουργεί απ' το 1882 και το μετρό U-bahn απ' το 1902...


Ο οδηγός του λεωφορείου απ' το αεροδρόμιο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό ήταν απόλυτα επαγγελματίας και άκουγε μουσική σε διακριτική ένταση. Ο αντίστοιχος συνάδελφος του στο εξπρές από Καλλιθέα προς αεροδρόμιο, μίλαγε στο κινητό μία ολόκληρη ώρα κι όχι χαμηλόφωνα. Μουσική ευτυχώς δεν άκουγε αφού μίλαγε στο τηλέφωνο. Μου έχει τύχη όμως άλλη φορά αυτό και θυμάμαι ότι η ένταση δεν ήταν καθόλου χαμηλή.


Υπάρχει τέλεια οργάνωση στα εισιτήρια και τις κάρτες απεριορίστων διαδρομών καθώς και στο museum pass. Εντάξει, δεν έχω επισκεφθεί την Αθήνα ως τουρίστας, αλλά ξέρω ότι το αντίστοιχο εδώ δεν υπάρχει κι ότι το μόνο ενιαίο εισιτήριο είναι αυτό που επιτρέπει είσοδο σε Ακρόπολη, Αρχαία και Ρωμαϊκή αγορά. Εύχομαι να υπάρχουν κι άλλα κι απλώς να τα αγνοώ.




Κυκλοφορούν παντού ποδήλατα (οκ, είναι επίπεδη πόλη και δεν κουράζεσαι συν του ότι δεν έχει και καύσωνα το καλοκαίρι), αλλά όλοι σέβονται τους ποδηλάτες και τους πεζούς. Στην επιστροφή μας στην Αθήνα, απ' τη στάση του λεωφορείου προς το σπίτι μας που είναι πολύ σύντομη η διαδρομή, σέρναμε τις βαλίτσες μετ΄εμποδίων λόγω των σπασμένων πεζοδρομίων και μια "κυρία" ήθελε οπωσδήποτε να μας πατήσει γιατί δεν ελάττωσε καθόλου ταχύτητα παρόλο που μας έβλεπε να διασχίζουμε τον δρόμο κι ας είχαμε και πράσινο...






Στον ακάλυπτο χώρο των πολυκατοικιών υπήρχαν κάδοι απορριμάτων καθώς και κάδοι ανακύκλωσης. Δεν χρειάζεται να ζαλώνεσαι σαν το γαϊδούρι τις παλιές ή χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές ή τα πλαστικά και τα γυάλινα μέχρι να βρεις πού θα τα πετάξεις και ούτε βέβαια έχεις την αμφιβολία ότι εσύ μεν προσπαθείς, αλλά το κράτος όλα στην ίδια χωματερή τα πετάει...



Το κόστος των ξενοδοχείων είναι επίσης φτηνότερο από δω. Νοικιάσαμε ένα δυάρι διαμέρισμα (στο Βερολίνο έχεις κι αυτήν την επιλογή και η τιμή είναι ανάλογη ενός ξενοδοχείου), ήταν πεντακάθαρο, σε ήσυχη γειτονιά, χωρίς τους περιορισμούς ενός συμβατικού ξενοδοχείου όσον αφορά στις ώρες του πρωινού και ό, τι είχαμε δει στο ίντερνετ, αυτό ήταν. Όλοι έχουμε ζήσει την αντίστροφη εμπειρία με τα δωμάτια στα νησιά και μάλιστα σε πολύ υψηλότερες τιμές. Αξίζει να σας πω, ότι εκ των υστέρων βρήκαμε μια διεύθυνση στο ίντερνετ ειδικά για διαμερίσματα και μάλιστα φτηνότερα απ' ό, τι πληρώσαμε εμείς. Και φαίνονται όλα κουκλίστικα!



Δεν προσπαθώ να εξωραϊσω την κατάσταση. Περιγράφω αυτά που είδα κι έζησα . Και σκουπίδια είδαμε πεταμένα σε κάποια σημεία και θόρυβο από κανά συο αυτοκίνητα που έτερχαν ιλιγγιωδώς και αρνητικές συμπεριφορές. Στις μεγαλουπόλεις, υπάρχουν απ' όλα. Απλώς, σε άλλες είναι οι εξαιρέσεις κι όχι ο κανόνας.









Κατά τ' άλλα, στις 4 μέρες που περάσαμε στη γερμανική πρωτεύουσα, περιπλανηθήκαμε ως γνήσιοι τουρίστες στα βασικά αξιοθέατα (πύλη Βραδεμβούργου, Κοινοβούλιο, καθεδρικός ναός, κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός, κτίρια του Πανεπιστημίου, Όπερα, κόκκινο Δημαρχείο, Alexander Platz, Potsdamer Platz, περπατήσαμε την unter den Linden, ήπιαμε cafe latte στο ωραίο cafe Einstein, συγκινηθήκαμε με το Μουσείο της Περγάμου, τα βαβυλωνιακά εκθέματα, την πύλη της Ιστάρ, τις αιγυπτιακές μούμιες και θαυμάσαμε τη διαχρονική ομορφιά της Νεφερτίτης στο Neues Museum. Απορήσαμε για το πώς μεταφέρθηκαν τόσο ογκώδη κλοπιμαία από μακρινές χώρες, εντυπωσιαστήκαμε με το Εβραϊκό μουσείο, αλλά εμένα προσωπικά το εσωτερικό του μου κάνει λίγο προπαγανδιστικό και δεν με αφορά (περί ορέξεως...)





Είδαμε τις πιο φτωχικές γειτονιές στο Kreuzberg, το Check point Charlie, υπολείμματα του παλιού τείχους. Υποψιαστήκαμε από φωτογραφίες τη ζωή στη διχοτομημένη πόλη.





Χαρήκαμε πράσινο και φύση και μια υπέροχη βόλτα στους μαγευτικούς κήπους του Charlotembourg μέχρι το Belvedere.











Μας άρεσαν πολύ το Nicolaiviertel (μια μικρή γειτονιά στις όχθες του Spree και σχεδόν πίσω απ' το κόκκινο δημαρχείο.


Κάποια απ' τα παλιότερα σπίτια της πόλης βρισκόντουσαν εδώ μέχρι την παντελή καταστροφή τους στον πόλεμο. Η περιοχή έχει ξαναφτιαχτεί, ελάχιστα σπίτια έχουν αναστυλωθεί και όλα τα υπόλοιπα είναι ακριβείς αντιγραφές των παλιών ιστορικών κατοικιών) και η Prenzlaouer Berg που ήταν εργατική περιοχή άλλοτε και σήμερα είναι απ' τα χάι σημεία της πόλης, με ανακαινισμένες κατοικίες του 19ου αιώνα, μικρά μπιστρό και μπυραρίες και σικάτα μαγαζιά ρούχων και διακοσμητικών αποπνέοντας έναν σχεδόν παριζιάνικο αέρα και βέβαια εγώ για γνωστούς λόγους προσκύνησα και το Berline Ensemble του Μπρεχτ







Το Σάββατο το πρωί πήραμε το τρένο για το πανέμορφο Πότσδαμ που απέχει μόλις 26χλμ απ' το Βερολίνο και είναι η πρωτεύουσα του Βραδεμβούργου. Νοικιάσαμε ποδήλατα και γνωρίσαμε την πόλη γερμανικώ τω τρόπω κάνοντας μια μεγάλη διαδρομή ως το ανάκτορο του Sanssouci -το όνομα δανεικό απ' τα γαλλικά σημαίνει χωρίς έγνοιες- και σε τέτοιο παράδεισο γιατί να είχε έγνοιες ο Φρειδερίκος; -που είναι πραγματικά τεράστιο με πολλά επιμέρους κτίσματα και παβιγιόν. Χαζέψαμε τα όμορφα ξύλινα ρώσικα σπιτάκια της Alexandrowka, φάγαμε ωραιότατα σάντουιτς (οι γερμανοί έχουν νοστιμότατα ψωμιά) στον κεντρικό πεζόδρομο με τα μικρά μαγαζάκια και τις πολλές υπάιθριες αγορές, ξεδιψάσαμε με Apfelscorle (χυμός μήλου με ανθρακούχο νερό) και το βράδυ αποτίσαμε φόρο τιμής στους Ρώσους και φάγαμε στο ρώσικο pasternak στην Prenzlauer Berg που επειδή μας άρεσε πολύ την επισκεφθήκαμε-όπως ήδη καταλάβατε- δυο βράδυα στη σειρά!











Bottom line: Μας άρεσε και θα ξαναπάμε!



Δευτέρα, Μαΐου 30, 2011

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

Κλεμμένα όνειρα

Θυμάμαι μια παλιά ελληνική ταινία- μαύρη μελούρα κατά τ' άλλα- αλλά με μια κατάληξη πολύ ποιητική κατά τη γνώμη μου. Ο τίτλος της "Χαμένα όνειρα". Η υπόθεση αφορά σε δυο νεόυς που δουλεύουν σε κάποιο γραφείο προσωρινά. Η κοπέλα ετοιμάζεται να παντρευτεί και να σταματήσει τη δουλειά (έτσι γινόταν στη δεκαετία του '60). Ο άνδρας ονειρεύεται να περάσει σε εξετάσεις στρατιωτικής σχολής (κρατάω μια επιφύλαξη - δεν είμαι σίγουρη ότι θυμάμαι καλά, αλλά τελικά δεν έχει και σημασία...) και να φύγει απ' τον βαρετό κόσμο του γραφείου. Κατά τη διάρκεια της ταινίας, τούς συμβαίνουν ένα σωρό αναποδιές που ματαιώνουν συνέχεια τα όνειρα τους μέχρι που αυτά καταλήγουν ν' αναβληθούν δια παντός. Στην τελευταία σκηνή, οι δυο τους με πιο γκρίζα μαλλιά και πιο κουρασμένα βλέμματα, αποδέχονται την ήττα τους και χορεύουν ένα βαλς στο σκοτεινό και καταθλιπτικό γραφείο. Ο ηλικιωμένος συνάδελφος με τις μανσέτες στα μανίκια, έχει πια αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Τηρουμένων των αναλογιών, τη θυμήθηκα τώρα γιατί με παραπέμπει στη σημερινή κατάσταση. Τα δικά μας όνειρα είναι επίσης χαμένα, αλλά κυρίως είναι κλεμμένα κι αυτό είναι ακόμα πιο δραματικό. Ο καθένας από μας βλέπει τις επιπτώσεις της κρίσης στον μικρόκοσμο του. Ο Γ έχει μείνει άνεργος δυο φορές τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι 46 χρονών, παντρεμένος με παιδί. Η γυναίκα του, έμεινε κι αυτή άνεργη πέρυσι και για λίγους μήνες ζούσαν δυο άνεργοι με μικρό παιδί περιμένοντας απ' τον ΟΑΕΔ. Η μόνη προσφορά εργασίας που έχει σήμερα είναι η νυχτερινή βάρδια σε περίπτερο της Ομόνοιας 6 μέρες την εβδομάδα προς 800 ευρώ το μήνα... Ο Χ δουλεύει απ' τα 17 του. Είναι σήμερα 67 κι εδώ και 16 μήνες περιμένει τη σύνταξη του. Και θα περιμένει ακόμα. Ταυτόχρονα, το ενοίκιο του σπιτιού του κι άλλοι λογαρισμοί τρέχουν... Η Ε κι ο Γ δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν με δύο παιδιά αν δεν τους βοηθούσαν οι γονείς τους. Το δάνειο για το σπίτι τους τρέχει κι ο Γ με πτυχίο ανώτατης σχολής και μακρά προϋπηρεσία σε πολυεθνική, βρήκε δουλειά ξανά πριν λίγους μήνες μετά από δυο αποτυχημένες επιχειρηματικές προσπάθειες. Η Φ ήρθε απ' το εξωτερικό πριν από έναν χρόνο και βρήκε δουλειά πρόσφατα και βέβαια όχι πάνω στο αντικείμενο της. Δεν είναι ακόμα ούτε 30χρ. και σ' αυτές τις ηλικίες πρέπει να' χεις το δικαίωμα να μην σταματάς να ελπίζεις και να ονειρεύεσαι. Γίνεται; Η Γ κι ο Χ προσπαθούν να κάνουν παιδί. Πρέπει να πληρώσουν αδρά γι' αυτό- ως γνωστόν οι εξωσωματικές κοστίζουν-. Αν τα καταφέρουν, σε τι κόσμο θα μεγαλώσει αυτό το παιδί; Ο μπ. είναι μόλις 3 μηνών. Έχει αρχίσει κι αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, βγάζει κραυγές και πιάνει αντικείμενα. Είναι εμφανές ότι θέλει να επικοινωνήσει. Νιώθει άραγε το άγχος, την κούραση και τη μαυρίλα του περίγυρου; Πόσο τραυματικό είναι να ξεκινάς τη ζωή σου χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα μια αχτίδα καλύτερων ημερών; Κάποιοι αποφάσισαν ήδη να μεταναστεύσουν. Άλλοι που δυο τρία χρόνια πριν πίνανε νερό στο όνομα της Ελλάδας και δεν ήθελαν ν' ακούσουν γι' άλλη χώρα, έφυγαν ήδη και δεν μετανιώνουν πια γι' αυτό.
Κάθε μέρα που ξυπνάω αισθάνομαι όλο και πιο βαριά από πλευράς διάθεσης. Παρατηρώ κάποιους συναδέλφους που παλιά γκρίνιαζαν ή ζήταγαν συνεχώς αυξήσεις. Δεν ακούγεται πια τίποτα. Στον αέρα πλανάται μια αόρατη αλλά ισχυρή αίσθηση ευγνωμοσύνης για το ότι υπάρχει ακόμα δουλειά. Στο γραφείο έρχονται δεκάδες βιογραφικά από πέρυσι. Νέοι που θέλουν απεγνωσμένα από κάπου να ξεκινήσουν, σαραντάρηδες και άνω που δεν μπορούν ακόμα να παροπλιστούν κι έχουν ανάγκη. Οι άστεγοι αυξάνονται, στο κέντρο της Αθήνας επικρατεί ο φόνος κι ο φόβος, οι μετανάστες μας απειλούν και τους απειλούμε, η πολυκατοικία εξοπλίζεται με σίδερα παντού σαν φυλακή, η Ε θέλει να πουλήσει το διαμέρισμα της στην άλλοτε σικ Πλατεία Αμερικής γιατί όλο και κάποιον θα ξανασκοτώσουν μπροστά στα μάτια της 20χρονης κόρης της, όλο και κάποιος θα πλησιάσει ρωτώντας αν θέλουν κανά ναρκωτικάκι σε τιμή ευκαιρίας. Ποιος θ' αγοράσει σήμερα αυτό το διαμέρισμα; Μια γυναίκα στέκεται σχεδόν καθημερινά στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας. Δεν ζητιανεύει. Δεν δείχνει να τα έχει χαμένα. Δείχνει καθαρή και περιποιημένη. Δεν έχει πού να πάει;
Αναζητώ την ταυτότητα αυτής της πόλης, αλλά ακόμα περισσότερο αναζητώ την ταυτότητα αυτού του λαού κι αυτής της χώρας. Ποιοι είμαστε; Πώς σκεφτόμαστε; με τι πνευματικό υπόβαθρο και ποια καλλιέργεια ψηφίζουμε, καταναλώνουμε, ανακυκλώνουμε τα σκουπίδια μας, οδηγούμε, συμπεροφερόμαστε, βλέπουμε τηλεόραση; Πόσο έτοιμοι ή για πάντα ανέτοιμοι τελικά;

Η Α κι ο Γ έκαναν όνειρα για τη ζωή τους πριν από δυο χρόνια. Ο Γ είναι στα τελευταία του σ' ένα κρεβάτι νοσοκομείου σήμερα. Η Α, επίσης άρρωστη στο πρόσφατο παρελθόν και τόσο αξιοπρεπής που αποτελεί μάθημα για όλους όσοι τη γνωρίζουν, στέκεται ακοίμητος φρουρός στις λίγες μέρες που τους απομένουν ως ζευγάρι.
Αυτοί δεν θα χορέψουν δυστυχώς ένα βαλσάκι σαν βάλσαμο ψυχής στην τελευταία σκηνή της κοινής ζωής τους...

Τρίτη, Μαΐου 17, 2011

Νύχτα Μουσείων 2011


Το περασμένο Σάββατο ήταν η Νύχτα των Μουσείων, θεσμός που έχει ξεκινήσει απ' τη Γαλλία το 2005 και γιορτάζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο κάθε 15 του Μάη.
Κάθε χρόνο συμμετέχουν όλο και περισσότερα μουσεία, ανοίγοντας τις πόρτες τους στο κοινό μέχρι τα μεσάνυχτα. Πλήθος εκδηλώσεων εντός του μουσείου συνοδεύει συνήθως τις μόνιμες εκθέσεις, ενώ παράλληλα λειτουργούν και εκπαιδευτικά εργαστήρια για παιδιά.
Το θεάμα του κόσμου σε δύο απ' τα μουσεία που επισκέφθηκα ήταν αισιόδοξο σαν μήνυμα. Υπάρχει κοινό που έχει ενδιαφέρον για τα μουσεία και μάλιστα σε μια βραδυά που θα μπορούσαν να κάτσουν σπίτι και να δούνε Eurovision. Επιπλέον, η ελεύθερη είσοδος στις δύσκολες οικονομικά εποχές που διανύουμε αποτελεί σίγουρα ισχυρό κίνητρο. Σε μια μέρα μπορεί κανείς να επ[ισκεφθεί δύο ή και τρία μουσεία και να πιει και δωρεάν ποτό αφού συνήθως υπάρχουν χορηγοί που προσφέρουν κρασί, μπύρα ή κάποιο κοκτέιλ.

Ως αρνητικό της διοργάνωσης έχω να καταλογήσω την έλλειψη πληροφόρησης προς το κοινό. Δεν βρήκα ούτε ένα σάιτ που να έχει συνολικές πληροφορίες για τα μουσεία που συμμετείχαν στη βραδυά. Το μόνο διαθέσιμο στοιχείο ήταν σκόρπιες πληροφορίες για τα μουσεία που είχαν προγραμματίσει κάποια εκδήλωση. Εναλλακτικά, μπορούσε κανείς να επισκεφθεί χωριστά το σάιτ κάθε μουσείου και ν' αντλήσει από κει τη σχετική πληροφορία ή να μάθει κάτι μέσω φίλου ή γνωστού.
Είδαμε, μας άρεσαν και προτείνω:

Την έκθεση "Η απαγορευμένη πόλη του Jiang Guofang" στο Μουσείο Θεοχαράκη.
Πρόκειται για μα σειρά πινάκων με θέμα την Απαγορευμένη πόλη στο Πεκίνο που φιλοτέχνησε ο ακαδημαϊκός Guofang, ένας απ' τους γνωστότερους Κινέζους καλλιτέχνες. Οι πίνακες συνδυάζουν διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα: ρεαλισμό, συμβολισμό, ιμπρεσιονισμό, καθώς ο καλλιτέχνης ήθελε έτσι ν' αποτίσει φόρο τιμής στην ευρωπαϊκή ζωγραφική των περασμένων αιώνων. Κατά κύριο λόγο απεικονίζονται πρόσωπα: αυτοκρατορικές παλλακίδες, παιδιά, πολεμιστές, αυτοκράτειρες με τόσο έντονα φωτογραφικό τρόπο που κοιτώντας τους θαρρείς ότι πρόκειται για φωτογραφίες. Έντονα νοσταλγική ατμόσφαιρα για την αυτοκρατορική Κίνα άλλων εποχών, είναι μια έκθεση που συστήνω ανεπιφύλακτα
Μουσείο Θεοχαράκη, μέχρι τις 19/6


"The Last Grand Tour, Σύγχρονοι Περιηγητές στην Ελλάδα" είναι η έκθεση που είδαμε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.
Πρόκειται για μια σειρά καλλιτεχνών που ταξίδεψαν στην Ελλάδα τα τελευταία εξήντα χρόνια, έζησαν για λίγο εδώ κι εμπνεύστηκαν καλλιτεχνικά. Τα έργα τους αντικατοπτρίζουν διαφορετικά πολιτιστικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά, θυμίζοντας κομμάτια μιας πραγματικότητας που έχει πια απωλεσθεί ή αλλοιωθεί και διατηρούν μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ταυτότητα.
Ιδιαίτερο κομμάτι μια σύνθεση με ευρήματα από τη Σύμη(οστά ζώων, αποσαθρώματα, όστρακα, σκουπίδια...)
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, μέχρι τις 10/10

Φόκους τώρα στην Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων που είναι στις 18 του μήνα.



Παρασκευή, Μαΐου 13, 2011

Η πόλη που έχασα.

Μεγάλωσα μέχρι τα 7 μου χρόνια στη Μιχαήλ Βόδα, στο κέντρο της Αθήνας. Τα απογεύματα μας πήγαιναν βόλτα στον Άγιο Παντελεήμονα ή στο Πεδίο του Άρεως. Πήγα 1η Δημοτικού σ'ένα νεοκλασικό στην Αλκαμένους που τώρα στέκει έρημο κι εγκαταλειμμένο. Δεν έχω παρά λίγες μνήμες- εικόνες από' κεινα τα πρώτα χρόνια. Όχι βέβαια μνήμες αξιολόγησης του περιβάλλοντος χώρου, ωστόσο εικόνες μιας αστικής ζωής χωρίς φόβο.
Το νηπιαγωγείο μου ήταν στην Γ΄Σεπτεμβρίου (κι αυτό το κτίριο υπάρχει ακόμα αλλά όχι ως νηπιαγωγείο), η μαμά ψώνιζε γλυκά απ' το Περφέκτ της Πλατείας Βικτωρίας, μου αγόραζε βιβλία και κουζινικά για τις κούκλες απ' τον Πριζουνικ Μαρινόπουλο της Πλατείας Βικτωρίας επίσης. Οι καλές μπουτίκ ήταν στην Πατησίων και οι μοδάτες καφετέριες των σχολικών χρόνων στη Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί φάγαμε και το πρώτο μας χάμπουργκερ όταν άνοιξαν τα Goodys. Από Πλατεία Κολιάτσου ως Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν τα σινεμά που συχνάζαμε και το ρουφ γκάρντεν στο Μινιόν ήταν η σπουδαία ανακάλυψη προς τα τέλη της δεκαετίας του'80.
Χρόνια αργότερα κατέβαινα για φροντιστήριο στην Κάνιγγος- όπως άλλωστε και η πλειονότητα των παιδιών της γενιάς μου. Το λεωφορείο είχε τέρμα στη Βερανζέρου απέναντι απ'το ζαχαροπλαστείο Λαύριο.
Τη δεκαετία του '90 πέρασα αρκετά λεπτά αναμονής στη στάση λεωφορείου της Πλατείας Βικτωρίας. Η σχολή μου ήταν στα Εξάρχεια κοντά στη Λ. Αλεξάνδρας και συχνά-πυκνά πίναμε καφέδες σε όλη την ευρύτερη γειτονιά.
Μπορώ να αναφέρω κι άλλα ονόματα και περιοχές. Όλα δυστυχώς είναι μέσα στις αναμνήσεις απ' τον περασμένο αιώνα. Η πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα είναι πια η σκιά του εαυτού της. Οι γειτονιές μου άλλαξαν φυσιογνωμία. Ασχήμυναν, αλλοιώθηκαν, ρήμαξαν, έγιναν πεδία μάχης και τάφοι ανθρώπινων ψυχών.

Όχι, δεν είναι οι μετανάστες το μόνο πρόβλημα. Εμείς, οι ντόπιοι κι αυτοί, οι ξένοι είμαστε οι κότες που κάνουν τα χρυσά αυγά(δείτε το "Biutiful" και θα καταλάβετε).
Όταν η πόλη κοιμάται, δυστυχισμένες ψυχές εκδίδονται ή γίνονται θύματα εκμετάλλευσης παλεύοντας να επιβιώσουν κι έχοντας συνήθως ξεφύγει από άλλες μεγαλύτερες απειλές και δυστυχίες.

Όταν η πόλη κοιμάται, ο φόβος γίνεται θεριό και μεγαλώνει κι απ' τις δύο όχθες. Η κυριούλα που βρίζει τον μαυρούλη που δεν της έχει κάνει τίποτα λέγοντας τον αλήτη φοβάται το ίδιο με τον μαυρούλη που δέχεται τα βέλη της.

Δεν θέλω να φοβάμαι. Δεν ήξερα μέχρι τώρα πως είναι. Αρνούμαι να σταματήσω να κυκλοφορώ. Βρίσκω γελοία την ανακοίνωση της Αστυνομίας ένα μήνα πριν προς τις γυναίκες. Να σταματήσουμε λέει να κυκλοφορούμε μετά τις 9 το βράδυ γιατί αυξήθηκε η εγκληματικότητα. Ουδέν σχόλιο!

Θα ήθελα να μην είχε απαξιωθεί το κέντρο της Αθήνας απ' την Πολιτεία. Stop. Οι μετανάστες ήρθαν πολύ αργότερα...

Οι ανθρώπινες ζωές μια δεκάρα.


Στη μνήμη του Μανώλη που έφυγε άδικα γιατί τολμούσε να μένει στο κέντρο.

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Αθλοπαιδιές



Ένα απ' τα πράγματα που ζηλεύω πάντα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό είναι τα ωραία πάρκα που σου επιτρέπουν να δραπετεύσεις έστω και λίγο απ' τη βοή της πόλης, ν' ακούσεις πουλάκια να κελαηδάνε, να περπατήσεις, να αθληθείς, να βγάλεις βόλτα το μωρό σου ή ν' αφήσεις άφοβα τα παιδιά σου να παίζουν χωρίς να φοβάσαι ότι θα τα πατήσει αυτοκίνητο. Ύπάρχουν κάτι τεράστια καταπράσινα πάρκα που προσφέρονται για να περάσεις από μία ως περισσότερες ώρες χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύεις λεφτά. Μπορείς να κάθεσαι στο γκαζόν και να ρεμβάζεις ή σ' ένα παγκάκι να διαβάζεις το βιβλίο σου ή να τρως το σάντουιτς σου.
Τώρα με την οικονομική κρίση, τέτοια μέρη θα ήταν μικρές οάσεις στην βρώμικη, γεμάτη καυσαέριο και πανάκριβη Αθήνα. Αλλά, ως γνωστόν, όταν "φτιαχνόταν" αυτή η πόλη, κανείς δεν είχε τη διορατικότητα να την προβάλλει στο μέλλον. Επιπλέον, κανείς φαίνεται δεν θεωρούσε τα πάρκα ιδιαιτέρως απαραίτητα σε αντίθεση με τους παιδότοπους. Δεν σας έχει κάνει εντύπωση που σε μια χώρα με καλό καιρό 8 μήνες τον χρόνο, οι κλειστοί και ανθυγιεινοί παιδότοποι είναι περισσότεροι απ' ό, τι σε πιο κρύες χώρες της Ευρώπης;

Για να μην μακρηγορώ, πριν από λίγες ώρες βρέθηκα στο Άλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι. Πέραν του ότι είναι ένα όμορφο, μεγάλο πάρκο, φιλικό προς τους επισκέπτες, με κολυμβητήριο, γήπεδα ποδοσφαίρου και τέννις, μ' εντυπωσίασε το νέο υπαίθριο γυμναστήριο του. Εκεί, μπορεί κανείς να κάνει ποδήλατο, ασκήσεις για τα χέρια ή τα πόδια σαν να βρισκόταν σε κανονικό γυμναστήριο και χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει. Είδα - και πολύ το χάρηκα- ανθρώπους περασμένης ηλικίας να χρησιμοποιούν τα διάφορα όργανα. Μια γυμνάστρια βρισκόταν εκεί κοντά για να βοηθήσει όσους την χρειαζόντουσαν.



Δεν είμαι ιδιαίτερα αθλητικός τύπος, όμως στέκομαι ιδιαίτερα σ' αυτό που προσφέρεται στους ανθρώπους που επισκέπτονται το πάρκο γιατί στην εποχή μας σπανίζει.
Δεν ξέρω πώς έγινε το Πεδίο του Άρεως που για χρόνια ολόκληρα αφέθηκε στην απόλυτη παρακμή. Έμαθα ότι το έφτιαξαν. Μακάρι! Θέλω να το φαντάζομαι όμορφο όπως υπάρχει στις μνήμες της παιδικής μου ηλικίας.
Δεν ξέρω αν φτιαχτεί ποτέ με τη λογική λειτουργικού πάρκου ο Εθνικός Κήπος. Θα έπρεπε! Το οικοδομικό χαλίκι που έχουν στρώσει τα τελευταία χρόνια είναι και αντιαισθητικό και αφιλόξενο για μικρά παιδιά που τρέχουν ή για μεγάλους που θέλουν ν' απολαύσουν έναν περίπατο.
Δεν ξέρω αν γίνει ποτέ το Μητροπολιτικό Πάρκο που εξαγγέλθηκε πριν χρόνια στη θέση του παλιού αεροδρομίου που ακόμα χάσκει σαν φάντασμα όταν διασχίζεις την Ποσειδώνος. Δεν το πιστεύω! Απ' ό, τι ξέρω μάλλον για συγκροτήματα πολυκατοικιών και μαγαζιών προορίζεται ο χώρος.
Σήμερα όμως, χάρηκα που είδα ένα τόσο όμορφο πάρκο να σέβεται τους επισκέπτες του κι εκείνοι να χαίρονται να το απολαμβάνουν. Είναι η εξαίρεση. Οι εξαιρέσεις κάνουν όμως τη διαφορά!

Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες βιαστικά απ' το κινητό μου (δεν ήθελα να νομίζουν οι άνθρωποι ότι τους φωτογράφιζα παραβιάζοντας την ιδιωτικότητα τους) και δεν αποδίδουν ίσως αρκετά όσα γράφω.

Πέμπτη, Μαρτίου 31, 2011

Aux châteaux de la Loire, enfin!

Τα κάστρα του Λίγηρα ήταν όνειρο παλαιόθεν. Άκουγα γι’ αυτά κι έφτιαχνα παραμύθια στο μυαλό μου. Ένα απρόσμενο τηλεφώνημα μας έδωσε την ευκαιρία γι’ αυτό το τετραήμερο ταξειδάκι αναψυχής στην περιοχή της Touraine et voilà: Χοντρικά, τα κάστρα του Λίγηρα απλώνονται σε μια μεγάλη κοιλάδα εκατέρωθεν των δύο πλευρών του ποταμού Λίγηρα ανάμεσα σε Orleans και Tours. Αν και η πρόσβαση τόσο στην Tours (αεροπλάνο ή τρένο απ’ το Παρίσι) όσο και στην Ορλεάνη (τρένο) είναι πανεύκολη, μπορεί κανείς να πάει αεροπορικώς ως το Παρίσι και μετά οδικώς στον προορισμό του. Αυτή ήταν και η δική μας περίπτωση και μάλιστα δεν το μετανιώσαμε καθόλου αφού η οδήγηση απ’ το Παρίσι είναι σχεδόν 2,5 ώρες και σε εξαιρετικό δρόμο. Το πρώτο απόγευμα χαρήκαμε μια υπέροχη βόλτα στην Amboise πέριξ του επιβλητικού παλατιού του François 1er. Η πόλη που άλλοτε ήταν βασιλική κατοικία, διατηρεί μέρος της παλιάς της αίγλης προσαρμοσμένη στη σημερινή εποχή, έχει στενά δρομάκια, πεζόδρομους, χαριτωμένα σπίτια, γραφικά εστιατόρια και μεταξύ άλλων και το σπίτι που έζησε ο Leonardo da Vinci. Ο καλλιτέχνης υπήρξε άλλωστε φίλος και ευνοούμενος του François 1er. Το περίφημο Clos Lucé στο οποίο έζησε αρκετά χρόνια ως το τέλος της ζωής του, είναι σήμερα μουσείο για το κοινό. Βρίσκεται στην κάτω πλευρά της πόλης μέσα σε μια τεράστια έκταση με γρασίδι, λουλούδια, τεχνητές λίμνες και γεφύρια. Πέρα απ’ τα δωμάτια στα οποία περιηγείται ο επισκέπτης, υπάρχει ένας μεγάλος χώρος με τις εφευρέσεις του. Εκεί, βλέπει και θαυμάζει κανείς πώς αποτυπώθηκε το πολύπλευρο ταλέντο κι η ιδιοφυία του στο χαρτί και δίπλα την σημερινή υλοποίηση σε μικρή ή κανονική κλίμακα αυτών των εφευρέσεων. Στους κήπους υπάρχουν επίσης σε μεγάλη κλίμακα κάποιες απ’ αυτές. Παράλληλα, λειτουργεί και μια εποχιακή έκθεση με μελέτες του Leonardo da Vinci πάνω στα σημαντικότερα έργα του αλλά και με τους τελευταίους πίνακες που ζωγράφισε. Η πιο γνωστή ηρωίδα του Λίγηρα είναι αναμφίβολα η Jean d’ Arc. Ωστόσο, η ευρύτερη περιοχή της Touraine με έρωτες, ίντριγκες, πάθη και πολιτικές σκοπιμότητες έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη γαλλική ιστορία κατά τις περιόδους του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης και αποτυπώνεται στα περίφημα βασιλικά μέγαρα που αποτελούν πόλο έλξης τουριστών ανά τον κόσμο. Συνολικά, είναι καταγεγραμμένα περί τα 800 κάστρα στην περιοχή. Δεν είναι βέβαια όλα επισκέψιμα κι ούτε αξίζουν όλα τον κόπο να τα δεις. Ανάμεσα στα πιο must όμως σύμφωνα με τους ταξειδιωτικούς οδηγούς αλλά και τον ευγενέστατο οικοδεσπότη μας, είναι τα παρακάτω:
Προς τη μεριά της Ορλεάνης
Château de Chenonceau: πρόκειται για ένα πανέμορφο κάστρο, γνωστό και ως κάστρο των κυριών, αφού καταρχήν κατοίκησαν εκεί γυναίκες και μάλιστα αρχικά ήταν δώρο του François 1er προς την ερωμένη του Diane de Poitiers. Σήμερα, αποτελεί ιδιωτικό μέγαρο και είναι μια εξαιρετικά επικερδής επιχείρηση. Λέγεται μάλιστα ότι δέχεται τους περισσότερους επισκέπτες μετά τις Βερσαλλίες! Το Chenonceaux χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο για τους τραυματίες του A’ παγκοσμίου πολέμου, ενώ στον Β’ παγκόσμιο αποτέλεσε άσυλο για τους χωρικούς αφού η νότια πλευρά του είχε άμεση πρόσβαση στην ουδέτερη ζώνη, ενώ η είσοδος του αποτελούσε κατακτημένη περιοχή. Άξια λόγου: το πολύ καλά διατηρημένο εσωτερικό του κάστρου, η έμφαση στις λεπτομέρειες, τα τεράστια πανέρια με φρέσκα λουλούδια σε όλες τις γωνιές που έδιναν μια ιδιαίτερα ζεστή και φιλόξενη αίσθηση. Château de Chambord: είναι το μεγαλύτερο κι επιβλητικότερο κάστρο της κοιλάδας του Λίγηρα. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του François I, κατά την κυνηγετική περίοδο. Η αρχιτεκτονική σύλληψη αποδίδεται στον Domenico de Cortona ενώ πιστεύεται ότι σημαντική ήταν και η συνεισφορά του Γάλλου αναγεννησιακού αρχιτέκτονα Philbert Delorme. Τέλος, δεν είναι λίγοι κι αυτοί που ισχυρίζονται ότι τα αρχικά σχέδια ανήκουν στον Leonardo da Vinci. Δίνει περισσότερο αφιλόξενη αίσθηση – το είδαμε αμέσως μετά το Chenonceaux- και μας φάνηκε πιο βαρύ κι ογκώδες. Θα το χαρακτήριζα γοτθικό αλλά όχι με την αρχιτεκτονική έννοια του όρου. Δείτε το στη φωτογραφία, κάντε αφαίρεση της ηλιόλουστης μέρας και φανταστείστε το με βροχή και σκοτάδι. Σπούκι ε; Château de Chaumont: χτισμένο στην κορυφή ενός βράχου με πανοραμική θέα προς το ποτάμι. Η αρχική του μορφή τον 10ο αιώνα ήταν ένα οχυρό που σκοπό είχε να προστατεύει τους κατοίκους του Blois από επιδρομές. Το κάστρο χτίστηκε και τελειοποιήθηκε κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Σ’ αυτό κατοίκησε μεταξύ άλλων και η Αικατερίνη των Μεδίκων. Το 1840 ανακηρύχθηκε πολιτιστικό μνημείο απ’ το γαλλικό υπουργείο πολιτισμού, ενώ έναν αιώνα αργότερα και συγκεκριμένα το 1938 πέρασε στην ιδιοκτησία του γαλλικού κράτους. Κάθε χρόνο απ’ τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο φιλοξενεί ένα φεστιβάλ κηπουρικής όπου σχεδιαστές κήπων παρουσιάζουν τη δουλειά τους στους Αγγλικού στυλ κήπους του. Δυστυχώς, όταν φτάσαμε ήταν κλειστό κι έτσι απλώς το θαυμάσαμε από μακριά, περπατώντας κατά μήκος του ποταμού στο γραφικό χωριουδάκι που βρίσκεται στους πρόποδες του κάστρου και χαζέψαμε τις βάρκες και κάποιους ντόπιους που έκαναν ιππασία.
Προς τη μεριά της Tours
Château d’ Azay- le- Rideau: αναγεννησιακού τύπου κάστρο του 16ου αιώνα, εκλεπτυσμένο και κομψό που νομίζεις ότι ξεπήδησε από κάποιο παραμύθι. Αρχικά ήταν το σπίτι του Gilles de Berthelot, ενός πλούσιου χρηματιστή του François I. Σήμερα, υστερεί κάπως στο εσωτερικό του. Υπάρχουν δυο-τρία επιπλωμένα δωμάτια, στη μία πτέρυγα, αρκετές άδειες αίθουσες και μια ενδιαφέρουσα πτέρυγα μεταγενέστερων εποχών, απ’ τον 19ο αιώνα ως και τη δεκαετία του 1940. Ωστόσο, αξίζει να το επισκεφτεί κανείς για τη ρομαντική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθώς και για τον υπέροχο κήπο του. Το χωριό επίσης στο οποίο βρίσκεται προσφέρεται για έναν περίπατο.
Château de Villandry: χρονολογείται απ’ το 1536 και χτίστηκε από τον Jean le Breton, έναν απ’ τους υπουργούς οικονομικών του François 1er. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα υπήρχε παλιότερο οχυρό του 12ου αιώνα απ’ το οποίο σώζονται κάποια θεμέλια στην νοτιοδυτική γωνία του κάστρου. Παρέμεινε στην ίδια οικογένεια μέχρι το 1754 όπου και αγοράστηκε απ’ τον μαρκήσιο του Castellan, πρέσβη του Louis XV. Το εσωτερικό του αναδιαμορφώθηκε πλήρως σύμφωνα με την αισθητική του 18ου αιώνα. Το 1906 αγοράστηκε απ’ τον Ισπανό γιατρό Joachim Carvallo, ο οποίος εγκατέλειψε τη λαμπρή σταδιοδρομία του (εργαζόταν με τον καθηγητή Charles Richet, Nobel ιατρικής το 1913) για ν’ αφοσιωθεί αποκλειστικά στο Villandry. Σ’ αυτόν οφείλεται η δημιουργία των επιβλητικών- αναγεννησιακού ρυθμού- κήπων που θαυμάζει ο σύγχρονος επισκέπτης. Το Villandry ήταν και το μοναδικό κάστρο απ’ όσα επισκεφθήκαμε που είχες τη δυνατότητα ν’ αγοράσεις εισιτήριο μόνο για την πρόσβαση στους κήπους.
Οι γύρω πόλεις
Η πόλη του Blois προσφέρεται για έναν πολύ ωραίο περίπατο κι αποτελεί πραγματικό στολίδι έτσι όπως προβάλλει χτισμένη στις όχθες του Λίγηρα και υψωμένη προς τους λόφους. Γραφικά χαριτωμένα δρομάκια, ένας επιβλητικός καθεδρικός, το αναγεννησιακού ρυθμού κάστρο και το άγαλμα της Ιωάννας της Λωραίνης προσφερόμενο στο γαλλικό κράτος από έναν αμερικανό πολίτη, συνθέτουν το σκηνικό. Αφήνω για το τέλος την Tours που δεν μπορεί να εξαντληθεί βέβαια σε μια μέρα, αλλά λίγες ώρες αρκούν για να περπατήσει κάποιος την παλιά της πόλη με τα μεσαιωνικά σπίτια ολόγυρα στην πολύ όμορφη πλατεία Plumereau. Αν μ’ εντυπωσίασε για κάτι η Tours είναι γιατί δεν μου έδωσε την αίσθηση του πολύ τουριστικού μέρους με την κακή έννοια. Ο καιρός ήταν εξαιρετικός κι έβλεπε κανείς πολύ νεαρόκοσμο ν’ απολαμβάνει τον καφέ του ή το γεύμα του στα μικρά μαγαζάκια της πλατείας, χωρίς την έγνοια να σε γδάρουν οικονομικά (όπως π.χ αν ήσουν στο Σύνταγμα), αλλά ούτε και να «μπουκώσεις» απ’ τα πολλά μαγαζιά με σουβενίρ. Αφήσαμε απέξω την Orleans και την Angers λόγω έλλειψης χρόνου αλλά και ως κίνητρο για να ξαναπάμε… Tips του ταξειδιού:

Το γουστόζικο manoir de vaumore που βρήκαμε τυχαία μέσω ίντερνετ και σοφά εμπιστευτήκαμε το ένστικτο μας να το κλείσουμε Το ηλικιωμένο ζευγάρι των ξενοδόχων. Πολύ φιλόξενοι, εξαιρετικά περιποιητικοί ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες (πχ να μας αφήνουν ανοιχτά τα φώτα για να βλέπουμε όταν γυρνάμε το βράδυ), οργανωτικοί, αεικίνητοι, καλλιεργημένοι και πολυταξιδεμένοι.


Η Epicerie στην Amboise για φαγητό γαστρονομικής λογικής, σπιτικής εκτέλεσης και λογικών προς τα πάνω τιμών.


H Cave aux crois vertes (troglodyte) μέσα σε σπηλιά, κάτι σαν κοσμική ταβέρνα της περιοχής, αλλά στο σικ γαλλικό.


Το καλησπέρα αλά ελληνικά του κυρίου που έβγαζε τα εισιτήρια στο Villandry και το γεια σου του αντίστοιχου κυρίου στο Clos Luce. Εντάξει, είναι τουριστικό σήμα κατατεθέν θα βιαστεί να πει κάποιος, αλλά άλλο πράγμα να το ακούς στη Βιέννη έξω απ’ τον Άγιο Στέφανο κι άλλο σε μια γαλλική επαρχία που οι Έλληνες δεν πολυσυχνάζουν


Την κυρία στο πωλητήριο του Clos Luce που μου χάρισε 2 καρτ ποστάλ απ' τα δωμάτια του da Vinci που δεν ήταν επισκέψιμα λόγω επισκευών. Αυτό για να μην ξανακούσω ότι οι Γάλλοι δεν είναι ευγενικοί. Υπάρχουν παντού ευγενείς κι αγενείς άνθρωποι, αυτό εννοείται!


Το γκρουπ Ελλήνων στο Blois που μας πέρασε για καθηγητές και μας κοίταζε σαν αξιοπερίεργα όντα που ταξιδεύουν μόνα και χωρίς ξεναγό.


Τις διαδρομές με ή χωρίς αυτοκίνητο κατά μήκος του Λίγηρα Θέλουμε πολύ να ξαναπάμε!

Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2011

Καλώς ήρθες!


Θέλω να γράψω κάτι για σένα που αύριο συμπληρώνεις 3 εβδομάδες ζωής και δεν ξέρω τι.

Είσαι ακόμη μικρούλης και φέρεις όλη αυτή την αθωότητα που έχουν οι άνθρωποι τον πρώτο καιρό της ζωής τους.

Ξέρεις τι σκέφτηκα όταν γύρισα σπίτι μου τη μέρα που γεννήθηκες κι αφού σε είχα δει για λίγο να κοιμάσαι γαλήνιος στο "πυρεξάκι" σου στο μαιευτήριο; ότι όλοι κάποτε ήταν έτσι. Οι καλύτεροι κι οι χειρότεροι. Οι προνομιούχοι κι οι άτυχοι της ζωής. Αυτοί που φοβόμαστε κι αυτοί που μας φοβούνται. Αυτοί που μένουν σε παλάτια κι αυτοί που κοιμούνται σε χαρτόκουτα στους δρόμους των πόλεων.
Χτες έμαθα ότι τρεις άστεγοι πάγωσαν στο Θησείο. Κάποτε ήταν τόσο μικροί όσο είσαι εσύ σήμερα...

Αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι το πιο αισόδοξο και χαρούμενο ποστ που θα μπορούσα να γράψω για σένα. Είναι όμως η αλήθεια για τη ζωή σήμερα, για τον κόσμο που ζει έξω απ' το προστατευμένο περιβάλλον στο οποίο εσύ μεγαλώνεις. Κάτι άλλωστε πρέπει να πήρε τ' αυτί σου απ' τη βοή αυτού του κόσμου όσο ήσουν στην κοιλιά της μαμάς σου. Δεν έδωσες μάλλον σημασία γιατί ήσουν απασχολημένος με το να μεγαλώνεις.

Καλά έκανες. Μην δώσεις ούτε τώρα. Να εστιάσεις στον ύπνο και στο γάλα σου προς το παρόν. Να μεγαλώσεις, να είσαι γερός και να προσπαθήσεις να βάλεις κι εσύ ένα λιθαράκι για να γίνει καλύτερος ο κόσμος που θα ζεις. Δεν ξέρω αν τα καταφέρεις (μεταξύ μας, δεν ξέρω αν αυτό είναι καν εφικτό), εσύ όμως να προσπαθήσεις. Χρειάζονται πολλοί για να διατηρήσουν ζωντανή την ελπίδα.

Να χαμογελάς συχνά, να είσαι ευτυχισμένος και να ζήσεις μια ζωή χωρίς απωθημένα.

Καλώς ήρθες!

εξαιρετικά αφιερωμένο στον ανιψιό μου.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011

On air!




Μεγάλωσα ακούγοντας πολύ ραδιόφωνο παράλληλα με την τηλεόραση που εκείνα τα χρόνια έπαιζε μετά τις 5 το απόγευμα, ήταν ασπρόμαυρη και δεν είχε τηλεκοντρόλ.

Το ραδιόφωνο ήταν αγαπημένο αντικείμενο στο σπίτι μας. Υπήρχε σταθερά πάνω στο ψυγείο ένα τρανζιστοράκι για ν' ακούγεται μουσική τα απογεύματα που γύρναγε η μαμά απ' τη δουλειά της και τα Σαββατοκύριακα. 'Ηταν αυτό το ίδιο τρανζιστοράκι που τις Κυριακές τα μεσημέρια χωνόταν στο διπλό κρεββάτι των γονιών μου γιατί ο μπαμπάς άκουγε αθλητικά.

Εκεί γύρω στα 12 πρέπει να ήμουνα όταν ξεκίνησα να το χρησιμοποιώ κι εγώ. Πρώτα, κάτι Κυριακές που άκουγα Μιχάλη Τσαουσόπουλο και 2, 67. Έπειτα, κάτι πρωινά (στο γυμνάσιο, είχαμε εναλλάξ μάθημα πρωί και απόγευμα) που ήμουνα σπίτι κι άκουγα σε επαναλήψεις θεατρικά έργα ή ραδιοφωνικές σαπουνόπερες.

Κι έπειτα ήρθε η εφηβεία μαζί με την έγχρωμη τηλεόραση μοιρασμένη σε δύο κανάλια όπως και η ελεύθερη ραδιοφωνία με πλήθος επιλογών. Την θυμάμαι καλά αυτήν την εποχή, το έζησα πολύ κοντά το ραδιόφωνο τα επόμενα χρόνια, στα πρώτα χρόνια της δεκεατίας του '90.

Εκτός απ' το τρανζιστοράκι, υπήρχε πια κανονικό στερεοφωνικό συγκρότημα στο σπίτι. Ακόμα και κασέτα μπορούσες να γράψεις απ' το ραδιόφωνο - προσφιλή συνήθεια της εποχής- αρκεί να πρόσεχες να πατάς το pause όταν μίλαγε ο παραγωγός.

Είχα φιλίες με αρκετούς γνωστούς μουσικούς παραγωγούς εκείνων των χρόνων, βρέθηκα πολλάκις σε στούντιο, μαγευόμουν αλλά και "τρόμαζα" απ' την κονσόλα με δεκάδες κουμπιά, λάτρεψα την αίσθηση της απουσίας εικόνας ανάμεσα σε πομπό και δέκτη. Είναι σαν ερωτικό παιχνίδι που λειτουργεί καλά όταν μπορείς να διαγείρεις τη φαντασία του άλλου.

Έχω ακούσει κι εξακολουθώ πολύ ραδιόφωνο στη μέχρι τώρα ζωή μου. Υπήρξε μια μικρή περίοδος που ήθελα να δουλέψω εκεί. Το έκανα σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές και με διαφορετικό τρόπο. Μια φορά στα χρόνια του ΄90 και μια πιο πρόσφατα.

Προτιμώ κατά κύριο λόγο την ξένη μουσική. Δεν σνομπάρω τα ελληνικά, δυστυχώς όμως οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που εξειδικεύονται σ' αυτά, προτιμούν τα σουξεδάκια των μπουζουξίδικων κι αυτά με αφήνουν παγερά αδιάφορη.

Έχω διάφορα κωλύμματα με ραδιοφωνικούς σταθμούς- κυρίως για λόγους συνήθειας. Το τι ακούω πχ το πρωί είναι καθαρά τέτοιο θέμα, αφού πάει παρέα με όλο το πρωινό τελετουργικό του χτυπάει ξυπνητήρι, δυσανασχετώ για το πρωινό ξύπνημα, ανοίγω ραδιόφωνο, στύβω πορτοκαλάδα, φτιάχνω καφέ και τον πίνω στα όρθια ενώ ετοιμάζομαι για τη δουλειά.΄

Ένα πράγμα που μπορεί να μου τη "σπάσει"΄είναι ο μουσικός παραγωγός. Θυμάμαι παλιότερα, μια γενιά παραγωγών που ήξεραν καλά από μουσική, ήταν ψαγμένοι και διαμόρφωναν αισθητική. Δυστυχώς,τα τελευταία χρόνια, κάποιοι δεν έχουν καμία αίσθηση ορίου. Μιλάνε πολύ, γελάνε με τα δικά τους "κρύα" αστεία και μ' αυτόν τον τρόπο υπονομεύουν τις μουσικές που παίζουν και την ίδια τους την εκπομπή, αφού με μια μικρή κίνηση, αλλάζεις συχνότητα και τους περνάς στη σιωπή.

Αυτό σε συνδυασμό με το κριτήριο που έχω διαμορφώσει όλα αυτά τα χρόνια με οδηγούν στο να κολλάω για μεγάλα χρονικά διαστήματα μ' έναν σταθμό και να ξεκολλάω όταν παύει να μ' ευχαριστεί.

Αφορμή για τον τεράστιο πρόλογο μου, είναι ο Προκόπης Δούκας τον οποίο ακούω τους τελευταίους μήνες απ' τη συχνότητα του Kosmos. Ο Προκόπης είναι η αιτία για να μην αλλάζω συχνότητα τ' απογεύματα, 18:00 - 20:00.

Ξέρω ότι δεν του χρειάζεται διαφήμιση, αλλά νιώθω την ανάγκη να του πω ευχαριστώ γιατί μιλάει σωστά ελληνικά, έχει μέτρο και ισορροπία ανάμεσα στον λόγο και τη μουσική, είναι καλλιεργημένος και ξέρει από μουσικές.

Ο Προκόπης φέρει άρωμα πολιτισμού κι αισθητικής στα ραδιοφωνικά κύματα. Για όσους θέλουν επιπλέον και να τον διαβάζουν, ιδού και το μπλογκ του.


Αφιερωμένο στις ωραίες φωνές που με μάγεψαν τον περασμένο αιώνα...

Κυριακή, Ιανουαρίου 30, 2011

"Biutiful" με i

Με αφορμή το "Biutiful" που είδα σήμερα το απόγευμα, νιώθω ότι πρέπει οπωσδήποτε να γράψω κάτι γι' αυτόν τον ταλαντούχο Μεξικανό σκηνοθέτη που με έχει καταπλήξει.
O Alejandro González Iñárritu είναι πραγματική αποκάλυψη. Είχε προηγηθεί η τριλογία του Death Trilogy με τις ταινίες "Amores perros", "21 grams", Babel" γυρισμένες όλες ανά τρία χρόνια ξεκινώντας απ' το 2000. Τις είδα και τις τρεις πολύ αργότερα απ' την πρώτη τους προβολή, σε dvd στο σπίτι και μάλιστα με ανακατεμένη κι όχι χρονολογική σειρά. Ξεκίνησα θυμάμαι απ' τη "Babel" και κατέληξα στο "21 grams" και κάθε φορά δεν μπορούσα να μην θαυμάσω τη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη, την τόσο πρωτότυπη κινηματογραφική του γραφή, αυτό το καινούργιο που έφερε με τις ταινίες του, χωρίς να θυμίζει σε τίποτα εύκολες αμερικανιές, χωρίς συνταγές επιτυχίας, χωρίς ωραιοποιήσεις και ψέματα.

Ο κινηματογραφικός κόσμος του Iñárritu είναι καθημερινοί άνθρωποι, αλλά και χαρακτήρες λούμπεν. Οι εικόνες του είναι γεμάτες απ' αυτές τις ανθρώπινες ατέλειες, βρώμικα δωμάτια, μισοπεταμένα φαγητά, αίμα, βία, φτώχεια. Το μεγαλείο του είναι μια ατέλειωτη ποίηση μέσα απ' όλα αυτά.

Το "Biutiful" δεν έχει την αποσπασματικότητα των προηγούμενων ταινιών του. Εδώ, ένας πατέρας μαθαίνει ότι έχει μόνο 2 μήνες ζωής και προσπαθεί να συμμαζέψει τις εκκρεμότητες και το χάος που τον περιβάλλει, ενώ ταυτόχρονα αγωνιά για την τύχη των 2 ανήλικων παιδιών του μετά τον θάνατό του.
Ο Iñárritu κατηγορήθηκε για ακραίο μελοδραματισμό σ' αυτήν την ταινία. Καμία σχέση. Το "Biutiful" είναι μια σκληρή ταινία. Μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο σε διάφορες περιπτώσεις. Δεν είναι μόνο ο προσωπικός αγώνας αυτού του άντρα λίγο πριν εγκαταλείψει τον κόσμο. Είναι παράλληλα ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση όλων αυτών των λαών που μεταναστεύουν στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις για μια καλύτερη τύχη. Η ιστορία εκδικείται. Οι άλλοτε καταπιεσμένοι ζητούν μια θέση στην Ευρώπη που κάποτε έκανε αποικίες και καταδυνάστευε και τώρα βασανίζεται και παρακμάζει. Μια στρατιά Κινέζων που δουλεύει καθημερινά κατασκευάζοντας τσάντες μαϊμούδες και παράνομα cd, ζει σαν τα ζώα σε μια αποθήκη. Άντρες, γυναίκες, μωρά, ξυπνάνε καθημερινά στις 6:30 και ξεκινάνε τη γραμμή παραγωγής λαθραίου εμπορεύματος. Είναι αυτό το ίδιο προϊόν που οι Σενεγαλέζοι θα πουλήσουν στα πεζοδρόμια παρέα με λίγα ναρκωτικά και με το μάτι πάντα ανοιχτό να μαζέψουν μπόγο το σεντόνι και να τρέξουν μακριά στη θέα του πρώτου περιπολικού.

Ο φακός του Iñárritu καταγράφει με ωμότητα μια καθόλου τουριστική όψη της Βαρκελώνης. Είναι σαν να βλέπουμε λίγο Ομόνοια, Αχαρνών, Κυψέλη. "Μα πώς ζούνε αυτοί οι άνθρωποι" αναρωτιέσαι βλέποντας την ταινία. "Πόση αθλιότητα υπάρχει, πόση δυστυχία". Όση και στη χώρα μας και σε κάθε χώρα αν μπορούσαμε να δούμε πίσω απ' τούς τοίχους και τα πρόσωπα.
Το "Biutiful"δεν είναι μελοδραματικό, κάθε άλλο. Είναι μια απόλυτα ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας του 21ου αιώνα που μακράν απέχει απ' το να είναι beautiful.
Η αρχή και το τέλος της ταινίας είναι απ' τις ποιητικότερες εικόνες που έχω δει ποτέ στο σινεμά.
O Javier Bardem κάνει συγκλονιστική ερμηνεία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011

"Στην ταράτσα"

Αυτός ο πίνακας μου αρέσει πολύ! Τον έχω δει δυο φορές στην πινακοθήκη, μία στην έκθεση "LE GOÛT À LA GRECQUE - ΟΤΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΓΙΝΕ ΜΟΔΑ" και μία στην τρέχουσα έκθεση "Παρίσι 1900, Αρ Νουβώ και Μοντερνισμός. Θησαυροί από το Petit Palais".
Ο τίτλος του είναι: "Στην ταράτσα" και φιλοτεχνήθηκε το 1897 απ' τον Ιάκωβο Ρίζο. Ανήκει στις μόνιμες συλλογές της Πινακοθήκης ως δωρεά απ' τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
Βρήκα στην τσέπη μου προχτές ένα εισιτήριο απ' την Πινακοθήκη που στην πίσω όψη του έχει φωτογραφία τον πίνακα. Το ξαναχάζεψα.
Νομίζω ότι αυτό που μου αρέσει κοιτώντας τον είναι η γαλήνη κι η ηρεμία που αποπνέει και συγχρόνως μια νοσταλγία αισθητικής του περιβάλλοντος χώρου αλλά και των μικρών λεπτομερειών.
Έτσι λοιπόν αποφασίζω να υποδεχτώ τον καινούργιο χρόνο: με μια ελπίδα αισθητικής που τόσο λείπει απ' την καθημερινότητα μας και τόσο ευθύνεται η απουσία της για την παρουσία άλλων δεινών.
Πατώντας εδώ μπορείτε να τον απολαύσετε σε λίγο καλύτερη κατάσταση απ' ότι στη φωτογραφία που έβαλα και που είναι λίγο τσακισμένη.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

Γιαγιά Αννίκα

Το 2010 είναι η τελευταία χρονιά που σε είχε. Εσένα που ήσουν πάντα εκεί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι τελευταίοι 5 μήνες από τότε που έφυγες, είναι περίεργοι, άδειοι, δεν σε έχουν. Κοιτάζω τα κλειδιά του σπιτιού σου κλεισμένα σ' ένα μικρό πορτοφολάκι μέσα στην τσάντα μου. Δεν θα τα ξαναχρησιμοποιήσω ποτέ. Ένα χαρτάκι είναι ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο μου με τη σημείωση που άφηνα στον γείτονα απέναντι να χτυπήσει το κουδούνι σου αν τον ενοχλεί το αυτοκίνητο μου που του έκλεινε το πάρκιν όταν δεν έβρισκα αλλού να παρκάρω. Δεν θα χρειαστεί ξανά.
Φέτος στις 9 του Δεκέμβρη είχα έναν άνθρωπο λιγότερο να πάρω τηλέφωνο και να ευχηθώ Χρόνια Πολλά. Έφυγες. Έτσι απλά. Και φεύγοντας, πήρες μαζί σου εκείνο το κομμάτι μου που σ' αγαπούσε. Εντάξει, το ξέρω, εξακολουθώ να έχω συναισθήματα για σένα, αλλά είναι πια συναισθήματα μνήμης. Δεν μπορώ να σ' ακούσω, δεν μπορώ να σου τηλεφωνήσω, δεν μπορώ να σου αγγίξω το χέρι.
Ευτυχώς έχω ένα σωρό μνήμες από σένα. Πράγματα παιδικά αλλά και πιο μεγάλα. Να, για παράδειγμα, την περασμένη βδομάδα που ψώνιζα για το χριστουγενιάτικο τραπέζι, μόλις κράτησα στο χέρι μου ένα ρόδι σε θυμήθηκα. Σου έφερνε ρόδια η κυρία Παναγιώτα απ' την πατρίδα της την Ερμιόνη κι εσύ μας τα καθάριζες και μας έδινες τα κόκκινα μπαλάκια τους με ζάχαρη σε μπωλ. Μετά, άδειαζα τις σακκούλες απ' το σούπερ μάρκετ κι έβγαλα τα μπισκότα Μιράντα που είχες πάντα κι έτρωγες με τον καφέ σου και με κέρναγες κι εμένα τα Σάββατα που ερχόμουν να σε δω, πάντα γύρω στις 12 το μεσημέρι. "Δεν θες λίγη ζάχαρη" με ρώταγες; "έτσι θα τον πιεις; δηλητήριο;" Κι εγώ γέλαγα και προσπαθούσα να σου εξηγήσω ότι δεν το κάνω λόγω δίαιτας, αλλά λόγω γεύσης. Κι ύστερα, στενοχωριόσουνα που δεν σε κράταγαν πολύ πια τα πόδια σου και δεν μπορούσες να μου μαγειρέψεις. Δεν σε παρηγορούσε που τόσα μας είχες προσφέρει μια ολόκληρη ζωή και που στο λέγαμε, ήθελες να κάνεις κι άλλα.
Ήσουν η πιο αφοσιωμένη γιαγιά που ξέρω κι αν μ' ακούς από κει που είσαι, αν νιώθεις πόσο μου λείπεις, ξέρεις ότι εννοώ κάθε λέξη που γράφω εδώ κι άλλες τόσες που δεν χρειάζεται να τις γράψω, που μετουσιώθηκαν σε χάδια, αγγίγματα και βλέμματα όσο ήσουν μαζί μας και δάκρυα όταν εκείνο το ζεστό πρωινό του Ιούλη έφυγες.
Όταν ήμουν μωρό, ηρεμούσα μόνο στην αγκαλιά σου, έτσι μου είχες διηγηθεί κι έτσι έλεγαν όλοι. Όταν νοσηλεύτηκα μικρό παιδάκι στο Παίδων, κοιμόσουνα μέρα νύχτα δίπλα μου. Νόμιζα ότι ήμουνα στο σπίτι της γιαγιάς κι όχι στο νοσοκομείο. Όταν πήγαινα σχολείο μου είχες ήδη μάθει την προπαίδεια από πιο πριν, σαν ποίημα κι έτσι την ήξερα. Μας τραγούδαγες, μας έλεγες ποίηματα, παραμύθια, ιστορίες αληθινές κι άλλες βγαλμένες απ' τη φαντασία. Όταν έβαφες κόκκινα αυγά τη Μεγάλη Βδομάδα, μας έδινες ένα πανάκι με λάδι να τα γυαλίζουμε για να νιώθουμε κι εμείς ότι συμμετέχουμε. Όταν έφτιαχνες χαλβά, μας έβαζες μικρές δόσεις σε φορμάκια κι έτσι είχαμε κι εμείς τον δικό μας ανεξάρτητα απ' τον μεγάλο που κρύωνε σκεπασμένος κάτω απ' την πετσέτα της κουζίνας. Όταν λέγαμε τα κάλαντα, ξεκινάγαμε απ' το σπίτι σου γιατί μας έδινες τα πιο πολλά, διακόσιες δραχμές που για την εποχή ήταν σπουδαίο ποσό κι έτσι κάναμε καλό σεφτέ.
Όταν αρρώσταινα, ερχόσουνα κι έστυβες ακούρσατα πορτοκαλάδες, έβραζες κοτόπουλο να πιω τη σούπα και μου' δινες αυγό μελάτο ν' ανοίξει η φωνή μου. Εκμεταλλευόμουνα την αδυναμία που ήξερα ότι μου είχες και σου παράγγελνα στα κρυφά απ' τη μαμά μου που φώναζε να μου φέρεις Μανίνα και Κατερίνα. Και τα έφερνες! Και κάτι Σάββατα βράδυ ερχόμουνα και τα πέρναγα σπίτι σου. Ήμουνα γύρω στα 13 τότε. Βλέπαμε μαζί ελληνική ταινία και μετά εσύ πήγαινες για ύπνο κι εγώ πέρναγα τη φάση μου με τις δρακουλιάρικες ταινίες. Το τι Κρίστοφερ Λι είχα δει τότε, δεν λέγεται! Το πρωί μου έφτιαχνες ψημένο χωμί με φέτα κι όταν έφευγα μου έδινες πάντα ένα εικοσάρικο για να πάρω την Πάττυ. Δεκαπέντε δραχμές έκανε και μου έμεναν και για τσίχλες.
Δεν σ' αγαπούσα όμως μόνο για τις υλικές παροχές. Εντάξει, όταν είσαι παιδί, θες να σου κάνουν τα χατήρια κι έλκεσαι κυρίως απ' αυτούς που σου τα κάνουν. Μεγαλώνοντας όμως, ξεδιπλώθηκε μπροστά μου όλη σου η αφοσίωση σε όλους κι όχι μόνο σε μένα. Στα τρία σου παιδιά, στα έξι σου εγγόνια. Πώς να ξεχάσω ότι ήρθες σπίτι και με περιποήθηκες όταν επέστρεψα από διακοπές το καλοκαίρι του ΄90; Μου έπλυνες μάλιστα και τα ρούχα γιατί θα ξανάφευγα μετά από λίγες μέρες. Μπορούσες να κάνεις το κορόϊδο τότε, ολόκληρη κοπέλα ήμουν. Δεν το' κανες. Ήσουν απόλυτα πιστή. '
Επειτα, ξέρεις κάτι άλλο; Σε θαύμαζα! Έκανες την επανάσταση σου σε νεαρή ηλικία και σ' ένα συντηρητικό περιβάλλον. Έφυγες απ' το χωριό σου για τη μεγάλη πόλη, παντρεύτηκες αυτόν που ερωτεύτηκες και τον ακολούθησες. Τον αγαπούσες πολύ. Πάντα μας μίλαγες γι' αυτόν τον παππού που λίγο είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε. Συντηρούσες όμως τη μνήμη του. Δεν μπορούσες να χωνέψεις το ότι τον έχασες έτσι γρήγορα. Μόνο πριν δυο τρία χρόνια θυμάμαι τον είδες στον ύπνο σου και δεν χάρηκες καθόλου. Φοβήθηκες ότι ήταν σημάδι για σένα. Δεν ήθελες ακόμα.
Καλή μου γιαγιάκα, δεν είναι τυχαίο που πρώτα σε σένα ανακοίνωσα δυο σημαντικά γεγονότα στη ζωή μου, την είσοδο στο Πανεπιστήμιο και τον γάμο μου. Αυτό το δεύτερο μάλιστα ήρθε κάπως αργά για σένα που ξέρω ότι το περίμενες χρόνια νωρίτερα και που πάντα μ' εκνεύριζες όταν μου ευχόσουν σε γιορτές και γενέθλια "Άντε και του χρόνου σπίτι σου". Χάρηκες τόσο όταν το έμαθες. Κολακεύτηκες που το είπα πρώτα σε σένα και μετά στη μαμά μου. Χαμογέλασες και μου είπες: "Καλά ήσουνα κι έτσι, αλλά εγώ είμαι του παλιού καιρού και σε προτιμώ παντρεμένη". "Θέλω να ζήσω τώρα", είπες. "Σ' ευχαριστώ γιατί μου έδωσες ζωή". Δεν έζησες. Μόνο ένα μήνα μετά τον γάμο. Πρόλαβες κι είδες φωτογραφίες τουλάχιστον...
Ξέρω ότι χάρηκες που έβλεπες ότι είμαι καλά. Δυστυχώς, τον τελευταίο καιρό είχες καταπέσει πολύ. Ανακουφιζόσουνα πια περισσότερο στο κρεββάτι. Έχανες σιγά- σιγά το ενδιαφέρον σου για τα εγκόσμια. Είχες σταματήσεις να διαβάζεις, τα χέρια σου δεν σε βοηθούσανε πια για βελονάκι, ακόμα και το περιοδικό για την τηλεόραση που αγόραζες, σε βάραινε. Η τηλεόραση δεν σου κινούσε πια το ενδιαφέρον και οι πολλές κουβέντες σε ζάλιζαν. Κάποια βράδυα ήσουν ξάγρυπνη και συνομιλούσες με τους γονείς σου. Είχες αρχίσει το ταξείδι σου. Τίποτα δεν θα σε σταματούσε.
Δεν κράτησες την υπόσχεση σου να με περιμένεις. Την τελευταία φορά που σε είδα σε αποχαιρέτησα γιατί έφευγα για διακοπές. Ήσουν ήδη αδύναμη. Τα νέα με βρήκαν στο νησί και με γύρισαν πίσω. Τα λουλούδια που αγόρασα ήταν πια γι' αυτό το τελευταίο ταξείδι.
Από τότε ξέρεις, προσπαθώ να κρατάω όλες τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Άναψα κεράκι για σένα τον δεκαπενταύγουστο που ήμουνα στη Σίφνο. Ήρθα στο σπίτι που κατοικείς τώρα και θα ξανάρθω. Δεν νιώθω βέβαια άνετα εκεί, αλλά θα ξανάρθω.

Έχω στο σπίτι τη βαλιτσούλα σου, ένα δίσκο σερβιρίσματος, κάτι ποτηράκια του λικέρ, το δαχτυλίδι σου που φόρεσα στο γάμο μου, τη βέρα σου που μαζί μ' αυτήν του παππού μου είχες δώσει πριν χρόνια, μια καρφίτσα, ένα κολιέ, τις φωτογραφίες σου, τα πετσετάκια που μου έκανες με το βελονάκι.

Έχω στη μνήμη μου όλα τα χρόνια που ζήσαμε μαζί. Σχεδόν 40 χρόνια να έχεις γιαγιά, δεν είναι και λίγο έτσι;

'Εχω στην ψυχή μου την αγάπη που μου είχες. Ξέρω ότι η αγάπη δεν χάνεται. Κάπου στο σύμπαν υπάρχει κι εξακολουθεί να μας φωτίζει.

Σε θυμάμαι καθιστή στην πολυθρόνα σου να χαμογελάς. Δεν θέλω να σε θυμάμαι αδύναμη όπως ήσουν στο τέλος.

Μου λείπεις.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 22, 2010

Paris avant Noël

Αυτή τη φορά το Παρισάκι το απολαύσαμε κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη...
Καταρχήν, χιόνισε πολύ!!! Αλλά πάρα πολύ!!! και σε σημείο που αγωνιούσα μήπως και δεν πετάξει το αεροπλάνο. Μετά από μια εξαιρετική πτήση (που σημειωτέον το τελευταίο της μισάωρο το απόλαυσα απ' το πιλοτήριο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...) πάνω απ' τις κάτασπρες Άλπεις, προσγειωθήκαμε σ' ένα κατάλευκο Παρίσι όπου στο αεροδρόμιο έριχναν αλάτι για να κατέβουν οι επιβάτες.
Καταρχήν, να διευκρινήσω ότι ένα πρόβλημα οργάνωσης το έχουν οι Παριζιάνοι κι αυτό δεν είναι δική μου διαπίστωση, αλλά διαβεβαίωση φίλης ελληνογαλλίδας που ζει εκεί και ξέρει τι γίνεται. Το βασικό τους θέμα είναι ότι δεν είναι συνηθισμένοι στο χιόνι κι ως εκ τούτου η πόλη είναι κάπως παραλυμένη. Φανταστείτε τώρα να χιονίζει και να έχουν σταματήσει όλα τα μέσα συγκοινωνίας, ενώ οι ταξιτζήδες να το έχουν κλείσει το μαγαζί. Ε, όλος ο κόσμος περπατούσε στους δρόμους και δεν ήταν καθόλου ευχάριστο.
Στο αεροδρόμιο, τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων για το τρένο είναι έτσι κουρδισμένα που δέχονται ή κάρτα ή κέρματα. Οπότε, αν δεν θες να βάλεις κάρτα ή δεν έχεις έτσι πρόχειρα 8 ευρώ σε κέρματα, πρέπει να στηθείς σε μια ατέλιεωτη ουρά για να εξυπηρετηθείς από τον ένα και μοναδικό υπάλληλο που καθόλου δεν βιάζεται και που θυμίζει λίγο και δημόσιο υπάλληλο της γνωστής μας ψωροκώσταινας...

Στα highlights αυτών των 3 ημερών ξεχωρίζω:

1) τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Monet στο Grand Palais. Παραβλέπω το γεγονός της αναμονής στην ουρά για 2 ώρες έξω στο κρύο και τον χιονιά επειδή τα ηλεκτρονικά εισιτήρια είχαν εξαντληθεί. Κάνω τα στραβά μάτια στο ακατανόητο για μένα να μην δέχεται το μουσείο να προαγοράσεις εισιτήρια. Όταν κάποτε φτάσαμε στο ταμείο, ρωτήσαμε αν μπορούσαμε ν' αγοράσουμε εισιτήρια για τους φίλους μας που θα ερχόντουσαν απ' τις γειτονικές Βρυξέλλες την επόμενη μέρα ειδικά για την έκθεση και θα ήταν κρίμα να φάνε κι αυτοί τόσο στήσιμο στην ουρά. Μας απάντησαν ένα ωραιότατο ΟΧΙ που πολύ με θύμωσε. Δεν είναι δυνατόν τόσο μεγάλα μουσεία να μην έχουν ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα εξυπηρέτησης και ειδικά κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Ωστόσο, χαίρομαι που είδα μια τόσο καλοστημένη έκθεση και που απέκτησα μια ολοκληρωμένη εικόνα απ' τα διάσημα αλλά και τα λιγότερο γνωστά έργα που δημιούργησε στον πολύχρονο βίο του ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής. Εντάξει, είχα και καλό προσωπικό guide, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι το μουσείο είχε κάνει καταπληκτική δουλειά συγκεντρώνοντας όλους αυτούς τους πίνακες από διάφορα μέρη του κόσμου.

2) το πολύ ενδιαφέρον "Pornographie" στο Petit théâtre de la coline για το οποίο εκτενώς θα αναφερθώ στο έτερο ειδικό βλόγιον. Παρόλη την κούραση μου εκείνη τη μέρα με τρεις μόνο ώρες ύπνου, το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ! Χίλια ευχαριστώ στη φίλη που μου το κανόνισε.

2) τα ωραία φαγάκια στο "Le Pot-Potin De L' été" με την Ελένη, στο "Le Trumilou"με τον Νίκο και στο " Le Cap" με τον Νίκο, τον Bernard και τη Veronique. Μιαμ, μιαμ!!!

4) την ωραία νυχτερινή βόλτα απ' το Hôtel de Ville στην Place Vendome με τους δρόμους φωτισμένους και τα μαγαζιά γιορτινά στολισμένα

5) Το Shakespeare and Company. Τέλειο βιβλιοπωλείο!!! ε, ναι τα βιβλιαράκια μας τα ψωνίσαμε πάλι

6) το απόγευμα που περάσαμε με την φιλενάδα μας απ' το Βρυξελλοχώρι. Τι καλά να μπορείς να βλέπεις τους φίλους σου παντού!!! Γρηγόρη, μας έλειψες!

Έλα όμως που το Παρισάκι είναι πάντα πανέμορφο, οπότε όλα του τα συγχωρείς!!!

Κυριακή, Νοεμβρίου 28, 2010

"O ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ"

"Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ"( "The terrible Privacy of Maxwell Sim": όσοι το διαβάσουν θα διαπιστώσουν πόσο λείπει το terrible απ' την ελληνική μετάφραση), είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου μετρώντας έναν μόνο μήνα κυκλοφορίας στην ελληνική αγορά.

Ο Κόου γνωστός κι αγαπημένος στους βιβλιόφιλους λέει μια ιστορία σχολιάζοντας ταυτόχρονα το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.
Γέννημα θρέμμα της Βρετανίας προ Θάτσερ, στο Μπέρμιγχαμ πριν αυτό αρχίσει ν' αποβιομηχανίζεται, νοσταλγεί συχνά μέσα απ' τα βιβλία του τις περασμένες δεκαετίες. Όχι τόσο γιατί πιστεύει ότι ήταν καλύτερες κοινωνικά όπως πρόσφατα παραδέχτηκε ο ίδιος σε μια συνέντευξη του, αλλά για την εφηβεία και τη νεότητα που παρήλθαν ανεπιστρεπτί.

Αν τα πάντα είναι πολιτική, "ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ", το αποδεικνύει περίτρανα κατορθώνοντας συγχρόνως να περάσει τα σύνορα της πατρίδας του.

Ένας σαραντοχτάχρονος άντρας, ταξειδεύει προς τη Σκωτία με σκοπό να προσωθήσει κάποιες πρωτοποριακές οδοντόβουρτσες. Στην πραγματικότητα, ενώ σωματικά κατευθύνεται προς τα κει που τον οδηγεί ο δορυφορικός πλοηγός του υβριδικού αυτοκινήτου που του παραχώρησε η εταιρεία για την οποία εργάζεται, το μυαλό του γυρνάει στο παρελθόν προσπαθώντας να συνθέσει το παζλ της ίδιας του της ύπαρξης. Πού είναι το πολιτικό στοιχείο; Οργώνοντας με το αμάξι μια χώρα που έχει χάσει κάθε στοιχείο ιδιαιτερότητας, κάθε ταυτότητα που καθόριζε τις μικρές πόλεις και τα χωριά στο διάβα του, βρίσκει σιγουριά στις μεγάλες αλυσίδες εστιατορίων που είναι παντού κοινές, χαίρεται να εξυπηρετείται από αυτόματους πωλητές για να μην αναγκαστεί να πιάσει κουβέντα με κανονικούς ανθρώπους, αρέσκεται να καταβαλώνει τυποποιημένα φαγητά και ικανοποιείται στην ασφάλεια που του προσφέρει μια "φίλη" της φαντασίας του που μπορεί να τον ακούει χωρίς να χρειάζεται ν' απαντήσει. Κι όμως, η ψυχή του αποζητάει την ανθρώπινη επαφή που ωστόσο έχει προσπαθήσει να βγάλει απ' τη ζωή του.
Εγκαταλελειμμένος απ' τη γυναίκα του, αδιάφορος στα μάτια της έφηβης κόρης του, ξεχασμένος από φίλους, με χρόνια κατάθλιψη κι εξάρτηση απ' το φέισμπουκ, μ' έναν πατέρα που ζει σε άλλη ήπειρο και με τον οποίο ποτέ δεν είχε κανονική σχέση, ο Μάξ είναι ένας άνθρωπος του παρόντος μας, ίσως κάπως υπερτονισμένος χάριν συγγραφικής αδείας, αλλά όχι ψεύτικος. Ο Μαξ ζει σε μια εποχή που αδυνατεί ν' αναγνωρίσει τη διαφορετικότητα, όχι λόγω συντηρητισμού αλλά γιατί δεν υπάρχει πια χρόνος στους ανθρώπους να σκύψουν μέσα τους και να κοιτάξουν με ειλικρίνεια τον εαυτό τους και τις επιθυμίες τους.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

Πενήντα χρόνια πριν

Δεν μπόρεσα ν΄αντισταθώ και να μην παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα- δημοσίευμα προ πεντηκονταετίας σε ελληνική εφημερίδα, στη στήλη των πολιτιστικών:

"Πληροφορούμεθα ότι το έργο του Άγγελου Τερζάκη "Θεοφανώ" παίχθηκε προ ημερών στο Κρατικό Θέατρο της πόλεως Πριλέπ της σερβικής Μακεδονίας " 1 Δεκεμβρίου 1960

Προφανώς πενήντα χρόνια πριν δεν υπήρχε πρόβλημα να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, ε;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 19, 2010

Σημεία και τέρατα!

Με τη χρονική σειρά των γεγονότων:
Σήμερα άκουσα έξαλλο κόσμο (νεαρής ηλικίας) να λέει ότι το ελληνικό κράτος θα πληρώσει για να φτιαχτεί τζαμί και θ' αφήσει τους αυτόχθονες και γηγενείς να πεινάνε αφού τους πετσοκόβει μισθούς και συντάξεις.
Άκουσα ότι η Ελλάδα είναι στόχος γιατί μας ζηλέυουνε.
Άκουσα ότι έχουμε τεράστια στρατηγική σημασία σαν χώρα, πολύ χρυσό και άφθονο πετρέλαιο.
Σήμερα με ρωτήσανε πως γράφονται οι λέξεις, εισηγμένη, άμεσο, ζημιογόνες, απευθύνεται.
Μου΄ρθε να γελάσω, αλλά μάλλον για κλάματα είναι όλα αυτά.
Αναλύοντας τα παραπάνω, δυστυχώς διαπιστώνω ότι:
Έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, είμαστε ρατσιστές, παίρνουμε στα σοβαρά όσα λένε οι τηλε-κατευθυνόμενοι δημοσιογραφίσκοι των κεντρικών δελτίων και των πρωινών ενημερωτικών εκπομπών. Έχουμε σίγουρα κόμπλεξ κατωτερότητας προς τους ανεπτυγμένους Ευρωπαίους και ανωτερότητας απέναντι στους δύστυχους μετανάστες. Τα εμφανίζουμε εναλλάξ - ανάλογα την περίσταση-. Και είμαστε και βαθειά αγράμματοι. Ίσως από κει να ξεκινάνε όλα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2010

Aποδείξεις της κρίσης

Οι ολοένα και πιο επίμονοι- σχεδόν επιθετικοί- Πακιστανοί στα φανάρια για να πλύνουν τα τζάμια του αυτοκινήτου
Ο τσαγκάρης της γειτονιάς που τις προάλλες με ρώτησε αν θα τον προπληρώσω ή μια και καλή με την παραλαβή
Οι μοδίστρες της γειτονιάς που πνίγονται στη δουλειά λόγω μεταποιήσεων
Κάτι μισόκτιστες πολυκατοικίες
Η αυξανόμενη ζήτηση για φαγητό στους σκουπιδοτενεκέδες
Οι ύπουλες αυξησούλες στα ράφια των super markets
Η κατά 5 ευρώ αύξηση στον τιμοκατάλογο της αισθητικού
Η απόλυτη ησυχία των επαναστατών στο γραφείο. Καμία νύξη πια για αυξήσεις ή bonus
Ο κόσμος που χαίρεται μ' αυτή την παράλογη για την εποχή ζέστη μιας και δεν θα χρειαστεί ν' ανάψει καλοριφέρ
Τα αμέτρητα φυλλάδια delivery που βρίσκω κάθε μέρα στην πόρτα μου
Η έλλειψη διαφημίσεων στην τηλεόραση. Εντάξει υπάρχουν κάτι λίγες, αλλά καμία σχέση με τον καταιγισμό του παρελθόντος
Η πατέντα του προαναφερθέντος τσαγκάρη της γειτονιάς. Μεταποιεί τα μυτερά παπούτσια σε στρογγυλά

και πάει λέγοντας...