Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

BE(NE)LUX

Το Λουξεμβούργο ήταν το απωθημένο της προηγούμενης φοράς. Το ίδιο και η Αμβέρσα και κάποια αξιοθέατα στο χωριό (όταν λέμε χωριό, εννοούμε το Βρυξελλοχώρι όπως λέει και μια ψυχή).Θαρρείς λοιπόν κι έπρεπε να επιστρέψουμε σύντομα για να ολοκληρωθεί το ταξείδι. Καλά, μην νομίζετε τώρα ότι δεν έχουμε λόγους να επιστρέφουμε ξανά και ξανά. Η γύρω περιοχή είναι άκρως υποσχόμενη...

Όταν όλοι εργάζονται και κάνεις τον τουρίστα, έχεις το χαιρέκακο ύφος ότι εσύ είσαι ελεύθερος κι ωραίος να διαχειριστείς όπως θέλεις τη μέρα σου. Όπερ και εγένετο δηλαδή, βοηθούντος και του καιρού που λίγο βροχερός ήταν, αλλά σε καμία περίπτωση παγερός. Και ξημέρωσε Πέμπτη...Πρώτη στάση το Filigranes που έχει τα πάντα γύρω απ’ το βιβλίο και όχι μόνο, για να προμηθευτώ ένα βιβλιαράκι που εδώ στας Ανατολάς δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει, αλλά ευτυχώς υπάρχει πάντα η λύση της Εσπερίας.!!!

Τι δεν είχα δει καθόλου την προηγούμενη φορά; Ένα μουσείο.Ε, αυτήν την φορά είδα δύο.

Πρώτη στάση στο Musee des Beaux Arts που είναι κοντά στο παλάτι. Στο Βρυξελοχώρι, οι πινακίδες είναι λίγο περίεργα βαλμένες για να το θέσω κάπως κομψά. Κοινώς, δεν αρκεί απλώς να τις εμπιστευτείς, θέλει και προσωπικό μόχθο...

Το Μουσείο κανονικά έχει παλιά και νέα πτέρυγα. Τώρα ήταν ανοιχτή για το κοινό μόνο η παλιά. Είδα πίνακες πολλών Φλαμανδών όπως του Rogier van der Weyden, του Petrus Christus, του Dirk Bouts, του Hans Memling, του Jan Breguel αλλά και του Roubens καθώς και του μαθητή του Van Dyck, διάσημου προσωπογράφου της Αυλής.

Το Μουσείο της πόλης των Βρυξελλών είναι ένα τριώροφο μουσείο στην Grand Place που σε ξεναγεί στην ιστορία της πόλης. Εκεί ανάμεσα σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, πορσελάνες, επάργυρα, γκραβούρες, σπάνιες εκδόσεις και ταπισερί, είδα και τις 600 στολές του Manneken Pis.

Το φοβερό πιτσιρίκι είναι ντυμένο από Λουδοβίκος της Γαλλίας ως Κοζάκος του Ρωσικού στρατού, ινδιάνος, αλλά και ευζωνάκι στα γαλανόλευκα. Η τελευταία φορεσιά που του έχουν φτιάξει είναι κινεζική και του πάει κι αυτή πολύ, όπως κι όλες οι άλλες. Περιττό να σας πω, ότι ανεξαρτήτως ενδυμασίας, το αγοράκι ουρεί πάντα…

Η Αμβέρσα ήταν η πόλη που δεν είχαμε δει την προηγούμενη φορά- όπως είπα ήδη. Υπήρξε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο ήδη απ’ τον Μεσαίωνα, όχι μόνο γιατί το λιμάνι της είναι το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρώπη μετά το Αμβούργο και το Ρότερνταμ, αλλά και γιατί εκεί μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να ελέγχουν οι Χασιδίτες Εβραίοι, το εμπόριο διαμαντιών, σημαντική οικονομική δραστηριότητα στην πόλη, που είναι ένα από τα διεθνή κέντρα του κλάδου. Στην Αμβέρσα ιδρύθηκε το πρώτο Χρηματιστήριο Αξιών το 1460 κι εκεί επίσης άνθισε ιδιαίτερα η τυπογραφία με τα εργαστήρια του Χριστόφορου Πλαντέν οι εκδόσεις των οποίων συνετέλεσαν στο να γίνει η πόλη κέντρο της πνευματικής ένωσης του Ουμανισμού.









Το πρώτο αξιοθέατο που μας εντυπωσίασε ήταν ο επιβλητικός σιδηροδρομικός σταθμός Centraal. Έχει διατηρηθεί το παλιό τμήμα του σταθμού κι έχει εκμοντερνιστεί ο υπόλοιπος με τρόπο τέτοιο που να συνυπάρχει αρμονικά το παλιό με το νέο στοιχείο.

Αυτή άλλωστε η αρμονική συνύπαρξη παλιού και νέου είναι χαρακτηριστική σε όλη την Αμβέρσα που διατηρεί τα στοιχεία του παρελθόντος της, αλλά είναι συγχρόνως και μια πόλη με ωραία καφέ, μαγαζιά με τις νέες τάσεις της μόδας, νεαρόκοσμο και ροκ ατμόσφαιρα στην περιοχή που λέγεται Quartier latin.

Η Αμβέρσα προσφέρεται για περπάτημα. Το ιστορικό της κέντρο είναι γεμάτο από μνημεία, εκκλησίες και αγάλματα – όπως αυτό του Ρούμπενς στην Groenplaats ή το άγαλμα του Ρωμαίου στρατιώτη - ήρωα Silvio Brabo που σκότωσε τον γίγαντα ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο, ζούσε στις όχθες του ποταμού Scheldt και αποκεφάλιζε όποιον ψαρά αρνιόταν να του πληρώσει φόρο.
Το πέτρινο κάστρο Steen στην είσοδο του ιστορικού κέντρου της πόλης, χτισμένο τον 13ο αιώνα, προσφέρεται επίσης για περπάτημα κι έχει θέα στο ποτάμι.



Το μουσείο που επισκεφτήκαμε είναι το σπίτι που έζησε και δημιούργησε ο Ρούμπενς. Πρόκειται για έναν πολύ ενδιαφέροντα χώρο στον οποίο εκτίθενται όχι μόνο πίνακες του ίδιου του Ρούμπενς ή και μαθητών του όπως του Van Dyck, αλλά και ανεκτίμητα κομμάτια της συλλογής του, αγαλμάτινες προτομές, χρυσά κοσμήματα, σπάνια νομίσματα κά, όλα ενδεικτικά της ευημερίας του καλλιτέχνη.

Το Λουξεμβούργο ήταν το κομμάτι που μας έλειπε στη λέξη Benelux. Το μεγάλο Δουκάτο βρίσκεται σε απόσταση 1, 5 ώρας με το αυτοκίνητο βόρεια των Βρυξελλών. Το όνομα του προέρχεται από τς λέξεις Lätzte-bourg που θα πει ο τελευταίο κάστρο. Πράγματι, το Λουξεμβούργο υπήρξε το τελευταίο κάστρο της περιοχής των Αρδεννών που ήταν η επικράτεια του πρώτου μονάρχη που αναγνωρίζει η χώρα, του Ζίγκφριντ . Όλα αυτά το σωτήριον έτος 963 μΧ. Το 1354 έγινε δουκάτο και υπαγόταν άλλοτε στους Βουργουνδούς, άλλοτε στους Γάλλους, τους Ισπανούς ή τους Ολλανδούς. Το 1890 έγινε ανεξάρητο κράτος ενώ κατά τους δύο παγκόσμιους πολέμους η χώρα καταλήφθηκε από Γερμανικά στρατεύματα. Το 1944 η χώρα έγινε γνωστή από τη Μάχη των Αρδεννών. Ο Στρατηγός Πάττον στήριξε την αμερικανική αντεπίθεσή στον άξονα Λουξεμβούργο - Τρίερ και σχεδόν κάθε μικρό χωριό της χώρας έγινε και ένα μικρό θέατρο μάχης με πολλές καταστροφές. Είναι πάρα πολλά τα μνημεία που υπάρχουν σήμερα σε αυτά τα χωριά όπου κυματίζουν η Λουξεμβουργική και Αμερικανική σημαία δίπλα - δίπλα. Ο Αμερικανός Στρατηγός Τζόρτζ Πάττον είναι ενταφιασμένος, από το 1945, στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Σάντβάϊλερ που δημιουργήθηκε για να στεγάσει αρχικά μερικούς απ’τους νεκρούς της μάχης των Αρδεννών ενώ ένας μεγάλος αδριάντας του είναι στημένος στην πόλη του Έττελμπρυκ (30 χλμ βόρεια απ το κέντρο της πρωτεύουσας) που βλέπει τους λόφους μέσα απο τους οποίους εμφανίστηκε η γερμανική επίθεση.Το Λουξεμβούργο υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.











Το Λουξεμβούργο το περπατάει κανείς μέσα σε μια ώρα και γρήγορα διαπιστώνει ότι είναι πεντακάθαρο, πολιτισμένο, ήσυχο και δεν του λείπει τίποτα, παρά το μικροσκοπικό του μέγεθος. Οι Λουξεμβουργιανοί είναι ευγενείς, μιλάνε γαλλικά, γερμανικά και τη δική τους διάλεκτο, τα λουξεμβουργιανά και έχουν ως βασικό τους μότο τη φράση: "Mir wolle bleiwe wat mir sin" που αναγράφεται σε κτίρια και σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει "δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Θέλουμε να παραμείνουμε όπως είμαστε", αναφερόμενοι στην πολιτιστική τους ταυτότητα.

Ο καιρός ήταν ευνοϊκός κι έτσι θαυμάσαμε και το Σαββατιάτικο παζάρι μπροστά στην κεντρική πλατεία με κάθε λογής μικροπράγματα. Ξεχωρίζουν τα πουλάκια από πηλό που αποτελούν παράδοση της χώρας, είναι χειροποίητα και φτιάχνονται κάθε χρόνο την Πεντηκοστή. Τα περισσότερα μάλιστα έχουν σκαλισμένη στο κάτω μέρος τους τη χρονιά κατασκευής τους.

Είδαμε το Δημαρχείο, τον Καθεδρικό αλλά και το Παλάτι που είναι στην πραγματικότητα ένα μεγάλο εντυπωσιακό αλλά όχι κραυγαλέο σπίτι του 16ου αιώνα που στεγάζει διοικητικές υπηρεσίες, αφού η κατοικία του Δούκα είναι εκτός πόλης, στην εξοχή. Έξω απ’ το παλάτι υπάρχει φρουρά ενός ατόμου και ακριβώς στη μεσοτοιχία βρίσκεται και η μινιατούρα Βουλή του. Τα κτίρια που σε άλλες χώρες είναι μεγαλοπρεπή όπως το Παλάτι- όπου υπάρχει- και η Βουλή, εδώ δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Αντιθέτως, η Τράπεζα κατέχει δεσπόζουσα θέση και χωροταξικά, αλλά και με την ουσιαστική σημασία της λέξης...









Στο κέντρο της πόλης υπάρχει ένας πολύ μεγάλος βράχος, το εσωτερικό του οποίου χρησίμευε ως οχυρό για τους κατοίκους της πόλης. Τα πρώτα οχυρωματικά έγιναν από τον Κόμη των Αρδεννών ο οποίος πρώτος αντιλήφθηκε τη στρατηγική αξία του χώρου το 963 μ.χ. Έκτοτε κάθε κατακτητής συμπλήρωνε και ένα μέρος στην οχύρωση για να γίνει το Λουξεμβούργο το μεγαλύτερο οχυρό στην Ευρώπη μετά το Γιβρατάρ. Σήμερα το οχυρό μέσα στο βράχο θυμίζει ολόκληρη πόλη και είναι ανοικτό στο κοινό. Κατεβαίνεις μάλιστα είτε με τα πόδια ή με ασανσέρ από κάποιο σημείο της Πάνω Πόλης Όλη αυτή η επονομαζόμενη Κάτω Πόλη έχει χαρακτηριστεί από την UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Πριν από 20 χρόνια υπήρχαν έντονα σημάδια εγκατάλειψης- όπως πληροφορηθήκαμε απ’ τους ντόπιους-. Σήμερα έχει αξιοποιηθεί με μικρά μαγαζάκια για καφέ ή φαγητό αραδιασμένα δεξιά κι αριστερά, με τραπεζάκια έξω όταν το επιτρέπει ο καιρός κι ευτυχώς αρκετή ησυχία!

Το δείπνο μας το πήραμε σε μια πολύ γκουρμέ μπρασερί σ’ ένα κάστρο, 20 λεπτά έξω απ’ την πόλη και για να σας δώσω μια ιδέα, ρίξτε μια ματιά στις φωτογραφίες…

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2009

Nojoud Ali: Μια δεκάχρονη διαζευγμένη!

Η Nojoud Ali είναι ένα κορίτσι 10πλην, 10 συν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρει την ακριβή χρονολογία της γέννησης της. Στο χωριό που γεννήθηκε, στο Khardji της Υεμένης, δεν υπάρχουν ληξιαρχεία και τα παιδιά δεν δηλώνονται πουθενά. Η μητέρα της, θυμάται αμυδρά τις χρονιές ή τους μήνες που γέννησε τα 11 παιδιά της, σύμφωνα με τις εναλλαγές των εποχών, τις μετακομίσεις της οικογένειας, τους γάμους των συγγενών…

Η Nojoud κατέχει σήμερα δύο παγκόσμια ρεκόρ. Είναι η πιο νέα διαζευγμένη στον κόσμο και το μοναδικό παιδί που βραβεύτηκε ως «Γυναίκα της χρονιάς», τον Νοέμβριο του 2008 στη Νέα Υόρκη. Η μικρή Nojoud παρέλαβε το βραβείο της ανάμεσα σε άλλες διασημότητες, όπως τις Nicole Kidman, Condoleezza Rice, Hillary Clinton…

Πριν από έναν χρόνο, τον Απρίλιο του 2008, η Nojoud αντί να πάει στον φούρνο και ν’ αγοράσει ψωμί, ανέβηκε στο λεωφορείο και πήγε στο δικαστήριο. Απαίτησε να δει έναν δικαστή οπωσδήποτε και τελικά, μετά από ώρες αναμονής στάθηκε ενώπιον ενός- ευτυχώς μετριοπαθούς δικαστή-και προς μεγάλη του έκπληξη ζήτησε διαζύγιο!

Η Nojoud βρέθηκε παντρεμένη ύστερα από συμφωνία που έκανε ο πατέρας της μ’ έναν 30χρονο συγχωριανό. Στην Υεμένη, αυτό είναι σύνηθες φαινόμενο. Υποτίθεται ότι ισχύει ο νόμος των 15 ετών ως ηλικία που μπορεί να παντρευτεί ένα κορίτσι, αλλά συμβαίνουν παρατυπίες. Οι γονείς αναγκάζονται να παντρέψουν τα κορίτσια τους ακόμα και σε τρυφερές ηλικίες προκειμένου να μειώσουν τα στόματα που έχουν να θρέψουν.
Η θρησκεία εξάλλου συνηγορεί μ’ αυτό το κοσμικό έθιμο αφού ο προφήτης Μωάμεθ παντρεύτηκε την 9 χρονη Aisha, όπως αναφέρεται στο Κοράνι κι αυτό είναι ένδειξη ενός ευτυχισμένου γάμου!!!Ο πατέρας της Nojoud κάνει συμφωνία με τον μελλοντικό του γαμπρό να μην αγγίξει τη Nojoud μέχρι να περάσει ένας χρόνος από την πρώτη έμμηνο ρύση της.
Εκείνος φυσικά δεν το σέβεται, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των ανδρών σε γάμους με ανήλικα κορίτσια.
Η Nojoud παντρεύεται εν μια νυκτί, εγκαταλείπει το σχολείο της και υποχρεώνεται στη μαύρη ενδυμασία που αφήνει ακάλυπτα μόνο τα μάτια της, αφού ως παντρεμένη γυναίκα(sic) δεν επιτρέπεται ν’ αφήσει να δει άλλος άντρας πλην του νόμιμου συζύγου το πρόσωπό της. Υποχρεώνεται ν’ αφήσει την οικογένεια και το σπίτι της, να στερηθεί τις χαρές της παιδικής ηλικίας της – που άλλωστε λίγο γνώρισε ζώντας στη φτώχεια – και ν’ ακολουθήσει έναν άγνωστο στο σπίτι του στο χωριό.

Η πρώτη νύχτα του γάμου είναι οδυνηρή. Όχι μόνο κακοποιείται σεξουαλικά αλλά αυτό γίνεται κάθε βράδυ και συνοδεύεται από ξύλο αφού η μικρή επιμένει ν’ αντιστέκεται. Ο σύζυγος μάλιστα ενθαρρύνεται από τη μητέρα του που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο και δεν δείχνει ίχνος συμπόνιας στο παιδί, να συνεχίσει να τη χτυπάει για να τη συμμορφώσει!!!
Τις υπόλοιπες ώρες της μέρας, η Nojoud εκτελεί χρέη υπηρέτριας, αφού συμμετέχει στις δουλειές του σπιτιού και στη φροντίδα των ζώων.

Αυτό το πλασματάκι πάντως είναι προικισμένο με θέληση και αποφασιστικότητα κι ενώ όλοι γύρω της την συμβουλεύουν να σωπάσει και να υπακούσει τον άντρα της, όπως όλες οι άλλες γυναίκες, εκείνη αποφασίζει να διεκδικήσει την ελευθερία της και να στρώσει το έδαφος για δικαιοσύνη απέναντι και στα άλλα κορίτσια – θύματα.

Η Nojoud σήμερα ονειρεύεται να τελειώσει το σχολείο και να γίνει δικηγόρος. Συνεχίζει να μένει με τους γονείς της μην έχοντας άλλη επιλογή κι ελπίζει σε ένα καλύτερο και δικαιότερο αύριο
Εξακολουθούν να την στηρίζουν η Shada Nasser, η μαχητική δικηγόρος που ανέλαβε την υπόθεση του διαζυγίου της, ο δημοσιογράφος Hamed Thabet από τους Yemen Times, πλήθος γυναικείων και ανθρωπιστικών οργανώσεων και η δημοσιογράφος Delphine Minoui, μια γυναίκα ιδιαιτέρως ευαισθητοποιημένη στα ζητήματα της γυναικείας καταπίεσης στις ισλαμικές χώρες. Η Delphine Minoui ανέλαβε να γράψει το βιβλίο: « Moi Nojoud, 10 ans, divorcee», μια συγκλονιστική μαρτυρία που σου σπαράζει την καρδιά, σε θυμώνει και σε πληροφορεί για τις αγριότητες που υφίσταται ο γυναικείος πληθυσμός σε κάποιες γωνιές του πλανήτη.
Τα έσοδα απ’ τις πωλήσεις του βιβλίου θα χρηματοδοτήσουν τις μελλοντικές σπουδές της Nojoud.Η μικρή Nojoud είναι ευτυχισμένη που συνεχίζει το σχολείο. Ζητάει μαρκαδόρους απ’ όσους την επισκέπτονται κι επαναλαμβάνει πάντα την ίδια ζωγραφιά, ένα πολύχρωμο κτίριο που μοιάζει με σπίτι. «Είναι το σπίτι της ευτυχίας», εξομολογείται, «εκεί που τα μικρά κορίτσια είναι ευτυχισμένα».

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2009

Ερχομοί κι αποχαιρετισμοί!

Οι αποχαιρετισμοί είναι άχαρο πράγμα. Φέρνουν τους ανθρώπους σε αμηχανία. Σε αντίθεση με τους ερχομούς και τα καλοσωρίσματα.
Οι αποχαιρετισμοί απ' τα εγκόσμια είναι άγριοι. Δεν ξέρεις πώς να τους παλέψεις και γίνεσαι σκληρός, ευερέθιστος, ανυπόμονος. Δεν σ' έχει προετοιμάσει κανείς...

Θέλουν την ίδια στοργή οι γέροντες με τα νεογέννητα. Και την ίδια αγάπη. Να φεύγει με χάδι ο άνθρωπος, όπως όταν έρχεται. Να γίνεται έτσι το ταξείδι λιγότερο οδυνηρό...

Να κλείνει ο κύκλος ομαλά, να επιστρέφουμε στο άχρονο που είμασταν και πριν έρθουμε.

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2009

Περί pet peeves ο λόγος...

Με προσκάλεσε η Krotkaya - merci!- να γράψω 5 πράγματα που μ' εκνευρίζουν- pet peeves- λέγονται κι έτσι αβασάνιστα μου βγήκαν 6! Ιδού:

1. Οι νεοέλληνες που ξαφνικά έγιναν πολύ μάγκες, οδηγούν SUV, θυμούνται με πάσα αφορμή τους αρχαίους προγόνους τους και τολμούν να τους συσχετίζουν με νίκες στην Eurovision ή στα ευρωπαϊκά κύπελλα μπάλας. Οι νεοέλληνες γ..ούν και δέρνουν και βεβαίως είναι πιο έξυπνοι απ' όλους τους λαούς, έχουν τους μετανάστες για δούλους και θεωρούν τους Ευρωπαίους βρωμιάρηδες και σνομπ. Μ' εξοργίζει αυτό, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από κανένα επιχείρημα κι όταν το λένε άνθρωποι που δεν έχουν ταξιδέψει ποτέ.

2. Μ' εξοργίζει που τάχα μου οι "άρχοντες της πόλης" θέλησαν να αναπλάσουν την οδό Πειραιώς και να την απαλλάξουν απ' τα φαντάσματα των παλιών εργοστασίων. Το αποτέλεσμα είναι θλιβερό (εννοείται πως εξαιρώ το Μουσείο Μπενάκη και την Σχολή Καλών Τεχνών). Εκτός κι αν θεωρούνται όμορφα αυτά τα σιχαμένα κτίρια που στεγάζουν τα σκυλάδικα ή τα σούπερ μάρκετ παιχνιδιών.

3. Είναι θλιβερό να ζω σε μια πόλη που γκρεμίζονται θέατρα για να γίνουν στη θέση τους σούπερ μάρκετ. Αφήνω δε, που έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με την τάση που αναφέρω στο Νο 1. Δεν γίνεται ρε φίλε να παινεύεσαι για πολιτισμό και να έχεις 10 σούπερ μάρκετ γύρω- γύρω απ' το σπίτι σου. Μάλλον μόνο το στομάχι σου σ' ενδιαφέρει τελικά!

4. Το "δε βαριέσαι" που φοριέται πολύ τελευταία. Η τάση μας να αγνοούμε τα σοβαρά προβλήματα, να θεωρούμε ότι όλα αυτά περί παγκόσμιας κρίσης είναι θεωρίες συνομωσίας και να συνεχίσουμε να δίνουμε 200 ευρώ το δίκλινο σε μια τρύπα- ξενώνα της ¨κοσμικής " Αράχωβας. Δεν βαριέσαι, να είναι καλά οι Τράπεζες με τα εορτοδάνεια...

5. Η παντελής απουσία κοινής λογικής. Εκνευρίζομαι φοβερά όταν πρέπει να εξηγώ τα αυτονόητα είτε πρόκειται για το περιβάλλον της δουλειάς, είτε στην επικοινωνία με διάφορες δημόσιες υπηρεσίες.

6. Η ασυνέπεια σε κάθε μορφή. Το να αργήσεις στο ραντεβού που έχουμε δώσει ή να μην κάνεις αυτό που έχεις υποσχεθεί ότι θα κάνεις, με κάνει έξαλλη!

Πετάω το μπαλάκι στον Philo, στον Μάρκο, στην elie, στον vita mi barouak και βεβαίως σε όποιον άλλον θέλει να γράψει!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2009

70 κεράκια για το ραδιόφωνο!


Την περασμένη Κυριακή τέλειωσε η μεγάλη έκθεση στο Ζάππειο αφιερωμένη στα 70 χρόνια της Ελληνικής ραδιοφωνίας.

Ο χώρος του Ζαππείου ήταν έτσι διαμορφωμένος και τα εκθέματα επιλεγμένα και τοποθετημένα με τέτοιον τρόπο που αναμφίβολα πλημμύριζες από νοσταλγία για το ταξείδι του ραδιοφώνου που ξεκίνησε 70 χρόνια πριν στη χώρα μας.

  • Θυμάσαι αυτό;
  • Πώ πω κοίτα πώς ήταν αυτός/ αυτή;
  • Μαμά τι είναι αυτό;
  • Α, η οδός Λιοσίων στη δεκαετία του ’30! Αγνώριστη! Ερημιά!

Άνθρωποι μεγάλης ηλικίας χαιρετιόντουσαν, αγκαλιαζόντουσαν και φιλιόντουσαν. «Πόσα χρόνια έχω να σε δω! Απ’ το γραφείο;»
Προφανώς συνάδελφοι που έχουν πια συνταξιοδοτηθεί...

Θυμήθηκα τον καιρό που άνοιγα το τρανζιστοράκι και άκουγα ραδιοφωνικά σίριαλ το πρωί όταν ήμουνα απογευματινή στο σχολείο. Θυμάμαι ακόμα το ραδιόφωνο να μεταδίδει ποδοσφαιρικό αγώνα τα μεσημέρια της Κυριακής .
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία στέκονταν με δέος στη φωτογραφία της Θείας Λένας που μεγάλωσε γενιές και γενιές.
Γύρω μας παλιές μορφές ραδιοφωνικών συσκευών, φωτογραφίες – ντοκουμέντα, όλα τα τεύχη της Ραδιοτηλεόρασης, φωτογραφίες απ’ το στούντιο όλων σχεδόν των γνωστών ηθοποιών.
Καταγράφω δύο στιγμές απ’ την επίσκεψη μας εκεί:

Η πρώτη ήταν όταν είδαμε μια πένσα σε μια προθήκη κι έκπληκτοι διαβάσαμε ότι τα πρώτα ραδιόφωνα ήταν συνδρομητικά. Μάλιστα, αν δεν καταβαλλόταν η συνδρομή, με την εν λόγω πένσα σφραγιζόταν η συσκευή του κατόχου που χρώσταγε…
Πιο συγκεκριμένα:
Από το 1921 μέχρι το 1926, οι κάτοχοι ραδιοφώνου, ελάχιστοι ομολογουμένως, καταβάλλουν συνδρομή ύψους 500 δραχμών (ποσό υπέρογκο για την εποχή) στη Διεύθυνση «Λαχείου του Στόλου» του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραλαβή του από το Τελωνείο και μέχρι να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του, κάθε ραδιόφωνο σφραγίζεται με εξαιρετική επιμέλεια, σαν να πρόκειται για εκρηκτικό μηχανισμό. Προς το σκοπό αυτό, στο σπίτι του κατόχου αυτού του «διαβολικού και άκρως επικινδύνου μηχανήματος» μεταβαίνει ολόκληρη κουστωδία από αξιωματικούς του Βασιλικού Ναυτικού, με σπαθόλουρα και περίστροφα, για να το εξουδετερώσει, σφραγίζοντάς το.


Η δεύτερη, όταν στάθηκα μπροστά σε μια φωτογραφία που εικονίζονταν 3 ηθοποιοί μέσα στο στούντιο εκ των οποίων αναγνώρισα τους 2 και πήγα να πλησιάσω για να διαβάσω το όνομα της τρίτης.
«Εγώ είμαι!» Μου είπε μια κυρία που στεκόταν μπροστά μου. Όταν γύρισε, την αναγνώρισα. «Εγώ είμαι 20 χρόνια πριν», μου επανέλαβε γελώντας, «Αγνώριστη ε;»

Για την ιστορία, να σας πω ότι το ραδιόφωνο επισήμως οφείλει την είσοδο του στη χώρα μας στον Χρήστο Τσιγγιρίδη, ηλεκτρολόγο του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης, ο οποίος το 1928, κατάφερε να θέσει σε λειτουργία στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο (ολοκληρωμένο) ραδιοφωνικό σταθμό της Ελλάδας και των Βαλκανίων.

Για περισσότερες πληροφορίες, εδώ.

Ο επίλογος δια χειρός Κυβέλης:


Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2009

Στην Angoulême αδέρφια μου, στην Angoulême!

Θυμάμαι τώρα ότι όταν άκουσα για πρώτη φορά πως υπάρχει μια πόλη που λέγεται Angoulême και κάθε χρόνο διοργανώνεται εκεί ένα φεστιβάλ κόμικς, δεν ήξερα καν προς τα πού πέφτει αυτή η πόλη.
Έπρεπε να γίνει πέρυσι η αρχή και να εξελιχθεί έτσι σε αγαπημένη συνήθεια.
Φέτος το Φεστιβάλ της Angoulême έγινε 36 χρονών κι εμείς είμασταν για 2η φορά εκεί(με παρέα αυτή τη φορά!)

Η Angoulême- κατά τη Wikipedia- είναι η πρωτεύουσα του νομού Charente που ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Poitou-Charentes κεντροδυτικά της Γαλλίας και – κατά την άποψη της γράφουσας – κι αυτή και η ευρύτερη περιοχή έχουν ευλογηθεί με καλής ποιότητας αμπέλια. Δεν είναι μακριά εξάλλου το Bordeaux με τα φημισμένα κρασιά του ή το Cognac με το ομώνυμο ποτό σε διάφορες παλαιώσεις και ανάλογες τιμές.
Η Angoulême έχει μια παλιά παράδοση στο χαρτί, στην τυπογραφία, τις γραφικές τέχνες και την εικονογράφηση, από τον 14ο αιώνα ήδη. Καθαρά ιστορικά να προσθέσω ότι η καλή ποιότητα χαρτιού που ανέκαθεν παραγόταν εκεί, οφείλεται στην θερμοκρασία και τον όγκο του νερού του ποταμού Touvre που συναντιέται στην Angoulême με τον Charente. Ο Touvre είναι μάλιστα η 2η μεγαλύτερη υπόγεια πηγή της Γαλλίας,
Όλα τα παραπάνω τα γράφω γιατί νομίζω συνηγόρησαν ώστε να δημιουργήσουν τον κατάλληλο τόπο για ένα διεθνές φεστιβάλ που τα θέλει και τα έχει όλα: τις εκθέσεις του, τα ψώνια του, τα μπαράκια του, τις τοπικές σπεσιαλιτέ του…















Είναι δύσκολο να περιγράψω την ατμόσφαιρα του φεστιβάλ. Πριν πάω πέρυσι, νόμιζα ότι θα έβλεπα μια έκθεση κι αυτό θα ήταν όλο. Αυτό που γίνεται εκεί όμως, ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Η Angoulême είναι μια πόλη που για 4 μέρες ζει σε έντονους ρυθμούς. Όλη η πόλη μετατρέπεται σε μια απέραντη έκθεση κόμικς. Γίνεται το βασίλειο που ιδανικά μπορούν να περιπλανιώνται αγαπημένοι ήρωες. Ακόμα και τα συμβατικά καταστήματα, αυτά που πουλάνε ρούχα ή καλλυντικά ας πούμε, χορεύουν στους ρυθμούς του φεστιβάλ. Βλέπεις γνωστή εταιρεία ρολογιών να κυκλοφορεί συλλεκτικό μοντέλο με τον Κόρτο Μαλτέζε. Βλέπεις γνωστό ανδρικό άρωμα να έχει στο μπουκάλι του ένα καρτούν.
Ο κόσμος στους δρόμους κυκλοφορεί με σακκούλες μεταφέροντας με περηφάνεια τα καινούργια του τρόπαια. Τα μεγάλα περίπτερα με τους εκδότες έχουν την τιμητική τους. Νέες εκδόσεις, αλλά και παλιότερες, συλλεκτικές, αναμνηστικά δωράκια, κατάλογοι και σελιδοδείκτες, εφημεριδάκια και ό, τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς σε έντυπη μορφή. Χέρια να’ χεις να σηκώνεις και ν’ αντέχεις το βάρος!


Οι κομίστες στην Angoulême έχουν επίσης την τιμητική τους. Είναι δική τους αυτή η γιορτή κι εμείς οι καλεσμένοι τους. Οι πιο ανθεκτικοί στεκόμαστε στις ατέλειωτες ουρές για αυτόγραφα! Κυριολεκτώ! Στα συμβατικά βιβλία είθισται ο συγγραφέας να υπογράφει. Στα κόμικς, οι δημιουργοί ζωγραφίζουν. Και πιστέψτε με, πώς ν΄ αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να έχει κάτι αυθεντικό και ζωγραφισμένο μόνο για κείνον απ’ τον Manara ή τον Munoz;(!)
Εντάξει, για τους συγκεκριμένους δεν στηθήκαμε γιατί μάλλον οι ουρές θα είχαν σχηματιστεί απ’ το προηγούμενο βράδυ, αλλά είναι σίγουρο ότι και τα δικά μας υπογεγραμμένα άξιζαν τον κόπο, τόνωσαν τη ματαιοδοξία μας και ανήκουν βεβαίως στη σπάνια σειρά των συλλεκτικών!

Φέτος τα τιμώμενα πρόσωπα ήταν οι περυσινοί νικητές-έτσι γίνεται άλλωστε πάντα-.
Οι Dupuy & Berberian είναι ένα χαρισματικό δίδυμο που εδώ και είκοσι χρόνια φτιάχνει διαμαντάκια, όπως την Henriette ένα προεφηβάκι με τεράστια γυαλιά που για να επιβιώσει στον σκληρό κόσμο των επηρμένων συμμαθητριών της, έχει πλάσει στη φαντασία της ένα παράλληλο σύμπαν ή τον Monsieur Jean, ένα ψηλόλιγνο 30+ που με χιούμορ και τρυφερότητα οι δημιουργοί μας αφηγούνται τη ζωή του απ' την ανέμελη εργένικη φάση στις υποχρεώσεις ενός παντρεμένου με παιδιά ή τον δείχνουν στο εργασιακό του περιβάλλον.


Η έκθεση που είχε στηθεί προς τιμήν τους στο CIBDI (το μουσείο των κόμικς), ήταν παραπάνω από εντυπωσιακή. Μια σειρά κατασκευών, κάτι σαν μακέτες με μηχανές και γρανάζια, αποσπάσματα από τις δημιουργίες τους, ο θαυμαστός κόσμος των ηρώων τους.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει επίσης να αποδώσω στην έκθεση των Φλαμανδών δημιουργών που παρουσίασαν πολύ εντυπωσιακά εκθέματα και με άποψη και χιούμορ.

Στα άλλα συν του φεστιβάλ: ο ροκάς Lucien, οι Boule & Bill που γιόρτασαν τα 50 χρόνια τους, τα καταπληκτικά manga του Hiroshi Hirata που ειδικεύεται στους Σαμουράι (και μάλιστα ήταν κι ο ίδιος εκεί με την παραδοσιακή στολή του), η αναδρομική έκθεση- αφιέρωμα στον μεγάλο Ιάπωνα Shigeru Mizuki με τα yokai της γιαπωνέζικης παράδοσης.
Στα μείον: κάποια οργανωτικά θέματα που όμως σε τόσο μεγάλες διοργανώσεις είναι ίσως φυσικό να «ξεφεύγουν της προσοχής».

Για μια ακόμα φορά, χάρμα οφθαλμών οι ζωγραφιές παντού στους δρόμους και στα πεζοδρόμια και το πολύχρωμο πλήθος κάθε ηλικίας. Είναι συγκινητικό να βλέπεις ακόμα και ηλικιωμένους να έχουν ψωνίσει κόμικς χωρίς αναγκαστικά να σέρνουν κάποιο εγγονάκι από δίπλα.Τα μπαρ και τα εστιατόρια έσφυζαν από κόσμο και χαίρομαι πολύ που καθίσαμε στο «Bar Havana café» που είχε εξαιρετική μουσική και ωραία ποτάκια!

Για να συλλάβει κανείς αυτό που γίνεται στην Angoulême κάθε χρόνο, πρέπει να μπει και σε μια εκκλησία. Ναι, δεν αστειεύομαι. Στον επιβλητικό καθεδρικό της πόλης φιλοξενείται έκθεση κόμικς θρησκευτικού περιεχομένου! Η εκκλησία είναι διακοσμημένη ανάλογα!

Δεν τολμάω να σκεφτώ πώς θα αντιδρούσαν εδώ κάποιοι πορωμένοι αν ορθόδοξη εκκλησία φιλοξενούσε μια ανάλογη έκθεση. Θα μας έστελνε όλους στην πυρά μάλλον…


Όσο για τα σχετικά της διαμονής μας και τα άλλα αξιοθέατα πέραν του φεστιβάλ, αυτή τη φορά μείναμε στο χωριό κυριολεκτικά. Το χωριό είναι το Aubeterre sur Drone και το είχαμε βάλει στο μάτι από πέρυσι. Είναι ένα μικρούλι χωριό, έρημο τον χειμώνα, με έντονη κίνηση το καλοκαίρι- όπως μαρτυρούν οι φωτογραφίες. Το γωνιακό πανδοχείο Hôtel de France διοικείται από ένα ζευγάρι Ολλανδών και αποτελεί το ζωντανό κύτταρο του χωριού. Το πρωί λειτουργεί ως το κεντρικό καφενείο, στη συνέχεια γίνεται εστιατόριο, πιο μετά μπαρ κόκ. Εντωμεταξύ, τα γύρω μαγαζιά έχουν αναρτημένες επιγραφές που είτε λένε ότι θα ανοίξουν 1η Απριλίου, είτε δίνουν το τηλέφωνο τους για ώρα ανάγκης.
Επίσης ανοιχτά ήταν το κρεοπωλείο και ο φούρνος οπότε το κρεατάκι μας και τα κρουασάν μας ήταν φρεσκότατα!
Μια που θίγω το θέμα του φαγητού, το μικρό χωριάτικο πανδοχείο ήταν ένας μικρός γκουρμέ παράδεισος. Ό, τι φάγαμε ήταν καλομαγειρεμένο και συνήθως τρώγαμε με το απόλυτο τελετουργικό απεριτίφ, δείπνο με ορντέβρ, κυρίως, γλυκό ή τυρί, καφέ, λικέρ…

Βεβαίως επισκεφτήκαμε και πάλι το Cognac και πειστήκαμε ότι την επόμενη φορά πρέπει να πάμε άνοιξη για να επιδοθούμε και σε δοκιμές του εν λόγω ποτού και σε βόλτες στο ποτάμι με τα πλοιαράκια.

Το εντελώς καινούργιο στοιχείο αυτήν τη φορά ήταν η όμορφη πόλη Périgueux ή αλλιώς η πατρίδα του foie gras που επισκεφτήκαμε ένα απόγευμα και πολύ τη χαρήκαμε. Καθαρή, με γραφικά δρομάκια, πεζόδρομους, ωραία μαγαζιά, έμφαση στις σοκολατερί και στις fromageries (ελληνιστί τυράδικα), άφθονα ιταλικά προϊόντα γαστρονομίας και εκλεκτικές αρχιτεκτονικές συγγένειες με την Τοσκάνη της Ιταλίας που ακόμα δεν έχω ερευνήσει πώς και γιατί. Εκεί λοιπόν, πλάι σ’ όλα τα εκλεκτά εδέσματα, ανακαλύψαμε και μια πινακίδα με ούζο, φέτα και ελιές. Ο κύριος που διατηρεί το ελληνικό μπακάλικο, είναι Έλληνας εκ Τυρνάβου παντρεμένος με Γαλλίδα και εγκατεστημένος χρόνια εκεί. Τελικά, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, από κάτω θα μας βρεις…

Άντε και του χρόνου!
(Μόνη μου εύχομαι- Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει)

UPDATE
Και για τις λογοτεχνικές και κομιστικές γενικότερα αναζητήσεις μας, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 08, 2009

«Χώρος Ιστορικής Μνήμης 1941-1944»

Το 1934 η Εθνική Ασφαλιστική κατεδάφισε την οικία Rossels στην οποία στέγαζε από το 1894 τα γραφεία της και στη θέση της ανέγειρε ένα νέο πολυτελές κτίριο όπου προοριζόταν για τη στέγαση της εταιρείας. Στο κτίριο αυτό σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Κριεζή και Μεταξά, είχαν προβλεφθεί και αντιαεροπορικά καταφύγια στο υπόγειο.

Λίγες μέρες μετά την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, η Κυβέρνηση επέταξε ένα μεγάλο μέρος του κτιρίου που από το 1938 στέγαζε την Εθνική Ασφαλιστική για να τοποθετήσει κρατικές υπηρεσίες. Στις 27 Απριλίου του 1941, μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και μέσα σε μια εβδομάδα οι κατοχικές δυνάμεις επέταξαν όλο το κτίριο.

Τα υπόγεια μετατράπηκαν σε κρατητήριο της Γερμανικής Komandatur.

Η Εθνική Ασφαλιστική αναστύλωσε και συντήρησε αυτούς τους χώρους το 1991 με την ευκαιρία της επετείου των 100 της χρόνων. Από τότε ο χώρος φέρει το όνομα «Χώρος Ιστορικής Μνήμης 1941-1944» και κηρύχθηκε ιστορικό, διατηρητέο μνημείο.

Από τον Μάρτιο του 2008, ο χώρος είναι ανοιχτός στο κοινό, ενώ κατά διαστήματα φιλοξενεί εκδηλώσεις ή θεατρικές παραστάσεις.

Νομίζω ότι οι εικόνες που ακολουθούν μιλούν καλύτερα από μόνες τους







Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2009

BENE(LUX)

Κρατάω συνήθως ημερολόγιο απ’ τα ταξείδια μου. Δεν είναι κάτι που το έκανα πάντα. Παλιά, κράταγα αποκόμματα, εισιτήρια, καρτ ποστάλ. Το υλικό περιορίστηκε με τα χρόνια- δεν εξαλείφθηκε ωστόσο εντελώς-. Ας πούμε, αποφάσισα κάποια στιγμή, ότι αφού δεν ζω στο τεράστιο σπίτι με τη σοφίτα, ούτε εγώ, ούτε κάποιος απόγονος μου θ’ ανοίξει ποτέ το παλιό κουτί από μπισκότα για να δει πόσο έκανε το εισιτήριο το 2008 ή πώς ήταν τα γαλλικά φράγκα πριν την εξαφάνιση τους απ’ τα ευρώ.
Το ημερολόγιο είναι πιο πολύτιμο. Συμπυκνώνει, εξαφανίζει τα ασήμαντα, επικεντρώνεται στα σημαντικά, φυλακίζει αναμνήσεις, προδίδει συναισθήματα, αποκαλύπτει…
Στο ταξείδι της περασμένης εβδομάδας, το ημερολόγιο άρχισε να καταγράφει τις πρώτες εντυπώσεις του απ’ την καρδιά της Ευρώπης, απ’ τις Βρυξέλλες.

Οι Βρυξέλλες μυρίζουν σοκολάτα και τηγανιτές πατάτες. Υπάρχει μια καντίνα σε μια πλατεία που τώρα πια κάνει μεγάλες μπίζνες. Πως εμείς αγοράζουμε κάστανα στον δρόμο; Ε, οι Βέλγοι αγοράζουν χωνάκι με πατάτες.
Λίγο πιο πέρα, σε άλλη γειτονιά, δεν χορταίνει το μάτι απ’ τη σοκολάτα. Βλέπω πρώτα τον γνωστό Leonidas, αλλά ακολουθούν πιο τρανταχτές υπογραφές παρακάτω, Godiva, Neuhaus. Καλά, όταν φτάνω μπροστά στον Marcollini, μένω με το στόμα ανοιχτό. Το μαγαζί θυμίζει ακριβό κοσμηματοπωλείο. Τα σοκολατάκια μοιάζουν με πολύτιμα κοσμήματα. Σχεδόν λυπάσαι στην ιδέα ότι θα τα φας – αν μπορέσεις βέβαια να τα πληρώσεις, γιατί είναι απλησίαστα..

Η περιοχή του Sablon είναι το βρυξελλιώτικο Κολωνάκι, όπως μας εξηγούν οι φίλοι μας που είναι τέλειοι ξεναγοί και άψογοι οικοδεσπότες (Σλουρπ).
Το Sablon είναι παλιά γειτονιά με ωραία σπίτια , αρκετές αντικερί και χαριτωμένα εστιατόρια, καφέ και μπαράκια. Περπατώντας στην περιοχή, βλέπουμε και απομεινάρια απ’ τα τείχη της παλιάς πόλης.
Πίνουμε ποτάκι στο φοβερό «Goupil Le Fol»που μοιάζει με σκηνικό θεάτρου. Έχει μέσα διάφορους πίνακες, αφίσσες , κάδρα, μέχρι και μια εικόνα της Παναγίας πιάνει το μάτι μου. Επιπλέον, το μαγαζάκι είναι και φιλικό προς τους καπνιστές, κι επιτρέπει να γευτεί κανείς τα θαυμάσια λικεράκια που διαθέτει μαζί με το τσιγαράκι του!
Αφήνω δε το ότι έχει και μια αλεπού απέναντι μου. Βαλσαμωμένη μεν, αλλά αλεπού!


Οι Βρυξέλλες έχουν μια απ’ τις ομορφότερες πλατείες του κόσμου – σύμφωνα με τον Victor Hugo-! Και για να το έχει πει ο Hugo, κάτι ξέρει…
Πράγματι, η Grand Place είναι μια πολύ όμορφη πλατεία και σημείο αναφοράς για όσους έχουν βρεθεί στη Βελγική πρωτεύουσα έστω και στα βιαστικά, για επαγγελματικούς λόγους . Δεσπόζουν το Δημαρχείο και το Σπίτι του Βασιλιά (Maison du Roi) που σήμερα στεγάζει το Μουσείο της Πόλης. ή τα άλλως επονομαζόμενα και κτίρια σαντιγύ που λέει και μια ψυχή. Γύρω απ’ την πλατεία, βλέπουμε και τα πανταχού παρόντα πια μαγαζιά με σουβενίρ. Υπ’ αριθμόν ένα σουβενίρ, το Manneken Pis, ή αλλιώς το αγόρι που κάνει πιπί. Υπάρχουν διάφοροι θρύλλοι σχετικά με το πώς το μικρό αγόρι που απεικονίζεται σε μια προσωπική στιγμή κατάφερε να γίνει το έμβλημα της πόλης . Η επικρατέστερη εκδοχή τοποθετείται αρκετούς αιώνες πριν ανάμεσα σε μια μάχη Βέλγων και Ολλανδών. Ένα μικρό αγόρι βγήκε προς νερού του (sic) στο μαύρο σκοτάδι και λόγω ομίχλης, βρέθηκε κατά λάθος στο στρατόπεδο του εχθρού. Ο εχθρός αντιλήφθηκε την παρουσία του και θεώρησε ότι οι αντίπαλοι είναι τόσο καλά προετοιμασμένοι για την αυριανή μάχη που δεν διστάζουν να στείλουν κι ένα παιδί απέναντι για να δείξουν πόσο πολύ δεν φοβούνται. Το ηθικό πέφτει και χάνουν στη μάχη. Οι Βέλγοι κερδίζουν και η συνέχεια έγινε μπρούτζινο αγαλματάκι σ’ ένα στενό κοντά στην Grand Place. Οι τουρίστες το αναζητάνε μανιωδώς να το φωτογραφίζουν και προφανώς απογοητεύονται από το μικρό του μέγεθος όταν το αντικρίζουν από κοντά.
Πρέπει επίσης να σας πω ότι εκεί κοντά είδαμε και κοριτσάκι –άγαλμα που κάνει πιπί (δεν υπάρχει σχετική ιστορία γι’ αυτό), αλλά και σκυλί που κάνει πιπί! Αυτό το τελευταίο δεν το είδαμε, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι δεν είναι urban legend…

Από φαγητό, γευτήκαμε παραδοσιακά πράγματα στο Le petit Choux de Bruxelles: Βέλγικη ψαρόσουπα (μιαμ!) από τον πιο καλτ ιδιοκτήτη που έχω δει: ο τύπος φόραγε γυαλιά μυωπίας και πρεσβυωπίας, το ένα ζευγάρι πάνω στο άλλο και μας έκανε και χειροφίλημα στο τέλος! Επίσης, τέλειο φαγάκι δοκιμάσαμε στο Chez Jeannine που έχει απέξω ως έμβλημα μια χαριτωμένη αγελάδα.. Δοκιμάσαμε τις περίφημες βελγικές Carbobades (κρεατομπουκιές θα λέγαμε) και γευτήκαμε και την εμπειρία περιμένω να ψηθεί το φαί μου για να φάω, παρόλο που πεινάω πολύ κι όλοι γύρω μου τρώνε… Μιλάω για μένα κι άλλον ένα φίλο απ’ την παρέα που τολμήσαμε και πήραμε fondue bourguignon και ψήναμε με τις ώρες…(πάντως άξιζε τελικά τον κόπο)!
Στις Βρυξέλλες, σου φέρνουνε πατάτες τηγανιτές στο τραπέζι, είτε τις παραγγείλεις, είτε όχι. Είναι κάτι σαν ψωμί. Μάλιστα, αν τελειώσουν, σου τις ανανεώνουν κιόλας!
Α, μην ξεχάσω να αναφέρω ότι οι Βρυξέλλες είναι ο παράδεισος της μπύρας. Δεν γράφω όμως περισσότερα, γιατί δεν είμαι ειδήμων...

Βεβαίως, υπάρχουν κι άλλα πράγματα που είδαμε στη βελγική πρωτεύουσα, όπως το περίφημο Μουσείο κινουμένων σχεδίων, που κάνει μια εντυπωσιακή αναδρομή στην ιστορία του βελγικού κόμικ και στους βασικούς εκπροσώπους.


Το κτίριο είναι ένα εντυπωσιακό δείγμα Art Nouveau και παρόλη την ταλαιπωρία μας για να το βρούμε- σε μια μέρα που έκανε και τσουχτερό κρύο- η εμπειρία άξιζε τον κόπο!



Είδαμε και θεατράκι στις Βρυξέλλες, αλλά γι’ αυτό έχω γράψει εδώ.

Μάθαμε ότι έχει πολλά εκπληκτικά μουσεία, το Καλών Τεχνών με πίνακες Φλαμανδών μεταξύ άλλων, ένα μουσείο με μουσικά όργανα, ένα άλλο με αντίκες αυτοκίνητα. Ίσως σε μια άλλη επίσκεψη προλάβουμε να τα δούμε κι αυτά.
Θα ήθελα επίσης να περπατήσω κάποια στιγμή κοντά στο παλάτι και στην Αψίδα που φτιάχτηκε κατά τα πρότυπα της Αψίδας του Θριάμβου στο Παρίσι. Υποθέτω, ότι την Άνοιξη, με καλό καιρό, θα είναι όμορφος ένας περίπατος εκεί. Αλλά, είπαμε, οψόμεθα!

Βεβαίως, δεν περιοριστήκαμε στην πρωτεύουσα, διότι είμαστε εκδρομικοί τύποι...Έτσι λοιπόν, πήραμε το ωραίο βελγικό τραινάκι και σε 1 ώρα φτάσαμε στην παραμυθένια Brugges.




Η Brugges είναι πράγματι τόσο όμορφη όσο και στην ταινία (σ.σ «Αποστολή στην Μπριζ»)που οι περισσότεροι είδαν το καλοκαίρι που μας πέρασε. Είναι βέβαια εξαιρετικά τουριστική, αλλά για καλή μας τύχη, αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο το καλοκαίρι που οι δρόμοι και οι πλατείες σφύζουν από ζωή. Τώρα, τον χειμώνα επικρατούσε ησυχία. Πολλά μαγαζιά ήταν κλειστά. Στα τουριστικά , επικρατούσαν οι δαντέλες και τα γνωστά σουβενίρ που ανά την υφήλιο είναι ίδια με διαφορά μόνο στο όνομα της πόλης στην οποία πωλούνται.
Καθίσαμε σ’ ένα καφέ πολύ χαριτωμένο και σικ και δοκιμάσαμε για μια ακόμα φορά την εμπειρία του τι σημαίνει να σου προσφέρουν έναν καφέ με 2 γλυκάκια συνοδευτικά παρακαλώ στην τιμή των 2,20 €…
Η Brugges είναι γεμάτη κανάλια και ωραία σπίτια. Το νερό είναι το κυρίαρχο στοιχείο της πόλης, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη περιοχή της Φλάνδρας. Σε μια μεριά, στις όχθες ενός ποταμού, οι κύκνοι τρώνε σοκολάτα. Γέννημα θρέμμα της περιοχής γαρ.
Η Brugges είναι γνωστή ως η Βενετία του Βορρά. Το 2000 μάλιστα η Ουνέσκο χαρακτήρισε το ιστορικό της κέντρο, μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς..

Η Gent (Γάνδη) απέχει μισή ώρα από την Brugges, άρα στα μέσα της διαδρομής Βρυξέλλες- Brugges. Η Gent είναι φοιτητούπολη και αριθμεί 42.000 φοιτητές (αριθμός συνεχώς αυξανόμενος) και άλλα τόσα ποδήλατα απ’ ό, τι προσέξαμε στο πάρκινγκ έξω απ’ τον σταθμό. Το ιστορικό της κέντρο, καθαρό αντιπροσωπευτικό δείγμα μεσαιωνικού Φλαμναδικού πλούτου, έχει έντονα μπαρόκ στοιχεία και έχει κι εκεί πλήθος καναλιών και νερών που προσφέρονται για ρομαντικούς περιπάτους, αλλά κι ένα σημαντικό λιμάνι κατάλληλο για εμπορικούς σκοπούς. Η Gent έχει κάτι το μυστηριακό. Υπήρξε γενέτειρα του Maurice Maeterlinck του θεατρικού συγγραφέα (Νόμπελ Λογοτενίας 1911) ο οποίος πολύ γοητευόταν απ’ το μυστήριο των νερών που τα χρησιμοποιεί με συμβολικό τρόπο στο έργο του. Φεύγοντας, την τιμήσαμε δοκιμάζοντας τη γλυκιά σπεσιαλιτέ των Βέλγων, βάφλα πασπαλισμένη με ζάχαρη (μιαμ!)

Λένε, ότι την άνοιξη η Gent είναι χάρμα οφθαλμών και για έναν ακόμη λόγο, τα πολλά λουλούδια της.

Πάντως, τόσο η Brugges, όσο και η Gent, αλλά και όλη η περιοχή της Φλάνδρας μαρτυρούν σημάδια πλούτου απ’ το εμπόριο που ανθούσε άλλοτε κι αυτά τα σημάδια είναι που διακρίνει κανείς στα επιβλητικά κτίσματα, αλλά και στον γενικότερο «αέρα» της εκάστοτε πόλης.
Το Βέλγιο είναι σε προνομιακό σημείο και οι κάτοικοι του θα πρέπει να αισθάνονται πολύ ωραία που σε μια ώρα μπορούν να περάσουν στη γειτονική Ολλανδία.




Επισκεφθήκαμε την Delft, παλιά πρωτεύουσα της Ολλανδίας. Η Delft υπήρξε πολύ πλούσια πόλη τον Μεσαίωνα. Καταρχήν, γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα λειτουργούσαν σχεδόν 32 εργοστάσια κεραμικής με σημαντικές εξαγωγές ανά τον κόσμο και ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα. Εμπνεύστηκαν μάλιστα από τις κινεζικές πορσελάνες και δημιούργησαν τις χαρακτηριστικές άσπρες και μπλε δικές τους. Σήμερα λειτουργεί μια μόνο μονάδα, η Royal Delft.
Ας σημειωθεί ότι τα κεραμικά ήταν το βασικό εξαγώγιμο προιόν για πάνω από 400 χρόνια.
Η Delft όμως είναι διάσημη και για έναν λόγο ακόμη: εκεί γεννήθηκε, έζησε και δημιούργησε ο Vermeer. Εκεί ζωγράφισε το αγαπημένο μου «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι». Αν έχετε δει την ταινία, θα πάρετε μια μικρή γεύση από την πόλη πάντως. Ο Vermeer είναι θαμμένος στην Παλιά εκκλησία Old Church ή Oude Kerk).
Το αξιοσημείωτο μάλιστα σ’ αυτήν την εκκλησία είναι η κλίση του πύργου της λόγω της σαθρότητας του εδάφους.
Η Delft προσφέρεται επίσης για περιπάτους στα κανάλια και τους πεζόδρομους. Τα σπίτια δεξιά κι αριστερά των καναλιών είναι παραδοσιακής ολλανδικής αρχιτεκτονικής, στενόμακρα και δηλωτικά της οικονομικής κατάστασης που είχε η οικογένεια που ζούσε σ’ αυτά. Μάλιστα, δεν έχουν παντζούρια και κουρτίνες, απόρροια της προτεσταντικής παράδοσης που θέλει τους πιστούς να είναι ορατοί απ’ τους περαστικούς ακόμα και μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, μια και δεν έχουν να κρύψουν τίποτα…

Ήπιαμε καφέ και φάγαμε για μεσημέρι σ’ ένα πολύ ατμοσφαιρικό εστιατόριο που μάλιστα είναι απ’ τα πιο παλιά της πόλης και στην είσοδό του έχει μια τεράστια ξύλινη ζυγαριά, ως έκθεμα πια. Αυτή η ζυγαριά, ήταν και η μοναδική της πόλης και παλιά την χρησιμοποιούσαν για να ζυγίσουν και να κοστολογούν τα εμπορεύματα.
Το μαγαζάκι λοιπόν αυτό, είχε νοστιμότατες σουπίτσες, αλλά κακό σέρβις. Η αλήθεια είναι ότι ήταν γεμάτο κόσμο (Κυριακή μεσημέρι γαρ), και το προσωπικό δεν επαρκούσε. Παρόλα αυτά, μας διασκέδασε αρκετά ένα γκρουπάκι που έπαιζε ζωντανά, γνωστά τραγούδια και η τραγουδίστρια είχε ωραία φωνή.
Με την απογευματινή βόλτα στο γειτονικό Rotterdam συνεχίστηκε η επίσκεψη στην Ολλανδία. Είδαμε ένα μέρος του τεράστιου λιμανιού (νομίζω 2ο στον κόσμο) πριν μπούμε στην πόλη, για να διαπιστώσουμε ότι όντως είμαστε στις Κάτω Χώρες. Υπάρχουν σημεία όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι η στάθμη του νερού είναι πιο ψηλά απ’ αυτήν της γης. Εντυπωσιακό!
Το Rotterdam είναι μια εντελώς μοντέρνα πόλη. Αυτό οφείλεται στο ότι βομβαρδίστηκε στον Β’ Παγκόσμιο και ισοπεδώθηκε. Αυτό έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς αρχιτέκτονες να πειραματιστούν κι έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο ετερόκλιτων μεν κτιρίων, μοντέρνων δε, οπότε η γενική εικόνα δεν ενοχλεί. Βέβαια, το είδαμε αφού είχε σκοτεινιάσει κι ως γνωστόν, το σκοτάδι καλύπτει τις ασχήμιες (ζωντανό παράδειγμα η Αθήνα), αλλά και πάλι, νομίζω ότι πήραμε μια γεύση.
Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα σπιτάκια σε σχήμα κύβου που μοιάζουν σαν ψεύτικα, αλλά κατοικούνται. Αναρωτηθήκαμε βέβαια όλοι πώς είναι να μένεις σ’ ένα τέτοιο σπίτι!
Τιμήσαμε τις φημισμένες μηλόπιτα και λεμονόπιτα του γνωστού καφέ Dudoc- μην γίνω κουραστική κι επαναλάβω ότι κι εκεί ο καφές δεν ξεπέρναγε τα 2, 2,5 ευρώ- είδαμε και τον γλυκύτατο Τάσο κι επιστρέψαμε πανευτυχείς και χορτάτοι στο αγαπημένο Βρυξελλοχώρι.

Οι φωτογραφίες απ' το Rotterdam βγήκαν σκοτεινές, αλλά αν μπείτε εδώ, κάτι θα δείτε απ' την πόλη.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
TO BE CONTINUED

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 02, 2009

Ταξείδια

Μ' αρέσει να ταξειδεύω. Νιώθω σαν να μαθαίνω. Όχι σαν! Μαθαίνω.
Θέλω να δω όσο πιο πολλά μέρη μπορώ. Να προλάβω. Νομίζω ότι είναι ένας τρόπος να ξορκίσω τον χρόνο. Και τον άλλο, τον θάνατο...
Τουλάχιστον, λέω στον εαυτό μου, ξέρω πως θα έχω προσπαθήσει να χορτάσω όσο μπορώ περισσότερο, να ζήσω όσο μπορώ πιο πολύ. Θα έχω δει πως ζούνε οι άλλοι, πού ζούνε, τι τρώνε, πώς βλέπουν τη μέρα να ξημερώνει, πώς είναι το φεγγάρι στον ουρανό τους.
Θα είναι ίσως λιγότερο οδυνηρή η Ιθάκη έτσι. Ελπίζω!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

Η Κωνσταντινούπολη των ευσεβών μου πόθων!

Προειδοποίηση: Δεν πρόκειται για ταξειδιωτικό ποστάκι, με την έννοια ότι δεν το έχω κάνει ακόμα το εν λόγω ταξείδι.
Απ’ την άλλη μεριά όμως, πρόκειται για ταξείδι μέσα απ’ τις σελίδες δύο εξαιρετικών βιβλίων.
Εξηγούμαι:
Πριν από δυο χρόνια, διάβασα την «Ινσταμπούλ» του Ορχάν Παμούκ. Άρτι νομπελίστας λογοτεχνίας ο Τούρκος συγγραφέας τότε και το βιβλίο που έγραψε για την γενέτειρα του ήταν στα ευπώλητα της εποχής.
Νομίζω είναι δύσκολο να γράψει κανείς για την πόλη που γεννήθηκε, ανδρώθηκε και ζει ακόμα. Μοιραία οι αναμνήσεις κυριαρχούν και μπορεί να υποσκελίσουν τα όποια αντικειμενικά στοιχεία, αν υπάρχει βέβαια αντικειμενικότητα…
Είναι παρόλα αυτά, εξαιρετικά γοητευτικό να διαβάζεις τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος προσεγγίζει συγγραφικά την πόλη του, μια πόλη που δεν είναι απλώς μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά για μας, τους «άσπονδους απέναντι» είναι Η ΠΟΛΗ.
Στη δική μας πατρίδα και συνείδηση, υπάρχει πάντα το παλιό μεγαλείο της πάλαι ποτέ Βασιλεύουσας, η Κωνσταντινούπολη κι όχι η τουρκική Ινσταμπούλ, η γκλαμουριά του Βυζαντίου, η Αγιά Σοφιά, μνημείο της Ορθοδοξίας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η κερκόπορτα κι ο θρύλος με τον εξαδάκτυλο που θα τα δώσει όλα πίσω!
Ναι, μην γελάτε καθόλου. Νιώθω ότι εκεί έξω κυκλοφορούν ακόμα πολλοί τρελλοί που νιώθουν ότι η Πόλη θα έπρεπε να είναι ελληνική κι ότι οι παλιοί λογαριασμοί δεν έχουν κλείσει. Υπάρχουν πολλοί που γι’ αυτούς η πολυεθνικότητα του Βυζαντίου δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Την αγνοούν επιδεικτικά. Όλα ήταν ελληνικά, όλα ακόμα κι αυτοί οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες παρόλο - που αν δεν κάνω λάθος- στέφονταν Ρωμαίοι αυτοκράτορες!

«Ινσταμπούλ» -Ορχάν Παμούκ

Σε μια τέτοια λοιπόν πόλη, με βαριά ιστορία, γεννήθηκε ο Παμούκ. Για την πόλη του γράφει. Την πόλη του φωτογραφίζει, αυτήν αναπολεί και νοσταλγεί. Αυτήν ονειρεύεται. Και είναι η πόλη του χωρίς αμφιβολία με την στενή έννοια του όρου, αλλά και στον βαθμό που οι ιστορικές πόλεις με βαριά κληρονομιά είναι τελικά οι πόλεις όλων μας.
Στους δρόμους της Ινσταμπούλ έπαιξε για πρώτη φορά ο μικρός Ορχάν, αυτή υπήρξε η γη των γονιών και των παππούδων του, εκεί γνώρισε τον εαυτό του και πήγε σχολείο, εκεί ερωτεύτηκε και ζει ακόμα.
«Η μοίρα της Ιστανμπούλ είναι και δική μου μοίρα, είμαι αφοσιωμένος στην πόλη επειδή σε αυτήν οφείλω αυτό που είμαι», εξομολογείται ο Ορχάν Παμούκ.
Το βιβλίο του είναι ένα είδος προσωπικού ημερολογίου αλλά προσφέρει και πλούσιες πληροφορίες για τον μελλοντικό ταξειδιώτη. Λέω ταξειδιώτη κι όχι τουρίστα, γιατί ο Παμούκ αναδεικνύει μέσα απ’ το γραπτό του μια πόλη που σε κάνει να θες να την ζήσεις. Συγχρόνως, μιλάει με ιδιαίτερο τρόπο για τη μελαχγολία αυτής της πόλης. Μια μελαγχολία «τυπωμένη» πια στο DNA των κατοίκων της, παλιών και νέων.
Είναι το τέλος ενός πολιτισμού αλλά και η γέννηση ενός καινούργιου.

«Η Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» - Γιάννης Ξανθούλης

Ο Ξανθούλης, με ρίζες απ’ την Ανδριανούπολη, κουβαλάει την Πόλη στο αίμα του και μιλάει γι’ αυτήν με ιδιαίτερα συναισθηματικό τρόπο. Η ματιά του είναι αυτή του ανθρώπου που επιστρέφει ξανά και ξανά για να περπατήσει στις ίδιες γειτονιές και να γευτεί όχι μόνο αυτά που τον έκαναν να την αγαπήσει αλλά και τα καινούργια στα οποία «ανοίγεται» με πάθος.
«Όπως την ένιωσα περπατώντας επίμονα στα σοκάκια, στις καινούργιες λεωφόρους, στους μπαχτσέδες και στις όχθες του Βοσπόρου. Ψελλίζοντας τα τούρκικα με λάθη που με παρασέρνουν σε περιπέτειες, φανερώνοντας την ασέβεια της ευσεβούς φήμης της, την ανάγκη της σιωπής μέσα στο πολύχρωμο και πολύβουο παρόν της, τη νοσταλγία των αληθινών της φόβων που οργάνωσαν το μεγαλείο της. Πολλές φορές ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη-Πόλη-Ιστανμπούλ. Όμως εκείνη τη φορά, που αφέθηκα στη φιλόξενη αμετροέπεια ενός θεότρελου Τούρκου φίλου, έμαθα κι άλλα. Και για την Πόλη- που υποτίθεται ότι γνώριζα καλά, σαν αυτονομημένος περιπατητής- και για μένα τον ίδιο, φωτισμένο από σκιές που καθορίζουν το μυστήριο της».

Όπως και να την λέμε, Κωνσταντινούπολη ή Πόλη ή Ινσταμπούλ, αυτή η πόλη αποτελεί γοητευτικό προορισμό για τους ήδη μυημένους αλλά και γι’ αυτούς που θέλουν να την δουν από κοντά. Ελπίζω να μπω κάποια στιγμή στη δεύτερη κατηγορία με στόχο βέβαια να πιάσω την πρώτη, αυτή των μυημένων…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 19, 2009

Η Οδύσσεια ενός παράνομου μετανάστη.

Πριν από 4 μήνες, ήρθε στην Ελλάδα ο γιος της κυρίας απ’ την Γεωργία που φροντίζει την ηλικιωμένη γιαγιά μου. Το 19χρονο αγόρι ήρθε παράνομα- όπως και τόσοι άλλοι- ή για να είμαι πιο ακριβής, ήρθε με τουριστική βίζα και είχε σκοπό να παραμείνει παράνομα.
Ο νεαρός είναι φοιτητής της Νομικής στην πατρίδα του. Πήρε άδεια απ’ τη σχολή του 2 χρόνια- τόσο είναι το maximum που δικαιούται κανείς να διακόψει εκεί- και ήρθε εδώ με σκοπό να δουλέψει και να βγάλει κάποια χρήματα.
Η μητέρα του εναντιώθηκε σ’ αυτό από την αρχή. Απ’ τη μια, φοβήθηκε μήπως ο γιος της εγκαταλείψει εντελώς τις σπουδές του. Απ’ την άλλη, έστελνε κι εξακολουθεί να στέλνει τα χρήματα που κερδίζει εδώ, κάθε μήνα στην πατρίδα της, στην οικογένεια της και θεωρούσε ότι αυτό είναι αρκετό.
Να σημειώσω ότι η γυναίκα αυτή έχει να δει την οικογένεια της 2 χρόνια. Κι απ’ ότι ξέρω και ξέρουμε όλοι, δεν είναι και η μοναδική τέτοια περίπτωση…
Τελοσπάντων, ο νεαρός ήρθε στην Αθήνα, βρήκε κι ένα μικρό διαμέρισμα στο οποίο συγκατοικεί με κάποιον άλλο μετανάστη, στην ίδια πολυκατοικία όπου είναι το διαμέρισμα της γιαγιάς όπου και δουλεύει η μητέρα του.
Ξεκίνησε να μαθαίνει και λίγα ελληνικά για να μπορέσει να πιάσει και δουλειά κι έβαλε μπρος και τη διαδικασία πράσινης κάρτας. Εντωμεταξύ, η τουριστική βίζα έληξε και τον Οκτώβρη που μας πέρασε, δυο αστυνομικοί που περνούσαν -τυχαία άραγε;- τον σταμάτησαν την ώρα που αγόραζε τσιγάρα απ’ το περίπτερο της γειτονιάς, είδαν ότι δεν έχει χαρτιά και τον πήραν μαζί τους.
Στο δικαστήριο, τον είχαν με χειροπέδες σαν να ήταν κοινός κακοποιός. Ο νεαρός έκλαιγε και αδυνατούσε να καταλάβει τι του έλεγαν, αφού δεν μιλάει τη γλώσσα.
Μια διερμηνέας τον πλησίασε δήθεν να τον βοηθήσει. Αποδείχτηκε ότι η εν λόγω κυρία εξυπηρετεί δικηγόρο που ειδικεύεται σε τέτοιες περιπτώσεις, παίρνει παχυλή αμοιβή, υπόσχεται αποφυλάκιση και τελικά βγάζει έξω κανά δύο μόνο απ’ τους πελάτες της.
Περιττό να αναφέρω ότι η κυρία έλαβε μεν τα χρήματα, δεν έβγαλε δε τον νεαρό απ’ τη φυλακή και δεν έκανε και τίποτα για την πράσινη κάρτα. Επιπλέον, πριν ξεκινήσει όλη αυτή η ιστορία με τη σύλληψη, έτερος δικηγόρος- απατεών είχε εισπράξει χρήματα για τα χαρτιά της άδειας παραμονής κι όταν τον χρειάστηκαν στο δικαστήριο, εξαφανίστηκε μαζί με τα λεφτά.
Ο νεαρός πέρασε κι από δεύτερη δίκη, αφού τελικά βρέθηκε έντιμη δικηγόρος αυτή τη φορά. Ο δικαστής όμως, δεν επέτρεψε την αποφυλάκιση. Έπρεπε να εξαντλήσει το προβλεπόμενο τρίμηνο παραμονής στις φυλακές αλλοδαπών της οδού Πέτρου Ράλλη.
Η πράσινη κάρτα ευτυχώς βγήκε. Το Σάββατο το πρωί στις 17 Ιανουαρίου, ο νεαρός επιτέλους αποφυλακίστηκε.
Γύρισε πίσω πιο ισχνός από ποτέ. Φαγητό τους έδιναν, απ’ ότι μας είπε, αλλά ήταν βρώμικο, με τρίχες κι έτσι δεν έτρωγε. Θέλετε να μάθετε μήπως πώς πέρναγε την ώρα του στο κελί; Κοιτώντας το ταβάνι! Όχι, δεν αστειεύομαι!
Στις φυλακές αλλοδαπών, οι εφημερίδες ή τα βιβλία απαγορεύονται. Για να μην βάλουν οι κρατούμενοι φωτιά- είναι η επίσημη εξήγηση.
Νομίζω περιττεύει να αναφέρω ότι σε ανθρώπους που έχουν διαπράξει αποτρόπαια εγκλήματα και βρίσκονται σε ποινικές φυλακές, τα βιβλία επιτρέπονται. Φαίνεται ότι το να είσαι παράνομος μετανάστης είναι τελικά μεγαλύτερο έγκλημα.
Η τηλεόραση επίσης απαγορεύεται. Το να σου φέρει κάποιος φαγητό απέξω απαγορεύεται. Πήγε η θεία μου- ήταν η μόνη που επιτρεπόταν να τον επισκέπτεται όλο αυτό το διάστημα- τα Χριστούγεννα και ρώτησε τους φύλακες αν μπορούσε να του δώσει μελομακάρονο. «Όχι», αποκρίθηκαν εκείνοι. «Μπορεί να είναι δηλητηριασμένο». «Να φάω κι εγώ απ’ αυτό μπροστά σας», τους αντέτεινε. Και πάλι αρνητική η απάντηση που εισέπραξε.
Α, ξέχασα να σας πω. Τα ναρκωτικά επιτρέπονται. Ο συγκάτοικος του στο κελί τρυπιόταν ελεύθερα…

Ο μόνος που βοήθησε αυτό το παιδί τους τρεις μήνες, ήταν ένας νεαρός αστυνομικός που όπως φαίνεται αποτελεί εξαίρεση σ’ όλο αυτό το απαράδεκτο σύστημα. Συμπάθησε τον νεαρό Γεωργιανό και του πήγαινε όποτε μπορούσε σε τάπερ φαγητό μαγειρεμένο απ’ τη γυναίκα του. Του έδινε κρυφά απ’ τους συναδέλφους του το φαγητό. Υποτίθεται ότι προοριζόταν για τον ίδιο.

Λυπάμαι και ντρέπομαι για όλο αυτό το σύστημα που απ’ τη μια κάνει τα στραβά μάτια στην παράνομη εισαγωγή μεταναστών στη χώρα κι απ’ την άλλη εφαρμόζει τον Νόμο. Καταλαβαίνω ότι έχει γίνει πια παγκόσμιο πρόβλημα όλη αυτή η μετακίνηση ανθρώπων που επιζητούν ένα καλύτερο αύριο ή απλώς το στοιχειώδες: ψωμί στο τραπέζι τους κι ένα μέρος να κοιμούνται.
Παρόλα αυτά, ο σύγχρονος άνθρωπος στερείται τελικά ανθρωπιάς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

Κόκκινο, πηχτό, σαν αίμα...

Ο νέος χρόνος δεν άρχισε καλά. Αλλά μήπως τέλειωσε καλά ο προηγούμενος; Δεν θυμάμαι βέβαια πως είχε αρχίσει, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Έτσι κι αλλιώς, μεγαλώνοντας βλέπω ότι στη ζυγαριά της ιστορίας τα κακά είναι πολύ περισσότερα απ’ τα καλά. Όσο και να προσπαθούμε, φαίνεται ότι είναι λίγο, όσοι και να προσπαθούμε φαίνεται ότι είμαστε λίγοι, οι ευχές μας μικρές, ψεύτικες, ίσως από φωνές αδύναμες και δεν μπορούν να εισακουστούν και να πραγματοποιηθούν.
Ο Δεκέμβρης του 2008 βάφτηκε κόκκινος. Πρώτα απ’ το αίμα ενός έφηβου, ύστερα απ’ το κόκκινο της φωτιάς που άναψε στην πόλη ή απ’ το κόκκινο της οργής που ξεχείλισε και χύθηκε στους δρόμους. Το τελευταίο κόκκινο που μπήκε ήταν οι μπάλες στο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Συντάγματος. Αλλά αυτό ήταν βαμμένο κόκκινο, ξέφτισε σύντομα και το παραμύθι τέλειωσε πριν καν αρχίσει.
Κι έπειτα ήρθε και το κόκκινο της Κωνσταντίνας, της γυναίκας που τόλμησε να διεκδικήσει τα δικαιώματα της, αλλά είναι μετανάστρια, καθαρίστρια, φτωχή και άρα πρέπει κι αυτή να καταθέσει το αίμα της στην αδίστακτη τράπεζα. Καλύτερα από μένα για την Κωνσταντίνα, τα γράφει η Krotkaya εδώ κι εδώ.

Κι εκεί που ο Δυτικός πολιτισμένος κόσμος τραγουδούσε αμέριμνος το «πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά», κάποιοι στη Μέση Ανατολή είπαν ότι τι θέλουμε τώρα τις γιορτές και τα πανηγύρια κι άνοιξαν πυρ κι άρχισε να χύνεται πάλι το κόκκινο, έντονο αυτή τη φορά, σαν μαύρο και πηχτό γιατί ήταν- είναι το αίμα των αθώων και των παιδιών και των αμάχων και των ψυχών που χάνονται.

Στις 5 του Γενάρη τρία παιδιά έπεσαν νεκρά στη Λωρίδα της Γάζας.
Άλλοτε γιόρταζα κι εγώ αμέριμνη τον χρόνο που συμπλήρωνα κάθε τέτοια μέρα. Τώρα, ο χρόνος πάγωσε και τα χαμόγελα σταμάτησαν. Μα πώς μπορεί να μην παγώνει ο χρόνος αφού τρία παιδιά δεν θα μπορούν πια να γελάνε;

Οι ευχές που ανταλλάξαμε φέτος στις γιορτές ήχησαν πιο ψεύτικες από ποτέ. Σαν να τις ξεστομίζουμε όλοι από συνήθεια, ευγένεια, ανάγκη ίσως. Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο φοβερό. Την ανάγκη που αυτοί που κινούν τημεγάλη σκακιέρα δεν συμμερίζονται και το παιχνίδι τώρα είναι άνισο, χωρίς ενδιαφέρον και χωρίς εναλλαγές στα χρώματα. Κόκκινο παντού, αλλά όχι της χαράς. Αυτό είναι το αίμα που χύνεται μακριά, αλλά και τόσο κοντά μας.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 07, 2009

Στου μπελαμή το ουζερί


Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μίλαγα για ταβέρνες και ταβερνιάρηδες στο πρώτο ποστάκι του νέου έτους. Η χθεσινή μέρα όμως, μου επιφύλασσε εκπλήξεις για το πόσο αντιεπαγγελματίες είναι οι Έλληνες στον τομέα της εστίασης.
Ξεκινήσαμε παρέα 4 ατόμων για ψαροφαγία- κατά παράδοση των Θεοφανείων. Θα ερχόταν αργότερα κι ένα φιλικό ζευγάρι με μωρό.
Στον "τόπο του εγκλήματος" είχαμε ξαναπάει τρεις εξ ημών προ μηνός και είχαμε μείνει ικανοποιημένοι απ' το φαγητό.
Ο ένας εκ των ιδιοκτητών μάλιστα γνωρίζεται και με κάποιον απ' την παρέα. Πηγαίναμε ως γνωστοί λοιπόν κι αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Είχαμε κάνει επιπλέον και τηλεφωνική κράτηση για να μην βρεθούμε εξ απροόπτου.

Η έκπληξη μας "χτύπησε" τα ευαίσθητα αυτιά λίγα μέτρα έξω απ' το ουζερί. Ποιό ουζερί δηλαδή, μάλλον σε σκυλάδικο (sic) μεσημεριάτικου τύπου έμοιαζε αυτό που αντικρίσαμε.

Η ζωντανή ορχήστρα έπαιζε σε δυνατά ντεσιμπέλ και η αίθουσα ήταν πνιγμένη στον καπνό και την τηγανίλα. Ήταν επομένως αδύνατον να καθήσει κανείς και να φάει με ησυχία ή να μπορέσει ν' ανταλλάξει και καμιά κουβέντα μεταξύ τύρου και αχλαδίου. Πόσο μάλλον να φέρεις και μωρό μέσα σε τέτοιο περιβάλλον...
Ο μαγαζάτορας προσπάθησε να αντιπροτείνει την στεγασμένη αυλή ως χώρο με λιγότερη φασαρία. Εις μάτην. Κι εκεί ο θόρυβος και η κάπνα ήταν ανυπόφορα. Του εξηγήσαμε ευγενικά ότι περιμέναμε τους φίλους μας μ' ένα μωρό κι επιπλέον- το ίδιο ευγενικά- του είπαμε ότι δεν γνωρίζαμε περί ζωντανής ορχήστρας.

Όπως είπα και στην αρχή ο ένας από μας ήταν γνωστός του μαγαζάτορα. Πήγε λοιπόν μέσα και του είπε ότι η τελική μας απόφαση ήταν να ακυρώσουμε το τραπέζι.
Βγαίνοντας έξω μας ανακοίνωσε ότι δημιουργήθηκε δυσάρεστο κλίμα κι ότι ούτε λίγο, ούτε πολύ, εξαιτίας μας το μαγαζί ακύρωσε άλλες 6 παρέες.

Βρισκόμασταν ακόμα στον δρόμο και συζητάγαμε τι εναλλακτικές είχαμε, ενώ παράλληλα επιχειρήσαμε να ειδοποιήσουμε τους άλλους με το μωρό να μην έρθουν.

Τότε βγήκε απ' το μαγαζί κι ο άλλος συνέταιρος- όπως μάθαμε- ο οποίος σε πολύ άσχημο τόνο μας "κατσάδιασε" που δεν θέλαμε να καθήσουμε και κατέρριψε το επιχείρημα μας με το μωρό δείχνοντας μας παρέα στην οποία όντως ένα μωρό ολίγων μηνών κοιμότανε στο καρότσι, η περήφανη μητέρα του φύσαγε τον καπνό απ' το τσιγάρο της δίπλα του και η ομήγυρη χτύπαγε παλαμάκια τρώγοντας συγχρόνως χταπόδι.

Μακρυγόρησα ίσως, αλλά αυτό που θέλω να πω καταλήγοντας είναι ότι είμαστε εντελώς αντιεπαγγελματίες στον τρόπο με τον οποίο παρέχουμε υπηρεσίες και στην σχέση προσφοράς-ποιότητας.
Γι' αυτό και κάθε φορά που ακούγονται τα "τρομοκρατικά σενάρια" του ότι κινδυνεύει ο τουρισμός μας, δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι. Νομίζω μάλιστα ότι χαίρομαι κιόλας.

Καλή μας χρονιά...