Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2007
Γιατί;
Έχω αναθέσει πχ κάτι σε κάποιον τεχνίτη και μου λέει ότι θα έρθει να το κοιτάξει στις 18.30. Πάει 19.00 και του τηλεφωνώ. «Α, στο δρόμο είμαι, έρχομαι». Κανονικά, θα έπρεπε να είχε φτάσει σε δέκα λεπτά αν ήταν εκεί που είπε ότι ήταν. Όμως όχι. Έπρεπε να τον περιμένω άλλη μισή ώρα. Εμφανίζεται κάποτε και απολογείται λέγοντας μου ότι χάθηκε. Καλά, με κοροϊδεύει κανονικά και πρέπει να κάνω ότι τον πιστεύω γιατί τον χρειάζομαι για να γίνει η δουλειά.
«Θα σου τηλεφωνήσω αύριο τέτοια ώρα», μου λέει, να σου πω τα σχετικά.
Καλά, όσο τηλεφώνησε σε σας, τηλεφώνησε και σε μένα. Πέρασε και το Σαββατοκύριακο και τον πήρα χτες για να δω τι έγινε.
«Α, τώρα μόλις θα το κοίταγα. Θα σε πάρω το μεσημέρι».
Πέρασε και το μεσημέρι και το απόγευμα και το βράδυ και ξημέρωσε και κοντεύει το σημερινό μεσημέρι κι ούτε φωνή, ούτε ακράση.
Και δεν είναι δυστυχώς η εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Θα γίνει η δουλειά σου, μου είπε άνθρωπος που τον ξέρει, αλλά ο … είναι φοβερά ασυνεπής…
Άντε, για να δούμε, θα γίνει η δουλειά και πότε;
Το ίδιο και σε μαγαζί που πήγα να δώσω κάτι. Θα σας τηλεφωνήσω να σας πω αν γίνεται. Έχουν περάσει 3 μέρες κι ακόμα τίποτα.
Μα γιατί είναι τόσο γαϊδούρια κάποιοι;
Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2007
Το τσίρκο των χρωμάτων και της θλίψης

Αφιερωμένο στον Vita mi barouak επειδή με «διέταξε» το επόμενο ποστ μου να είναι στολισμένο με χρώματα.
Επιστρέφοντας σπίτι, βλέπω τις τελευταίες μέρες ένα τσίρκο να έχει κατασκηνώσει στην περιοχή. Νομίζω ότι άρχισα να το προσέχω λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Μου έφερε στο μυαλό μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια. Όλα τα παιδιά έχουν επισκεφτεί κάποτε στη ζωή τους ένα τσίρκο. Τουλάχιστον τα παιδιά του περασμένου αιώνα. Για τα καινούργια, δεν γνωρίζω...
Θυμήθηκα όλα αυτά που φάνταζαν γοητευτικά στα παιδικά μου μάτια: τα άγρια ζώα που γινόντουσαν υπάκουα στις προσταγές των θηριοδαμαστών, τον κλόουν που σκορπούσε απλόχερα το γέλιο και συνομιλούσε με τα πιτσιρίκια κάνοντας σε να αισθάνεσαι μέρος του θεάματος, το πώς κοβόταν η ανάσα του πλήθους την ώρα που οι ακροβάτες κάνανε το περίφημο νούμερο της κούνιας, κ.ά.
Και νομίζω πως για μικρή χρονική περίοδο, ονειρεύτηκα να γίνω ακροβάτισσα. Αλλά το ξέχασα γρήγορα όπως άλλωστε και το να γίνω μπαλαρίνα ή αθλήτρια συγχρονικής κολύμβησης ή όλα αυτά τα εντυπωσιακά που χρωμάτιζαν με όνειρο τον παιδικό μου κόσμο.
Θυμήθηκα και μια εποχή που ένα περιοδικό που λεγόταν «ΚΑΙ» δημοσίευε φωτορομάντζα σε συνέχειες και μια απ’ τις ιστορίες ήταν για τους ανθρώπους ενός τσίρκου. Αισθηματικού περιεχομένου βεβαίως! Αναμείγνυε τον έρωτα με το ζην επικινδύνως και τροφοδοτούσε με αντίστοιχα καρδιοχτύπια τις εφηβικές καρδιές της δεκαετίας του ’80.
Απ’ τις σχετικές με το τσίρκο μνήμες, ανακάλεσα και μια παλιά αμερικάνικη ταινία με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο ρόλο ενός ακροβάτη. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τον τίτλο.
Τέλος, αναπόλησα και τη μοναδική φορά που παρακολούθησα τσίρκο δεξιοτεχνίας, το περίφημο «cirque du soleil» στην Avignon το 1996 και αναλογίστηκα ότι πουθενά στις μνήμες μου δεν είχα συμπεριλάβει την άλλη εικόνα του τσίρκου, τη θλιβερή και την πιο ρεαλιστική βεβαίως. Και η εξήγηση είναι, επειδή τότε την αγνοούσα.
Χτες το βράδυ, μ’ έπιασε μια θλίψη καθώς σκέφτηκα ότι το είδος είναι πια παρηκμασμένο. Σκέφτηκα τα ζώα που ταλαιπωρούνται στα κλουβιά τους, που επιβιώνουν σε άθλιες συνθήκες, που τρέφονται άσχημα και που είναι αναγκασμένα κόντρα στη φύση τους να υποτάσσονται στις ανθρώπινες προσταγές και να γίνονται θέαμα προς τέρψιν αυτών που γελάνε με τα καμώματα τους τρώγοντας ποπ κορν και χτυπώντας παλαμάκια.
Αναλογίστηκα τη θλιμμένη έκφραση του προσώπου του κλόουν όταν αποχωρίζεται τα φτιασίδια. Σίγουρα είναι θλιμμένη. Και κουρασμένη. Πρέπει να εφευρίσκει κι ένα σωρό κολπάκια για να γελάνε τα πιτσιρίκια κάθε φορά. Κι αυτά τα «σκασμένα» τον κλωτσάνε, τον χτυπάνε και δεν γελάνε και τόσο πολύ όπως παλιότερα. Γέρασε ο κλόουν, αλλά αυτή είναι η μόνη δουλειά που ξέρει να κάνει. Αυτήν έκανε όλη του τη ζωή και πώς αλλιώς να ζήσει τώρα;
Αλήθεια, παίρνουνε σύνταξη οι άνθρωποι του τσίρκου; Από πού; Και πώς αποφασίζουν να δουλέψουν σε τσίρκο; Δεν έχουν ανάγκη να στεριώσουν κάπου; Αυτό που νιώθω εγώ ας πούμε, το να τελειώσει η μέρα και να πάω να τρυπώσω στο σπιτάκι μου, δεν το’ χουν ποτέ αισθανθεί; Πόσο ψυχοφθόρα είναι η αέναη μετακίνηση; Μια περιπλάνηση σαν μπουλούκι αλλοτινής εποχής.
Είναι αλήθεια ότι η ζωή ενός τσίρκου δεν είναι και τόσο λαμπερή όταν σβήσουν οι προβολείς. Συνήθως, ο «θίασος» φτάνει νύχτα στον προορισμό του και μετά από ελάχιστες ώρες ξεκούρασης, το πρωί πρέπει να στήσει τη σκηνή και να ετοιμαστεί από κάθε τεχνική πλευρά, φώτα, γεννήτριες, ρούχα, καθίσματα για την παράσταση. Συνήθως, δίνουν μια παράσταση την ημέρα και δύο τα σαββατοκύριακα. Οι άνθρωποι του αποτελούν στην ουσία μια ιδιότυπη οικογένεια κι αφού λόγω του ιδιόμορφου του επαγγέλματός τους δεν μπορούν να αναπτύξουν δεσμούς με άλλους ανθρώπους απ’ έξω, παντρεύονται μεταξύ τους και γεννάνε τα παιδιά τους εκεί. Τα παιδιά αυτά μαθαίνουν να ζούνε περιπλανώμενα από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία. Ο κόσμος του τσίρκου έχει τους δικούς του κανόνες, τους δικούς του κώδικες και όσο κι αν ακούγεται παράλογο και τις δικές του προκαταλήψεις. Ιδού κάποιες απ’ αυτές:
- Μην στρέφεις ποτέ πίσω το κεφάλι όταν γίνεται η παρέλαση του θιάσου
- Μην σφυρίζεις ποτέ στα καμαρίνια
- Τα φτερά των παγωνιών σημαίνουν κακή τύχη
- Τα ατυχήματα συμβαίνουν πιο συχνά στα σχήματα των τριών ακροβατών
- Το τρίχωμα της ουράς του ελέφαντα φέρνει καλή τύχη.
Κλείνοντας, σας αφήνω με τη μαγική εικόνα μιας θρυλικής ταινίας. Όσοι την έχετε δει, θα θυμάστε σίγουρα τη Τζουλιέτα Μασίνα να «εκπαιδεύεται» για να ενταχθεί στο τσίρκο του «La Strada» του Φελίνι.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007
Τελευταία αναχώρηση
Απ’ την άλλη, είναι κι ένας φόρος τιμής. Εις μνήμην… Τίποτα άλλο.
Λουτράκι Τέλος Σεπτέμβρη. Πριν από ενάμιση χρόνο.
Ο καιρός είναι μελαγχολικός. Βρέχει κι έχει μια μουντάδα ο ουρανός που εναλλάσσεται με κάποιες αδρές ακτίνες ήλιου. Έχουν αρχίσει να μικραίνουν οι μέρες και η παραθεριστική λουτρόπολη αναδίδει μια μελαγχολία. Τα πιτσιρίκια δεν φοράνε τα μαγιώ τους και δεν παίζουν στην παραλία. Κρατάνε απ’ το χέρι τη μαμά και τον μπαμπά και τρέχουν ν’ αγοράσουνε τσάντα, μολύβια, τετράδια. Ο ένας και μοναδικός θερινός κινηματογράφος παίζει το τελευταίο διήμερο της σεζόν. Μετά λουκέτο. Του χρόνου πάλι. Τα τουριστικά μαγαζιά ετοιμάζονται ή να κατεβάσουν ρολά ή να ανανεώσουν το εποχιακό τους είδος. Η ματιά μου περιπλανιέται στα σωσίβια – ζωάκια και στα κουβαδάκια με μελαγχολία.
Σταματάμε για καφέ σ’ ένα πολύ κομψό μαγαζί στην αρχή της πόλης. Είναι το μόνο που έχει πιο νεανικό αέρα αφού η πλατεία κυρίως κατακλύζεται από ηλικιωμένους παραθεριστές.
Το Λουτράκι έχει μια ρετρό γοητεία. Είναι βασικά άσχημη πόλη. Παντού πολυκατοικίες και ξενοδοχεία κακής αισθητικής και μια παραλία που δεν έχει αξιοποιηθεί καταλλήλως. Θυμίζει όμως λουτρόπολη του ‘ 50, φέρνει στο μυαλό εικόνες που μπορώ να ανακαλέσω από φωτογραφίες ή ελληνικές ταινίες της εποχής εκείνης και μου θυμίζει και 2 καλοκαίρια της εφηβείας μου που είχαμε κάνει διακοπές σ’ ένα ξενοδοχείο πιο έξω απ’ την πόλη.
Τελικά νομίζω ότι απ’ το Λουτράκι όλοι κάποτε έχουμε περάσει.
Φτάνουμε μετά από καμιά ώρα στο ξενοδοχείο να την παραλάβουμε. Η γυναίκα της ρεσεψιόν μας κοιτάζει περίεργα.
«Έχουν φύγει όλοι», μας είπε κοφτά. «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα» και σκύβει στο μεγάλο βιβλίο της.
Ναι, πράγματι, ήταν η τελευταία μέρα. Τα λουτρά έκλειναν και οι θαμώνες τους επέστρεφαν στο κλεινόν άστυ. Του χρόνου πάλι οι θεραπείες για τα ρευματικά.
«Μας περιμένει», λέμε κι οι δυο με μια φωνή
«Μα σας είπα, δεν είναι κανείς εδώ. Τα δωμάτια άδειασαν»
«Αποκλείεται», επιμένουμε εμείς με μια φωνή. «Είστε σίγουρη; Μια κυρία στο δωμάτιο τάδε στον 3ο όροφο;»
Η ρεσεψιονίστ σκέφτεται λίγο. Έπειτα λέει αδιάφορα ενώ είναι πάντα σκυμμένη στο τεράστιο βιβλίο αφίξεων/αναχωρήσεων:
«Ναι, είναι μια κυρία εκεί που δεν έφυγε ακόμα».
Ανεβαίνουμε χαρούμενες στον 3ο. Μέσα απ’ το τζαμάκι της πόρτας του ασανσέρ, φαίνονται τα άδεια δωμάτια. Στον όροφο που σταματάμε, όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές. Τα δωμάτια άδεια, έρημα. Τα σεντόνια στιβαγμένα στους διαδρόμους, οι σκούπες και οι κουβάδες το ίδιο. Μια καθαρίστρια μαζεύει στο βάθος. Απόλυτη ησυχία. Ένα παντζούρι τρίζει. Ένα παραθυρόφυλλο χτυπάει ρυθμικά απ’ τον αέρα. Η φαντασία μου οργιάζει. Πόση μοναξιά να κρύφτηκε πίσω απ’ τις πόρτες των δωματίων, πόσα βογκητά από πόνους στις γεροντικές αρθρώσεις, πόσα βλέμματα να κοιτάνε το δρόμο και την κίνηση των περαστικών απ’ το μικρό μπαλκονάκι λίγο πριν βυθιστούν σε ύπνο;…
Στ’ αριστερά, το δωμάτιο της. Είναι εκεί και περιμένει. Οι βαλίτσες της έτοιμες. Η ίδια ντυμένη για αναχώρηση. Μαζί της μια φίλη των διακοπών. Η τελευταία φίλη. Περιμένει κι εκείνη τα παιδιά της να την πάρουν. Κάνανε παρέα 2 εβδομάδες, τρώγανε μαζί, πηγαίνανε βόλτες, ήπιανε και λίγο ούζο το βράδυ στο δωμάτιο. Η άλλη άναβε κι ένα τσιγαράκι. «Ε, στα 80, τι ζημιά να σου κάνει πια ένα τσιγαράκι στη χάση και στη φέξη». Το ρούφαγε, το απολάμβανε κι όταν τέλειωνε, έπιανε πάλι το πλεκτό. Αστεία εικόνα. Απ’ αυτές που είναι αστείες γύρω- γύρω κι έχουν μια δόση θλίψης στη μέση.
Βγαίνω σ’ ένα μπαλκόνι ενός δωματίου απέναντι απ’ το δικό της να μιλήσω στο τηλέφωνο. Η θάλασσα απλώνεται γαλάζιο σεντόνι μπροστά μου, με αχνές γκρι πινελιές. Ο ήλιος αρχίζει δειλά-δειλά να ξεπροβάλλει. Ανοιχτός ορίζοντας. Γαλήνη. Το καλοκαίρι που έφυγε, ο χειμώνας που θα’ ρθει, αυτοί που θα φύγουν κι οι άλλοι που θα’ ρθουν ξανά. Απ’ τη ζωή και στο Λουτράκι. Κι αντίστροφα.
Κατεβαίνουμε όλες μαζί με το ασανσέρ. Αφήνουμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και πάμε για φαγητό. Αφήνουμε πίσω μας το ξενοδοχείο με την ατμόσφαιρα θρίλερ στο εσωτερικό. Τελευταία αναχώρηση.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007
Οι περιπέτειες μιας ατζέντας…
Όταν ήμουνα 18 χρονών, ήταν πολύ στη μόδα το organizer ή filofax. Κάθε γυναίκα που σεβόταν τον εαυτό της είχε οπωσδήποτε ένα. Αν ήταν δε και μεγάλο, ακόμα καλύτερα. Προσέδιδε prestige στη σοφιστικέ εικόνα της. Τα χρώμα που θεωρείτο must μάλιστα, ήταν ένα βαθύ κόκκινο, πέρα των κλασσικών μαύρων και καφέ. Στα περιοδικά της εποχής, όλα τα μοντέλα φωτογραφίζονταν με concept επιτυχημένης εργαζόμενης, ταγέρ και το filofax ανά χείρας.
Είχα αποκτήσει λοιπόν κι εγώ ένα filofax αν και δν εργαζόμουνα ακόμη τότε και ονειρευόμουνα να είμαι τόσο απασχολημένη - busy αγγλιστί- εκεί γύρω στη χρυσή εποχή των 30 μου που να ξεχειλίζει από σημειώσεις και χαρτάκια.
Εντελώς off the record, να σας εξομολογηθώ ότι τώρα που διανύω αυτό που κάποτε φάνταζε- άγνωστο γιατί- ως χρυσή εποχή, δεν θέλω καθόλου να είμαι busy και δεν θέλω σημειώσεις και χαρτάκια να κρέμονται από πουθενά και ονειρεύομαι απεριόριστο ελέυθερο χρόνο για να κάθομαι και να κοιτάω απλώς το ταβάνι…
Οι εποχές λοιπόν πέρασαν και ήρθαν οι υπολογιστές, τα laptops τα palmtops και τα κινητά και όλα αυτά που περιέγραψα πριν ανήκουν σε ιστορία επιστημονικής φαντασίας του παρελθόντος.
Η ατζέντα όμως παρέμεινε σε πείσμα όλων των αλλαγών. Κάθε χρόνο αγόραζα μία και κάθε φορά εκεί γύρω στις αρχές του Γενάρη, μετέφερα τα δεδομένα της περυσινής στην καινούργια. Η ατζέντα χρησίμευε και σαν προσωπικό ημερολογιάκι. Σημείωνα ραντεβού, ό, τι θεωρούσα σημαντικό και στον τηλεφωνικό κατάλογο τα τηλέφωνα. Εννοείται ότι παρόλο που τα περισσότερα τα είχα περασμένα και στο κινητό, τα ήθελα και γραπτώς στην ατζέντα. Επιπλέον, υπήρχαν κι ένα σωρό τηλέφωνα πρώτης ανάγκης που δεν τα είχα στο κινητό, όπως θεάτρων, μουσείων, ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, κομμωτηρίων κτλ.
Για φέτος, αυτή τη δουλειά την έκανα χθες. Και διαπίστωσα ότι πρώτη φορά μετά από χρόνια, το ογκώδες filofax της μετεφηβείας μου και η μακρόστενη ορθογώνια ατζέντα που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια και μέχρι πρότινος, αντικαταστάθηκε από μια μικρούλα. Φέτος συνειδητά αγόρασα μια μικρή μαύρη τετράγωνη για να μην πιάνει πολύ χώρο στην τσάντα μου. Και καθώς αντέγραφα τα τηλέφωνα (παλιά μου τέχνη κόσκινο), διαπίστωσα ότι κάθε χρόνο μεταφέρω όλο και λιγότερα στον επόμενο. Από την περυσινή, κάποιοι δεν ζούνε πια, κάποιοι δεν είναι τόσο φίλοι πια, κάποιοι δεν έχουν καν τον τυχαίο λόγο ύπαρξης που είχαν εκεί άλλοτε και κάποιοι ελάχιστοι παρέμειναν – εκτός των αγαπημένων και των φίλων βέβαια που τα τηλέφωνα τους τα ξέρω κι από μνήμης- για καθαρά συναισθηματικούς λόγους.
Και μ’ έπιασε μια μελαγχολία καθώς σκέφτηκα τις αλλαγές που επέφερε και επέβαλλε το πέρασμα του χρόνου οριστικά και αμετάκλητα…
Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007
Απορία Ψάλτου...
Παρασκευή, Ιανουαρίου 05, 2007
Πρωτοχρονιάτικο και εορταστικό!
Καταρχήν, καλώς σας βρίσκω, όσους τελικά θα βρω, γιατί μετά από τόση απουσία, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Μου χρειαζόταν το διάλειμμα για να φορτίσω τις μπαταρίες μου. Πάντα, κάπου εκεί, στα μέσα του Δεκέμβρη, νιώθω μια έντονη κούραση. Είναι η δουλειά, είναι η αναμονή για το επιβεβλημμένο των Χριστουγέννων, τουλάχιστον όπως πλασάρεται τα τελευταία χρόνια, η ανάγκη για αλλαγές, η διάθεση για ξεκούραση και χρόνο με τα αγαπημένα πρόσωπα.
Το 2006 έκλεισε με τη ζυγαριά να κλείνει προς τα θετικά, σε αντίθεση με άλλες χρονιές.
Τους βαριέμαι τους απολογισμούς και τις σημειώσεις για το τι θα ήθελα να κάνω τον καινούργιο χρόνο. Τελικά, δεν έχει και τόση σημασία, γιατί η ζωή φτιάχνει συνήθως πιο πρωτότυπα σενάρια.
Για μένα, κάθε καινούργια χρονιά, συμπίπτει σχεδόν με το ότι μεγαλώνω κατά ένα χρόνο κι αυτό ακόμα μου είναι ευχάριστο. Προς το παρόν, μπορώ να κοιτάζομαι ακόμα στον καθρέφτη και να με πιάνει μια παρόρμηση να κάνω τις ίδιες τρέλλες που έκανα στην εφηβεία μου και που κάνουν άλλωστε κι όλοι οι έφηβοι.
Είναι φαίνεται αυτό που λένε ότι μέσα μας παραμένουμε πάντα παιδιά. Εξαιρούνται βέβαια κάποιοι ελάχιστοι που γεννήθηκαν ήδη γέροι. Ευτυχώς, δεν έχω γνωρίσει τέτοιους.
Αν δεν το καταλάβατε ακόμα, το σημερινό ποστ μου το αφιερώνω. Είναι καινούργιο, είναι πρωτοχρονιάτικο (με 5 μέρες καθυστέρηση) και είναι και γενέθλιο!
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006
Aπέχω
Δεν έχω έμπνευση
Δεν ξέρω τι να γράψω
Δεν έχω καμιά πρωτότυπη ιδέα
Όλο ιδέες είμαι, αλλά είναι ανακατεμένες στο μυαλό μου
Δεν έχω χρόνο
Έχω χρόνο αλλά άλλες προτεραιότητες
Βαριέμαι
Έχω αφήσει ημιτελή κείμενα στο προσωπικό μου αρχείο και δεν ξέρω ποιο να ολοκληρώσω και να δημοσιεύσω
Έρχονται τα Χριστούγεννα
Λίγο διάλειμμα δεν κάνει κακό
Θα επανέλθω
Ίσως… :)
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006
Περί ιδιοκτησίας
"Το απόλυτο μέγεθος είναι η ιδιοκτησία. Και μάλιστα η μικρή. Το σπίτι μου, το χωράφι μου, ο φράκτης μου, ο γάιδαρός μου, η γάτα μου, το κυπαρίσσι μου, η κατσίκα μου, το πρόβατό μου, η κότα μου, το αυγό μου, το κλαρί μου, η τσίχλα μου.[…]Οικογένειες σκοτώνονται, αδέρφια πλακώνονται και φίλοι καθυβρίζονται στο όνομα μιας ρίζας ελιάς.[…] Όσο η ιδιοκτησία θα αποτελεί την υπέρτατη αξία μιας κοινωνίας τόσο ο Άνθρωπος θα παραμένει αιχμάλωτος της ζούγκλας! "
Σκέφτηκα έναν τύπο, κάτι σαν νέο-κλοσάρ μιας πρωτεύουσας που με επιτυχία πια μιμείται τις μεγάλες πρωτεύουσες ως προς το πολύ-πολιτισμικό και άλλα καλά ή κακά συνεπακόλουθα. Ο τύπος αυτός κυκλοφορεί συχνά-πυκνά στη γειτονιά μου. Η μόνη του ιδιοκτησία είναι ένα καρότσι σούπερ μάρκετ στο οποίο έχει στεγάσει όλα του τα υπάρχοντα. Δεν τον έχω δει ποτέ να ζητιανεύει ή να καθαρίζει τζάμια αυτοκινήτων για να βγάλει κανά ευρώ. Μπορεί και να το κάνει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.
Το καρότσι είναι το σπίτι του. Είναι και το όχημα του. Χωρίς αυτό δεν πάει πουθενά. Το καρότσι είναι η ιδιοκτησία του και -ω τι τραγική ειρωνεία- ούτε αυτό τελικά του ανήκει.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006
Μεγαλώνουμε. Αλλά, μεγαλώνουμε;
Δεν ξέρω σε ποια ηλικία μεγαλώνουμε τελικά. Μάλλον είναι πολύ υποκειμενικό. Πάντως οι άξονες της διαδρομής είναι κοινοί, σχεδόν για όλους.
Σίγουρα αρχίζουμε να μεγαλώνουμε όταν είμαστε πραγματικά ανεξάρτητοι και μπορούμε να ζήσουμε τους εαυτούς μας. Μεγαλώνουμε όταν προσπαθούμε να καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας με την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κανείς στον κόσμο να μας βοηθήσει. Όταν δεν βασιζόμαστε στους γονείς μας ή σε φίλους και δεν περιμένουμε να μας συντρέξουν κι όταν ξέρουμε πια στην πράξη ότι ο κόσμος να χαλάσει, θα πρέπει να μας φτάσουν τα λεφτά να περάσουμε με αξιοπρέπεια τον μήνα.
Αυτό είναι μάλλον ένα πρώτο σημάδι μεγαλώματος
Και το επόμενο είναι η ανάγκη να τα μοιραστείς όλα με κάποιον άλλον. Να φτάσει εκείνη η στιγμή που νιώθεις ότι απέδειξες ό, τι είχες ν’ αποδέιξεις στον εαυτό σου, έκλεισες όλα τα χρέη σου και πάς μπροστά για μια ζωή κοινή. Και κοινή συνεπάγεται να νοιάζεσαι ουσιαστικά τον άλλον, να τον αγαπάς και να τον στηρίζεις. Και να γίνονται όλα αυτά αβίαστα και χωρίς να υπάρχει εκατέρωθεν η υποχρέωση να το κάνεις. Να ζεις κανονικά με τον/ την εκλεκτό/ή σου χωρίς να βάζεις ταμπέλες κι ετικέτες που κάνουν την καθημερινότητα να φαντάζει μια ατέλειωτη ρουτίνα, μια ανακύκλωση, μια απ’ τα ίδια τελικά και της αφαιρούν τη μαγεία της. Γιατί υπάρχει μια μαγεία στην καθημερινότητα για την οποία αξίζει να μεγαλώνεις τελικά:
Να ξυπνάς και να κοιμάσαι βλέποντας το αγαπημένο πρόσωπο
Να τρίβονται τα πόδια σας στον ύπνο
Ν’ ανταλλάσσεις παντόφλες
Να τρώτε μαζί
Να ξαπλώνετε στον καναπέ χωρίς να χρειάζεται υποχρεωτικά να μιλάτε
Ν’ ακούτε τις σιωπές σας
Να ονειρεύεστε μαζί
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006
«Κίχλη Γ’»
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν
καθώς περνούν τα χρόνια και
κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια
«Κίχλη Γ’» 1946
Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006
Το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος.- Μια άλλη βερσιόν.
Το ασχημόπαπο καθρεφτίστηκε για πρώτη φορά στη λίμνη μετά από λίγο καιρό. Είδε αμέσως ότι δεν έμοιαζε καθόλου με τα αδέρφια του και τα άλλα παπιά, αλλά δεν έδωσε και τόση σημασία. Αφηνόταν να πλατσούριζει μαζί τους, τρώγανε παρέα και γενικά κάνανε όλα μαζί τις ίδιες χαζομάρες. Είχαν τις παπίσιες συνενοχές τους και τα μυστικά τους. Και τα άλλα ζώα το κοίταζαν σαν να ήταν αξιοπερίεργο όν. Το ασχημόπαπο δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές όπως τα αδερφάκια του κι έπρεπε να παλεύει διπλά για να καταφέρνει κάτι. Όχι πως ήταν χαζό ή αργό. Κάθε άλλο. Απλώς είχε έναν δικό του τρόπο να θεωρεί τα πράγματα και τον κόσμο. Ήταν ευαίσθητο και καλόψυχο. Πάντα έτρεχε να βοηθήσει όποιο παπί ή άλλο ζωάκι είχε πρόβλημα και καμιά φορά στενοχωριόταν όταν κανείς δεν συνέτρεχε εκείνο στις δυσκολίες του. Στενοχωριόταν κι έκλαιγε, αλλά στα κρυφά. Δεν ήθελε να το βλέπουν οι άλλοι για να μην φανερώνει τις αδυναμίες του και να μην το λυπούνται. Έτσι, με τα χρόνια έγινε δυνατό κι έφτιαξε μια ατσάλινη φορεσιά για να κυκλοφορεί. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε…
Κάποτε η μαμά πάπια το φώναξε κοντά της και του μίλησε για τη μοναξιά και την αγάπη.
«Άκουσε καλό μου, του είπε, χαϊδεύοντας το με περισσή στοργή. Μια μέρα τα αδέρφια σου θα φύγουν από δω και θα κάνουν τις δικές τους οικογένειες αλλού. Δεν φοβάμαι για κεινα. Είναι πολύ κοινωνικά κι αξιοποιούν όλες τις ευκαιρίες που τους δίνονται. Για σένα ανησυχώ».
«Γιατί μαμά; Επειδή είμαι άσχημο»;
«Ποιος λέει τέτοιες σαχλαμάρες»; φώναξε αγριεμένη η πάπια και συνέχισε. «Άσχημος δεν είναι κανείς. Η εικόνα είναι πολύ υποκειμενικό πράγμα».
«Μα καθρεφτίστηκα τις προάλλες στη λίμνη και είδα αυτό που έβλεπα χρόνια τώρα. Είμαι αλλιώτικος απ’ τους άλλους».
«Αλλιώτικος δεν θα πει άσχημος. Είσαι διαφορετικός. Αυτό είπα εγώ τη μέρα που γεννήθηκες. Και είναι πολύ σημαντικό πράγμα να ξεχωρίζεις».
«Μα πώς ξεχωρίζω; Δεν με προσέχει κανείς. Δεν είμαι η ψυχή της παρέας. Δεν μου δίνει κανείς σημασία. Όλο τα αδέρφια μου κοιτάνε. Ποτέ εμένα»!
«Γιατί καταλαβαίνουν ότι δεν τους χρειάζεσαι και νιώθουν αδύναμοι μπροστά σου. Νιώθουν ότι δεν μπορούν να σου προσφέρουν τίποτα. Μοιάζεις αυτάρκης και σίγουρος. Κανείς δεν υποπτεύεται πόσο τρυφερή είναι η ψυχούλα σου και κανείς δεν τολμάει να την αγγίξει. Εύχομαι να γνωρίσεις το μεγαλείο της αγάπης και να αφεθείς».
«Αγάπη; Τι είναι αυτό»;
«Είναι αυτό που θα σε κάνει να νιώθεις δυνατός και αδύναμος συγχρόνως. Θα βρεθεί μια μέρα μια άλλη ψυχή που θα μοιάζει με τη δική σου και θα την αναγνωρίσεις. Θα θελήσεις να κινήσεις γη και ουρανό για να την προστατεύεις απ’ τις επιθέσεις των ξένων. Θα είσαι τότε ο πιο δυνατός του κόσμου. Σαν ατρόμητο λιοντάρι. Όλοι θα πρέπει να παλέψουν μαζί σου αν τολμήσουν να τα βάλουν με την άλλη ψυχούλα. Και την ίδια στιγμή, θα γίνεσαι αδύναμος, όλο και πιο πολύ. Σαν πεινασμένο σπουργιτάκι. Θα μαλακώσεις γιατί θα θελήσεις αυτή η άλλη ψυχή να σε πάρει κάτω απ’ τα φτερά της και να σε αγκαλιάζει συνέχεια. Θα της φανερώσεις όλα τα μυστικά κι όλες τις αδυναμίες σου. Θα της εξομολογηθείς όλους τους φόβους κι όλες τις επιθυμίες σου. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν άγνωστα μονοπάτια ανάμεσα σας. Και δεν θα ντραπείς να κλάψεις μπροστά της. Γιατί τότε, αυτή η άλλη ψυχή που ήταν πριν αδύναμη, θα γίνει για σένα δυνατή και θα μεταμορφωθεί σε μια τεράστια φτερούγα που θα σε κλείσει προστατευτικά στην αγκαλιά της. Και δεν θα σε ξαναπειράξει ποτέ κανείς».
«Αλήθεα μπορούν να συμβούν όλα αυτά»; ρώτησε έκπληκτο εκείνο
«Μα και βέβαια μπορούν», απάντησε η μαμά πάπια. «Και τότε, να μην ξεχάσεις να καθρεφτιστείς ξανά στη λίμνη».
«Και πώς θα το καταλάβω ότι ήρθε η ώρα»; ρώτησε πάλι με αφέλεια το παπάκι
Η μαμά πάπια χαμογέλασε με τον τρόπο που χαμογελούν οι μεγάλοι για τις αλήθειες της ζωής που οι μικροί ακόμα δεν καταλαβαίνουν.
«Θα το καταλάβεις. Αυτά τα πράγματα τα νιώθει κανείς μέσα του. Απλώς πρέπει να είσαι έτοιμος να τα δεχτείς. Και να μην φοβάσαι. Η αγάπη είναι ωραία αλλά είναι και μπελάς. Και για να γίνει ωραία, θα πρέπει να παλέψεις κάποτε και με τον μπελά».
Πέρασαν μήνες πολλοί και χρόνια. Το ασχημόπαπο θυμόταν πάντα τις κουβέντες της μάνας του. Τα αδέρφια του φύγαν απ’ τη φωλιά.Το ίδιο και οι φίλοι τους. Άλλα παπιά γεννήθηκαν και πέταξαν κι εκείνα μακριά. Και οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη. Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη. Κι αυτό γύρναγε εδώ κι εκεί σε μια περιπλάνηση που φαινόταν χωρίς τέλος.
Και μια μέρα ένιωσε. Κι ύστερα ένιωσε πιο πολύ αυτό που πρώτα του φάνηκε σαν μικρό φτερούγισμα. Κι όταν κατάλαβε πως δεν κάνει λάθος, αφού πρώτα πόνεσε κι έκλαψε και πέρασε μπελάδες και φουρτούνες, καθρεφτίστηκε στη λίμνη και δεν είδε πια τη μορφή που είχε συνηθίσει.
Το ασχημόπαπο είχε γίνει κύκνος!
Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006
Περί εμπνεύσεως, δημιουργίας και άλλων ζιζανίων.
Στο θέατρο, ο ηθοποιός βάζει σαν στόχο έναν θεατή και παίζει γι’ αυτόν όλο το βράδυ. Τις περισσότερες φορές δεν είναι συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι απλώς ο ιδανικός θεατής. Και το παράλογο είναι πως δεν ξέρουμε πώς ορίζεται καν ο ιδανικός θεατής. Να κάθεται ήσυχος στην καρέκλα, να μην βήχει, να μην τσαλακώνει χαρτάκια από καραμέλες, να έχει κλειστό το κινητό ή και καθόλου κινητό, να μην αλλάζει πόδι κάθε λίγο κι ακούγεται το θρόισμα απ’ το ύφασμα, να μην γελάει σαν χάχας εκεί που δεν πρέπει, να είναι καλλιεγημένος, να έχει τρόπους, να, να, να , να μην αναπνέει ίσως;
Είναι προφανές ότι όλη η παραπάνω περιγραφή ανήκει σε έναν θεατή της απόλυτης ουτοπίας. Αυτό το πλάσμα δεν υπάρχει, δεν είναι κανονικός άνθρωπος. Εξωγήινος είναι μάλλον. Αλλά πρέπει να τον εφευρίσκεις κάθε φορά για να του απευθύνεσαι. Και να γίνεται το εξής μαγικό. Να τον απομονώνεις και να τον πολλαπλασιάζεις.
Εξηγούμαι: Εκεί που ήταν ένας κι έπαιζες μόνο γι’ αυτόν και είχες εξαφανίσει όλους τους άλλους δίπλα του, στο τέλος του έργου με τη δύναμη της χημείας που αναπτύχθηκε ανάμεσα σας, εμφανίζει και τους υπόλοιπους και σε χειροκροτούν όλοι μαζί.
Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση ενός υπαρκτού ιδανικού θεατή, ενός προσώπου για το οποίο πραγματικά θες να παίζεις και στον οποίο αφιερώνεις όλη τη δημιουργικότητα σου. Εκεί, τα πράγματα είναι πιο απλά, πηγάζουν από αγάπη και σε αγάπη οδηγούνται. Γιατί κάθε αρχή δημιουργίας στην αγάπη πρέπει να βασίζεται για να είναι αυθεντική.
Κατ’ αντιστοιχία, η γραφή απευθύνεται στον αναγνώστη, τον ιδανικό αναγνώστη. Τον Αναγνώστη με Α κεφαλαίο. Αυτόν που είναι η μούσα σου, που θα πεις για χάρη του τη γνωστή φράση «Άνδρα μοι ένεππε Μούσαν πολύτροπον ος μάλλα πολλά πλάγχθη», και μετά θ’ αρχίσεις να γράφεις. Αλλά βασική προϋπόθεση είναι να τον θαυμάζεις και να τον εκτιμάς τον αναγνώστη σου. Και να θέλεις να του προσφέρεις το καλύτερο γιατί είναι απαιτητικός και καλά κάνει. Αλλά μέσα στις απαιτήσεις του είναι συγχρόνως και απλός. Αυτό που σου ζητάει είναι να του προσφέρεις το καλύτερο κομμάτι σου, το πιο αληθινό. Και θα εύχεσαι να σε διαβάζει ο ιδανικός αναγνώστης και να του αρέσει ή να μην συμφωνεί ίσως με κάτι και να σε διορθώνει, να σε συμβουλεύει, να ανοίγετε διάλογο κι εσύ να γράφεις, να γράφεις, να γράφεις και να φαντάζεσαι ότι οι αναγνώστες πληθαίνουν και σε διαβάζουν κι άλλοι κι άλλοι και πιο πολλοί κι ακόμα περισσότεροι ώσπου απ’ το μεγάλο πλήθος να κοιτάξεις, να παραμερίσεις και να κλείσεις το μάτι στον αναγνώστη σου. Σ’ αυτόν που σε ωθεί σε μια γόνιμη δημιουργία.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006
Το σπίτι μου

Στην παιδική μου ηλικία αλλάξαμε αρκετές φορές σπίτι. Το πρώτο σπίτι, αυτό που γεννήθηκα κι έμεινα ως τα έξι μου χρόνια, ήταν ένα μεγάλο διαμέρισμα σε μια αστική πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας. Με μεγάλους χώρους υποδοχής, χωλ σαν δωμάτιο, καθιστικό και όλες τις προδιαγραφές ενός παλιού προσεγμένου διαμερίσματος. Αλλά δεν είχε παιδικό δωμάτιο. Θαρρείς και οι γονείς μου το είχαν νοικιάσει χωρίς να σκέφτονται την προοπτική απόκτησης παιδιών, πράγμα που συνέβη έτσι κι αλλιώς σύντομα. Το θυμάμαι σαν σε όνειρο αυτό το σπίτι. Φύγαμε όταν τέλειωσα την πρώτη δημοτικού για να πάμε κάπου που θα είχε πιο καθαρό αέρα και θα μπορούμε να παίζουμε στη γειτονιά χωρίς τον φόβο των αυτοκινήτων.
Το καινούργιο σπίτι λοιπόν, ήταν ένα διαφορετικού τύπου διαμέρισμα, μοντέρνο, νεόκτιστο και με παιδικό δωμάτιο που μοιραζόμουν αναγκαστικά με τον αδερφό μου. Είχε μεγάλο μπαλκόνι κι έβλεπε σε ένα πάρκο. Τότε ακόμα δεν είχε χτιστεί σχεδόν καθόλου η περιοχή και υπήρχε μεγάλη άπλα και ησυχία. Γνωριστήκαμε σύντομα με άλλα παιδιά και τα απογεύματα παίζαμε ελεύθεροι στους δρόμους. Ήταν τόσο έρημη τότε η γειτονιά που τα πρώτα χρόνια θυμάμαι ακόμα και προβατάκια απ’ τα κοντινό βουνό. Σαν να ήμασταν σε χωριό…
Στην επόμενη μετακόμιση που ήταν στη διπλανή πολυκατοικία, ήμουνα πια 15 χρονών, αλλά μέσα στον συναισθηματισμό της εφηβείας, αποφάσισα να κρατήσω ως ενθύμιο τα κλειδιά μου. Σκεφτόμουνα να τρυπώσω μια μέρα στα κρυφά στο προηγούμενο σπίτι και να δω πώς το είχαν επιπλώσει οι άνθρωποι που έμεναν εκεί, ποιο παιδί έπαιζε στο δωμάτιο που κινούσαμε τα play Mobil με τον αδερφό μου Δεν το έκανα βέβαια ποτέ, αλλά ίσως τα κλειδιά να υπάρχουν ακόμα.
Το σπίτι που θυμάμαι με αγάπη είναι αυτό που έμεινα απ’ τα 18 μου ως τα 26. Εκεί απέκτησα και πρώτη φορά δικό μου δωμάτιο. Το θέλαμε και οι δυο μας πολύ να χωρίσουμε τα δωμάτια μας, αν και είχαμε συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια να είμαστε μαζί. Τα πρώτα χρόνια, τα κρεββάτια τα είχαμε δίπλα και όταν είμασταν ακόμα παιδάκια, ο αδερφός μου είχε μια ανασφάλεια τις νύχτες λόγω του σκοταδιού και μέχρι να τον πάρει ο ύπνος, ήθελε να του κρατάω το χέρι. Δίπλα του είχε και το σπαθί απ’ την αποκριάτικη στολή του Βασιλιά Αρθούρου για να είναι έτοιμος να επιτεθεί στον κακό αν αυτός εισβάλλει μέσα στη νύχτα.
Όταν πια χωριστήκαμε, επικοινωνούσαμε συνθηματικά με τρία χτυπήματα στον ενδιάμεσο τοίχο. Ήταν κάτι σαν καληνύχτα και κάτι καλοκαίρια που απ’ τη ζέστη δεν μας έπαιρνε εύκολα ο ύπνος, βγαίναμε στο μικρό μπαλκόνι που ένωνε τα δυο μας δωμάτια και μιλάγαμε μέσα στη σιωπή της νύχτας.
Και μετά, έφυγα απ’ το σπίτι γιατί ήρθε η ώρα μου να απογαλακτιστώ και να δω πώς ζούνε οι άνθρωποι μακριά απ’ τη μητρική αγκαλιά. Ακολούθησαν έτσι άλλα δύο σπίτια.
Και τα σκέφτομαι νοσταλγικά όλα τα σπίτια που έμεινα. Κι ώρες ώρες λέω:
Θα ήθελα να έχω γεννηθεί, μεγαλώσει και ζήσει σ’ ένα παλιό μεγάλο σπίτι, απ’ το οποίο να μην έχω φύγει ποτέ και στις γωνιές του να είναι αποτυπωμένες οι αναμνήσεις μου. Γιατί όπου πας φτιάχνεις και το υλικό των αναμνήσεων σου. Ονειρευόμουνα ένα σπίτι σαν αυτά που βλέπουμε καμιά φορά στις ταινίες ή διαβάζουμε στα μυθιστορήματα. Να έχει και μια σοφίτα με τα παλιά μου παιχνίδια και τα παιδικά μου βιβλία. Να το περπατάω και να με θυμούνται οι τοίχοι του. Να κοιτάω γύρω και να ξεπηδούν παιδικά γέλια και εικόνες περασμένων χρόνων.
Και σχετικά πρόσφατα, ένιωσα ότι τελικά το σπίτι δεν έχει κανένα ενδιαφέρον ως άψυχος χώρος. Και δεν επιθυμώ πια το παλιό, μεγάλο σπίτι αυτό καθεαυτό. Γιατί τα σπίτια είναι έρημα χωρίς ανθρώπους. Και το δικό μου σπίτι είναι αυτοί που αγαπώ. Αυτούς αναζητώ και σ’ αυτούς επιστρέφω κάθε φορά που λέω τη φράση «σπίτι μου».
Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006
Ατάκτως ερρημένα!
Υπάρχουν κάποιοι που ποτέ δεν σε αποδέχονται γιατί είναι ακατάλληλες οι περιστάσεις κάτω απ’ τις οποίες εισβάλλεις στη ζωή τους. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι κακός άνθρωπος ή γεμάτος ελαττώματα κι αρνητικά που είσαι δηλαδή, αφού ο άνθρωπος είναι απ’ τη φύση του ατελές ον.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που στα μάτια τους θα είσαι πάντα ο κακός εισβολέας, ο αδιάφορος διπλανός τους, αυτός ο άγνωστος που δεν θα θέλουν να γνωρίσουν. Και θα έχουν διαρκώς στραμμένα τα μάτια πάνω σου για να παρακολουθούν τις κινήσεις σου, να κάνεις το ατόπημα και να πούνε «είδες που είχα δίκιο»;
Κι εσύ θα κοιτάς στον καθρέφτη της ψυχής σου και θα βλέπεις ότι δεν είσαι τόσο κακός όσο λένε, ούτε τόσο αντιπαθές άτομο. Απλώς, σ’ αυτή τη ζωή μια απ’ τις ανθρώπινες ατέλειες είναι να μην συμπαθούμε υποχρεωτικά όλον τον κόσμο.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006
Ο Θεατρικός Άγγελος Σικελιανός
Όταν το 1901 ο νεαρός ποιητής ήρθε από τη γενέτειρα του Λευκάδα στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική, απίστησε στις προγραμματισμένες σπουδές και αντ’ αυτών προτίμησε να στραφεί στο θέατρο. Είναι η χρονιά που ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ιδρύει τη «Νέα Σκηνή» του.
Η «Νέα Σκηνή» υπήρξε ως γνωστό μια απόπειρα πνευματικής μυσταγωγίας που επηρέασε βαθύτατα το νεοελληνικό θέατρο. Ο Χρηστομάνος, παράλληλα με τον Θωμά Οικονόμου του Βασιλικού θεάτρου, ανανέωσε το ρεπερτόριο της εποχής και συνεισέφερε σε πιο σύγχρονες τεχνικές υποκριτικής. Οι νεαροί μύστες που στρατεύθηκαν εθελοντικά (Σικελιανός, Σκίππης, Κυβέλη, Μήτσος Μυράτ, Θέωνη Δρακοπούλου, Τηλέμαχος Λεπενιώτης, Άγγελος Χρυσομάλλης) δεν απέβλεπαν υποχρεωτικά σε σταδιοδρομία ηθοποιού, μολονότι κάποιοι απ’ αυτούς παρέμειναν στο θέατρο. Η Κυβέλη μάλιστα, αποτέλεσε τη μούσα του Χρηστομάνου αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα περισσότερα έργα που ανέβηκαν. Το δε πρακτικό της ίδρυσης της Νέας Σκηνής διαβάστηκε από τον ίδιο τον Χρηστομάνο στο θέατρο του Διονύσου την 27η Φεβρουαρίου του 1901 μπροστά σε επιφανείς λογοτέχνες -μεταξύ των οποίων τους: Κωστή Παλαμά, Παύλο Νιρβάβα και Γρηγόρη Ξενόπουλο που το προσυπέγραψαν.
Ο Σικελιανός με την αδερφή του Ελένη και τον άντρα της Σπήλιο Πασαγιάννη, συνέπραξε στην αναμορφωτική προσπάθεια του Χρηστομάνου. Τα δυο αδέρφια μάλιστα για ένα βραχύ διάστημα θήτευσαν στο θέατρο και ως ηθοποιοί. Η Ελένη μετανάστευσε αργότερα στην Αμερική όπου και παρέμεινε. Η νεώτερη αδερφή του η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον Αμερικανό Ραϋμόνδο Ντάνκαν, αδερφό της διάσημης χορεύτριας Ισιδώρας και δοκίμασε κι εκείνη με τη σειρά της να σταδιοδρομήσει στο θέατρο τόσο στο Παρίσι όσο και στην Αμερική.
Το πόσο απασχόλησε την οικογένεια Σικελιανού το θέατρο, φαίνεται κι από μια ακόμη πληροφορία που μας παραθέτει ο Πρεβελάκης.
Το 1911 κι ενώ ο Σικελιανός είναι πια παντρεμένος με την Εύα Πάλμερ και βρίσκονται στο Παρίσι, η αδερφή του Πηνελόπη με τον Ραϋμόνδο οργανώνουν μια παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή σε αρχαία γλώσσα στο θέατρο Chatelet αρχικά κι έπειτα στο Trocadero με την ακόλουθη διανομή: Ηλέκτρα- Πηνελόπη Σικελιανού, Κλυταιμνήστρα- Ελένη Σικελιανού, , Χρυσόθεμις- Εύα Πάλμερ-Σικελιανού, Αίγισθος –Ραϋμόνδος Ντάνκαν, Ορέστης- Διονύσιος Δεβάρης. Η παράσταση ταξίδεψε και στις ΗΠΑ χωρίς την Εύα όμως.
Σταθμός στη ζωή του Σικελιανού υπήρξε η γνωριμία του και ο γάμος του με την αμερικανίδα Εύα Πάλμερ που σπούδαζε στο Παρίσι Ελληνική αρχαιολογία και χορό.
Απ’ το 1910 ήδη, ο Σικελιανός συλλαμβάνει την ιδεα των Συνειδήσεων και όταν γνωρίζεται με τον Νίκο Kαζαντζάκη ξεκινούν μαζί (1914-1915,1917) να πραγματοποιήσουν την περιήγηση της Ελλάδας «αναζητώντας τη συνείδηση της γης και της φυλής τους». Από το 1915 ως το 1917 δημοσίευσε τους τέσσερεις τόμους της συλλογής ποιημάτων πρόλογος στη ζωή: «η συνείδηση της Γης μου»(1915), «η Συνείδηση της Φυλής μου» (1915), « η συνείδηση της γυναίκας» (1916), «η συνείδηση της Πίστης» (1917). Λίγο πιο ύστερα (1917-1920), γράφει τα πιο χαρακτηριστικά ίσως ποιήματά του, την ευρύτερη σύνθεση «Tο Πάσχα των Ελλήνων», και το «Μήτηρ Θεού». Συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, περιηγείται την ελληνική ύπαιθρο, σχεδιάζει και εκτελεί ένα ταξίδι στους Αγίους Τόπους, ένα προσκύνημα που πάντα το ονειρευόταν.
Απ’ το 1922 μάλιστα και μετά την Μικρασιατική καταστροφή κι ενώ έχει ωριμάσει μέσα του η ανάγκη δημιουργίας ενός πνευματικού πυρήνα ικανού να ενώσει τους πνευματικούς ανθρώπους μέσα σε μια νέα πίστη, να συνθέσει τις αντιθέσεις και να αδελφώσει τους λαούς, συλλαμβάνει τη Δελφική Ιδέα.
Πιο συγκεκριμένα, ο Σικελιανός είχε οραματιστεί μια παγκόσμια πνευματική κοινωνία με έδρα τους Δελφούς, όπου διανοούμενοι από όλο τον κόσμο και από όλους τους χώρους των επιστημών και των τεχνών θα εργάζονταν για την πνευματική και ψυχική συναδέλφωση των λαών. H αδελφοσύνη, η ευνομία, η ελευθερία, η ανθρωπιά, ο κοσμοπολιτισμός αποτελούσαν βασικά γνωρίσματα της δελφικής ιδέας του ποιητή. Τους Δελφούς τους επέλεξε εξαιτίας της αίγλης και της ηθικής που εξέπεμπε κατά την αρχαιότητα το ιερό, λόγω του ότι θεωρείτο ο ομφαλός της γης και επειδή εκεί είχε την έδρα της η Δελφική Αμφικτυονία, μια μικρογραφία της τότε Κοινωνίας των Εθνών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, θεωρούσε απαραίτητο να ιδρυθεί εκεί ένα Πανεπιστήμιο ηθικών, ανθρωπιστικών και καλλιτεχνικών σπουδών. Στο ίδρυμα αυτό θα πραγματοποιούντο κοινωνιολογικές, μουσικές κ.ά. σπουδές και εκτός από σεμινάρια, διαλέξεις και συνέδρια θα οργανώνονταν και οι δελφικές εορτές, απαραίτητες, όπως πίστευε, για την πραγμάτωση των οραμάτων του.
Οι γιορτές περιλάμβαναν θεατρικές παραστάσεις, αρχαίους και λαϊκούς χορούς, αθλητικούς αγώνες, λαμπαδηδρομίες, συναυλίες βυζαντινής μουσικής, εκθέσεις έργων γλυπτικής, ζωγραφικής, λαϊκής χειροτεχνίας κ.ά.
Χαρακτηριστικό του πνεύματος των εκδηλώσεων αυτών ήταν ότι στους αθλητικούς αγώνες, δεν έπαιρναν μέρος κανονικοί αλλά αυτοσχέδιοι αθλητές, κάτοικοι των γύρω περιοχών και στρατιώτες. «Στοχεύουμε» έλεγε ο Σικελιανός «να επαναφέρουμε το Πνεύμα των Αγώνων από το βιομηχανικό επίπεδο όπου έχει καταπέσει, στο επίπεδο της πλήρους ηθικής αυθορμησίας απ' όπου έχει αναχωρήσει, δεν θέλουμε τη νοσταλγικήν αποκατάσταση ενός μεγάλου αισθητικού κεφαλαίου κι επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός γνήσιου πλαίσιου μορφολογικού, που να επιτρέπει ευθύς αμέσως τη συνθετική μεταφορά, σ' ένα κοινό πνευματικό επίπεδο, παγκόσμιων προβλημάτων». Ο Σικελιανός αρνήθηκε την εμπορευματοποίηση των παραπάνω εκδηλώσεων και τη χρηματοδότησή τους για τουριστικούς σκοπούς, από το κράτος. Τα έξοδα των πρώτων εορτών τα ανέλαβε Εύα Πάλμερ, που με τις οικονομικές της δυνατότητες και το πρακτικό μυαλό της έλυνε πλήθος προβλημάτων.
Οι δύο πρώτες δελφικές γιορτές πραγματοποιήθηκαν το 1927 με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου και το1930 με τις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη μπροστά στο κατάπληκτο από θαυμασμό κοινό που είχε έρθει από όλα τα μέρη του κόσμου, ενώ οι τρίτες, αν και είχαν προγραμματισθεί για το 1936, δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω της δικτατορίας. Μετά τον πόλεμο έγινε μια προσπάθεια για αναβίωσή τους, πράγμα που κατέστη δυνατόν για μια μόνο φορά, το 1952, και αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει ο ποιητής. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Δελφικές γιορτές αφαίμαξαν οικονομικά το ζεύγος Σικελιανού και το οδήγησαν στην χρεοκωπία.
Tο 1929 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο ζεύγος Σικελιανού αργυρά μετάλλια «δια την γενναίαν προσπάθειαν προς ανασύστασιν των δελφικών αγώνων». Tο 1932 ο Σικελιανός, επηρασμένος ακόμα απ’ το θέατρο, έγραψε μέσα σε μια εβδομάδα τον «Διθύραμβο του Ρόδου», την πρώτη από τις τραγωδίες του. Απ’ το 1940 έως και το 1951, τη χρονιά της τελευτής του, (όπως πολύ ποιητικά αναφέρει ο Πρεβελάκης),η ιδεολογία του ποιητή μεταβάλλεται σε αμφίσημη πνευματική πράξη. Από το ένα μέρος, οδηγούμενος από την προφητική διαίσθηση και φαντασία του αναζητάει τη μεταφυσική και την ποίηση ενός προλογικού και χθόνιου ουμανισμού που θα ξανατοποθετήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του σύμπαντος, και από το άλλο μέρος, βαθύτατα συγκλονισμένος από τα γεγονότα της δεκαετίας αυτής, εντάσσεται «στο στρατόπεδο της ελευθερίας-δικαιοσύνης» και προσπαθεί εναγώνια να συμβιβάσει και να βρει τον ενιαίο ρυθμό του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του Ανατολισμού. Μαρτυρία της «μεταβολής που είχε συντελεστεί μέσα του» είναι τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα της περιόδου αυτής. Ορόσημο της περιόδου αποτελεί η τραγωδία ο «Χριστός στη Ρώμη» το 1946. Την ίδια χρονιά, ο Σικελιανός εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ δυο χρόνια πριν «φύγει», το 1949, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2006
Ταξίδι στ’ αστέρια
Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006
Ο Ευγένιος Ιονέσκο και το Θέατρο του Παραλόγου
Το πώς εμπνεύστηκε κι έγραψε ο Ιονέσκο το συγκεκριμένο έργο, είναι από μόνο του ένα ασυνήθιστο γεγονός, σαν αστείο. Αλλά ο Ιονέσκο δεν ήταν συνηθισμένη περίπτωση. Γεννημένος στις 26 Νοεμβρίου του 1912 στη Σλάτινα της Ρουμανίας από πατέρα Ρουμάνο και μητέρα Γαλλίδα περνάει τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γαλλία. Η χώρα μου ήταν για μένα η Γαλλία, απλά και μόνο γιατί είχα ζήσει εκεί με τη μητέρα μου, θα πει λίγα χρόνια αργότερα, όταν στα 12 του και λόγω του διαζυγίου των γονιών του, αναγκάζεται να επιστρέψει στη Ρουμανία και να ζήσει μια διαφορετική ζωή, κοντά στον πατέρα του με τον οποίο είχε δύσκολη σχέση. Σε ηλικία δέκα χρονών γράφει τα πρώτα του ποιήματα και ένα σενάριο κωμωδίας στο οποίο υπάρχουν ήδη ορισμένα στοιχεία που αργότερα θα επαναληφθούν στα θεατρικά του έργα: Φαντάστηκα το απογευματινό μερικών παιδιών που ταράχτηκε από τους δυσαρεστημένους γονείς όταν είδαν την ακαταστασία. Τα παιδιά θυμωμένα, έσπαγαν τα πιατικά, έσπαγαν τα έπιπλα, πετούσαν τους γονείς τους από τα παράθυρα και τελείωναν βάζοντας φωτιά στο σπίτι.
Τελειώνοντας το σχολείο θέλει να γίνει ηθοποιός, αλλά ο πατέρας του τον αναγκάζει να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δημοσιεύει ένα μικρό βιβλιαράκι με στίχους, γράφει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον εαυτό του και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά. Το 1934 εκδίδει μια σειρά από φυλλάδια ενάντια σε καθιερωμένους συγγραφείς, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Μετά το 1933, η πολιτική κατάσταση στη Ρουμανία είναι δύσκολη. Η ναζιστική ιδεολογία της βίας και του ρατσισμού έχει εισβάλει στο Πανεπιστήμιο. Κάθε διάλογος γίνεται αδύνατος και κάθε αντίσταση επικίνδυνη. Ο Ιονέσκο μαζεμένος στον εαυτό του, γράφει δεκάδες σελίδες στο ημερολόγιό του, αναλύοντας τις διαμάχες του με παλιούς φίλους και συναδέλφους που είχαν επηρεαστεί από το ναζισμό, και αντιπαραβάλλει τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Η κατάσταση αυτή μεταφέρεται στο έργο του Ρινόκερος το 1958. Στη Γαλλία, θα επιστρέψει το 1938, πρώτα στη Σαπέλ-Αντενέζ των παιδικών του χρόνων, αργότερα στη Μασσαλία και το 1944 θα εγκατασταθεί οριστικά στο Παρίσι, πιάνοντας δουλειά ως διορθωτής σ’ έναν εκδοτικό οίκο νομικών βιβλίων.
Μέχρι τα 40 του θεωρεί ότι το θέατρο είναι κάτι που δεν τον ενδιαφέρει και δηλώνει ότι δεν έχει καμία κλίση για δραματουργός: Διαβάζω λογοτεχνία, δοκίμια, πηγαίνω μ’ ευχαρίστηση στον κινηματογράφο. Ακούω κάπου-κάπου μουσική, επισκέπτομαι τις εκθέσεις, σπάνια όμως πηγαίνω στο θέατρο. [...] Το να πάω στο θέατρο, σήμαινε για μένα να δω ανθρώπους, προφανώς σοβαρούς ανθρώπους, να γίνονται θέαμα. [...] Η παρουσία πάνω στη σκηνή ανθρώπων με σάρκα και οστά ήταν αυτό που μ’ έφερνε σε δύσκολη θέση, και μου προκαλούσε αμηχανία.
Σ’ αυτή την ηλικία αποφασίζει να μάθει αγγλικά και αγοράζει την γαλλο-αγγλική μέθοδο. Το αποτέλεσμα είναι να γράψει το πρώτο του θεατρικό έργο τη Φαλακρή τραγουδίστρια, της οποίας ένα μέρος του διαλόγου μιμείται τις ασυνάρτητες φράσεις μιας μεθόδου ξένης γλώσσας: Το κείμενο της Φαλακρής τραγουδίστριας ή του εγχειριδίου για την εκμάθηση των αγγλικών με τις έτοιμες εκφράσεις, με τους πιο ξεπερασμένους τύπους, μου αποκάλυπτε, ακριβώς μ’ αυτούς, τον αυτοματισμό της γλώσσας, τη συμπεριφορά των ανθρώπων, το να μιλάμε για να μη λέμε τίποτα, να μιλάμε γιατί δεν έχουμε τίποτα να πούμε προσωπικό, μου αποκάλυπτε την έλλειψη εσωτερικής ζωής, το μηχανισμό του καθημερινού, τον άνθρωπο που πλέει μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον, το ότι δεν ξεχωρίζουμε πια τίποτα. Το έργο είναι μια επίθεση ενάντια σ’ αυτό που ο Ιονέσκο αποκαλούσε παγκόσμιο μικροαστισμό, προσωποποίηση παραδεδεγμένων ιδεών και συνθημάτων, πανταχού παρών κονφορμισμό. Ο Ιονέσκο θεωρούσε ότι είχε γράψει την απόλυτη τραγωδία. Κι όμως, όπου παιζόταν το έργο, το κοινό έπεφτε κάτω από τα γέλια. Ο Ιονέσκο αρχικά αντέδρασε, αλλά τελικά συναίνεσε λέγοντας: Από τη στιγμή που το κωμικό είναι η διαίσθηση του παραλόγου, τότε, κατ' εμένα, το κωμικό είναι πολύ πιο κοντά στην απελπισία παρά το τραγικό.
Η Φαλακρή τραγουδίστρια, που στο πρόγραμμα χαρακτηριζόταν σαν «αντι-έργο», πρωτοπαίχτηκε στις 11 Μαΐου του 1950, στο Τεάτρ ντε Νοκταμπύλ, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί από την Κομεντί Φρανσαίζ. Η υποδοχή ήταν ψυχρή. Μόνο ο Ζακ Λεμαρσάν, κριτικός τότε στην εφημερίδα «Κομπά», κι ο θεατρικός συγγραφέας Αρμάν Σαλακρού, έγραψαν επαινετικά. Χρήματα για διαφήμιση δεν υπήρχαν, κι έτσι οι ίδιοι οι ηθοποιοί με κρεμασμένες μπρος και πίσω ταμπέλες, παρέλαυναν στους δρόμους μια ώρα πριν από την παράσταση. Το θέατρο όμως εξακολουθούσε να μένει άδειο. Πολλές φορές, όταν στο κοινό ήταν λιγότερο από τρεις θεατές, επέστρεφαν τα εισιτήρια κι οι ηθοποιοί γυρνούσαν σπίτι τους. Ύστερα από έξη περίπου εβδομάδες κατάθεσαν τα όπλα. Για τον Ιονέσκο, η πρώτη αυτή γνωριμία με το ζωντανό θέατρο στάθηκε κρίσιμη, όχι μόνο έμεινε κατάπληκτος σαν άκουσε το κοινό να γελάει μ΄ αυτό που εκείνος θεωρούσε τραγικό θέαμα της ανθρώπινης ζωής, κατάντια ενός γεμάτου απάθεια αυτοματισμού της αστικής συμβατικότητας και απολίθωση της γλώσσας, ένιωσε συνάμα και μεγάλη συγκίνηση βλέποντας πρώτη φορά πάνω στη σκηνή ζωντανά τα πλάσματα της φαντασίας του.
Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η Φαλακρή Τραγουδίστρια βασίζεται πάνω στη σκέψη των υπαρξιστών διανοούμενων της εποχής, τότε που το θέατρο του παραλόγου διέτρεχε την λαμπρότερη περίοδό του. Ο συνδυασμός του έργου των ντανταϊστών, του Νικολάι Γκόγκολ και του Μπέρτολ Μπρεχτ ή των σουρεαλιστών και του Σαλβαδόρ Νταλί, καθώς και των υπαρξιακών θεωριών του Σαρτρ και του Καμύ, δημιούργησε ένας είδος θεάτρου που συνοψίζεται στα λόγια του Ιονέσκο όταν ο άνθρωπος χάνεται στον κόσμο, οι πράξεις του γίνονται παράλογες και άχρηστες.
Σύμφωνα με την περιγραφή του συγγραφέα, η έναρξη του μονόπρακτου γίνεται στο σαλόνι ενός εγγλέζικου αστικού σπιτιού, όπου ένα εγγλέζικο ζευγάρι, ο κύριος και η κυρία Σμιθ, κάθεται πλάι στο εγγλέζικο τζάκι τους .Ο κύριος Σμιθ καπνίζει την εγγλέζικη πίπα του διαβάζοντας την εγγλέζικη εφημερίδα του, και η κυρία Σμιθ, καθισμένη στην εγγλέζικη πολυθρόνα της, μαντάρει τις εγγλέζικες κάλτσες της. Μετά από μια μεγάλη διάρκεια εγγλέζικης σιωπής, και αφού το εγγλέζικο ρολόι του τοίχου, που δείχνει πάντα την αντίθετη ώρα απ΄ αυτή που είναι, χτυπήσει δεκαεπτά εγγλέζικες φορές, ο κύριος και η κυρία Σμιθ, επιδίδονται σ΄ έναν τετριμμένα καθημερινό και παράλογο διάλογο. Δέχονται την επίσκεψη ενός φιλικού τους ζευγαριού, του κυρίου και της κυρίας Μάρτιν, οι οποίοι αν και είναι σύζυγοι που βλέπονται και μιλάνε καθημερινά, δεν αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Μετά από πολλές συζητήσεις, σκέψεις και συσχετισμούς γεγονότων, αφού διαπιστώνουν πολλές «συμπτώσεις», αντιλαμβάνονται την μεταξύ τους σχέση. Τα διανοητικά ταραγμένα ζευγάρια, έρχεται να ταράξει ακόμη περισσότερο, ένας απρόσκλητος πυροσβέστης ο οποίος καταφθάνει και διηγείται απίθανες ιστορίες, όπως εκείνη που ένα μοσχαράκι έφερε στον κόσμο μια αγελάδα. Σε λίγο φεύγει για να προλάβει μια πυρκαγιά η οποία θα ξεσπάσει σε τρία τέταρτα και δεκαέξι δευτερόλεπτα ακριβώς στην άλλη άκρη της πόλης, αφού πρώτα ρωτήσει τους παρευρισκόμενους τι απέγινε η φαλακρή τραγουδίστρια, και πάρει την απάντηση πως χτενίζεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Τα ζευγάρια ξαναρχίζουν την κουβέντα τους, ανταλλάσσοντας εξωφρενικές κοινοτοπίες που καταλήγουν σε ουρλιαχτά, ενώ το έργο τελειώνει με την κυρία Μάρτιν να επαναλαμβάνει τα πρώτα λόγια του έργου, δίνοντας τη δυνατότητα να ξαναρχίσει το μονόπρακτο από την αρχή.
Στρώθηκα στη δουλειά. Αντέγραψα ευσυνείδητα ολόκληρες φράσεις από το αλφαβητάριό μου, με σκοπό να τις αποστηθίσω. Όταν τις ξαναδιάβασα προσεχτικά, έμαθα όχι μόνο Αγγλικά, αλλά και μερικές εκπληκτικές αλήθειες- πως η βδομάδα, για παράδειγμα, έχει εφτά μέρες, κάτι που ήδη ήξερα, πως το πάτωμα βρίσκεται χαμηλά και το ταβάνι ψηλά, πράγματα που επίσης ήξερα, αλλά ίσως δεν τα είχα ποτέ μου σοβαρά σκεφτεί, ή τα είχα λησμονήσει, και που ξαφνικά μου φαίνονταν τόσο αποσβολωτικά, όσο και αδιαφιλονίκητα αληθινά. Καθώς τα μαθήματα προχωρούσαν, δύο πρόσωπα έκαναν την εμφάνισή τους, ο κύριος και η κυρία Σμιθ. Προς μεγάλη μου κατάπληξη, η κυρία Σμιθ πληροφόρησε τον άντρα της πως είχαν αρκετά παιδιά, πως κατοικούσαν στα περίχωρα του Λονδίνου, πως ονομάζονταν Σμιθ, πως ο κύριος Σμιθ ήταν υπάλληλος, πως είχαν μια υπηρέτρια, την Μαίρη, κι αυτή Εγγλέζα...Θα ήθελα να υπογραμμίσω την αδιάψευστη, τέλεια αξιωματική φύση των ισχυρισμών της κυρίας Σμιθ, καθώς και την εντελώς Καρτεσιανή μέθοδο του συγγραφέα του Αγγλικού μου βιβλίου, γιατί το αληθινά αξιοθαύμαστο, σ΄ αυτό το αλφαβητάριο, ήταν η ξεχωριστά μεθοδική πορεία που α ακολουθούσε στην αναζήτηση της αλήθειας. Στο πέμπτο μάθημα, καταφτάνουν οι φίλοι των Σμίθ, οι Μάρτιν- πιάνουν τη συζήτηση και, ξεκινώντας από βασικά αξιώματα, προχωρούν σε πιο σύνθετες αλήθειες: «Η ζωή στην εξοχή είναι πιο ήρεμη απ΄ ό,τι στη μεγαλούπολη»... Μια κωμική κατάσταση, μ΄ έτοιμους κι όλας τους διαλόγους: δυο παντρεμένα ζευγάρια πληροφορούν σοβαρά το ένα τ΄ άλλο για πράγματα ολοφάνερα απ΄ την αρχή. Ύστερα όμως, συνέβη ένα περίεργο φαινόμενο. Δεν ξέρω πως, το κείμενο άρχισε ανεπαίσθητα ν΄ αλλάζει μπροστά στα μάτια μου, κι ανεξάρτητα από μένα. Οι πολύ απλές, φωτεινά καθαρές φράσεις που είχα μ΄ επιμέλεια αντιγράψει στο σημειωματάριό μου, σαν έμειναν μόνες, άρχισαν ύστερ΄ από λίγο ν΄ αναταράζονται, να ζυμώνονται, ώσπου έχασαν πια την ταυτότητά τους, φούσκωσαν και ξεχείλισαν. Τα κλισέ και οι κοινοτοπίες της συζήτησης στο αλφαβητάριο, που κάποτε, κάποιο νόημα είχαν, παρ΄ όλο που τώρα πια είχαν καταντήσει κενά κι απολιθωμένα, έδωσαν τη θέση τους σε ψευδό-κλισέ και ψευδο-κοινοτοπίες, εκφυλίστηκαν σε μια άγρια παρωδία και καρικατούρα, και τελικά η ίδια η γλώσσα, κατάντησε να είναι ασύνδετα κομμάτια από λέξεις. Όσο έγραφα το έργο, (γιατί είχε γίνει πια είδος έργου, ή αντι-έργου: παρωδία δηλαδή έργου, κωμωδία της κωμωδίας), ένιωθα άρρωστος, ζαλιζόμουνα και μ΄ έπιανε ναυτία. Αναγκαζόμουνα, κάθε λίγο και λιγάκι, να διακόπτω την εργασία μου, και χωρίς να πάψω ν΄ αναρωτιέμαι ποιος δαίμονας μ΄ έσπρωχνε να συνεχίσω, ξάπλωνα στο ντιβάνι, επειδή φοβόμουνα πως θα΄ βλεπα το έργο μου να βουλιάζει στην ανυπαρξία, παρασέρνοντας και μένα μαζί του».
Τέσσερα χρόνια μετά, την πρώτη παράσταση, το1954, ο Ζαν Ανούιγ γράφει ένα εκθειαστικό άρθρο στην πρώτη σελίδα της Φιγκαρό για τον Ιονέσκο και την ίδια χρονιά αρχίζει η έκδοση τον οίκο Γκαλιμάρ, των θεατρικών του έργων. Το 1957, τα έργα Η φαλακρή τραγουδίστρια και το Μάθημα, αρχίζουν στο θέατρο Υσέτ μια καριέρα με πρωτοφανή επιτυχία., και το 1960, η πρεμιέρα του Ρινόκερου στο θέατρο Οντεόν είναι θριαμβευτική. Δέκα χρόνια αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου του 1970, ο Ιονέσκο εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο ίδιος θα δηλώσει για την εκλογή του: Βοηθάει, είναι ένα ελαφρύ ηρεμιστικό χωρίς αντένδειξη.
Ο Ιονέσκο πεθαίνει στις 28 Μαρτίου του 1994. Η θεατρική του θεωρία, τα έργα του, και η συμβολή του στην ανανέωση της θεατρικής γλώσσας τον καταξιώνουν όχι μόνο ως έναν από τους εκπροσώπους του Θεάτρου του Παραλόγου αλλά ως τον ουσιαστικό ιδρυτή του.
Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από: Έσσλιν Μάρτιν, Το θέατρο του Παραλόγου, Ιονέσκο Σημειώσεις για τη Φαλακρή Τραγουδίστρια
Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006
Χόρχε Λούις Μπόρχες
Τάδε έφη:Χόρχε Λούις Μπόρχες
Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006
ΟΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ ΝΕΥΡΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΑΣ
Η παράσταση ξεκινάει όταν η μητέρα της αποφασίζει σε συνεργασία με τον ψυχίατρο που την παρακολουθεί να της σταματήσουν τη φαρμακευτική αγωγή. Αυτές λοιπόν τις πρώτες μέρες της "απεξάρτησης", η Ντόρα νιώθει για πρώτη φορά στη ζωή της τα βέλη του έρωτα στη θέα ενός νεαρού πλασιέ αρωμάτων που μπαίνει σαν πελάτης στο μανάβικο. Η Ντόρα είναι άμαθη και αφελής σαν μικρό παιδί. Κανείς δεν της έχει μιλήσει γι' αυτά τα πράγματα, κανείς δεν την έχει προετοιμάσει για τα ζητήματα της καρδιάς κι έτσι μέσα στην αθωότητα της γίνεται το εύκολο θύμα αυτού του νεαρού που τη χρησιμοποιεί για να ικανοποιήσει τις σαδιστικές του προτιμήσεις. Έτσι, η Ντόρα θα γνωρίσει για πρώτη φορά τον σαρκικό έρωτα και θα μάθει να της αρέσει συνδυασμένος με πόνο ακόμα κι όταν αυτός ο πόνος σημαίνει τη σωματική της κακοποίηση. Παράλληλα, τα ομολογεί όλα στη μητέρα της κι όταν εκείνη την πηγαίνει στον ψυχίατρο, η Ντόρα αναγκάζεται να ακούσει μακροσκελείς αναλύσεις εν είδει μαθήματος σεξουαλικής αγωγής, ενώ εκείνης της αρκεί μια μόνη πραγματικότητα: η ηδονή που νιώθει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που συνευρίσκεται με τον πλασιέ. Η Ντόρα, αθώο θύμα του κόσμου στον οποίο ζει, σύντομα μένει έγκυος κι εκπλήσσει τους πάντες όταν ομολογεί ότι θα ήθελε να κρατήσει το μωρό. Παρόλα αυτά, ούσα έρμαιο των γονιών της και της αναπηρίας της, δέχεται να υποβληθεί σε έκτρωση. Το κορμί της πονάει, το μυαλό της δεν συλλαμβάνει τη σοβαρότητα της επέμβασης στη οποία υποβλήθηκε και η καρδιά της αρχίζει να λειτουργεί όπως και κάθε φυσιολογικού ανθρώπου. Επιθυμεί μια κανονική ζωή."Αυτός σε εκμεταλλεύεται" της λένε οι γονείς της όταν η ίδια επιμένει ότι την αγαπάει. "Αυτά τα πράγματα τα νιώθει κανείς", απαντάει εκέινη με αφοπλιστική αθωότητα. Η Ντόρα μέσα στη αναπηρία της, επικοινωνεί με τα ανθρώπινα ένστικτα της και μιλάει σοφά, παρόλο που δεν υπάρχουν πρόθυμα αυτιά να την ακούσουν. Οι γονείς της, είναι πολύ απασχολημένοι με τη δική τους ζωή στην οποία η Ντόρα λειτουργεί ως άλυτο πρόβλημα, ο ψυχίατρος αποστηθίζει τα πρέπει που αποτελούν μέρος της δουλειάς του κι όλοι τους συναποφασίζουν να στερήσουν απ' τη Ντόρα δια παντός το δικαίωμα της να γίνει μητέρα, υποβάλλοντας την σε υστερεκτομή. Αφού δεν μπορούν να της σταματήσουν τις ερωτικές σχέσεις, ας ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους... Η Ντόρα αδυνατεί να καταλάβει τι ακριβώς της έχει συμβεί και πόσο τελεσίδικο είναι αυτο και συνεχίζει να κάνει όνειρα για μια κοινή ζωή με τον νεαρό εραστή της που αφού πέρασε καλά, την ξεφορτώνεται με τον δικό του τρόπο και αλλάζει πλευρό για να κοιμηθεί.
Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη μ' έναν μπρεχτικό τρόπο, με γρήγορες αλλαγές σκηνών και μια οθόνη που δηλώνει κάθε φορά τον χώρο και τον χρόνο δράσης. Ένα τετράγωνο στο μέσον της σκηνής, λειτουργεί άλλοτε σαν κρεββάτι, άλλοτε σαν τραπέζι κι άλλοτε σαν πάγκος μανάβικου με λαχανικά.
Κάνω ιδιαίτερη μνεία στην Κόρα Καρβούνη που υποδύεται τη Ντόρα επειδή είναι απλώς συγκλονιστική. Παιζει την αυτιστική με όλες τις ίνες του κορμιού της και είναι πραγματικά συνταρακτική στην πιο τραγική ατάκα της παράστασης. "Πάντα είμαι θλιμμένη, αλλά δεν το καταλαβαίνει κανείς. Ήμουν χαρούμενη μόνο όσο ζούσε αυτό μέσα μου".
Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006
ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ. I
Εξηγούμαι: η ιδέα ήταν να γίνει μια ερευνητική δουλειά πάνω στις δέκα εντολές και κλήθηκαν ισάριθμοι σκηνοθέτες να πειραματιστούν με μία εντολή ο καθένας.
Ανά δύο, οι εντολές θα παίζονται για 40 παραστάσεις δίνοντας τη θέση τους στις επόμενες δύο.
Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου ούτε πάντα όσα τω πλησίον σου εστί
Ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαϊδης διαλέγει μια ιστορία απ’ την παλαιά Διαθήκη για να υπο- στηρίξει την εντολή.
Στο κέντρο της σκηνής μια τεράστια δεξαμενή νερού που λειτουργεί σαν χώρος λουτρού και κάθαρσης συγχρόνως.
Ο βασιλιάς Δαβίδ βλέπει μια μέρα την όμορφη Βηθσαβέε να παίρνει το μπάνιο της κι αρχίζει να την επιθυμεί. Η έλξη είναι αμοιβαία και σύντομα συνάπτουν παράνομη σχέση αφού η Βησθαβέε είναι παντρεμένη με τον Ουρία. Στην Παλαιά Διαθήκη μάλιστα, η Βησθαβέε πέφτει σε δυσμένεια και γι’ αυτό δεν αναφέρεται με το όνομα της αλλά ως «η εκ του Ουρία».
Ο Δαβίδ χρησιμοποιεί όλη του την εξουσία για να βγάλει απ’ τη μέση τον αντίπαλο. Ο διπλά προδομένος ήρωας (και από τη γυναίκα του και από τον βασιλιά του) πέφτει στο πεδίο της μάχης. Σκοτώνεται σαν μαχόμενος ήρωας και δεν μαθαίνει ποτέ για τη διπλή προδοσία.
Το παράνομο ζευγάρι ζει μαζί και αποκτά ένα γιο. Σύντομα όμως, έρχεται η τιμωρία του Κυρίου με τον προφήτη Νάθαν που χρησιμοποιεί την παραβολή της αμνάδας και προαναγγέλλει το θάνατο του παιδιού τους. Οι μοιχοί τιμωρούνται και συνειδητοποιούν το μέγεθος της αμαρτίας που διέπραξαν. Ο Κύριος θα τους σπλαχνιστεί σύντομα και θα τους δώσει μια ακόμα ευκαιρία με την έλευση ενός ακόμα παιδιού, του Σολόμωντα.
Καταγράφω στα φωτεινά σημεία της παράστασης τη σκηνή που ο Δαβίδ και η Βησθαβέε χορεύουν ένα ιδιότυπο ταγκό που ομοιάζει απόλυτα με ερωτική πράξη στα κρεσέντι και τα ντιμινουέντι της, σε χορογραφική επιμέλεια της Ειρήνης Αλεξίου. Επίσης, τη μουσικότατη σκηνή που ο βασιλιάς Δαβίδ μεθάει τον Ουρία με σκοπό να τον παραπλανήσει μια νύχτα πριν τον στείλει στον θάνατο. Το τραγούδι του Δαβίδ και του Ουρία στην εν λόγω σκηνή είναι τουλάχιστον σπαρακτικό. Για τον ένα σηματοδοτεί την απώλεια της γήινης ευτυχίας του τη στιγμή που για τον άλλο προαναγγέλλει τον ερχομό της δικής του απόλαυσης με νοερό υπότιτλο πάντα το διαχρονικό «Ο θάνατος σου η ζωή μου».
Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης
Ο Στρατής Πανούριος μελετάει τις σχέσεις γονιών παιδιών κάτω από μια τραγική και κωμική ταυτόχρονα ανάμνηση.
Πέντε ταλαντούχοι νέοι ηθοποιοί εναλλάσσονται στους ρόλους γονιών- παιδιών και ανακαλούν εικόνες από την οικογενειακή τους ζωή.
Ένας άνδρας, παλιατζής μάλλον, ανοίγει την παράσταση βγάζοντας από ένα χαρτοκιβώτιο αντικείμενα και ρούχα παλιότερης εποχής. «Μαμά, μπαμπάς, αδερφή », αναφωνεί και ο σκηνικός χρόνος και χώρος πηγαίνουν μπρος πίσω για να ζωντανέψουν στα μάτια των θεατών σκηνές από τη ζωή του. Ο γάμος της μαμάς και του μπαμπά, η απόλυτη ευτυχία, ο τσακωμός τους, η ρουτίνα στο σπίτι, η αδερφή που έτρωγε μικρή τα νύχια της, η καθημερινή τριβή στις σχέσεις γονιών παιδιών, όλα όσα θέλανε να πούνε οι μεν στους δε και δεν προλάβανε ή δεν τολμήσανε.
Η σκηνοθεσία είναι εξαιρετικά μοντέρνα και με γρήγορο κινηματογραφικό τρόπο κατορθώνει να παράγει γέλιο και συγκίνηση ταυτόχρονα, όπως γίνεται άλλωστε και στην πραγματική – εκτός σκηνής – ζωή.
Μια γυναίκα επιστρέφει στη γενέτειρα της μετά από χρόνια. Θυμάται τη μάνα της τις μικροτριβές τους, το πόσο επιθυμούσε να φύγει απ’ τη μητρική αγκαλιά, να πετάξει με τα δικά της φτερά. Την ψάχνει κι όταν συνειδητοποιεί ότι η μάνα «έφυγε» πια, κραυγάζει σπαρακτικά «μάνα» μην μπορώντας να δεχτεί τη βίαιη κοπή του ομφάλιου λώρου.
Στο τέλος, αυτός που είχε ανοίξει το κουτί στην έναρξη, χώνεται πάλι μέσα του για να κλείσει την σκηνή λέγοντας «ξεπουλάω πολύτιμα φυλαχτά, μυστικά σώματα, γερασμένα, χτυπημένα, ταλαιπωρημένα, παλιά παιδιά πουλάω, αδειάζω σώματα, στόματα»…
Σας συστήνω την παράσταση ανεπιφύλακτα. Καινούργιος τρόπος έκφρασης, φρέσκο θέατρο, φυτώριο καλλιτεχνών.

