Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2008

France!!!

Επιστρέφοντας την Κυριακή το βράδυ σε μια κρύα Αθήνα ένιωθα αυτό το μείγμα γλυκιάς κούρασης και μελαγχολίας.
Οι επιστροφές απ’ τα ταξίδια είναι αμείλικτες. Σε κάνουν να εκδύεσαι γρήγορα, αντανακλαστικά σχεδόν τους ωραίους ρυθμούς που είχες αποκτήσει για ένα διάστημα και να λειτουργείς σαν αυτόματο. Αρχίζεις να προγραμματίζεις πόσα πλυντήρια θα χρειαστεί να βάλεις μέσα στο διήμερο που ακολουθεί, τι θα φας το βράδυ αφού γυρνάς σε σπίτι με άδειο ψυγείο, τι θα ψωνίσεις την επόμενη μέρα απ’ το σούπερ μάρκετ που ευτυχώς είναι δίπλα στη δουλειά σου και δεν θα κουραστείς να κουβαλάς.
Λίγο αργότερα κι ενώ ο κάδος του πλυντηρίου ξεπλένει τα ίχνη των οσμών απ’ τα ξένα μέρη που περπάτησα, κάθομαι με ανακούφιση στον καναπέ παρέα με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και χαζεύω τις άρτι φορτωθείσες φωτογραφίες στο λάπτοπ. Τις βλέπω ξανά και ξανά σαν να θέλω να τα ζήσω όλα πάλι απ’ την αρχή. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπάρχει αυτή η ενοχλητική υπενθύμιση: να βρω πού έχωσα την τσάντα της δουλειάς και πού στο καλό έχω βάλει την κάρτα εισόδου μου. Και να βάλω και το ξυπνητήρι δέκα λεπτά νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο για να απολαύσω έναν καφέ πριν παραδοθώ ξανά στην ανελέητη καθημερινότητα...
Τη Δευτέρα το πρωί φτάνω στο γραφείο με αέρα εξωτερικού- έτσι λένε οι συνάδελφοι που γεύονται με απόλαυση τα σοκολατάκια που έφερα για κέρασμα. Ξεχνώ το password για τον υπολογιστή. Στην πέμπτη προσπάθεια ευτυχώς το θυμάμαι. Τα spam ξεπερνούν τα 1000. Το mailbox της δουλειάς και το προσωπικό στο yahoo γεμάτα.
Πίνω έναν καφέ και με θλίψη σκέφτομαι ότι τέτοια ώρα την περασμένη Δευτέρα επισκεπτόμουνα την πανέμορφη La Rochelle με τα τέσσερα λιμάνια της, το μικρό ψαροχώρι του 10ου αιώνα που σύντομα έγινε σπουδαίο εμπορικό κέντρο του Ατλαντικού χάρη στο κρασί και το αλάτι.
H La Rochelle ανέπτυξε σπουδαίες εμπορικές σχέσεις με την Αγγλία, την Ολλανδία, την Ισπανία και τον Καναδά σε όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα αλλά και αργότερα. Περπατήσαμε ανάμεσα στα τείχη στο παλιό λιμάνι και την παλιά πόλη που διατηρούν την γραφικότητα τους με τα πεζοδρομημένα δρομάκια, τα ωραία κτίρια, τους τρεις επιβλητικούς πύργους προς τη θάλασσα και τα αμέτρητα εστιατόρια με τα θαλασσινά. Μικρά πλοιάρια εκτελούν δρομολόγια για τα νησάκια île d’ Aix και île de Ré. Μας εντυπωσίασε το ωκεανογραφικό μουσείο που απ’ την στιγμή που μπαίνεις μέσα κλείνουν ερμητικά οι πόρτες και νομίζεις ότι είσαι σε υποβρύχιο που βυθίζεται.

Το Cognac το ερωτεύτηκα με το που πατήσαμε το πόδι μας. Πρόκειται για μια μικρή κωμόπολη στο νομό Poitou- Charentes. Το ξενοδοχείο που μείναμε ήταν ένα κτίριο του 17ου αιώνα, ανακαινισμένο με πολύ ζωντανά χρώματα και στυλ και με αρμονικό συνδυασμό του παλιού με το νέο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαμε την παράξενη αίσθηση ότι ζούμε σ’ ένα τεράστιο σπίτι και είμαστε μόνοι. Την Κυριακή και τη Δευτέρα το ξενοδοχείο αργεί κι έτσι ο ιδιοκτήτης αφού μας υποδέχτηκε και μας εξήγησε τα βασικά, μας έδωσε έναν κωδικό για να μπαινοβγαίνουμε και τον ξαναείδαμε την Τρίτη το πρωί!
Τρώγαμε πρωινό σε μια τεράστια σάλα με βαθύ κόκκινο χρώμα στους τοίχους, με καθρέφτες, ωραία τραπεζομάντιλα και μια παλιά ξύλινη κονσόλα που φυλάσσονταν τα πιατικά. Έξω η μικρή αυλή έδινε υποσχέσεις ότι το καλοκαίρι θα είναι πραγματικά ειδυλλιακά να τρως πρωινό ή βραδυνό εκεί και να περιβάλλεσαι από δεκάδες ετικέτες γαλλικών κρασιών και κονιάκ της περιοχής.
Στο Cognac γεννήθηκε το 1494 ο μελλοντικός βασιλιάς της Γαλλίας Φραγκίσκος ο 1ος που υπέγραψε τη συμφωνία για διέλευση του αλατιού απ’ τον ποταμό Charentes, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της πόλης. Το σπίτι του σήμερα είναι στην ιδιοκτησία της οικογένειας Otard που παράγει τα ομώνυμα κονιάκ. Κατά μήκος μάλιστα της όχθης του ποταμού βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο όλα τα μεγάλα maison de cognac: Hennessy, Martell, Rémy-Martin, Camus, Otard.
Από την 1η Απριλίου και ως το τέλος του Οκτώβρη πραγματοποιούνται εκδρομές με πλοιάρια στις ιδιοκτησίες των οικογενειών, επεξήγηση της παρασκευής του κονιάκ, εξοικείωση με τα σύμβολα παλαιότητας και δωρεάν δοκιμή.


Για την Angoulême τι να πρωτοπώ; Αυτή η πόλη που σχεδόν κανείς δεν τη γνώριζε απ’ όσους μας ρωτούσαν που θα πάμε, είναι η πρωτεύουσα του Poitou- Charentes. Χτισμένη ψηλά, ανάμεσα σε τείχη προσφέρει πανοραμική θέα στην Charentes και είναι μια πόλη που για τέσσερες μέρες κάθε Ιανουάριο ζει στους ρυθμούς ενός πολύ πετυχημένου διεθνούς φεστιβάλ. Το φεστιβάλ κόμικς της Angoulême ξεκίνησε πριν από 34 χρόνια σαν ιδέα να αναγεννηθεί η πόλη που παλιά υπήρξε η «πρωτεύουσα» του χαρτιού και κατέληξαν να γίνουν το σήμα κατατεθέν της. Παντού στους δρόμους έβλεπες σκίτσα από κόμικς και χάπενινγκς. Ακόμα και οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν εμπνευσμένες ως προς τη διακόσμηση από κινούμενα σχέδια. Έξω από μαγαζί καλλυντικών έβλεπα τον Corto Maltese να μας κλείνει πονηρά το μάτι δίπλα σε αντρικό γνωστό after shave. Τεράστια περίπτερα φιλοξενούσαν εκθέσεις κόμικς, άλμπουμ παλιά και καινούργια, κομίστες σου υπέγραφαν το βιβλίο σου κάνοντας σου ένα σκίτσο, οι καθεδρικοί ναοί της πόλης φιλοξενούσαν κι αυτοί εκθέσεις κινουμένων σχεδίων με εκκλησιαστικά θέματα. Φέτος γιορτάστηκαν πανηγυρικά τα 50 χρόνια των στρουμφ με υπαίθριες εκδηλώσεις παντού και χαμογελαστά πιτσιρίκια να επιδίδονται με μανία σε στρουμφικές δραστηριότητες. Φέτος το φεστιβάλ της Angoulême τιμούσε τον μεγάλο Αργεντινό κομίστα Jose Munoz με μια έκθεση έργων δικών του αλλά κι ένα σπουδαίο αφιέρωμα στα κόμικς της Αργεντινής σε όλο τον 20ο αιώνα. Η αίθουσα ήταν σκηνικό αργεντίνικου σπιτιού και μπαρ ενώ ακουγόταν απ΄ τα μεγάφωνα ένα αισθησιακό ταγκό.
Μπορώ να γράφω συνέχεια για τα κόμικς που έστω και τώρα κάπως καθυστερημένα λόγω ηλικίας μυήθηκα στον κόσμο τους. Το μυαλό μας γέμισε χιλιάδες εικόνες και τα μάτια μας δεν χόρταιναν να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά. Γεμίσαμε μια βαλίτσα μ’ αυτά που αγοράσαμε και είδαμε πριν αποχαιρετίσουμε το φεστιβάλ και μια καταπληκτική ταινία σε avant premiere, συλλογική δουλειά καλλιτεχνών κινουμένων σχεδίων, το «Peur(s) du Noir ».


Το Rochefoucauld κοντά στην Angoulême είναι ένα μικρούλι χωριό με ένα επιβλητικό κάστρο να δεσπόζει που δυστυχώς όμως ανοίγει μόνο κάθε Κυριακή. Στις όχθες του αποζημιωθήκαμε με μια τέλεια χειροποίητη σοκολάτα με φουντούκια από τη σοκολατερί που βρίσκεται εκεί.
Κι άλλη γαλλική ύπαιθρο απολαύσαμε το Σάββατο, επισκεπτόμενοι πρώτα μια μικρή εκκλησία με τοιχογραφίες Ναϊτών του 12ου αιώνα (κι αυτή δυστυχώς ήταν κλειστή) και στη συνέχεια πήγαμε στο Aubeterre sur Dronne που όχι άδικα ο guide bleu το χαρακτηρίζει ένα απ’ τα ωραιότερα χωριά της Γαλλίας. Αξίζει να αναφερθώ στην εντυπωσιακή μονολιθική εκκλησία του Saint Jean με βαπτιστήριο, κρύπτη, νεκρόπολη και σαρκοφάγους , χτισμένη μέσα σε βράχο.


Αφήνω για το τέλος τη Bordeaux για την οποία αφιερώσαμε μια μόνο μέρα και γιατί ήταν μακριά από κει που μέναμε αλλά και γιατί τελικά σ’ αυτό το ταξίδι οι εξοχές και τα χωριά μας κίνησαν περισσότερο το ενδιαφέρον. Η Bordeaux είναι μεγάλη πόλη, με αυτοκρατορικό στυλ που θυμίζει κάπως το Παρίσι, εντυπωσιακά μνημεία, ένα ωραίο θέατρο και τον ποταμό Garonne βέβαια στη μέση που διαχωρίζει το ιστορικό κέντρο απ’ την καινούργια πόλη.
Ολοκληρώνοντας, αν μπορεί κανείς να ολοκληρώσει σε λίγες γραμμές ένα ταξίδι, να μην ξεχάσω να πω ότι φάγαμε και ήπιαμε του σκασμού αφού η Γαλλία είναι μια χώρα που αν μη τι άλλο ξέρει να προσφέρει γευστικές απολαύσεις. Και εννοείται ότι θέλουμε να ξαναπάμε οπωσδήποτε! Εμένα ήδη μου λείπει η μικρή πόλη του Cognac.
A, κι αυτό δεξιά είναι la fauve η μασκώτ του φετεινού φεστιβάλ κόμικς. Δεν είναι κούκλα;

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Κίχλη

Με κάλεσε η Ρενάτα να αντισταθώ δια της ποιήσεως και αφήνω εδώ κάτι απ' τον αγαπημένο μου Γιώργο Σεφέρη:

Τ σπίτι κοντ στ θάλασσα

Τ σπίτια πο εχα μου τ πραν. τυχε
νά᾿ ναι τ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμο ξενιτεμο
κάποτε κυνηγς βρίσκει τ διαβατάρικα πουλι
κάποτε δν τ βρίσκει- τ κυνήγι
ταν καλ στ χρόνια μου, πραν πολλος τ σκάγια-
ο λλοι γυρίζουν τρελαίνουνται στ καταφύγια.
Μ μο μιλς γι τ᾿ ηδόνι μήτε γι τν κορυδαλλ
μήτε γι τ μικρούλα σουσουράδα
πο γράφει νούμερα στ φς μ τν ορά της-
δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια
ξέρω πς χουν τ φυλή τους, τίποτε λλο.
Καινούργια στν ρχή, σν τ μωρ
πο παίζουν στ περβόλια μ τ κρόσσια το λιου,
κεντον παράθροφυλλα χρωματιστ κα πόρτες
γυαλιστερς πάνω στ μέρα-
ταν τελειώσει ρχιτέκτονας λλάζουν,
ζαρώνουν χαμογελον κόμη πεισματώνουν
μ᾿ κείνους πο μειναν μ᾿ κείνους πο φυγαν
μ᾿ λλους πο θ γυρίζανε ν μποροσαν
πο χάθηκαν, τώρα πο γινε
κόσμος να πέραντο ξενοδοχεο.

Δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια,
θυμμαι τ χαρά τους κα τ λύπη τους
καμι φορά, σ σταματήσω-
κόμη
καμι φορά, κοντ στ θάλασσα, σ κάμαρες γυμνς
μ᾿ να κρεβάτι σιδερένιο χωρς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τ βραδινν ράχνη συλλογιέμαι
πς κάποιος τοιμάζεται να᾿ ρθε, πς τν στολίζουν
μ᾿ σπρα κα μαρα ροχα μ πολύχρωμα κοσμήματα
κα γύρω του μιλον σιγ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλι κα σκοτεινς δαντέλες,
πς τοιμάζεται ν ᾿ ρθει ν μ᾿ ποχαιρετήσει-

, μι γυναίκα λικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας π λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοσες λεξάντρεια,
π κλειστς πολιτεες σν τ ζεστ παράθυροφυλλα,
μ ρώματα χρυσν καρπν κα βότανα,
πς νεβαίνει τ σκαλι χωρς ν βλέπει
κείνους πο κοιμήθηκαν κάτω π᾿ τ σκάλα.

Ξέρεις τ σπίτια πεισματώνουν εκολα, σν τ γυμνώσεις.



Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008

Ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός κι εγώ...

Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει τελειώσει ο αγώνας, αλλά σε μια στιγμή που άνοιξα πριν την τηλεόραση κατάλαβα ότι το 3-0 είκοσι λεπτά πριν το τέλος, δύσκολα ανατρέπεται.

Η πρώτη μου σκέψη είναι να χαμογελάσω. Αν μη τι άλλο, δεν κινδυνεύει το αυτοκινητάκι μου να πυρποληθεί ή να βανδαλιστεί από οργισμένους Ολυμπιακούς που θα θέλουν να ξεσπάσουν. Οι Παναθηναϊκοί είναι πιο "κύριοι" σ’ αυτά- έτσι τουλάχιστον λέγεται...

Η δεύτερη σκέψη μου εκφρασμένη σε ωραιότατα αγγλικά είναι: so what? Δεν με νοιάζει καθόλου. Για την ακρίβεια καρφάκι δεν μου καίγεται για τον αποψινό αγώνα και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το ήξερα καν ότι υπάρχει αγώνας σήμερα αν δεν είχα τη «δυνατότητα» ν’ ακούω τις ιαχές απ’ το Καραϊσκάκη σπίτι μου ή αν δεν είχα πρόβλημα πού να παρκάρω κάθε φορά που γίνεται αγώνας και μαζεύονται οι κόκκινοι φίλαθλοι στη γειτονιά.

Βέβαια, σήμερα είχα κάθε ευκαιρία να πληροφορηθώ ότι το βράδυ αναμετρώνται οι αιώνιοι αντίπαλοι. (Φοβερά αυτά τα βαρύγδουπα)!

Οι συνάδελφοι στη δουλειά το λέγανε με χαρά ανάλογη της δικής μου όταν π.χ έχω δει μια καλή παράσταση στο θέατρο... (μην με πείτε ψωνισμένη, καθένας με τα βίτσια του).

Στο φέρυ που ερχόμουνα απ’ τη Σαλαμίνα, οι λιγοστοί επιβάτες ήταν προσηλωμένοι στη μικρή οθόνη. Μάλιστα, πριν φτάσουμε είχε ήδη μπει και τον πρώτο γκολ. Οι μηχανές του φέρυ μου φαίνεται ότι γκάζωσαν λιγάκι σήμερα, ίσα για να φτάσουμε 5 λεπτά νωρίτερα να δούνε και οι υπόλοιποι του πληρώματος τον αγώνα. Το Πέραμα πιο άδειο από ποτέ, η διαδρομή ως το σπίτι συγκλονιστική. Αν δεν υπήρχαν και τα φανάρια, θα’χα φτάσει σε ελάχιστα λεπτά, σαν να ήταν Δεκαπενταύγουστος έμοιαζε, εγώ και κάτι ταξί μόνο στον δρόμο. Οδηγούσα και σκεφτόμουνα με αγωνία πού στο καλό θα παρκάρω. Το είπα και πιο πάνω, το σπίτι είναι πολύ κοντά στον τόπο του εγκλήματος ή στον Ναό (διαλέχτε και πάρτε!).

Δεν θα ξεχάσω τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε όπου γυρνάγαμε κατάκοποι από ταξίδι, σχόλαγε το γήπεδο και κάναμε σχεδόν μια ώρα να προσεγγίσουμε την περιοχή. Επειδή το να μπούμε και στο στενό του σπιτιού μας φάνταζε σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, καθίσαμε σε παρακείμενο σουβλατζίδικο και συνδυάσαμε το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Παραδόξως, σήμερα το βράδυ πάρκαρα έξω ακριβώς απ’ το σπίτι. Ο καλός Θεός της μπάλας με καλοπιάνει για να μην καταφερθώ εναντίον του αθλήματος.

Όταν ήμουνα μικρή, αποφάσισα να γίνω Ολυμπιακός για να διαφοροποιηθώ απ’ τον Παναθηναϊκό αν και Πειραιώτη μπαμπά και τον επίσης Παναθηναϊκό αδερφό μου αφενός και για να αποκτήσω κοινά σημεία με τον συμμαθητή Ολυμπιακό που είχα βάλει στο μάτι εκείνη την εποχή. Κι έτσι μου έμεινε. Παρόλα αυτά, ουδέποτε έχω ασχοληθεί με ποδόσφαιρο και τρεις φορές μόνο έχω καταφέρει να δω ολόκληρο αγώνα, την περίοδο του ευρωπαϊκού της Λισσαβώνας όπου με είχε συνεπάρει κι εμένα το πατριωτικό...

Θυμώνω με τοους φανατισμένους φιλάθλους και μ’ αυτούς που τους φανατίζουν ακόμα πιο πολύ. Εκνευρίζομαι που την επόμενη μέρα η γειτονιά μου είναι ένα απέραντο σκουπιδαριό από πλαστικά μπουκάλια και χαρτί που περιείχε χοτ- ντογκ. Βρίσκω αντιαισθητικό το θέαμα των χιλιάδων αυτοκινήτων παρκαρισμένων όπως- όπως, ακόμα και διπλή σειρά πάνω στη γέφυρα, καθώς και τους πάγκους με τα κασκώλ και τις σημαίες. Βρίσκω και απαράδεκτα την ανοχή και τα στραβά μάτια της αστυνομίας για τα παρκαρισμένα. Μόνο η μπάλα φαίνεται αποτελεί άλλοθι για να γλυτώσεις μια κλήση...

Τελοσπάντων! Ας το δω χιουμοριστικά όλο αυτό αφού δεν είχε καμία αρνητική επίπτωση πάνω μου ( μέχρι στιγμής- ας μην αποκλείουμε και το ενδεχόμενο βανδάλου Παναθηναϊκού που θα τα βάλει με το κόκκινο αυτοκινητάκι μου λόγω χρώματος και μόνο- χτυπάμε ξύλο εδώ) και με δεδομένο ότι θα κοιμηθούμε ήσυχοι μάλλον απόψε λόγω της νίκης. Στο κάτω- κάτω της γραφής, εγώ δεν έχω και κανένα όφελος, ηθικό, οικονομικό ή άλλο απ’ τον αποψινό αγώνα.

Και σε τελευταία ανάλυση, το αστείο είναι ότι τόσο το πράσινο όσο και το κόκκινο είναι τα δύο αγαπημένα μου χρώματα. Σε αποχρώσεις του πράσινου είναι οι μπότες που έχω βάλει στο μάτι, ενώ κόκκινη είναι η αγαπημένη μου τσάντα....

ΥΓ: Α, μόλις πρέπει να έληξε ο αγώνας γιατί ακούω τις κόρνες της νίκης. 4-0 τελικά!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008

Πελατειακός ρατσισμός...

Είχε γράψει πριν από καιρό η Έλενα Ακρίτα ένα πολύ ωραίο κείμενο στη στήλη που έχει κάθε βδομάδα στα Νέα.
«Δίκιο έχει», αναφώνησα μόλις τη διάβασα. «Καλά τα λέει. Με ποιο δικαίωμα μας ζητάνε ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και τηλέφωνο για μια απλή απόδειξη;»
Θυμήθηκα πόσες φορές έχω αγανακτήσει κι εγώ, είτε γιατί βιαζόμουνα και οι συνεχείς ερωτήσεις της πωλήτριας με καθυστερούσαν, είτε γιατί πολύ απλά δεν έβρισκα τον λόγο να κοινοποιήσω προσωπικά μου στοιχεία. Μια φορά που ρώτησα εμφανώς εκνευρισμένη, «μα τι τα θέλετε όλα αυτά;» έλαβα ως απάντηση ένα «έτσι μας έχουν πει… να ρωτάμε, εγώ μια απλή υπάλληλος είμαι…» και η συζήτηση έλαβε τέλος.

Προχθές όμως, εξοργίστηκα πολύ μαθαίνοντας ότι τελικά σε κάποια καταστήματα πάνε και παραπέρα αποδεικνύοντας ότι έχουν μεγάλο θράσος.
Φιλικό μου ζευγάρι πήγε σε γνωστό κατάστημα της περιοχής του Χαλανδρίου που εμπορεύεται επώνυμα χειροποίητα χαλιά.
Είχε αγοράσει προ καιρού απ’ το ίδιο κατάστημα ένα χαλί και πήγαινε τώρα για το δεύτερο.

Την ώρα που περιμένανε για να εξυπηρετηθούν, η κοπέλα απ’ το ζευγάρι πλησίασε το γραφείο του μαγαζιού στο οποίο δεν καθόταν κανείς εκείνη την ώρα κι άρχισε να το περιεργάζεται βρίσκοντας το του γούστου της. Έπεσε το μάτι της σε κάποιες σκόρπιες καρτέλες πάνω στο γραφείο. Στην πάνω- πάνω διέκρινε τα ονοματεπώνυμα τους, τον χαρακτηρισμό «μεσαίου εισοδήματος», τόπος κατοικίας: «….» και στις παρατηρήσεις την ένδειξη: «μην ασχοληθείτε και πολύ μαζί τους.»!!!

Επρόκειτο δηλαδή για σημειώσεις του καταστήματος στα πλαίσια του κρατάω αρχείο με το προφίλ των πελατών για να τους βοηθήσω καλύτερα στις επιλογές τους.
Με άλλα λόγια, μπούρδες!
Όταν λοιπόν το ζευγάρι της ιστορίας μας είχε κάνει την πρώτη αγορά, κλήθηκε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις προκειμένου να συγκροτηθεί το προφίλ τους κι έτσι να επιλέξουν το χαλί που τους ταίριαζε περισσότερο.
Προφανώς τους ζήτησαν και στοιχεία εισοδήματος, αλλιώς πώς να εξηγήσω την κατάταξη τους σε πολίτες μεσαίου εισοδήματος;
Εδώ τα παιδιά είναι φάουλ. Γιατί δέχτηκαν να απαντήσουν σε τέτοια ερώτηση; Δεν σκέφτηκαν ότι αυτό εμπίπτει στα προσωπικά δεδομένα τους κι ότι δεν αποτελεί στοιχείο που θα βοηθούσε το μαγαζί να φτιάξει το προφίλ τους;
Εντάξει, προφανώς δεν το σκέφτηκαν λόγω αφέλειας απ’ την οποία όλοι μας λίγο πολύ την έχουμε κάποια στιγμή πατήσει. Ή βρέθηκαν σε δύσκολη θέση ή ακόμα και να κολακεύτηκαν που «κοτζάμ μαγαζάρα» ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τον πελάτη και συντάσσει προφίλ στοχεύοντας στην εύρεση του ιδανικού χαλιού… Δεν ξέρω ποιος λόγος πραγματικά τους έκανε να απαντήσουν και δεν είναι αυτό το θέμα μου.
Την μεγαλύτερη ευθύνη την έχει το ίδιο το κατάστημα κι εδώ υπάρχει ολόκληρη σειρά φάουλ.

Θες τάχα να βοηθήσεις τους πελάτες σου ή τους υποψήφιους έστω πελάτες σου να διαλέξουν χαλί;
Γιατί τότε δεν τους ρωτάς τα χρώματα που τους αρέσουν, το στυλ επίπλωσης που έχουν, το μέγεθος του χώρου για τον οποίο προορίζεται το χαλί κι άλλες ανώδυνες ερωτήσεις αλλά κατάλληλες να εξυπηρετήσουν τον προαναφερθέντα σκοπό;
Η ερώτηση εισοδήματος πώς δένει με το τι τύπος χαλιού ταιριάζει στους εκάστοτε πελάτες;
Η απαξίωση στις παρατηρήσεις «μην ασχοληθείτε πολύ μαζί τους» δεν προσβάλλει βασικά το μαγαζί αφού καμία δουλειά και κανένα εισόδημα δεν είναι ντροπή γι’ αυτόν που το λαμβάνει; Τι σε νοιάζει ποιο είναι το εισόδημα του άλλου και σε ποια περιοχή μένει; Αν πληρώσει κάποιες χιλιάδες ευρώ για ένα χαλί και το εκκαθαριστικό του είναι χαμηλό, την ώρα του ταμείου, δεν θα καταδεχτείς να τα πάρεις;
Υπάρχουν άραγε χαρτονομίσματα ευρώ που διακρίνονται ανάλογα με το σε πόσο ακριβό, φιρμάτο πορτοφόλι κατοικούν ή ανάλογα με το τι ακριβώς δουλειά κάνει αυτός που τα κερδίζει;
Η πωλήτρια που έγραψε την παρατήρηση στο συγκεκριμένο κατάστημα είναι άραγε πλούσια και κατοικεί στα ακριβά βόρεια προάστεια; Κι αν ναι, γιατί εργάζεται και δεν κάνει μασάζ κάθε Σάββατο πρωί;
Κι αν δεν ευθύνεται η πωλήτρια- εγώ εντολές εκτελώ- αλλά η διεύθυνση ή η ιδιοκτησία της επιχείρησης, τότε κύριοι, είστε ανόητοι, διότι το προφίλ των παιδιών και τις παρατηρήσεις που το συνοδεύουν το γράψατε ενώ είχατε εισπράξει απ’ αυτούς και 1000 ευρώ για το πρώτο χαλάκι που αγόρασαν την πρώτη φορά που ήρθαν και τους είδατε ξανά να σας επισκέπτονται, πράγμα που δηλώνει την επιθυμία αυτών των παιδιών του μεσαίου εισοδήματος να τα σκάσουν και πάλι χοντρά για ένα δεύτερο χαλάκι...

Έχω θυμώσει πολύ από την ώρα που άκουσα την ιστορία την οποία και σαφώς δεν αμφισβητώ ούτε στο ελάχιστο, γιατί συμβαίνει να γνωρίζω και τι επιπτώσεις είχε στα παιδιά. Η θλίψη που μου γεννήθηκε απ’ το παραπάνω περιστατικό έχει να κάνει με την αδιαμφισβήτητη πια διαπίστωση ότι τελικά για τον σημερινό κόσμο οι άνθρωποι έχουν αξία μόνο με βάση τα χρήματα που κερδίζουν και που ξοδεύουν. Κάποιοι ανάμεσα μας μπορούμε ίσως ακόμα να αντιδρούμε μ’ αυτά που συμβαίνουν και με τους μηχανισμούς στους οποίους εμπλεκόμαστε κι εμείς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξη για τις επερχόμενες γενιές.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

2008!



Επανακάμπτω λοιπόν μετά από την απουσία των διακοπών.
Φέτος μου άρεσε πολύ γιατί βασικά δεν έκανα κανέναν απολογισμό. Δεν ήθελα, δεν μου χρειάστηκε, έχει άλλωστε αρχίσει να μ' εκνευρίζει φοβερά αυτό το ...από Δευτέρα ή απ' τον καινούργιο χρόνο. Αν είναι να κάνεις κάτι, κάντο τώρα.

Δεν γκρίνιαξα πολύ που δεν πήγα ταξιδάκι, ίσως γιατί θα πάω κατόπιν εορτής...
Τι άλλο;
Α, μαγείρεψα πολύ φέτος στις γιορτές, τόσο πολύ που τώρα που το σκέφτομαι δεν το πιστεύω! Μου άρεσε όμως γιατί και στις τρεις περιπτώσεις το έκανα για ανθρώπους που ήθελα να περάσουν καλά και δεν θα διστάσω να το επαναλάβω
Σάπισα δυο απογεύματα στη σειρά στον καναπέ διαβάζοντας και τελειώνοντας επιτέλους το "Δέκα" του Καραγάτση για το οποίο άλλωστε έχω ήδη μιλήσει και άρχισα και το "Παλιοκόριτσο"(όχι, ο τίτλος δεν υπονοεί τίποτα) του Μάριο Βάργκας Λιόσα.
Είδα φίλους και χάρηκα ιδιαιτέρως δυο Παρασκευές που βρέθηκε με κοριτσοπαρέα και τα λέγαμε...
Απέκτησα το πορτρέτο μου- αυτό της Αλεπούς- που θα γερνάω εγώ και θα μένει αναλλοίωτο στο χρόνο εκείνο, σαν τον Ντόριαν Γκρέυ, στο πιο normal όμως! Είναι τέλειο από κάθε άποψη και το βράδυ θα ανεβάσω και φωτογραφία.
Ξενύχτησα μια μέρα στη δουλειά, μένοντας μαζί με άλλους δύο συναδέλφους ως τη 1.30 π.μ. Κέρδισα βέβαια day off την επομένη, αλλά η κούραση παρέμεινε.
Γιόρτασα τα γενέθλια μου με πρωτότυπο τρόπο: πήγαμε στο θέατρο αντί για φαγητό, αφού έτσι κι αλλιώς τα γενέθλια μου συμπίπτουν χρονικά με το τέλος των γιορτών κι έχουμε όλοι κάνει τις σχετικές υπερβάσεις σε φαγητό και ποτό. Με το θέατρο θρέψαμε τις άλλες μας αισθήσεις και τις εντυπώσεις ελπίζω να τις ανεβάσω το βράδυ στο άλλο μπλογκ.
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τελικά τις βαριέμαι μάλλον τις γιορτές, γιατί κουράζομαι πολύ μέχρι να έρθουν, αφού όλο εκκρεμότητες μαζεύονται και κατά τη διάρκεια τους φορτώνομαι με άγχος για το τι θα προλάβω να κάνω και ποιους θα προλάβω να δω και τελικά ούτε τα μισά δεν προλαβαίνω.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

Δανάη


Αυτό το ζωγράφισε η Δανάη που είναι 4 χρονών και μου το χάρισε για τα Χριστούγεννα!

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

Μετράω σημάδια ευτυχίας!

Αλήθεια είναι! Το λέω τώρα που τα πράγματα βαίνουν προς μια ολοκλήρωση, αφού το bazaar κλείνει σε λίγες ώρες.
Όταν επεδίωξα να γνωρίσω την Τίνα, δεν ήξερα σε τι ωραία περιπέτεια θα έμπαινα, ούτε και πώς θα της φαινόταν όλο αυτό που είχα να της πω. Πάω στοίχημα ότι ενώ μου απαντούσε πολύ σοβαρά σ' αυτά που της έλεγα, από μέσα της θα έλεγε "Μήπως έχω μπλέξει με τρελλή;"
Ωραία τρέλλα είναι Τίνα μου ο εθελοντισμός και το λέω σε σένα που το έχεις αποδείξει εδώ και χρόνια, στις κυρίες που ακούραστα δημιουργούν κάθε χρόνο αυτά τα αριστουργήματα ψυχής, από φαγώσιμα μέχρι στολίδια και στη Μάτα και τον Κώστα βέβαια που μας έκαναν κοινωνούς σ' αυτό το όνειρο ζωής για ίσα δικαιώματα μόρφωσης σε όλους, ανεξάρτητα από κοινωνικά ή οικονομικά κριτήρια, ανεξάρτητα από χρώμα και ράτσα.
Σε ό, τι με αφορά, εκείνη η μέρα στο τέλος του Σεπτέμβρη που πρωτοσυναντηθήκαμε, νομίζω ότι σηματοδότησε μια μικρούλα αλλαγή φιλοσοφίας ζωής. Ο πρώτος στόχος ήταν να πείσω τους άλλους ότι αξίζει και πρέπει να βοηθήσουν, ο δεύτερος να συνεχίσω να λέω στον εαυτό μου ότι παρά την κούραση και τις δεκάδες υποχρεώσεις του φετεινού χρόνου, πρέπει να φτάσουμε ως το τέλος. Να επιτευχθεί ο στόχος!
Ευχαριστώ πολύ!

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2007

ΔΡΟΜΟΙ ΖΩΗΣ

Οι Δρόμοι ζωής είναι μια ευκαιρία να δείξουμε και να αποδείξουμε ότι υπάρχουν ανάμεσα μας ευαίσθητοι και συνειδητοποιημένοι άνθρωποι κόντρα στο ρεύμα ενός κράτους με ανύπαρκτο κοινωνικό πρόσωπο, κόντρα σε κάθε είδους συμφέροντα και κίνητρα οικονομικής φύσεως ή προβολής. Ο εθελοντισμός μπορεί και πρέπει να μας κάνει να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Ποιος είπε ότι δεν υπάρχουν ακόμα Δον Κιχώτες;

Οι Δρόμοι Ζωής σας προσκαλούν το Σάββατο 8 (10:00 π.μ. – 22:00 μ.μ.) και την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου (10:00 π.μ. – 20:00 μ.μ.) στο καθιερωμένο Χριστουγεννιάτικο Bazaar, Περσεφόνης 49, 3ος όροφος, δίπλα στο σταθμό του μετρό «Κεραμεικός».
Θα έχετε την ευκαιρία, μέσα σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα γεμάτη εκπλήξεις, να διαλέξετε Χριστουγεννιάτικα δώρα και στολίδια, σπιτικά γλυκά και λιχουδιές, όλα φτιαγμένα με μεράκι και αγάπη.
Το Σάββατο 8 Δεκεμβρίου μετά τις 8:00 το βράδυ στα πλαίσια του Bazaar, θα κάνουμε και το Χριστουγεννιάτικο πάρτυ μας.
Σας περιμένουμε,

Υποστήριξη κοινωνικά αποκλεισμένων
παιδιών και οικογενειών
Γαργηττίων 12, Γκάζι
118.54 ΑΘΗΝΑ
Τηλ. : 210 3474218

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

Odette Toulemonde/ Η Οντέτ στα άστρα

Η Odette Toulemonde είναι μια πολύ ευχάριστη ταινία γαλλοβελγικής παραγωγής.

Η Odette Toulemonde (στα γαλλικά tout le monde σημαίνει ο καθένας αλλά ακούγεται το ίδιο με το Toulemonde) είναι μια 40χρονη χήρα που ζει στη Charleroi του Βελγίου μαζί με τον γιο και την κόρη της. Δουλεύει πωλήτρια στο τμήμα καλλυντικών ενός πολυκαταστήματος και για να συμπληρώσει το εισόδημά της φτιάχνει φτερά για τις χορεύτριες των παρισινών καμπαρέ.

Η Odette είναι η προσωποποίηση της χαράς και της ευτυχίας για τους γύρω της. Έχει αστείρευτη ενέργεια και προσλαμβάνει πάντα τη θετική πλευρά της ζωής. Έχει οργανώσει με επιμέλεια τον προσωπικό της χώρο: συλλογή με κούκλες, χαρούμενα χρώματα, έχει αποδεχτεί πλήρως τον γκέι γιο, τη νευρόσπαστη κόρη με συμπεριφορά αγοροκόριτσου, τον βρωμύλο γκόμενο της κόρης, τον ιδιόρρυθμο γείτονα Jesus, τους συναδέλφους της κόκ.

Δυο πράγματα γεμίζουν απόλυτα την καθημερινότητα της απλοϊκής εκ πρώτης όψεως Odette: τραγουδάει Τζόζεφιν Μπέικερ και διαβάζει Μπαλταζάρ Μπαλζάν (το επώνυμο είναι σαφές ότι παραπέμπει στον Μπαλζάκ).

Η τύχη παίζει τα γνωστά παιχνίδια της κι ο Μπαλζάν που για το ευρύ κοινό είναι πλούσιος, διάσημος κι άρα ευτυχής; παθαίνει κατάθλιψη και βρίσκεται στο κατώφλι της Odette ζητώντας της να τον περιθάλψει.

Η συνέχεια επί της οθόνης αποκαλύπτει μια πολύ δυνατή κι έξυπνη γυναίκα που κάτω απ' το καλοσυνάτο της πρόσωπο, κρύβει καλά τη μοναξιά της κι έχει πλήρη επίγνωση της προσωπικότητας και της κατάστασης της, χωρίς όμως να μέμφεται κανέναν γι' αυτό. Η Odette παραδίδει μαθήματα αξιοπρέπειας, απλότητας και ανθρωπιάς. Διδάσκει πως η ευτυχία δεν χαρίζεται χωρίς προσπάθεια, δεν είναι αυτονόητη και δεν εξαγοράζεται.

Στέκομαι ιδιαιτέρως στην πρωταγωνίστρια Catherine Frot που είναι μια απ' τις πιο επιτυχημένες κομεντιέν στη Γαλλία, τόσο στον κινηματογράφο όσο και το θέατρο. Η ερμηνεία της είναι απολαυστική.
Φεύγει κανείς απ' τον κινηματογράφο με μια αίσθηση ζεστασιάς και χαμόγελου κι έτσι κλείσαμε κι εμείς τρυφερά το κυριακάτικο βράδυ μας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007

Περσέπολις


Το καλοκαίρι νομίζω πρόσεξα για πρώτη φορά αφίσα που διαφήμιζε την "Περσέπολη"και την είχα βάλει στα υπόψιν του χειμώνα.

Ο στόχος επετεύχθη πριν μια βδομάδα σ΄ένα κατάμεστο Αττικόν που ήταν άλλωστε και ο μόνος κινηματογράφος που την έπαιζε κατ' αποκλειστικότητα. (Αυτή τη βδομάδα, διάβασα ότι παίζεται και αλλού).

Τον τίτλο "Περσέπολις" έδωσε η Μαρζάν Σατραπί εξιστορώντας την ιστορία της ζωής και της οικογένειας της από το 1978 και τις τελευταίες μέρες του Σάχη στην εξουσία μέχρι το 1994 και την μετανάστευση της στο Παρίσι.

Δεκαέξι χρόνια περάσανε μπροστά απ' τα μάτια μας μέσα από τις φιγούρες ενός πολύ καλοφτιαγμένου κόμικ και με ανάγκη να ειπωθούν εξαιρετικά σοβαρά πράγματα με απλό, όχι όμως και απλοϊκό τρόπο.

Η ιστορία που κατέγραψε η Σατραπί είναι η ιστορία της πατρίδας της και οι αλλαγές που βίωσαν οι άνθρωποι στην καθημερινότητα τους όταν το καθεστώς του Χομεϊνί επέβαλλε έντονο θρησκευτικό κλίμα, ανελευθερία και καταπίεση.

Το ότι η ηρωίδα προέρχεται από μια οικογένεια διανοούμενων δίνει περισσότερο ενδιαφέρον στην ιστορία, αφού οι βαθειές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές τους πλήττουν άμεσα.

Το γεγονός ότι η συγγραφέας είχε την τύχη να γεννηθεί στην Ανατολή από προοδευτικούς γονείς και να φύγει για τη Δύση ωθούμενη και τις δυο φορές απ' τους γονείς της, απαλλάσσει την αφήγηση της ταινίας απ' τα κλισέ, τα μελό και το δήθεν διανοουμενίστικο κλίμα.

Η Σατραπί δεν φτιάχνει κόμικ απλώς για να γελάσουμε. Στη ζωή άλλωστε το γέλιο και το κλάμα οφείλουν να συνυπάρχουν κι αυτό μιμείται σε ιδανικές συνθήκες και η Τέχνη. Το κόμικ της, δεν απευθύνεται σε μικρά παιδιά γιατί βρίθει κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων που τα μικρά παιδιά δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν.

Επέλεξε όμως να μας μιλήσει για τη ζωή της με κόμικ, σαν μια προσπάθεια ίσως να επαναφέρει στη μνήμη της τον τρόπο με τον οποίο εκείνο το μικρό κορίτσι των 6 και 7 χρόνων βίωνε αυτές τις αλλαγές από την αλάνα που έπαιζε με τα γειτονόπουλα μέχρι την ατίθαση εφηβεία, την ενηλικίωση, το ταξίδι, τον γάμο, το διαζύγιο και το τελικό φευγιό.

Το θέμα που πραγματεύεται η Σατραπί, εκτός των άλλων, είναι και θέμα ταυτότητας. Η νεαρή Μαρζάν βιώνει έναν ρατσισμό στην Αυστρία που πάει να σπουδάσει βγαίνοντας για πρώτη φορά απ' τη χώρα της. Προσπαθεί να εξομοιωθεί με τους ντόπιους εκεί κι όταν αντιλαμβάνεται τη δυσκολία ενσωμάτωσης, κυριεύεται απ' τον νόστο για την πατρίδα της. Τα λίγα χρόνια που θα προσπαθήσει να ζήσει ξανά στην Τεχεράνη θα της δώσουν ένα ακόμα μάθημα του πώς είναι να νιώθεις ξένος στην ίδια σου τη χώρα. Αυτή τη φορά θα φύγει οριστικά, αφού θα έχει κάνει τον προσωπικό της κύκλο. Στη νέα της πατρίδα η Μαρζάν κουβαλάει παλιό, πολύτιμο πολιτισμό και μνήμες που την γεμίζουν αισιοδοξία.
Στη Γαλλία, το "Περσέπολις" κυκλοφόρησε σε τέσσερεις τόμους (2000, 2001, 2002, 2003) .

Το κόμικ, μεταξύ άλλων διακρίσεων, τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου από το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικ της Ανγκουλέμ, ενώ το περιοδικό Time το συμπεριέλαβε στον κατάλογο με τα καλύτερα κόμικς του 2003.

Στην Ελλάδα κυκλοφορεί σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Ηλίβατον.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2007

Έλεος πια!

Χτες το βράδυ θύμωσα πολύ. Ο λόγος ήταν αυτό που αντίκρυσα στην έξοδο του Μετρό στο Σύνταγμα.
Θα έχετε προσέξει φαντάζομαι ότι υπάρχει μια μεγάλη αίθουσα λίγο πριν την έξοδο που συνήθως φιλοξενεί εκθέσεις. Έχω δει κατά καιρούς κάποιες μικρές εκθέσεις ζωγραφικής ή ενημερώσεις για κάποιο θέμα επικαιρότητας, πχ για το Aids κατά την παγκόσμια ημέρα του Aids κλπ.
Χτες όμως, λειτουργούσε έκθεση τραπεζών. Εξηγούμαι: όλες οι γνωστές τράπεζες είχαν από ένα περίπτερο με σκοπό να ενημερώνουν για δάνεια και κάρτες.
Το concept - φαντάζομαι- είναι εύκολο να το αντιληφθούμε: πάει ο ανυποψίαστος πολίτης να ρίξει μια ματιά και τον γραπώνουν ευγενέστατοι υπάλληλοι όπου του κάνουν πλύση εγκεφάλου για τις υπηρεσίες που του παρέχουν. Όλα είναι εξαιρετικά ευνοϊκά στην αρχή. Η τράπεζα σου δίνει ζεστό χρήμα, άμεσα, αλλά ξεχνάει να σου επισημάνει τα μικρά γράμματα του συμβολαίου στο κάτω μέρος του οποίου φιγουράρει η υπογραφή σου: υψηλά επιτόκια, κυμαινόμενα επιτόκια, μίνιμουμ μηνιαίας καταβολής κόκ.
Κι έτσι εμπλέκεσαι σ' έναν απίστευτο κυκεώνα όπου χάνεις τη μπάλα και δεν μπορείς να δραπετεύσεις, ενώ είσαι χρεωμένος μέχρι το λαιμό.
Τα τελευταία χρόνια όλοι το έχουμε δει το έργο, άλλοι σαν θεατές κι άλλοι σαν πρωταγωνιστές. Οι διαφημίσεις τραπεζικών προϊόντων μας κατακλύζουν από παντού, ενώ συνήθως μας ενοχλούν κι απ' το τηλέφωνο προτείνοντας μας κάτι σχετικό. Όταν δε, πλησιάζει περίοδος εορτών ή καλοκαίρι, τα πράγματα παίρνουν πιο συγκεκριμένη μορφή αφού μας χτυπάνε στο ευαίσθητο σημείο μας: εορτοδάνεια και διακοπών. Το Πάσχα μάλιστα, οι "καλές" τράπεζες σου δίνουν λεφτά για να πάρεις λαμπάδα και παπούτσια για το βαφτιστήρι σου. Οι "καλές" όμως τράπεζες εμφανίζουν τους "ευγενικούς" υπαλλήλους τους μόνο πριν. Μετά, την ώρα της κρίσης, την ώρα που πρέπει να πληρώσεις δηλαδή και δεν ευκολύνεσαι, σου δείχνουν και το πρόσωπο πίσω απ' τη μάσκα.
Πέρυσι, έπεσε στα χέρια μου και free press έντυπο στο μετρό που η θεματολογία του είναι απολύτως σχετική με κάρτες, δάνεια και συμβουλές (που ευνοούν τις τράπεζες- εννοείται αυτό).
Ζούμε σε μια άκρως καταναλωτική κοινωνία και παραδέχομαι ότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες αντιστάσεις σχετικά με τις αγορές που αντέχει το πορτοφόλι μας να κάνουμε χωρίς να βρεθούμε υπόχρεοι. Λυπάμαι όμως πολύ που τα πράγματα έχουν πάρει ανεξέλεγκτη τροπή και δεν μας προφυλάσσει κανείς απ' αυτό στο οποίο εύκολα μπορούμε να παγιδευτούμε. Και δεν μιλάω μόνο για ανθρώπους που δεν γνωρίζουν πολλά και είναι εύκολα θύματα ή γι' αυτούς που δεν έχουν και πιθανόν να χρησιμοποιούν την κάρτα για τα ψώνια της εβδομάδας. Δοσοληψίες με τράπεζα έχουμε λίγο πολύ όλοι και ανά πάσα στιγμή μπορούμε να την πατήσουμε, όσο έξυπνοι κι αν περνιόμαστε.

Για την ιστορία του πράγματος, δεν μπήκα χτες στη μεγάλη αίθουσα με τα περίπτερα, αφενός γιατί βιαζόμουνα, αφετέρου γιατί δεν είχα λόγο, αλλά ούτε και διάθεση να προσπαθώ ευγενικά να αποφύγω τις ενδεχόμενες πιέσεις. Μια κλεφτή ματιά απέξω έριξα, απλώς και μόνο για να δω ποιες Τράπεζες συμμετείχαν.
Αναρωτιέμαι όμως πόσοι μπήκαν ή θα μπουν για όσο διαρκέσει αυτό και με ποιο τίμημα εξήλθαν.

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

Η «Κερένια Κούκλα».




Διάβασα την «Κερένια κούκλα» το καλοκαίρι του 2006, κυρίως από περιέργεια για τη συγγραφική δεινότητα του Χρηστομάνου αλλά και γιατί αμυδρά θυμόμουν εικόνες απ’ την τηλεοπτική της μεταφορά, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 υποθέτω, στην ασπρόμαυρη δημόσια τηλεόραση. (ΕΡΤ ή ΥΕΝΕΔ, θα σας γελάσω).Θυμάμαι την ηθοποιό που ενσάρκωνε την άρρωστη Βιργινία, ήταν η Νόνη Ιωαννίδου όπως θα μάθαινα εκ των υστέρων. Αν και δεν πολυκαταλάβαινα τότε τι πραγματευόταν ακριβώς το σήριαλ, το χάζευα γιατί με μάγευε η φωνή της. Κι έτσι, επί σειρά ετών είχα πέσει στην πλάνη ότι η «Κερένια Κούκλα» ήταν η Βιργινία, δηλαδή η ηρωίδα που ενσάρκωνε η Νόνη Ιωαννίδου. Δεν ήταν όμως. Αν και θα μπορούσε να είναι. Αλλά αυτό το καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας το βιβλίο...

Ο Χρηστομάνος υπήρξε εστέτ και συμβολιστής, χαρακτηριστικά που διακρίνονται εύκολα αν διαβάσει κανείς κάτι δικό του. Και βέβαια η συγγραφική του δραστηριότητα δεν περιορίζεται στην «Κερένια κούκλα», αλλά αυτή μας ενδιαφέρει επί του παρόντος.
«Η Κερένια κούκλα» είναι γεμάτη συμβολισμούς, αλλά κυριαρχεί ένας βασικός που τον μαρτυράει κι ο ίδιος ο τίτλος της. Είναι το μωρό που γεννιέται ασθενικό και μοιάζει με τη Βιργινία, είναι και η Βιργινία που καθηλώθηκε σ’ ένα κρεββάτι παρατηρώντας την ομορφιά και τα νειάτα της να λειώνουν απ’ την αρρώστεια .

Η Κερένια Κούκλα γράφτηκε το 1908 και δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα «Πατρίς». Εκδόθηκε απ’ τον οίκο Φέξη το 1911, χρονιά θανάτου του συγγραφέα της- ούτε ο ίδιος ο Χρηστομάνος δεν θα μπορούσε να προβλέψει αυτόν τον συμβολισμό/ σύμπτωση... με πλήρη τίτλο: «Η Κερένια κούκλα. Αθηναϊκό μυθιστόρημα».


Έγινε θεατρικό έργο από τον Παντελή Χόρν (στις 14 και 15 Ιουλίου 1915 από τον θίασο της Κυβέλης σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου- δυστυχώς δεν διασώθηκε το κείμενο του Χορν), ταινία από τον Μιχ. Γλητσό (η πρώτη μεταφορά ελληνικού λογοτεχνικού έργου στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια την Βιργινία Διαμάντη, το 1916), έγινε ξανά ταινία απ’ τον Μαυρίκιο Νόβακ το 1958, αργότερα σειρά στην ελληνική τηλεόραση και το 1996, παρουσιάστηκε στο θέατρο από τη θεατρική εταιρεία «Αιωρία» σε διασκευή και σκηνοθεσία Κατερίνας Σαρροπούλου.


Η «Κερένια κούκλα» δεν άφησε αδιάφορο ούτε το θέατρο του 21ου αιώνα. 100 σχεδόν χρόνια μετά τη συγγραφή της, ενέπνευσε τον Άκη Δήμου να γράψει το «Αίμα που μαράθηκε» και που μου έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ με τα σχετικά ποστ. Περισσότερα για το θεατρικό εδώ.

Το θέμα που πραγματεύεται είναι φαινομενικά απλό:

Ο Νίκος και η Βιργινία ζουν στις αρχές του 20ου αιώνα στην Αθήνα σ’ ένα σπιτάκι κάτω απ’ τον λόφο του Φιλοπάππου. Κάποια στιγμή μπαίνει ανάμεσα τους μια νέα κοπέλα, η Λιόλια που ήρθε στο σπίτι για να βοηθάει την άρρωστη σύζυγο. Η υγεία και τα νειάτα της Λιόλιας θα κερδίσουν τα αισθήματα του Νίκου ενώ η άρρωστη σύζυγος βασανισμένη από τις υποψίες, μαραζώνει κυριολεκτικά πάνω στο νυφικό της κρεββάτι. Ο Νίκος και η Λιόλια παντρεύονται και αποκτούν ένα παιδί, την «κερένια κούκλα». Σύντομα όμως η Μοίρα θα τους χτυπήσει την πόρτα ζητώντας το μερίδιο της…

Η «Κερένια Κούκλα» θεωρήθηκε ως ένα από τα πρώτα δείγματα του συμβολισμού στη νέα ελληνική λογοτεχνία. Ο Χρηστομάνος καταφέρνει να μας παρουσιάσει ένα τολμηρό κείμενο, να ηθογραφήσει με ενάργεια τους χαρακτήρες του και να μας περιγράψει με ρεαλισμό τη σκληρή ζωή εκείνης της εποχής. Ο ρεαλισμός της αφήγησης συνδυάζεται με τον λυρισμό των περιγραφών και η απλή γλώσσα του κειμένου ελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ανάμεσα στους λογοτέχνες και κριτικούς της εποχής της πρώτης έκδοσης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, είχε ήδη εντοπίσει τις αρετές αλλά και κάποια αδύνατα σημεία του. Τον ίδιο τον Χρηστομάνο άλλωστε, περιέβαλλε ένας μύθος, ο οποίος, όπως φαίνεται, δεν άφησε το μυθιστόρημά του να ξεχαστεί και συνέχισε να επανεκδίδεται, στα μετέπειτα χρόνια αρκετά συστηματικά.
Ο κριτικός Βάσος Βαρίκας, το 1970, κάνει λόγο για «σελίδες αξιανάγνωστες, ακόμη και σήμερα, από τις καλύτερες της πεζογραφίας μας».

Κλεινω παραθέτοντας αυτούσιο το εισαγωγικό σημείωμα του ίδιου του Χρηστομάνου απ’ τις εκδόσεις ΒΙΠΕΡ. (Δυστυχώς, πουθενά στο βιβλίο δεν αναγράφεται η χρονολογία έκδοσης):

Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή – γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή-
...Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και τη θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι!...
Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα-και τα χείλη των νέων που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης:γιατί και η χαρά δεν είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του να’ ρθη- είναι ο άμμος πάνω απ’ την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο άνεμος. Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές που πολλές φορές ανθίζουν προτού νάρθη η πίκρα του χειμώνα...
Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως με περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη θλίψη της ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώση η ανθρώπινη μας περηφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ρεματιά του βίου, πάντα το θλμμένο ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις κλωνόγερτες ημέρες μας τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά, προς τη μεγάλη θάλασσα τη σκοτεινή που είναι η ευτυχία η αληθινή- γιατ’ είναι η αιώνια αλήθεια...

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

Βλακείες...


Πόσες βλακείες μπορεί ν’ ακούει κανείς καθημερινά και να μένει απαθής; Πολλές, άπειρες, συνηθίζει κανείς σ’ αυτές όπως στο πρωινό ξύπνημα κάθε Δευτέρα που πρέπει να ξαναρχίσει ο μαραθώνιος της καθημερινότητας.
Αρκεί ωστόσο μερικές φορές έστω και μία για να σε βγάλει έξω απ’ τα ρούχα σου και –πιστέψτε με- σήμερα που η θερμοκρασία κατέβηκε απότομα δεν ενδείκνυται η απογύμνωσις!
Πρωί- πρωί άκουσα τις εντυπώσεις συναδέλφου που έλειψε για 4 μέρες στο Παρίσι και προετοίμαζε το ταξίδι καιρό πριν, αγοράζοντας μπότες με τακούνι και άλλα αξεσουάρ και που συνέλεγε πληροφορίες απ’ όσους είχαν πάει στην πόλη του φωτός για το τι θα δει, πού θα φάει, τι θα φάει και ποια πτέρυγα του Λούβρου να επισκεφτεί.

Θέλετε να μάθετε τι είπε όταν εγώ η αφελής τη ρώτησα πώς της φάνηκε το Παρίσι και εντελώς αφελώς περίμενα θετική αντίδραση;
«Ελλαδάρα και πάλι Ελλαδάρα», αναφώνησε η ξανθιά (β(λ)αμμένη) συνάδελφος.
Την κοίταξα με το ύφος του βοδιού, αδυνατώντας να συνθέσω την απλή της – απλοϊκή ταιριάζει καλύτερα-αλλά αποστομωτική- αυτό ταιριάζει γάντι- απάντηση και ρώτησα δειλά: «Δηλαδή δεν σου άρεσε;»
«Ε, δεν είναι και σαν την Ελλάδα» άρχισε και για να μην με αφήσει παραπονεμένη μου παρέθεσε με λεπτόμερειες τα εξής:
Το μετρό τους είναι βρώμικο. Τι άσχημα πλακάκια είναι αυτά που έχει, σαν τουαλέτας…Το δικό μας είναι πεντακάθαρο (ε, ναι, δυστυχώς δεν θα ζούμε να το καμαρώσουμε και μετά από έναν αιώνα)
Το Quartier Latin, χάλια σαν τον Λαγανά της Ζακύνθου…(αδυνατώ να συλλάβω την ομοιότητα)
Το φαί τρωγόταν. Το Mac Donalds τους πολύ καλό… η greek salad όμως βρωμούσε…(χωρίς σχόλιο)
Η Μονμάρτη έτσι κι έτσι. (ευτυχώς θα τρίζουν λιγότερο τα σανίδια στα ατελιέ των ζωγράφων που την ύμνησαν στον καμβά τους.)
Στο Λούβρο οκ, η Τζοκόντα μια παπαριά, η Αφροδίτη σιγά το πράμα, η Νίκη της Σαμοθράκης όμως μ’ άρεσε. – (πάλι καλά)
Το κρεββάτι του Ναπολέοντα δεν το είδα, το είχαν κλειστό το δωμάτιο. Ήθελα να το δω για να διαπιστώσω πόσο κοντός ήταν... (κοντός στο μάτι...)
Δεν μπορώ να ταυτιστώ μ’ αυτόν τον λαό (ευτυχώς ούτε εκείνος με σένα)
Ε, δεν είδα και πουθενά κάτι τόσο ωραίο σαν το Κολωνάκι ή την Εκάλη (ανατρίχιασα)
Το μετρό μου δημιουργεί κατάθλιψη, δεν μπορώ να κινούμαι εγώ με μέσα συγκοινωνίας, έχω να μπω σε λεωφορείο στην Αθήνα κάτι χρόνια.( ???????????)
Στις Βερσαλλίες όλα γκρι ήταν (pardon, αλλά πράσινα είναι μόνο την άνοιξη)
Γενικά, το Παρίσι σαν Μαυσωλείο είναι! ( ενώ η Αθήνα είναι πανέμορφη η άτιμη, ειδικά τώρα με την ανάπλαση της Πειραιώς κι όλα τα φωταγωγημένα σκυλάδικα)
Στην Eurodisney θα ξαναπάω με τα παιδιά μου (εγώ πάλι γιατί δεν καταλαβαίνω την αισθητική σχέση Παρισίου και Eurodisney;)

Νομίζω περιττό να σας πω ότι στις παρενθέσεις τα σχόλια είναι εντελώς δικά μου και τα έλεγα από μέσα μου όσο άκουγα το παραπάνω παραλήρημα το οποίο και σας παρέθεσα αυτούσιο χωρίς να προσθέσω ή να αφαιρέσω τι.
Τα συμπεράσματα δικά σας.

Στη φωτογραφία, μερική άποψη μιας γωνιάς του Παρισίου, χμ του Μαυσωλείου μήπως έπρεπε να πω;

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

Κική Δημουλά.


Οι ποιητές δεν είναι δημιουργοί, είναι ερευνητές.
Δίσταζα να εγκαταλείψω αυτό που καλά γνώριζα.
Δεν γνωρίζω κανέναν ευτυχισμένο που να έχει γράψει ποιήματα.
Ένας πρώτος τυχαίος στίχος λειτουργεί σαν υποβολέας για το τι θα γράψω μετά.
Ξεκινώ ένα ποίημα απ’ το χάος.
Οι τελευταίοι στίχοι ενός ποιήματος να μην έχουν διδακτικό, αλλά προειδοποιητικό χαρακτήρα.
«Η Αγριοφωνάρα» είναι ποίημα-διαμαρτυρία στην ποίηση που μου έδειξε τόσο λίγο τα μυστικά της.
Η αγριοφωνάρα είναι η φωνή που σε προειδοποιεί ότι αυτό που πας να γράψεις έχει γραφτεί.
Η ποίηση θέλει να μικρύνει την τραγωδία, να μεγαλώσει το λίγο και να κάνει την απουσία παρουσία.
Χρόνος είναι η συνισταμένη των διαφορών μας και η ανακύκλωση τους.
Χρόνος είναι ο κακοήθης όγκος της στιγμής.
Η μνήμη είναι εξωραϊστική
Ο έρωτας ανήκει στη φαντασία. Περισσότερο φανταζόμαστε αυτά που συμβαίνουν παρά συμβαίνουν.
Ο χαρακτήρας μας και η φτιαξιά μας είναι το πεπρωμένο μας.


Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στην Κική Δημουλά και προέρχονται από τις σημειώσεις που κράτησα χτες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων με θέμα «Η ελληνική ποίηση σήμερα» που προλόγισε ο ποιητής και καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Νάσος Βαγενάς, η Κική Δημουλά συνομίλησε για δυο ώρες με τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη, διδάκτορα συγκριτικής γραμματολογίας της Σορβόνης και συνεργάτη της France Culture, διάβασε ποίηματα απ’ την τελευταία της ποιητική συλλογή «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» καθώς κι από παλαιότερες συλλογές της και ακούραστη υπέγραψε τα βιβλία της.

Η χθεσινή συγκέντρωση του κόσμου σε τρεις κατάμεστες αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής, κόμισε μήνυμα αισιοδοξίας για το ότι η ποίηση ακόμα μας αφορά.

Η Κική Δημουλά που κατάφερε σε χαλεπούς πνευματικούς καιρούς να μας κάνει να επικοινωνήσουμε ξανά με την όχι τελικά και τόσο χαμένη Ατλαντίδα της ποίησης, δήλωσε ευθαρσώς ότι η ποίηση δεν της έχει αποκαλύψει ακόμα όλα τα μυστικά της κι ότι όσο πλησιάζει τις εκβολές όλο και ονειρεύεται ότι θα της πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.

Νομίζω είναι περιττό να προσθέσω ότι αρκούσε και μόνο αυτή η φράση για να με κάνει να αισθανθώ χαρούμενη που ήμουνα χτες εκεί.

Το βιογραφικό σημείωμα της Κικής Δημουλά, γραμμένο απ’ την ίδια υπάρχει εδώ

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Το "Δέκα"


Θέλω καιρό τώρα να γράψω για το "Δέκα" που πιστεύω ότι είναι μακράν η καλύτερη τηλεοπτική σειρά της σαιζόν. Το "Δέκα" αποτελεί τηλεοπτική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση. Είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα και μάλιστα αυτό που ο συγγραφέας άφησε ανολοκλήρωτο, αφού ο θάνατος τον πρόλαβε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960.

Το "Δέκα" ξεκίνησε να γράφεται το 1958 και προοριζόταν ν' αποτελέσει μέρος μιας τετραλογίας. Ο Καραγάτσης είχε χτυπηθεί από σοβαρό έμφραγμα την ίδια χρονιά, γεγονός που του περιόρισε τις κοινωνικές συναναστροφές, όχι όμως και τη συγγραφική δραστηριότητα. Υπάρχουν μαρτυρίες που λένε ότι κατέβαινε- αν και άρρωστος και καταβεβλημένος- κάθε πρωί στο λιμάνι του Πειραιά, γύρω στις 06.00 που άρχιζε η κίνηση και κρατούσε σημειώσεις για το μυθιστόρημά του. Επέστρεφε προς το μεσημέρι σπίτι του κι άρχιζε να γράφει.

Αποτελεί γενική αλήθεια το γεγονός της συνήθως ατυχούς μεταφοράς της λογοτεχνίας στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. Αυτό είναι λογικό, αν αναλογιστούμε τη διαφορετικότητα στους κώδικες του κάθε είδους, αλλά και στον τρόπο πρόσληψης του. Η ανάγνωση μας κάνει να πλάθουμε συγκεκριμένα πρόσωπα και εικόνες στη φαντασία μας και συχνά απογοητευόμαστε όταν απέχουν πολύ απ' αυτά που ένας σκηνοθέτης επέλεξε για να ενσαρκώσουν τον εκάστοτε ήρωα. Απ' την άλλη, η τηλεόραση αλλά και ο κινηματογράφος σε μεγαλύτερο βαθμό, απαιτούν οικονομία χώρου, χρόνου και λόγου. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποδοθούν οι μύχιες σκέψεις ενός ήρωα- όσο μάστορας κι αν είναι ο σκηνοθέτης, όσο καλός κι αν είναι ο ηθοποιός, όσο πετυχημένη κι αν είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Ποτέ, δεν θα καταφέρει να ταυτιστεί ο θεατής με τον ήρωα, με τον τρόπο που ταυτίζεται ο αναγνώστης. Ο θεατής ταυτίζεται πάντα με τον ηθοποιό που ενσαρκώνει τον ήρωα κι αυτό επίσης επηρεάζεται απ' το αν αυτός ο ηθοποιός είναι της απολύτου αρεσκείας του ή όχι.

Δεν επεκτείνομαι παραπέρα σε άλλα στοιχεία που διαφοροποιούν το λογοτεχνικό είδος κατά την μεταφορά του σε άλλους χώρους τέχνης. Το βασικότερο είναι η απουσία της μαγείας κατά το δημιουργικό μέρος σε ό, τι αφορά στον αποδέκτη. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης απολαμβάνει ένα καλά σερβιρισμένο φαγητό, με τις σωστές αναλογίες σε αλάτι, πιπέρι και άλλα καρυκεύματα, ενώ ως θεατής πάει να χαρεί που θα το ξαναφάει κι ανακαλύπτει ότι οι αναλογίες ή τα υλικά δεν είναι πια τα ίδια...

Η περίπτωση του "Δέκα" είναι σίγουρα μια ευχάριστη εξαίρεση- αν και δεν έχω ακόμα διαβάσει το βιβλίο-. Νομίζω όμως ότι το ένστικτο μου δεν με γελάει, γιατί είναι η δεύτερη φορά που μια τηλεοπτική μεταφορά με κάνει να θέλω να διαβάσω το βιβλίο πάνω στο οποίο στηρίζεται και να το καθυστερώ γιατί ξαφνικά μ' αρέσει η αγωνία του τι θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο.

Η Πηγή Δημητρακοπούλου είναι εξαιρετική στον τρόπο που σκηνοθετεί, πράγμα που έχει αποδείξει και στην πρώτη της δουλειά πριν λίγα χρόνια, στην "Αίθουσα του θρόνου". Ξέρει να "διαβάζει" σωστά την εποχή που περιγράφει ο συγγραφέας, κάνει καλό μοντάζ και ανταπεξέρχεται θαυμάσια την εξής δυσκολία: επειδή το βιβλίο διαδραματίζεται στη δεκαετία του '50 και τα εξωτερικά πλάνα της πόλης είναι αδύνατον να "γυρίσουν" μισόν αιώνα πίσω, χρησιμοποιεί παλιά ασπρόμαυρα πλάνα από ντοκουμέντα της εποχής και αριστοτεχνικά τα "χρωματίζει" σταδιακά, εντάσσοντας όμως τους ηθοποιούς στο ασπρόμαυρο για λίγα δευτερόλεπτα. Μ' αυτόν τον τρόπο, αποκαθιστά τεχνικά τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος.
Οι ηθοποιοί, θαρρείς και είναι βγαλμένοι από την εποχή του' 50 κατευθείαν. Στέκομαι ιδιαίτερα στη Μαρία Πρωτόπαπα γιατί παίζει με τις σιωπές και το πρόσωπό της και γιατί είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδοθεί πληρέστερα η γυναικεία καταπίεση και ματαίωση μιας νοικοκυράς, εγκλωβισμένης στο περιβάλλον της.

Ξέρω ποια είναι η τελευταία λέξη που έγραψε ο Καραγάτσης στο "Δέκα" του, αλλά δεν θα την μαρτυρήσω γιατί πολλοί θα θέλετε να το διαβάσετε. Χαμογελώ όμως, γιατί οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν μεγάλο χιούμορ ακόμα και λίγο πριν την αναχώρηση τους. Λέγεται πάντως, ότι οι σημειώσεις που άφησε και που παρατίθενται στο τέλος της έκδοσης, δείχνουν πώς θα ήθελε να το τελειώσει.

Η συνέχεια επί της μικρής οθόνης κάθε Πέμπτη στις 22.00 στον Alpha.


Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

Οι μπλόγκερ μίλησαν για το περιβάλλον


Έτσι, αποτυπώθηκε στο Βήμα απ'τον Αχ. Χεκιμόγλου η παρουσία της μπλογκόσφαιρας για τo Blog Action Day που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 15/10.

Πριν από λίγο έμαθα ότι αναφέρθηκε και η αφεντιά μου στο άρθρο του Βήματος κι ενώ ήμουν έτοιμη να διακτινιστώ (ψωνάρα γαρ) μέχρι το αρχείο της εφημερίδας για να προμηθευτώ την χθεσινή της έκδοση, ο Θεός της τεχνολογίας με ευνόησε και το ανακάλυψα ιντερνετικά.
Τελοσπάντων, για να σοβαρευτώ, ο λόγος που το δημοσιεύω δεν είναι για ευλογήσω τα γένια μου, αλλά γιατί χάρηκα που μια εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας ασχολήθηκε με το ζήτημα.
Ξέρω ότι πολλοί διαφωνούν με τις παγκόσμιες ημέρες- κι εγώ ανάμεσα τους- όπως επίσης πολλοί ήταν δύσπιστοι σχετικά με το ποιος πήρε την πρωτοβουλία γι' αυτήν την κινητοποίηση καθώς και για το ότι δεν θ' αλλάξει τίποτα επειδή οι μπλόγκερς κινητοποιούνται.
Μπορεί να μην αλλάξει τίποτα επί της ουσίας για το περιβάλλον αν δεν το αποφασίσουν οι "μεγάλοι", αλλά το ότι το είδαν τα φώτα της δημοσιότητας, είναι μια αρχή...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007

Sweet fourteen!


Όταν ένα κορίτσι 14 χρονών σου λέει ότι είναι πολύ στενοχωρημένη, θέλει να φύγει απ' το σχολείο πριν το τέλος της μέρας και διστάζει να πει τι ακριβώς έχει, καταλαβαίνεις ότι μάλλον ο φτερωτός θεός έκανε πάλι τη ζημιά του...
Όταν τελικά σου αποκαλύπτει το δράμα που περνάει με απόλυτη σοβαρότητα κι εσύ χαμογελάς από μέσα σου γιατί κάτι σου θυμίζουν όλα αυτά...
Όταν κρέμεται απ' τα χείλη σου να της πεις τι να κάνει...
Όταν σε κοιτάζει ικετευτικά ζητώντας σου σιωπηρά να της δώσεις συμβουλές...
Όταν τη διαβεβαιώνεις ότι όλα καλά θα πάνε κι αναπτερώνεται προς στιγμήν το ηθικό της και ρωτάει "αλήθεια του αρέσω; ", και μετά "μα αν δεν του άρεσα γιατί να κάτσει δίπλα μου;" και "τι θέμα συζήτησης να βρω για αύριο;",
Όταν αρχίσει να μπαίνει στον κόσμο των μυστικών και των ψεμμάτων...
Όταν τελικά μου απευθύνθηκε σε τέλειο πληθυντικό, αφοπλιστικά με ρώτησε "εσείς έχετε περάσει κάτι παρόμοιο όταν ήσασταν στην ηλικία μου; " και με κοίταξε με απορία καθώς βυθισμένη στη νοσταλγία άρχισα να της αφηγούμαι για πάρτυ με μπλουζ των Scorpions και ντισκοτέκ,
συνειδητοποίησα ότι μεγάλωσα...
το παρόν αφιερώνεται στην Ειρήνη και στην Κατερίνα για τις κοινές εφηβικές μας αναμνήσεις.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2007

Blog Action Day.

Τα δελτία ειδήσεων το Σαββατοκύριακο, έδειχναν πλάνα από την προχθεσινή βροχή που έπληξε τις περιοχές κάτω απ' την Πάρνηθα. Πλημμύρισαν οι δρόμοι και ο κρατικός μηχανισμός απουσίαζε και πάλι...
Γέμισαν σκουπίδια τα φρεάτια και οι κάτοικοι- είπε το δελτίο- πήγαν να τα μαζέψουν μόνοι τους. Τα δικά τους σκουπίδια- αυτό δεν το είπε το δελτίο-.
Η εικόνα της τηλεόρασης έδειχνε πράγματι ανθρώπους μέσα στο νερό, δρόμους πλημμυρισμένους, οργισμένους κατοίκους. Ανάλογα οργισμένοι κάτοικοι φάνηκαν και την επόμενη μέρα στο δελτίο που μιλούσε για τις πλημμύρες στην Ισπανία. Κι εκεί, οι Ισπανοί παραπονιόντουσαν για την απουσία του κράτους.
Τα ίδια παντού, σκέφτηκα...

Δεν μπορώ όμως να μην πάω παραπέρα τη σκέψη, διερωτώμενη αν όταν ζητάμε όλοι μας ευθύνες απ' το κράτος, αναλογιζόμαστε ότι είμαστε κι εμείς μέρος αυτού του κράτους.
  • Είμαστε υπαίτιοι για τις φωτιές του καλοκαιριού.
  • Είμαστε υπαίτιοι για το σκουπιδαριό της Αθήνας.
  • Είμαστε υπαίτιοι για τη ρύπανση της ατμόσφαιρας.
Ο κρατικός μηχανισμός είναι συχνά ελιππής, ασυνεπής, βραδυκίνητος.
Ναι, αλλά δεν κάναμε και τίποτα μέχρι στιγμής για να τον διευκολύνουμε.

Δεν ξέρω πραγματικά, τι άλλο μένει να πούμε πια για το περιβάλλον...

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2007

Σαν τη Βροχή πριν πέσει


Πόσες φορές μια φωτογραφία μπορεί να είναι περισσότερο αποκαλυπτική απ’ αυτό που φαινομενικά έχει απαθανατίσει;
Πόσες αλήθειες και πόσα ψέμματα κρύβονται πίσω απ’ τα χαμογελαστά πρόσωπα που η πόζα τους αιχμαλωτίστηκε για πάντα στον φακό;
Πόσα μυστικά μπορεί κανείς να ανασύρει ανοίγοντας ένα άλμπουμ ή μια κούτα κρυμμένη σε ντουλάπι, πατάρι, σοφίτα, αποθήκη;
Ποιες ζωές σε περιμένουν να τις αφηγηθείς;

Ο Jonathan Coe, ο μεγάλος αυτός Άγγλος συγγραφέας – δεν λέω τίποτα άλλο για τον Coe, τα βιβλία του μιλάνε από μόνα τους – έστησε ένα φοβερά πρωτότυπο και αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα με κεντρική ηρωίδα μια ηλικιωμένη γυναίκα που αφηγείται τόσο την προσωπική της ιστορία, όσο κι αυτήν της οικογένειας της μέσα από 20 φωτογραφίες.
Δεν χρειάζεται να σας πω εδώ περισσότερα. Όσοι αγοράσουν το βιβλίο, θα έχουν την ευκαιρία να ταξιδέψουν σ’ αυτήν τη συγκλονιστική ιστορία μέσα απ’ τη μαγική πένα του Coe.
Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι πάνω απ’ όλα ο Coe μας "λέει" μεταξύ άλλων και μια μεγάλη αλήθεια. Δεν τη λέει διδακτικά, δεν τη λέει καθόλου, αλλά δεν μπορεί να μην την αισθανθείς, αν φτάσεις αυτό το βιβλίο στο τέλος του.
Οι δεσμοί αίματος είναι υπεύθυνοι για την εξέλιξη των ανθρώπων σε κοινωνικό και σε ατομικό επίπεδο. Δεν είναι όμως αυτοί που υποχρεωτικά σηματοδοτούν την αγάπη και το νοιάξιμο.
Ο Coe κάνει την υπέρβαση να μιλήσει για κατεστραμμένες οικογενειακές σχέσεις και τις συνέπειες τους, αλλά και για ζωές καταδικασμένες σε μια κοινωνική περιθωριοποίηση που δεν τους άφησε παρά με την ελπίδα για δικαίωση και αγάπη σε άλλο τόπο και χρόνο.
"Η ζωή – λέει η ηλικιωμένη ηρωίδα- δεν είναι τίποτα άλλο τελικά από μια στιγμή ανάμεσα σε αντιφάσεις".

ΥΓ1: Στη Μαρίνα, γιατί έγραψε για το νέο βιβλίο του Coe μια βδομάδα πριν κι έτσι έσπευσα να το αγοράσω.
ΥΓ2: Στη φωτογραφία εικονίζεται η Auvergne όπως πιστεύω ότι την είχε στο μυαλό της και η ηρωίδα του Coe.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

"Δρόμοι Ζωής"

Χθες χάρηκα ιδιαιτέρως γιατί διαπίστωσα ότι τελικά υπάρχουν κάποια - λίγα ίσως, αλλά πολύ ελπιδοφόρα- δείγματα ανθρωπιάς στον πλανήτη.
Στη συνάντηση εθελοντών με επικεφαλής τη Magica για το Bazaar των "Δρόμων ζωής", δεν ήλπιζα ποτέ ότι θα δω τόσες κυρίες πρόθυμες να παρασκευάσουν ή/και να κατασκευάσουν από τρόφιμα μέχρι χριστουγεννιάτικα στολίδια. Μιλούσαν με τόσο κέφι και περιέγραφαν με τόση χαρά τις ιδέες τους που δεν μπορούσα παρά να τις κοιτάζω με δέος.
Μια μάλιστα, μίλησε για απίστευτη παραγωγή γλυκών και άλλων χειροποίητων νοστιμιών την οποία κι έχει ήδη αρχίσει, ώστε να είναι συνεπής για τις 8 και 9 Δεκεμβρίου.
Οι γυναίκες αυτές θα διαθέσουν χρόνο απ' τη ζωή τους και τις οικογένειες τους για να δουλέψουν σκληρά, τηρώντας αυστηρό χρονοδιάγραμμα και προθεσμίες, χωρίς να περιμένουν υλική ανταμοιβή.

Τα έσοδα απ' το Bazaar θα διατεθούν για τις ανάγκες των "Δρόμων Ζωής", αφού ως γνωστόν οι "Δρόμοι Ζωής" δεν έχουν λάβει ποτέ καμμία χρηματοδότηση ή επιχορήγηση από κανέναν ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα.

Επειδή, όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στη μάθηση κι επειδή στον 21ο αιώνα, οποιαδήποτε μορφή κοινωνικού αποκλεισμού πρέπει να θεωρείται απαράδεκτη και να καταδικάζεται, σας προτρέπω κι εγώ από δω να βοηθήσετε όπως μπορείτε στο πολύ σημαντικό έργο των "Δρόμων Ζωής", έτσι ώστε με το προσωπικό του λιθαράκι ο καθένας να αποδείξει ότι η ανθρωπιά που ανέφερα στην αρχή του ποστ, μπορεί να ανθίσει.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007

Η πόλη μου.


Στο ανέλπιστο κενό που είχα χτες ανάμεσα σ' ένα ομολογουμένως πιεστικό πρόγραμμα φέτος (αλλά είμαι μαζόχα και τα πιεστικά με μαγνητίζουν), άδραξα την ευκαιρία να πιω έναν καφέ σε μια γειτονιά του Κεραμεικού στο κέντρο της Αθήνας.

Αναρωτήθηκα πώς θα ήταν να είμαι τουρίστρια σε τούτη την πόλη. Θα μου άρεσε; Θα δυσανασχετούσα όπως όταν τη βιώνω στην καθημερινότητα της;

Ο γαλλοελβετός Μπερνάρ Τσουμί, ο αρχιτέκτονας του πολυσυζητημένου Νέου Μουσείου Ακροπόλεως, σε συνέντευξη του στο "Κ" της Καθημερινής, βρίσκει την Αθήνα "μια πόλη με δυναμική, μια πόλη που συνεχώς αλλάζει". Δεν συμφωνώ μαζί του, όπως άλλωστε δεν συμφωνώ και με το ογκώδες μοντέρνο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως και την άποψη μου την έχω ήδη εκφράσει και παλιότερα.

Επειδή είμαι μάλλον ρετρό, θα επιθυμούσα να ζούσα σε μια πόλη που να είχε σεβαστεί περισσότερο την ιστορία της. Δεν με αφορά η πόλη του κυρίου Τσουμί, αυτή η σύγχρονη διαρκώς μεταβαλλόμενη Αθήνα που τελικά δεν έχει ταυτότητα. Θα την προτιμούσα με περισσότερα νεοκλασσικά, περισσότερο πράσινο και λιγότερες αντιαισθητικές πολυκατοικίες. Θα επιθυμούσα να εξαφανίζονταν ως δια μαγείας όλα τα γυάλινα κτίρια.

Θα ήθελα να πίνω τον καφέ μου σε γειτονιές που το παλιό δεν είναι παλιατζούρα, αλλά δεν είναι και ξενόφερτες μοντερνιές ή αδιάφορα κτίρια χωρίς αρχιτεκτονική και ιστορική συνέχεια που να δικαιολογεί την ύπαρξη τους.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007

Ιταλία- Σλοβενία

Η πανέμορφη Βενετία που ξεπρόβαλλε σαν πραγματικό στολίδι της Αδριατικής το Κυριακάτικο πρωινό της άφιξης μας, έκανε όλους τους επιβάτες του πλοίου να τη φωτογραφίζουν μανιωδώς, υποκλινόμενοι στη γοητεία της.
Της κλείσαμε το μάτι πονηρά κι υποσχεθήκαμε να την επισκεφθούμε πριν τον δρόμο της επιστροφής. Είχε έναν κρυφό συμβολισμό αυτή η σιωπηρή συμφωνία Η Βενετία είναι η πόλη στην οποία πρέπει κανείς να επιστρέφει.

Η Τεργέστη, μας αποκαλύφθηκε 1 ώρα αργότερα, μ’ έναν ήλιο που επέτρεπε να κυκλοφορούμε ξανά με τα καλοκαιρινά μας. Η θάλασσα της ήτανε γεμάτη ιστιοπλοϊκά, η παραλία της γεμάτη λουόμενους και τα σοκάκια πίσω απ’ τη μεγάλη πλατεία του δημαρχείου φιλοξενούσαν μια κυριακάτικη αγορά με μικροπωλητές.
Αισθάνθηκα μια μακρινή εκλεκτική συγγένεια να με αγγίζει συναισθηματικά. Σ’ αυτό το πραγματικά όμορφο λιμάνι, απέναντι απ’ τη μεγάλη πλατεία, άνθισε το ελληνικό στοιχείο από το 1718 με τεράστια εμπορική και οικονομική δραστηριότητα η οποία συνεχίστηκε ακόμα και μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και είναι σημαντική και στις μέρες μας. H πόλη υπήρξε τόπος δράσης των οπαδών του Ρήγα Βελεστινλή, μελών της Φιλικής Εταιρείας, σταθμός του ταξιδιού του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1821 προς την Πελοπόννησο, καταφύγιο πολλών προσφύγων από την Ήπειρο, την Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνιές, τη Σμύρνη.
Απολαύσαμε μια μικρή βόλτα, καφέ και ελαφρύ μεσημεριανό και αναχωρήσαμε για το ειδυλλιακό Portoroz, που απέχει απ’ την Τεργέστη γύρω στα 20 λεπτά, αφού κατά τη διαδρομή είδαμε και το σλοβένικο λιμάνι Coper ή ελληνιστί Capodistria.
Η σλοβένικη ακτή, μια ακτή μινιατούρα, θέρετρο για Σλοβένους αλλά και για γείτονες Ιταλούς που καταλήγει σε μια μύτη στο παλιό λιμάνι του μεσαιωνικού Piran, είναι πραγματική όαση κάτω απ’ την καταπράσινη περιοχή της Istria με τα γραφικά χωριουδάκια στις κορυφές των λόφων, τη μεσογειακή σχεδόν βλάστηση και τα πολλά αμπέλια της περιοχής. Καταλήξαμε ένα απομεσήμερο στο οινοποιείο Rojac






μια οικογενειακή επιχείρηση βιολογικών κρασιών με εξαγωγές ανά τον κόσμο και εξαιρετικά κρασιά απ’ τα οποία δοκιμάσαμε 6 ενώ έξω έβρεχε και μύριζε βρεγμένο χώμα. Πόσα χρόνια είχα να μυρίσω βροχή στη φύση;
Μετά από 2 μέρες παραμονής στην περιοχή, εκτός από μπόλικο κρασί (ευτυχώς καλής ποιότητας γιατί αλλιώς θα έπρεπε να δηλώσουμε συμμετοχή στους Ανώνυμους Αλκοολικούς, βουτήξαμε γευστικά και στην εξαίσια σούπα Bobici που αποτελεί τοπική παραδοσιακή σπεσιαλιτέ και αναχωρήσαμε ένα φθινοπωρινό πρωινό με προορισμό την Ljubljana.
Ενδιαμέσως, επισκεφθήκαμε το φημισμένο σπήλαιο της Postojna με συνολικό μήκος 21χλμ. Τα 5 χλμ είναι επισκέψιμα και μεγάλο κομμάτι της διαδρομής εκτελείται με τρενάκι. Το σπήλαιο διαθέτει μια τεράστια αίθουσα για συναυλιακό χώρο, άπειρους σταλακτίτες και σταλαγμίτες με πρωτότυπα ονόματα όπως σπαγγέτι και ακόμα πιο εντυπωσιακά σχέδια, όπως αυτοί που έμοιαζαν με κομμάτια πραγματικού υφάσματος. Κατά την έξοδο, υπάρχει σε ειδική βιτρίνα- ενυδρείο με τον Πρωτέα, το μικροσκοπικό ζωάκι του σπηλαίου.
Την Ljubljana την είδαμε αρχικά ένα βροχερό απόγευμα και στη συνέχεια ένα ηλιόλουστο πρωινό. Είναι τόσο μικρή πόλη που περπατιέται εύκολα και προλαβαίνεις ν’ ανεβείς και στο κάστρο της και να τη θαυμάσεις από ψηλά. Τα κτίσματα της έχουν αυτροουγγρικές επιρροές, ενώ η Λιουμπλιάνιτσα με τις 3 γέφυρες της και τον δράκο ως έμβλημα απ’ τους μυθικούς χρόνους είναι σαν σκηνικό παραμυθιού. Αυτόν τον δράκοντα λέγεται ότι τον σκότωσε ο Ιάσονας όταν πέρασε με τους Αργοναύτες απ’ την Λουμπλιάνα κατά την επιστροφή του προς την Ελλάδα.

Οι εξοχές της Σλοβενίας είναι πραγματική όαση. Απ’ τις Ιουλιανές Άλπεις που τώρα ήταν καταπράσινες, τα ποτάμια, τον καταρράχτη και το πανέμορφο Bled με το νησάκι ανάμεσα, το Novo Mesto και το Otocec κοντά στα κροάτικα σύνορα μέχρι την παλιά πόλη της Radovljica με το παραδοσιακό εστιατόριο του Lectar και τη φοβερή μανιταρόσουπα σερβιρισμένη σε ψωμί.






Επιστροφή στην Ιταλία την Παρασκευή το πρωί, με μια διανυκτέρευση στο Treviso
που είναι σαν μικρή Βενετία. Το Τreviso είναι μια μικρή, αρχοντική πόλη, γύρω στα 18 χλμ έξω απ’ τη Βενετία. Ο κόσμος κυκλοφορεί περισσότερο με ποδήλατο παρά με αυτοκίνητο. Μου έκανε εξαιρετική εντύπωση που ακόμα και ηλικιωμένους έβλεπα πάνω στα ποδήλατα. Το Treviso είναι η γενέτειρα του τιραμισού. Δυστυχώς, δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε τον φούρνο/ ζαχαροπλαστείο που το ανακάλυψε κι έτσι δεν διαπιστώσαμε πόσο διαφορετικό είναι απ’ αυτό που τρώμε εδώ…
Ο σιδηροδρομικός σταθμός, έξω απ’ τα τείχη της πόλης, σηματοδότησε την υπεσχημένη επιστροφή μας στη Βενετία. Πήραμε το τρένο και σε μισή ώρα είμασταν εκεί, ξανά.
Σε περίπτωση που δεν το εμπεδώσατε, να το ξαναπώ.
Η Βενετία ήταν πανέμορφη, λαμπερή και γεμάτη χαρούμενες φωνές και πρόσωπα στους δρόμους. Πραγματικό πανηγύρι! Στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, μια μπάντα έπαιζε μουσική, τα βαπορέτα πηγαινοέρχονταν γεμάτα κόσμο, οι γονδολιέρηδες περιμένανε τους ρομαντικούς τουρίστες κι ένα σωρό μάσκες και μουράνο σε κοίταζαν προκλητικά από υπαίθρια κιόσκια μέχρι ακριβά μαγαζιά.
Προσκυνήσαμε μια χειροποίητη μαύρη σοκολάτα με φουντούκια, απ’ το γνωστό μας ζαχαροπλαστείο στην πλατεία Goldoni και νιώθαμε ότι είμαστε στον παράδεισο.
Ανακαλύψαμε και τη μη τουριστική Osteria που μας είχε γεμίσει με ικανοποίηση τον χειμώνα και ικανοποιήσαμε και τις ορέξεις μας με λαχταριστά home made θαλασσινά, ολίγον εξωτικά αφού η σερβιτόρα ερχόταν απ’ τον μακρινό Παναμά…
Να μην σας κουράσω άλλο με τη Βενετία, γιατί μπορώ να γράφω συνέχεια.
Και για το ταξίδι μπορώ να γράφω συνέχεια.

Να επαναπροσαρμοστώ δεν θέλω αν και το έκανα ήδη…

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2007

Επι/ απο-στροφή στο κλεινόν άστυ...

Επιστροφή στην καθημερινότητα. Ήδη από χτες επιστρέψαμε στις δουλειές μας, στο σούπερ μάρκετ για προμήθειες αφού το ψυγείο είχε μόνο νερό, στα ατέλειωτα πλυντήρια από ρούχα ποτισμένα με τις μυρωδιές των πόλεων που περάσαμε και στην αφόρητη κίνηση της Αθήνας.
Όλα αυτά είναι μάλλον περισσότερο από αρκετά για να προσγειωθείς ανώμαλα στην γνωστή ρουτίνα και να νομίζεις ότι το ταξίδι απλώς το ονειρεύτηκες, αλλά χτες το βράδυ που κοίταζα ξανά και ξανά τις φωτογραφίες που βγάλαμε, πρόβαλα σθεναρή αντίσταση στον μαύρο εαυτούλη που πήγε να ξετρυπώσει και να με παρασύρει κι αποφάσισα να συνεχίσω να φορώ τα άσπρα.
Το ταξίδι μπορεί να τέλειωσε, αλλά είναι ακόμα ζωντανό στο μυαλό και στην καρδιά μας. Κι όπως όλα τα ταξίδια, έτσι κι αυτό υπήρξε αφορμή για συγκρίσεις που μας κάνανε και συνειδητοποιήσαμε πόσο άσχημο είναι το επίπεδο ζωής στην Αθήνα, πόσο άτυχοι είμαστε που δεν έχουμε ωραία, μεγάλα και εύκολα προσβάσιμα πάρκα να αθληθούμε, δυνατότητα να κυκλοφορήσουμε με το ποδήλατο μας, πόσο νευρικοί είμαστε αφού ακούμε συνέχεια τον θόρυβο της μεγαλούπολης και τις αδιάκοπες κόρνες, πόσο κομπλεξικοί είμαστε αφού για να τονώσουμε το εγώ μας πρέπει να έχουμε και το απαραίτητο SUV, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη που έχουν και καλύτερους και φαρδύτερους δρόμους, κυκλοφορούν με συμβατικά αυτοκίνητα.
Τι κρίμα είναι που εδώ πρέπει να πληρώσουμε 4 και 5 ευρώ τον καφέ μας, ενώ για μια ακόμη φορά διαπίστωσα ότι στο εξωτερικό κυμαίνεται από 1 έως 2 ευρώ. Για του λόγου το αληθές, ο λογαριασμός για 3 καπουτσίνο κι ένα εμφιαλωμένο νερό, σε εξοχή της Σλοβενίας με θέα τη λίμνη Bohinj ήταν 3, 10 €. Τον βλέπαμε και δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε…
Και τι μεγάλη απογοήτευση και ντροπή να βλέπουμε και ν’ ακούμε ένα σωρό άξεστους φορτηγατζήδες στο πλοίο της επιστροφής να μιλάνε με φοβερή αγένεια στο πλήρωμα που στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν Γάλλοι, λέγοντας το αμίμητο «This is Greece κωλογάλλε».

Και το μεγαλύτερο σοκ, να πρέπει να κάνουμε 1 ώρα για να διανύσουμε ελάχιστα χιλιόμετρα (2 ή 3) προκειμένου να φτάσουμε σπίτι μας, αφού η επιστροφή μας συνέπεσε με αγώνα ποδοσφαίρου στο γειτονικό γήπεδο και πλήθος φιλάθλων που δημιούργησαν το αδιαχώρητο στους παρακείμενους δρόμους...

Θα επανέλθω με λεπτομερέστερο ποστ για το ταξίδι.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2007

Μίνι διακοπές

Μίνι διακοπές στοπ
Φθινοπωρινό ταξίδι στοπ
Τα ξαναλέμε στις 24/9 στοπ
Φιλιά
Στοπ.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 10, 2007

Νέοι σχολικοί ορίζοντες

Έλεγα να το κρατήσω μυστικό, αλλά η φιλενάδα μου με μαρτύρησε, οπότε ας καταθέσω κι εγώ την εμπειρία μου απ’ τη χθεσινή πρώτη συνάντηση μ΄ αυτούς τους ιδιότυπους μαθητές.
Λέω ιδιότυπους γιατί είναι όλοι τους ενήλικοι και σίγουρα δεν κάθονται πρώτη φορά στα θρανία. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς έχουν και πανεπιστημιακό δίπλωμα, όπως ένας πολύ γλυκός κύριος απ’ το Πακιστάν που φέτος κάθεται στο θρανίο για δεύτερη χρονιά, είναι ντροπαλός σαν παιδί δημοτικού, έχει ανοιχτό το βιβλίο και κρατάει διαρκώς σημειώσεις στο τετράδιο του, ενώ παράλληλα γράφει εξαιρετικές ιστορίες.
Χτες, έδωσε στην περυσινή του δασκάλα, 8 σελίδες Α4 γραμμένες στα ελληνικά με καταπληκτικό γραφικό χαρακτήρα, ελάχιστα λάθη γραμματικής κι όχι ορθογραφίας και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία βγαλμένη απ’ τις παραδόσεις του λαού του.

Είναι στο σύνολο τους άνθρωποι ευσυνείδητοι.

Κανείς τους δεν έρχεται για πλάκα.

Κανείς δεν ήρθε καθυστερημένος.

Βρισκόντουσαν εκεί πριν φτάσουμε εμείς και τα πρόσωπα τους έχουν μια ασυνήθιστη ευγένεια.
Δουλεύουν απ’ το πρωί ως το βράδυ, σε δουλειές που κανένας Έλληνας δεν καταδέχεται πια να κάνει, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους αναζητώντας καλύτερη τύχη εδώ, άφησαν πίσω τους τις οικογένειες τους, κάνουν γιορτές και καλοκαίρια μακριά απ’ τα παιδιά τους, φοράνε τα αποφόρια μας, εισπράττουν συχνά την αποδοκιμασία μας, την περιφρόνηση μας και τον ρατσισμό μας και παρόλα αυτά, θεωρούν την Ελλάδα πατρίδα τους σε βαθμό τέτοιο που να σπαταλούν 3 ώρες απ’ την ξεκούραση τους για να μάθουν τη γλώσσα μας. Αυτή την ίδια γλώσσα που οι περισσότεροι από μας κακοποιούμε πια γραπτώς και προφορικώς σε απίστευτο βαθμό.
Χτες, μπήκα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε μια τάξη με 8 αληθινά ευγενείς ανθρώπους, προερχόμενους από πολιτισμούς πιο παλιούς απ’ τον δικό μας που τον θυμόμαστε μόνο όταν μας συμφέρει.
Ο ένας απ’ αυτούς είναι 28 χρονών, βαθιά θρησκευόμενος, με πολλαπλές εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς και εργαζόμενος ως κούριερ, φέρει την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο Θεός θα τον βοηθήσει να ζήσει. Ο Θεός που όλοι τους παραδέχτηκαν χτες ότι είναι ένας, ανεξάρτητα από Ισλάμ, Χριστιανισμό και Ινδουισμό.

Σε λίγες μέρες αρχίζει το Ραμαζάνι τους και κανείς τους δεν σκέφτηκε να την σκαπουλάρει απ’ το μάθημα. Πρότειναν μάλιστα να αρχίζει το μάθημα μια ώρα νωρίτερα για να προλαβαίνουν την βραδυνή προσευχή και το γεύμα τους.

Όλοι τους προθυμοποιήθηκαν να πληρώσουν τα 10 ευρώ που στοιχίζει το βιβλίο (πέρυσι διανεμήθηκε δωρεάν, αλλά φέτος δεν βρίσκονται χορηγίες), λέγοντας "10 ευρώ δεν είναι τίποτα", όταν όσοι περάσαμε από πανεπιστήμια ξέρουμε καλά πόσο μας κακοφαινόταν όταν έπρεπε να πληρώσουμε ένα σύγγραμα απ' την τσέπη μας.

Οι άνθρωποι αυτοί για ένα μήνα θα κάνουν μάθημα νηστικοί και διψασμένοι λόγω Ραμαζανίου όπως ήδη ανέφερα, όταν άλλοι «προνομιούχοι» στη θέση τους θα επικαλούντο ίσως υπερκόπωση για να γλυτώσουν.

Θα μπορούσα να πω κι άλλα πολλά ακόμα, αλλά θα αφήσω να αποκαλυφθούν στην πορεία.
Κλείνω λέγοντας πως εμείς που πάμε να τους βοηθήσουμε πρέπει να νιώθουμε πολύ τυχεροί γι’ αυτήν την τρίωρη κυριακάτικη συνύπαρξη μαζί τους.