Τρίτη, Ιουλίου 25, 2006

Τα καλοκαίρια της κατασκήνωσης: Η πρώτη φορά.

Είχα μόλις τελειώσει την πρώτη δημοτικού. Μου είπαν ότι θα έχει κι άλλα παιδάκια κι ότι θα κάνω μπάνια και θα περάσω καλά. Τους πίστεψα. Ο μπαμπάς μου έφτιαξε την πράσινη σκούρα βαλίτσα. Μανία που είχε αυτός ο άνθρωπος με τις βαλίτσες. Σ’ όλα τα ταξίδια ή τις διακοπές, ήθελε να τοποθετεί αυτός τα πράγματα μέσα για όλους μας. Και η αλήθεια είναι ότι το έκανε καλά.
Το πούλμαν έφευγε απ’ το πεδίο του Άρεως. Στη διαδρομή θυμάμαι τραγούδια της εποχής, Boney M – μάλλον γούστο του οδηγού -κτλ καθώς και άγνωστα παιδικά μουτράκια να με κοιτάνε και να κοιτάω. Ένιωθα έξω απ’ τα νερά μου και ήταν φυσικό. Ήμουνα πρώτη φορά μακριά από τις γνώριμες αγκαλιές στην τρυφερή ηλικία των εξίμισι χρόνων. Μου έλειπε κι ένα δόντι. Αυτό το θυμάμαι καλά γιατί δυο κοριτσάκια με κορόιδευαν. Εννοείται ότι τα έπαιρνα πολύ στα σοβαρά όλα. Πόσο χιούμορ να έχει κανείς στα εξίμισι όταν μάλιστα η μαμά του κι όλοι όσοι του κάνουν τα χατίρια είναι κάτι χιλιόμετρα μακριά;
Η κατασκήνωση ήταν στο Καπανδρίτι σε μια καταπράσινη έκταση. Tην έλεγαν Golden Horse. Παλιά λειτουργούσε ως ιππικός όμιλος- γι’ αυτό και τα άλογα -. Δεν είχε σκηνές, αλλά κανονικά δωμάτια στον μεγάλο ξενώνα που κάποτε λειτουργούσε για να φιλοξενεί όσους πήγαιναν να κάνουν ιππασία τα σαββατοκύριακα.
Το κάθε παιδί διάλεγε το κρεββάτι του, αλλά εμένα με άλλαξαν δύο φορές απ’ την αρχική μου επιλογή γιατί τα άλλα κορίτσια ήταν ήδη φίλες και ήθελαν να κοιμούνται δίπλα. Μας είχαν πει να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα κι έτσι είχα την πράσινη βαλίτσα κάτω απ’ το κρεββάτι μου μόνιμα και την ξεκλείδωνα μόνο όταν ήθελα να πάρω κάτι από μέσα. Μια φορά έχασα μια γόμα φραουλίτσα, επειδή την είχα αφήσει δίπλα στο κομοδίνο, εκτός κλειδωμένης βαλίτσας. Εγώ ισχυριζόμουνα ότι μου την έκλεψαν κι αυτό ήταν το σπάσιμο κάθε γέφυρας με τα υπόλοιπα κορίτσια που θίχτηκαν επειδή τις θεώρησα κλέφτρες. Ήμουνα όμως σίγουρη και γι’ αυτό δεν μ’ ένοιαζε που δεν μου ξαναμίλησαν και δεν με φώναξαν να παίξουμε μαζί.
Τα κρεββάτια τα στρώναμε μόνοι μας κάθε πρωί κι έπρεπε να είναι καλοστρωμένα και καθαρά γιατί γινόταν επιθεώρηση. Επισκεπτήριο για τους γονείς υπήρχε κάθε Τετάρτη και Κυριακή και τηλεφωνήματα επιτρεπόντουσαν σπάνια (προφανώς για να μην είναι αισθητή η έλλειψη).
Φίλες δεν έκανα, αν και νομίζω ότι προσπάθησα. Όλα τα κοριτσάκια ήταν ήδη σε παρέες. Το κρεββάτι μου δεν ήξερα να το στρώνω καλά και γενικά δεν μου άρεσε καθόλου εκεί.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν με ανάγκασαν να φάω μπάμιες που τις σιχαινόμουνα κι όταν επιπλέον δεν με άφηναν να πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου. Αυτό το δεύτερο μάλιστα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αποφάσισα να λάβω δραστικά μέτρα. Πρώτα απ’ όλα, προκάλεσα εμετό. Έπρεπε πάση θυσία να αποβάλλω τις σιχαμένες μπάμιες από μέσα μου. Δεύτερον, πήγα στο ιατρείο και είπα στη νοσοκόμα ότι έχω πυρετό κι ότι είμαι άρρωστη. Έβαλε το τεράστιο χέρι της στο μέτωπο μου. «Μπα, δεν έχεις τίποτα», μου είπε αδιάφορα κι έστρεψε αλλού το κεφάλι. «Έκανα όμως εμετό», επέμεινα με ύφος παραπονεμένου γατιού. «Καλά», είπε, «ξάπλωσε λίγο εδώ για να ξεκουραστείς». «Η μαμά μου, μου βάζει πάντα θερμόμετρο όταν δεν είμαι καλά», της είπα ξανά. Με κοίταξε αμίλητη. «Και η γιαγιά μου», πρόσθεσα κοιτώντας την κατευθείαν στα μάτια και πολύ σοβαρά. «Και ο νονός μου είναι γιατρός και όταν είμαι άρρωστη με κάνει καλά», συνέχισα απτόητη. Προφανώς για να με ξεφορτωθεί, ξεστόμισε ένα ξερό «καλά», με περιεργάστηκε σαν να ήμουνα ένα μικρό άλιεν που όλο μιλούσε και μου έβαλε θερμόμετρο. «Να μείνεις ακίνητη» πρόσταξε και συνέχισε. «Θα έρθω σε 5 λεπτά να στο βγάλω» κι έκανε μεταβολή βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο.
Ε, μπορεί να ήμουνα μόνο εξίμισι, αλλά ήδη είχα δει τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» με τη Βουγιουκλάκη που έθρεψε γενιές και γενιές κι έτσι, έβγαλα αποφασιστικά το θερμόμετρο απ’ τη μασχάλη μου και το έτριψα στο ύφασμα της μπλούζας μου για να ανέβει η θερμοκρασία. Δυστυχώς, δεν ήξερα να το διαβάζω κιόλας κι έτσι δεν μπορούσα να διαπιστώσω αν και πόσο είχε ανέβει. «Μπα, σαν να έχεις λίγο πυρετό», είπε η νοσοκόμα κοιτώντας με καχύποπτα όταν επέστρεψε. «Δεν είναι τίποτα σοβαρό όμως. Θα ξαπλώσεις σήμερα κι αύριο το πρωί δεν θα κάνεις μπάνιο στη θάλασσα. Κάτσε εδώ τώρα κι εγώ θα βγω για το βραδινό φαγητό. Έχουμε μελιτζάνες σήμερα».
-(άλλη αηδία-μα όλο βλακείες έτρωγαν εκεί;)- . «Εσύ, θα φας λαπά για βράδυ. Θα έρθω σε μια ώρα να σε ξαναδώ». Λαπά; Μπλιαχ…
Έτσι έμεινα μόνη στο μεγάλο δωμάτιο, ενώ από κάτω ακριβώς, απ’ την τραπεζαρία ακουγόντουσαν οι παιδικές φωνές και τα μαχαιροπήρουνα. Και τότε το είδα. Στεκόταν εκεί, πάνω στο μικρό γραφειάκι και με φλέρταρε προκλητικά. Ένα τηλέφωνο. Δεν δίστασα καθόλου. Σχημάτισα στο καντράν γρήγορα τον αριθμό. Ευτυχώς η καλή μαμά μου είχε μάθει ότι πρέπει να βάλω το 01 μπροστά. «Είμαι άρρωστη», της κλαψούρισα μόλις απάντησε στην άλλη άκρη της γραμμής. «Τι έχεις»; «Μου δώσανε μπάμιες και έκανα εμετό και δεν μου αρέσουν τα φαγητά τους εδώ. Να έρθεις να με πάρεις». «Καλά, κάτσε δυο μέρες ακόμη και την Κυριακή στο επισκεπτήριο, θα έρθουμε κι αν εξακολουθεί να μην σου αρέσει, θα φύγουμε». «Ναι, αλλά τώρα είμαι στο ιατρείο κι έχω πυρετό είπε ο γιατρός και με πονάει και ο λαιμός μου», συνέχισα κλαψουρίζοντας . «Πού είναι ο γιατρός; Πόσο πυρετό έχεις; Δώσε μου να του μιλήσω». «Δεν είναι εδώ. Με άφησαν μόνη μου. Όλοι είναι κάτω και τρώνε. Εδώ είναι σκοτεινά. Και πεινάω κιόλας». «Καλά, θα πάρω τη διευθύντρια», είπε κάπως ανήσυχη «Όχι, γιατί δεν το ξέρουν ότι σου τηλεφώνησα και θα με μαλώσουν. Σε παίρνω κρυφά, γιατί είναι κακοί και δεν μ’ αφήνουνε να σου τηλεφωνώ», πρόσθεσα ξαναρχίζοντας τα κλάμματα. Τι να κάνει η δόλια μάνα, λύγισε. «Καλά θα έρθουμε αύριο», είπε. «Όχι, αύριο. Σήμερα να έρθετε», επέμεινα εγώ.
Πράγματι, το ίδιο βράδυ κατέφτασαν. Η μαμά, ο μπαμπάς κι ο θείος μου επειδή εκείνη την εποχή δεν είχαμε αυτοκίνητο και κάποιος έπρεπε να τους φέρει.
«Να την πάρετε για λίγες μέρες μέχρι να γίνει καλά και μετά να ξανάρθει», είπε η διευθύντρια στη μαμά.
Στο σπίτι ένιωσα απερίγραπτη χαρά. Η μαμά μου είχε αγοράσει ένα βιβλίο με την «Πίπη τη φακιδομύτη» και η στιγμή που ξάπλωσα στο κρεββάτι μου με το βιβλίο αγκαλιά, είναι μια στιγμή αγαλλίασης που ακόμα θυμάμαι.
Εννοείται πως δεν επέστρεψα στην κατασκήνωση εκείνο το καλοκαίρι τουλάχιστον.

ΥΓ: Γύρισα βέβαια στη Golden Horse, δυο χρόνια μετά, όταν είχε αλλάξει διεύθυνση και μου άρεσε τόσο που επέστρεφα κάθε καλοκαίρι ως τα 15 μου. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post.

7 σχόλια:

philos είπε...

Πολύ όμορφο flashback. Ξένοιαστα χρόνια και έντονες αναμνήσεις!

Composition Doll είπε...

Τς τς τς... από μικρή φαινόσουνα... κοίτα να μου φέρεσαι καλά, μάλλον είμαι η μόνη που σε κάνει παρέα!

:ppppppp

markos-the-gnostic είπε...

αντε ν ακούσουμε και την αισιόδοξη συνέχεια...

Krotkaya είπε...

εγώ δεν τις χώνευα τις κατασκηνώσεις και δεν πήγα ποτέ.
Μοναχοπαίδι κι εσύ, μικρή αλεπού;;;

Αλεπού είπε...

@philos
Όντως ξέγνοιαστα. Τα δύσκολα είναι τώρα
@composition doll
Χμ. Είσαι μαζόχα μωρό μου, τι άλλο να πω; :-)
@markos-the-gnostic
Αγάλι-αγάλι
@krotkaya
Όχι. Έχω κι αδερφάκι, αλλά ήταν μικρός και την πρώτη φορά δεν ήρθε μαζί μου. Μετά μας έστελναν πακέτο για να μας ξεφορτωθούν...(τέτοια αγγελούδια είμασταν)!!!!

Nyktipolos είπε...

Πολύ καλή αφήγηση

padrazo είπε...

πεισματαρα