Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2006

Τα καλοκαίρια της κατασκήνωσης: Τα αθώα χρόνια.

Μου άρεσε γιατί ήταν κάτι σαν resort για παιδιά. Είχε βέβαια τα σπαστικά περί πειθαρχίας και τήρησης του ημερήσιου προγράμματος, αλλά συνήθισα σύντομα. Μετά την πρώτη τραυματική μου εμπειρία, επέστρεψα και είδα άλλη διεύθυνση, πιο χαμογελαστούς ανθρώπους, μια μεγάλη πισίνα, γήπεδα του τένις, του μπάσκετ, του ποδοσφαίρου σε κανονικές παρακαλώ διαστάσεις, τα άλογα βεβαίως για όσους επιθυμούσαν να δοκιμάσουν το άθλημα κά πολλά και δελεαστικά. Θυμάμαι σκόρπια περιστατικά απ’ τα πρώτα χρόνια. Την διευθύντρια να με επιπλήττει ευγενικά «τα μικρά κορίτσια δεν φοράνε τσοκαράκια, γιατί μπορεί να πέσουν και να χτυπήσουν». Γκρρ! Εννοείται ότι συνέχισα να τα φοράω.
Τη Μαρίζα που ήταν αδύνατη σαν σπιρτόξυλο- αθλήτρια ενόργανης γαρ- κι εγώ ζήλευα που έκανε ενόργανη και στο επισκεπτήριο έλεγα στη μαμά μου «εμένα γιατί δεν με στείλατε ενόργανη»; Κι εννοείται ότι η απάντηση «γιατί η ενόργανη εμποδίζει το ύψος», δεν με ικανοποιούσε καθόλου.
Τη Μαρίζα πάλι που ενώ εγώ τη ζήλευα για το ευλύγιστο του σώματος της, εκείνη γύρισε μια μέρα όλο αθωότητα και μου είπε. «Μα τι ωραία ρούχα που φοράς! Έχεις τα καλύτερα ρούχα σ’ όλη την κατασκήνωση». Ε, αυτό ήταν. Η παιδική μου ματαιοδοξία – θα’ μουν δεν θα’ μουν 9 τότε, τονώθηκε και καβάλησε ένα τεράστιο καλάμι και βεβαίως συμπάθησα τη Μαρίζα ακόμα πιο πολύ.
Τη Χριστίνα. Την παιδική μου φίλη, με την οποία ήμασταν μαζί και στο νηπιαγωγείο και συναντιόμασταν κάθε καλοκαίρι και στην κατασκήνωση. Είχαμε διπλανά κρεβάτια, μιλάγαμε συνέχεια για ρούχα, καλλυντικά και αγόρια από μια ηλικία και μετά. Θαυμάζαμε την αδερφή της που όταν εμείς ήμασταν 11 αυτή ήταν 19 και είχε δικό της αυτοκίνητο, δούλευε και είχε και σχέση. Η Χριστίνα της βούταγε κραγιόν και’ γω βούταγα από τη μαμά μου, γιατί τα καλοκαίρια στην κατασκήνωση, εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος, μπορούσαμε και να βαφτούμε. Ανταλλάσσαμε ρούχα και από κάποια στιγμή και μετά, συναντιόμασταν και εκτός κατασκήνωσης. Με την Χριστίνα χαθήκαμε γύρω στα 25 μας και μιλούσαμε πια μόνο τηλεφωνικώς. Οι ρυθμοί της ζωής αποξενώνουν…Την είδα ξανά μετά από χρόνια – πέρυσι στη Σύρο και συγκινηθήκαμε αμφότερες. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα. Ήμασταν δε τόσο κολλητές εκείνα τα χρόνια που ο διευθυντής της κατασκήνωσης όταν τον είδε τυχαία πέρυσι σε μια τράπεζα, τη ρώτησε τι κάνω εγώ.
Στα επισκεπτήρια γινόταν η ώρα του παιδιού. Βγάζαμε από μέσα μας όλα τα απωθημένα μας και παραγγέλναμε στους γονείς μας γαριδάκια, γλυκάκια, τσίχλες, περιοδικά, παιχνίδια σαν να μας είχαν στείλει εξορία και να ζούσαμε στην πλήρη στέρηση. Κι εκείνοι, συνήθως τα έφερναν όλα ή τα περισσότερα απ’ αυτά.
Τα βράδια στην κατασκήνωση βλέπαμε κινηματογράφο. Ερχόταν ένας κύριος με μηχανή προβολής. Συνήθως έφερνε Χοντρό και Λιγνό, Τσάρλι Τσάπλιν, Μπάστερ Κήτον και καμιά περιπέτεια σαν τον Κίνγκ Κονγκ. Άλλοτε, θεατρικά σκετς όπου η κάθε ομάδα ετοίμαζε και παρουσίαζε κάτι δικό της. Διαγωνισμούς χορού ή τραγουδιού, και κάθε Κυριακή μπάρμπεκιου δίπλα στην πισίνα με συνοδεία στερεοφωνικής μουσικής. Τα μεσημέρια 2-5 ήταν οι ώρες κοινής ησυχίας. Εμείς διαβάζαμε μανιωδώς Μανίνα και σχολιάζαμε περί των ωραίων αγοριών της κατασκήνωσης. Ποιος μας αρέσει, με ποιον να τα φτιάξουμε κτλ. Συνήθως, μας άρεσαν οι κοινοτάρχες που ήταν 18-20 όταν εμείς ήμασταν 14, οπότε δεν είχαμε καμία τύχη. Είχαμε κυνήγι θησαυρού και κυνήγι ανάμεσα σε καουμπόηδες και Ινδιάνους. Τα τελευταία χρόνια βγάζαμε και εφημεριδάκι με τα νέα της κατασκήνωσης, στο οποίο έγραφα κιόλας. Μεγάλο καμάρι!

Τα δύο τελευταία χρόνια πήγα σαν ομαδάρχισσα. Είχα αναλάβει 10 μικρά παιδιά ηλικίας 6-8. Την πρώτη χρονιά αγόρια, την άλλη κορίτσια. Εγώ τότε ήμουνα 15 και 16 χρονών αντίστοιχα. Ήμουν υπεύθυνη για την τήρηση των κανόνων, πχ να στρώνουν τα κρεββάτια τους, να φοράνε καθαρά ρούχα, να συμμετέχουν στις δραστηριότητες και να τους αλείφω στο ψωμί μαρμελάδα στο πρωινό. Με αποκαλούσαν «κυρία» και πολύ κολακευόμουν επειδή στην ουσία ήμουνα κι εγώ μικρή, αλλά ένιωθα μεγάλη μ’ αυτήν την προσφώνηση. Και οι γονείς στο επισκεπτήριο, με ρώταγαν πολύ ευγενικά για τα παιδιά τους, ερωτήσεις του στυλ «τρώει; κάνει μπάνιο στην πισίνα; κλαίει; του λείπουμε; είναι ήσυχο;» κτλ.. Κάποια αγοράκια την πρώτη χρονιά πιάσανε ψείρες και τα είχα κάνει πάσα σε διπλανή ομαδάρχισσα γιατί σιχαινόμουνα να ασχοληθώ μαζί τους. Επιπλέον, ήταν και ιδιαιτέρως άτακτα και λίγο βρώμικα. Βαριόντουσαν ν’ αλλάξουν ρούχα ή ένα δυο κοιμόντουσαν με τα παπούτσια γιατί δεν ήξεραν πώς να δένουν τα κορδόνια τους. Τη δεύτερη φορά, ζήτησα κοριτσάκια και μάλλον επειδή είχα μάθει το σύστημα, πέρασα καλύτερα. Τα τάραζα στο ψέμα τα μεσημέρια για να κάνουν ησυχία και να κοιμηθούν κι έτσι να μπορώ να διαβάζω κι εγώ περιοδικά με την ησυχία μου. Στο μεταξύ η Μανίνα είχε αντικατασταθεί με Cosmopolitan. Όταν μάλιστα κερδίσαμε το τρίτο βραβείο στην κατασκήνωση στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού, προσπερνώντας ακόμα και μεγάλα αγόρια, γίνανε εντελώς του χεριού μου. Με υπάκουαν με εντελώς πειθήνιο τρόπο. Τα είχα αγαπήσει κι εγώ. Μ’ άρεσε που μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Ένα απ’ αυτά μου έκανε δώρο μια μέρα ένα βραχιολάκι που το κρατάω ακόμα. Την έλεγαν Μυρτώ.- «Μυρτώ, αν τυχόν είσαι blogger και με διαβάζεις, εμφανίσου»!-
Τους έλεγα παραμύθια το βράδυ για να κοιμούνται κι έτσι μπορούσα να την κοπανάω απ’ το θάλαμο και να συναντιέμαι με άλλες κι άλλους συνομήλικους. Είχαμε το ελεύθερο ως τη 1 το πρωί. Μαζευόμασταν στην πισίνα και μιλάγαμε κυρίως για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, προσπαθούσαμε να λύσουμε το μυστήριο του τριγώνου των Βερμούδων ή φανταζόμασταν ότι κυκλοφορεί κάποιος κακοποιός στην κατασκήνωση τα βράδια και ψάχναμε τρόπους εξόντωσης του… Οργίαζε η φαντασία μας και κάποιοι πηγαίναμε για ύπνο ελαφρώς μουδιασμένοι. Κι αν όντως κάποιος κυκλοφορούσε; Συχνά κάναμε και βραδινές επιδρομές στην κουζίνα. Ψάχναμε γλυκά ή παγωτά.

Θυμάμαι ακόμα την κραυγή της ομάδας μας.

Χο χο χο σ’ ένα βαθύ μπουντρούμι
Χο χο χο μ’ ένα μπουκάλι ρούμι
Χο χο χο στου καπετάνιου του νεκρού την κάσα ξαπλωμένοι
Χο χο χο κι ο χάρος περιμένει
Χο χο χε
Τι είμαστε παιδιά;
Πειρατές

Λίγο μακάβρια, αλλά τα κοριτσάκια βάζανε τα δυνατά τους όταν τη λέγανε και νιώθανε ιδιαίτερη περηφάνια. Τόσα πειρατικά παραμύθια τους είχα πει άλλωστε…

Πέρυσι πέρασα απέξω απ’ την Golden Horse και μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να μπω και να πω ένα γεια. Το σκέφτομαι συχνά τα τελευταία χρόνια, αλλά διστάζω. Ποιοι θα με θυμούνται τώρα από κει μετά από τόσα χρόνια;

12 σχόλια:

Krotkaya είπε...

ε, καλά, πόσα χρόνια, δεν πέρασαν και πολλά!! :)

και άτακτη, και ματαιόδοξη και chef!!τς τς τς!!

Madame, quelle classe, quelle personalité! :P

Composition Doll είπε...

Ψωνάρα. Εξ απαλών ονύχων.
Και μάλιστα με τσόκαρα.

τς τς τς.....

padrazo είπε...

Λεγε γρηγορα τι αλλο εγινε στη κατασκηνωση και σας θυμαται ο διευθυντης μεχρι σημερα.

Αλεπού είπε...

@ Krotkaya
Κρύβε χρόνια.
@composition doll
Για σένα δουλεύω baby, για να δικαιώσω το ποστάκι του ΣΚ μας!
@padrazo
Εκτός από φυσικός, έχετε και το κληρονομικό χάρισμα??????

Summertime είπε...

Aλεπού
μην πας εκεί. μην ανοίξεις την πόρτα στο παρελθόν. Δαγκώνει.
Ξέρω τι λέω.

Αλεπού είπε...

@summertime
στο μέλλον θέλω να την ανοίξω, αλλά μου κάνει δυσκολίες...

markos-the-gnostic είπε...

αλεπουδίτσα έχεις πλούσιο παρελθόν κι ελπίζω ακόμη πλουσιότερο μέλλον...

Χρήστος Φασούλας είπε...

Παιδικό απωθημένο... Δεν έχω πάει ποτέ. Απλώς έχω μείνει μια βραδιά (στη ζούλα...), εποχή εφηβείας. Ας όψεται η ομαδάρχισσα που με προσκάλεσε. Αλλά... μόνο λόγια ήταν!
:)

Nyktipolos είπε...

Νομίζω ότι ο μόνος που κατάλαβε την ιστορία είναι ο padrazo: "Λεγε γρηγορα τι αλλο εγινε στη κατασκηνωση και σας θυμαται ο διευθυντης μεχρι σημερα."

O τίτλος "... Τα αθώα χρόνια" είναι σαφέστατα παραπλανητικός...

Αλεπού είπε...

@ nyktipolos
τι να κάνω που με φέρνετε στο φιλότιμο. Σαφώς και είναι παραπλανητικός ο τίτλος. Α, και προς πληροφόρηση σας, τη μέρα που έγραφα το ποστ, μπήκα στην ιστοσελίδα της κατασκήνωσης και τους έστειλα μήνυμα και απάντησαν ότι "σαφώς και σε θυμόμαστε"...

Nyktipolos είπε...

Πως να ξεχάσουν άλλωστε...

Ανώνυμος είπε...

ti travate ki eseis oi omadarxisses...