Πέμπτη, Μαρτίου 31, 2011

Aux châteaux de la Loire, enfin!

Τα κάστρα του Λίγηρα ήταν όνειρο παλαιόθεν. Άκουγα γι’ αυτά κι έφτιαχνα παραμύθια στο μυαλό μου. Ένα απρόσμενο τηλεφώνημα μας έδωσε την ευκαιρία γι’ αυτό το τετραήμερο ταξειδάκι αναψυχής στην περιοχή της Touraine et voilà: Χοντρικά, τα κάστρα του Λίγηρα απλώνονται σε μια μεγάλη κοιλάδα εκατέρωθεν των δύο πλευρών του ποταμού Λίγηρα ανάμεσα σε Orleans και Tours. Αν και η πρόσβαση τόσο στην Tours (αεροπλάνο ή τρένο απ’ το Παρίσι) όσο και στην Ορλεάνη (τρένο) είναι πανεύκολη, μπορεί κανείς να πάει αεροπορικώς ως το Παρίσι και μετά οδικώς στον προορισμό του. Αυτή ήταν και η δική μας περίπτωση και μάλιστα δεν το μετανιώσαμε καθόλου αφού η οδήγηση απ’ το Παρίσι είναι σχεδόν 2,5 ώρες και σε εξαιρετικό δρόμο. Το πρώτο απόγευμα χαρήκαμε μια υπέροχη βόλτα στην Amboise πέριξ του επιβλητικού παλατιού του François 1er. Η πόλη που άλλοτε ήταν βασιλική κατοικία, διατηρεί μέρος της παλιάς της αίγλης προσαρμοσμένη στη σημερινή εποχή, έχει στενά δρομάκια, πεζόδρομους, χαριτωμένα σπίτια, γραφικά εστιατόρια και μεταξύ άλλων και το σπίτι που έζησε ο Leonardo da Vinci. Ο καλλιτέχνης υπήρξε άλλωστε φίλος και ευνοούμενος του François 1er. Το περίφημο Clos Lucé στο οποίο έζησε αρκετά χρόνια ως το τέλος της ζωής του, είναι σήμερα μουσείο για το κοινό. Βρίσκεται στην κάτω πλευρά της πόλης μέσα σε μια τεράστια έκταση με γρασίδι, λουλούδια, τεχνητές λίμνες και γεφύρια. Πέρα απ’ τα δωμάτια στα οποία περιηγείται ο επισκέπτης, υπάρχει ένας μεγάλος χώρος με τις εφευρέσεις του. Εκεί, βλέπει και θαυμάζει κανείς πώς αποτυπώθηκε το πολύπλευρο ταλέντο κι η ιδιοφυία του στο χαρτί και δίπλα την σημερινή υλοποίηση σε μικρή ή κανονική κλίμακα αυτών των εφευρέσεων. Στους κήπους υπάρχουν επίσης σε μεγάλη κλίμακα κάποιες απ’ αυτές. Παράλληλα, λειτουργεί και μια εποχιακή έκθεση με μελέτες του Leonardo da Vinci πάνω στα σημαντικότερα έργα του αλλά και με τους τελευταίους πίνακες που ζωγράφισε. Η πιο γνωστή ηρωίδα του Λίγηρα είναι αναμφίβολα η Jean d’ Arc. Ωστόσο, η ευρύτερη περιοχή της Touraine με έρωτες, ίντριγκες, πάθη και πολιτικές σκοπιμότητες έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη γαλλική ιστορία κατά τις περιόδους του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης και αποτυπώνεται στα περίφημα βασιλικά μέγαρα που αποτελούν πόλο έλξης τουριστών ανά τον κόσμο. Συνολικά, είναι καταγεγραμμένα περί τα 800 κάστρα στην περιοχή. Δεν είναι βέβαια όλα επισκέψιμα κι ούτε αξίζουν όλα τον κόπο να τα δεις. Ανάμεσα στα πιο must όμως σύμφωνα με τους ταξειδιωτικούς οδηγούς αλλά και τον ευγενέστατο οικοδεσπότη μας, είναι τα παρακάτω:
Προς τη μεριά της Ορλεάνης
Château de Chenonceau: πρόκειται για ένα πανέμορφο κάστρο, γνωστό και ως κάστρο των κυριών, αφού καταρχήν κατοίκησαν εκεί γυναίκες και μάλιστα αρχικά ήταν δώρο του François 1er προς την ερωμένη του Diane de Poitiers. Σήμερα, αποτελεί ιδιωτικό μέγαρο και είναι μια εξαιρετικά επικερδής επιχείρηση. Λέγεται μάλιστα ότι δέχεται τους περισσότερους επισκέπτες μετά τις Βερσαλλίες! Το Chenonceaux χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο για τους τραυματίες του A’ παγκοσμίου πολέμου, ενώ στον Β’ παγκόσμιο αποτέλεσε άσυλο για τους χωρικούς αφού η νότια πλευρά του είχε άμεση πρόσβαση στην ουδέτερη ζώνη, ενώ η είσοδος του αποτελούσε κατακτημένη περιοχή. Άξια λόγου: το πολύ καλά διατηρημένο εσωτερικό του κάστρου, η έμφαση στις λεπτομέρειες, τα τεράστια πανέρια με φρέσκα λουλούδια σε όλες τις γωνιές που έδιναν μια ιδιαίτερα ζεστή και φιλόξενη αίσθηση. Château de Chambord: είναι το μεγαλύτερο κι επιβλητικότερο κάστρο της κοιλάδας του Λίγηρα. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του François I, κατά την κυνηγετική περίοδο. Η αρχιτεκτονική σύλληψη αποδίδεται στον Domenico de Cortona ενώ πιστεύεται ότι σημαντική ήταν και η συνεισφορά του Γάλλου αναγεννησιακού αρχιτέκτονα Philbert Delorme. Τέλος, δεν είναι λίγοι κι αυτοί που ισχυρίζονται ότι τα αρχικά σχέδια ανήκουν στον Leonardo da Vinci. Δίνει περισσότερο αφιλόξενη αίσθηση – το είδαμε αμέσως μετά το Chenonceaux- και μας φάνηκε πιο βαρύ κι ογκώδες. Θα το χαρακτήριζα γοτθικό αλλά όχι με την αρχιτεκτονική έννοια του όρου. Δείτε το στη φωτογραφία, κάντε αφαίρεση της ηλιόλουστης μέρας και φανταστείστε το με βροχή και σκοτάδι. Σπούκι ε; Château de Chaumont: χτισμένο στην κορυφή ενός βράχου με πανοραμική θέα προς το ποτάμι. Η αρχική του μορφή τον 10ο αιώνα ήταν ένα οχυρό που σκοπό είχε να προστατεύει τους κατοίκους του Blois από επιδρομές. Το κάστρο χτίστηκε και τελειοποιήθηκε κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Σ’ αυτό κατοίκησε μεταξύ άλλων και η Αικατερίνη των Μεδίκων. Το 1840 ανακηρύχθηκε πολιτιστικό μνημείο απ’ το γαλλικό υπουργείο πολιτισμού, ενώ έναν αιώνα αργότερα και συγκεκριμένα το 1938 πέρασε στην ιδιοκτησία του γαλλικού κράτους. Κάθε χρόνο απ’ τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο φιλοξενεί ένα φεστιβάλ κηπουρικής όπου σχεδιαστές κήπων παρουσιάζουν τη δουλειά τους στους Αγγλικού στυλ κήπους του. Δυστυχώς, όταν φτάσαμε ήταν κλειστό κι έτσι απλώς το θαυμάσαμε από μακριά, περπατώντας κατά μήκος του ποταμού στο γραφικό χωριουδάκι που βρίσκεται στους πρόποδες του κάστρου και χαζέψαμε τις βάρκες και κάποιους ντόπιους που έκαναν ιππασία.
Προς τη μεριά της Tours
Château d’ Azay- le- Rideau: αναγεννησιακού τύπου κάστρο του 16ου αιώνα, εκλεπτυσμένο και κομψό που νομίζεις ότι ξεπήδησε από κάποιο παραμύθι. Αρχικά ήταν το σπίτι του Gilles de Berthelot, ενός πλούσιου χρηματιστή του François I. Σήμερα, υστερεί κάπως στο εσωτερικό του. Υπάρχουν δυο-τρία επιπλωμένα δωμάτια, στη μία πτέρυγα, αρκετές άδειες αίθουσες και μια ενδιαφέρουσα πτέρυγα μεταγενέστερων εποχών, απ’ τον 19ο αιώνα ως και τη δεκαετία του 1940. Ωστόσο, αξίζει να το επισκεφτεί κανείς για τη ρομαντική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθώς και για τον υπέροχο κήπο του. Το χωριό επίσης στο οποίο βρίσκεται προσφέρεται για έναν περίπατο.
Château de Villandry: χρονολογείται απ’ το 1536 και χτίστηκε από τον Jean le Breton, έναν απ’ τους υπουργούς οικονομικών του François 1er. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα υπήρχε παλιότερο οχυρό του 12ου αιώνα απ’ το οποίο σώζονται κάποια θεμέλια στην νοτιοδυτική γωνία του κάστρου. Παρέμεινε στην ίδια οικογένεια μέχρι το 1754 όπου και αγοράστηκε απ’ τον μαρκήσιο του Castellan, πρέσβη του Louis XV. Το εσωτερικό του αναδιαμορφώθηκε πλήρως σύμφωνα με την αισθητική του 18ου αιώνα. Το 1906 αγοράστηκε απ’ τον Ισπανό γιατρό Joachim Carvallo, ο οποίος εγκατέλειψε τη λαμπρή σταδιοδρομία του (εργαζόταν με τον καθηγητή Charles Richet, Nobel ιατρικής το 1913) για ν’ αφοσιωθεί αποκλειστικά στο Villandry. Σ’ αυτόν οφείλεται η δημιουργία των επιβλητικών- αναγεννησιακού ρυθμού- κήπων που θαυμάζει ο σύγχρονος επισκέπτης. Το Villandry ήταν και το μοναδικό κάστρο απ’ όσα επισκεφθήκαμε που είχες τη δυνατότητα ν’ αγοράσεις εισιτήριο μόνο για την πρόσβαση στους κήπους.
Οι γύρω πόλεις
Η πόλη του Blois προσφέρεται για έναν πολύ ωραίο περίπατο κι αποτελεί πραγματικό στολίδι έτσι όπως προβάλλει χτισμένη στις όχθες του Λίγηρα και υψωμένη προς τους λόφους. Γραφικά χαριτωμένα δρομάκια, ένας επιβλητικός καθεδρικός, το αναγεννησιακού ρυθμού κάστρο και το άγαλμα της Ιωάννας της Λωραίνης προσφερόμενο στο γαλλικό κράτος από έναν αμερικανό πολίτη, συνθέτουν το σκηνικό. Αφήνω για το τέλος την Tours που δεν μπορεί να εξαντληθεί βέβαια σε μια μέρα, αλλά λίγες ώρες αρκούν για να περπατήσει κάποιος την παλιά της πόλη με τα μεσαιωνικά σπίτια ολόγυρα στην πολύ όμορφη πλατεία Plumereau. Αν μ’ εντυπωσίασε για κάτι η Tours είναι γιατί δεν μου έδωσε την αίσθηση του πολύ τουριστικού μέρους με την κακή έννοια. Ο καιρός ήταν εξαιρετικός κι έβλεπε κανείς πολύ νεαρόκοσμο ν’ απολαμβάνει τον καφέ του ή το γεύμα του στα μικρά μαγαζάκια της πλατείας, χωρίς την έγνοια να σε γδάρουν οικονομικά (όπως π.χ αν ήσουν στο Σύνταγμα), αλλά ούτε και να «μπουκώσεις» απ’ τα πολλά μαγαζιά με σουβενίρ. Αφήσαμε απέξω την Orleans και την Angers λόγω έλλειψης χρόνου αλλά και ως κίνητρο για να ξαναπάμε… Tips του ταξειδιού:

Το γουστόζικο manoir de vaumore που βρήκαμε τυχαία μέσω ίντερνετ και σοφά εμπιστευτήκαμε το ένστικτο μας να το κλείσουμε Το ηλικιωμένο ζευγάρι των ξενοδόχων. Πολύ φιλόξενοι, εξαιρετικά περιποιητικοί ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες (πχ να μας αφήνουν ανοιχτά τα φώτα για να βλέπουμε όταν γυρνάμε το βράδυ), οργανωτικοί, αεικίνητοι, καλλιεργημένοι και πολυταξιδεμένοι.


Η Epicerie στην Amboise για φαγητό γαστρονομικής λογικής, σπιτικής εκτέλεσης και λογικών προς τα πάνω τιμών.


H Cave aux crois vertes (troglodyte) μέσα σε σπηλιά, κάτι σαν κοσμική ταβέρνα της περιοχής, αλλά στο σικ γαλλικό.


Το καλησπέρα αλά ελληνικά του κυρίου που έβγαζε τα εισιτήρια στο Villandry και το γεια σου του αντίστοιχου κυρίου στο Clos Luce. Εντάξει, είναι τουριστικό σήμα κατατεθέν θα βιαστεί να πει κάποιος, αλλά άλλο πράγμα να το ακούς στη Βιέννη έξω απ’ τον Άγιο Στέφανο κι άλλο σε μια γαλλική επαρχία που οι Έλληνες δεν πολυσυχνάζουν


Την κυρία στο πωλητήριο του Clos Luce που μου χάρισε 2 καρτ ποστάλ απ' τα δωμάτια του da Vinci που δεν ήταν επισκέψιμα λόγω επισκευών. Αυτό για να μην ξανακούσω ότι οι Γάλλοι δεν είναι ευγενικοί. Υπάρχουν παντού ευγενείς κι αγενείς άνθρωποι, αυτό εννοείται!


Το γκρουπ Ελλήνων στο Blois που μας πέρασε για καθηγητές και μας κοίταζε σαν αξιοπερίεργα όντα που ταξιδεύουν μόνα και χωρίς ξεναγό.


Τις διαδρομές με ή χωρίς αυτοκίνητο κατά μήκος του Λίγηρα Θέλουμε πολύ να ξαναπάμε!

Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2011

Καλώς ήρθες!


Θέλω να γράψω κάτι για σένα που αύριο συμπληρώνεις 3 εβδομάδες ζωής και δεν ξέρω τι.

Είσαι ακόμη μικρούλης και φέρεις όλη αυτή την αθωότητα που έχουν οι άνθρωποι τον πρώτο καιρό της ζωής τους.

Ξέρεις τι σκέφτηκα όταν γύρισα σπίτι μου τη μέρα που γεννήθηκες κι αφού σε είχα δει για λίγο να κοιμάσαι γαλήνιος στο "πυρεξάκι" σου στο μαιευτήριο; ότι όλοι κάποτε ήταν έτσι. Οι καλύτεροι κι οι χειρότεροι. Οι προνομιούχοι κι οι άτυχοι της ζωής. Αυτοί που φοβόμαστε κι αυτοί που μας φοβούνται. Αυτοί που μένουν σε παλάτια κι αυτοί που κοιμούνται σε χαρτόκουτα στους δρόμους των πόλεων.
Χτες έμαθα ότι τρεις άστεγοι πάγωσαν στο Θησείο. Κάποτε ήταν τόσο μικροί όσο είσαι εσύ σήμερα...

Αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι το πιο αισόδοξο και χαρούμενο ποστ που θα μπορούσα να γράψω για σένα. Είναι όμως η αλήθεια για τη ζωή σήμερα, για τον κόσμο που ζει έξω απ' το προστατευμένο περιβάλλον στο οποίο εσύ μεγαλώνεις. Κάτι άλλωστε πρέπει να πήρε τ' αυτί σου απ' τη βοή αυτού του κόσμου όσο ήσουν στην κοιλιά της μαμάς σου. Δεν έδωσες μάλλον σημασία γιατί ήσουν απασχολημένος με το να μεγαλώνεις.

Καλά έκανες. Μην δώσεις ούτε τώρα. Να εστιάσεις στον ύπνο και στο γάλα σου προς το παρόν. Να μεγαλώσεις, να είσαι γερός και να προσπαθήσεις να βάλεις κι εσύ ένα λιθαράκι για να γίνει καλύτερος ο κόσμος που θα ζεις. Δεν ξέρω αν τα καταφέρεις (μεταξύ μας, δεν ξέρω αν αυτό είναι καν εφικτό), εσύ όμως να προσπαθήσεις. Χρειάζονται πολλοί για να διατηρήσουν ζωντανή την ελπίδα.

Να χαμογελάς συχνά, να είσαι ευτυχισμένος και να ζήσεις μια ζωή χωρίς απωθημένα.

Καλώς ήρθες!

εξαιρετικά αφιερωμένο στον ανιψιό μου.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011

On air!




Μεγάλωσα ακούγοντας πολύ ραδιόφωνο παράλληλα με την τηλεόραση που εκείνα τα χρόνια έπαιζε μετά τις 5 το απόγευμα, ήταν ασπρόμαυρη και δεν είχε τηλεκοντρόλ.

Το ραδιόφωνο ήταν αγαπημένο αντικείμενο στο σπίτι μας. Υπήρχε σταθερά πάνω στο ψυγείο ένα τρανζιστοράκι για ν' ακούγεται μουσική τα απογεύματα που γύρναγε η μαμά απ' τη δουλειά της και τα Σαββατοκύριακα. 'Ηταν αυτό το ίδιο τρανζιστοράκι που τις Κυριακές τα μεσημέρια χωνόταν στο διπλό κρεββάτι των γονιών μου γιατί ο μπαμπάς άκουγε αθλητικά.

Εκεί γύρω στα 12 πρέπει να ήμουνα όταν ξεκίνησα να το χρησιμοποιώ κι εγώ. Πρώτα, κάτι Κυριακές που άκουγα Μιχάλη Τσαουσόπουλο και 2, 67. Έπειτα, κάτι πρωινά (στο γυμνάσιο, είχαμε εναλλάξ μάθημα πρωί και απόγευμα) που ήμουνα σπίτι κι άκουγα σε επαναλήψεις θεατρικά έργα ή ραδιοφωνικές σαπουνόπερες.

Κι έπειτα ήρθε η εφηβεία μαζί με την έγχρωμη τηλεόραση μοιρασμένη σε δύο κανάλια όπως και η ελεύθερη ραδιοφωνία με πλήθος επιλογών. Την θυμάμαι καλά αυτήν την εποχή, το έζησα πολύ κοντά το ραδιόφωνο τα επόμενα χρόνια, στα πρώτα χρόνια της δεκεατίας του '90.

Εκτός απ' το τρανζιστοράκι, υπήρχε πια κανονικό στερεοφωνικό συγκρότημα στο σπίτι. Ακόμα και κασέτα μπορούσες να γράψεις απ' το ραδιόφωνο - προσφιλή συνήθεια της εποχής- αρκεί να πρόσεχες να πατάς το pause όταν μίλαγε ο παραγωγός.

Είχα φιλίες με αρκετούς γνωστούς μουσικούς παραγωγούς εκείνων των χρόνων, βρέθηκα πολλάκις σε στούντιο, μαγευόμουν αλλά και "τρόμαζα" απ' την κονσόλα με δεκάδες κουμπιά, λάτρεψα την αίσθηση της απουσίας εικόνας ανάμεσα σε πομπό και δέκτη. Είναι σαν ερωτικό παιχνίδι που λειτουργεί καλά όταν μπορείς να διαγείρεις τη φαντασία του άλλου.

Έχω ακούσει κι εξακολουθώ πολύ ραδιόφωνο στη μέχρι τώρα ζωή μου. Υπήρξε μια μικρή περίοδος που ήθελα να δουλέψω εκεί. Το έκανα σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές και με διαφορετικό τρόπο. Μια φορά στα χρόνια του ΄90 και μια πιο πρόσφατα.

Προτιμώ κατά κύριο λόγο την ξένη μουσική. Δεν σνομπάρω τα ελληνικά, δυστυχώς όμως οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που εξειδικεύονται σ' αυτά, προτιμούν τα σουξεδάκια των μπουζουξίδικων κι αυτά με αφήνουν παγερά αδιάφορη.

Έχω διάφορα κωλύμματα με ραδιοφωνικούς σταθμούς- κυρίως για λόγους συνήθειας. Το τι ακούω πχ το πρωί είναι καθαρά τέτοιο θέμα, αφού πάει παρέα με όλο το πρωινό τελετουργικό του χτυπάει ξυπνητήρι, δυσανασχετώ για το πρωινό ξύπνημα, ανοίγω ραδιόφωνο, στύβω πορτοκαλάδα, φτιάχνω καφέ και τον πίνω στα όρθια ενώ ετοιμάζομαι για τη δουλειά.΄

Ένα πράγμα που μπορεί να μου τη "σπάσει"΄είναι ο μουσικός παραγωγός. Θυμάμαι παλιότερα, μια γενιά παραγωγών που ήξεραν καλά από μουσική, ήταν ψαγμένοι και διαμόρφωναν αισθητική. Δυστυχώς,τα τελευταία χρόνια, κάποιοι δεν έχουν καμία αίσθηση ορίου. Μιλάνε πολύ, γελάνε με τα δικά τους "κρύα" αστεία και μ' αυτόν τον τρόπο υπονομεύουν τις μουσικές που παίζουν και την ίδια τους την εκπομπή, αφού με μια μικρή κίνηση, αλλάζεις συχνότητα και τους περνάς στη σιωπή.

Αυτό σε συνδυασμό με το κριτήριο που έχω διαμορφώσει όλα αυτά τα χρόνια με οδηγούν στο να κολλάω για μεγάλα χρονικά διαστήματα μ' έναν σταθμό και να ξεκολλάω όταν παύει να μ' ευχαριστεί.

Αφορμή για τον τεράστιο πρόλογο μου, είναι ο Προκόπης Δούκας τον οποίο ακούω τους τελευταίους μήνες απ' τη συχνότητα του Kosmos. Ο Προκόπης είναι η αιτία για να μην αλλάζω συχνότητα τ' απογεύματα, 18:00 - 20:00.

Ξέρω ότι δεν του χρειάζεται διαφήμιση, αλλά νιώθω την ανάγκη να του πω ευχαριστώ γιατί μιλάει σωστά ελληνικά, έχει μέτρο και ισορροπία ανάμεσα στον λόγο και τη μουσική, είναι καλλιεργημένος και ξέρει από μουσικές.

Ο Προκόπης φέρει άρωμα πολιτισμού κι αισθητικής στα ραδιοφωνικά κύματα. Για όσους θέλουν επιπλέον και να τον διαβάζουν, ιδού και το μπλογκ του.


Αφιερωμένο στις ωραίες φωνές που με μάγεψαν τον περασμένο αιώνα...

Κυριακή, Ιανουαρίου 30, 2011

"Biutiful" με i

Με αφορμή το "Biutiful" που είδα σήμερα το απόγευμα, νιώθω ότι πρέπει οπωσδήποτε να γράψω κάτι γι' αυτόν τον ταλαντούχο Μεξικανό σκηνοθέτη που με έχει καταπλήξει.
O Alejandro González Iñárritu είναι πραγματική αποκάλυψη. Είχε προηγηθεί η τριλογία του Death Trilogy με τις ταινίες "Amores perros", "21 grams", Babel" γυρισμένες όλες ανά τρία χρόνια ξεκινώντας απ' το 2000. Τις είδα και τις τρεις πολύ αργότερα απ' την πρώτη τους προβολή, σε dvd στο σπίτι και μάλιστα με ανακατεμένη κι όχι χρονολογική σειρά. Ξεκίνησα θυμάμαι απ' τη "Babel" και κατέληξα στο "21 grams" και κάθε φορά δεν μπορούσα να μην θαυμάσω τη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη, την τόσο πρωτότυπη κινηματογραφική του γραφή, αυτό το καινούργιο που έφερε με τις ταινίες του, χωρίς να θυμίζει σε τίποτα εύκολες αμερικανιές, χωρίς συνταγές επιτυχίας, χωρίς ωραιοποιήσεις και ψέματα.

Ο κινηματογραφικός κόσμος του Iñárritu είναι καθημερινοί άνθρωποι, αλλά και χαρακτήρες λούμπεν. Οι εικόνες του είναι γεμάτες απ' αυτές τις ανθρώπινες ατέλειες, βρώμικα δωμάτια, μισοπεταμένα φαγητά, αίμα, βία, φτώχεια. Το μεγαλείο του είναι μια ατέλειωτη ποίηση μέσα απ' όλα αυτά.

Το "Biutiful" δεν έχει την αποσπασματικότητα των προηγούμενων ταινιών του. Εδώ, ένας πατέρας μαθαίνει ότι έχει μόνο 2 μήνες ζωής και προσπαθεί να συμμαζέψει τις εκκρεμότητες και το χάος που τον περιβάλλει, ενώ ταυτόχρονα αγωνιά για την τύχη των 2 ανήλικων παιδιών του μετά τον θάνατό του.
Ο Iñárritu κατηγορήθηκε για ακραίο μελοδραματισμό σ' αυτήν την ταινία. Καμία σχέση. Το "Biutiful" είναι μια σκληρή ταινία. Μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο σε διάφορες περιπτώσεις. Δεν είναι μόνο ο προσωπικός αγώνας αυτού του άντρα λίγο πριν εγκαταλείψει τον κόσμο. Είναι παράλληλα ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση όλων αυτών των λαών που μεταναστεύουν στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις για μια καλύτερη τύχη. Η ιστορία εκδικείται. Οι άλλοτε καταπιεσμένοι ζητούν μια θέση στην Ευρώπη που κάποτε έκανε αποικίες και καταδυνάστευε και τώρα βασανίζεται και παρακμάζει. Μια στρατιά Κινέζων που δουλεύει καθημερινά κατασκευάζοντας τσάντες μαϊμούδες και παράνομα cd, ζει σαν τα ζώα σε μια αποθήκη. Άντρες, γυναίκες, μωρά, ξυπνάνε καθημερινά στις 6:30 και ξεκινάνε τη γραμμή παραγωγής λαθραίου εμπορεύματος. Είναι αυτό το ίδιο προϊόν που οι Σενεγαλέζοι θα πουλήσουν στα πεζοδρόμια παρέα με λίγα ναρκωτικά και με το μάτι πάντα ανοιχτό να μαζέψουν μπόγο το σεντόνι και να τρέξουν μακριά στη θέα του πρώτου περιπολικού.

Ο φακός του Iñárritu καταγράφει με ωμότητα μια καθόλου τουριστική όψη της Βαρκελώνης. Είναι σαν να βλέπουμε λίγο Ομόνοια, Αχαρνών, Κυψέλη. "Μα πώς ζούνε αυτοί οι άνθρωποι" αναρωτιέσαι βλέποντας την ταινία. "Πόση αθλιότητα υπάρχει, πόση δυστυχία". Όση και στη χώρα μας και σε κάθε χώρα αν μπορούσαμε να δούμε πίσω απ' τούς τοίχους και τα πρόσωπα.
Το "Biutiful"δεν είναι μελοδραματικό, κάθε άλλο. Είναι μια απόλυτα ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας του 21ου αιώνα που μακράν απέχει απ' το να είναι beautiful.
Η αρχή και το τέλος της ταινίας είναι απ' τις ποιητικότερες εικόνες που έχω δει ποτέ στο σινεμά.
O Javier Bardem κάνει συγκλονιστική ερμηνεία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011

"Στην ταράτσα"

Αυτός ο πίνακας μου αρέσει πολύ! Τον έχω δει δυο φορές στην πινακοθήκη, μία στην έκθεση "LE GOÛT À LA GRECQUE - ΟΤΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΓΙΝΕ ΜΟΔΑ" και μία στην τρέχουσα έκθεση "Παρίσι 1900, Αρ Νουβώ και Μοντερνισμός. Θησαυροί από το Petit Palais".
Ο τίτλος του είναι: "Στην ταράτσα" και φιλοτεχνήθηκε το 1897 απ' τον Ιάκωβο Ρίζο. Ανήκει στις μόνιμες συλλογές της Πινακοθήκης ως δωρεά απ' τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
Βρήκα στην τσέπη μου προχτές ένα εισιτήριο απ' την Πινακοθήκη που στην πίσω όψη του έχει φωτογραφία τον πίνακα. Το ξαναχάζεψα.
Νομίζω ότι αυτό που μου αρέσει κοιτώντας τον είναι η γαλήνη κι η ηρεμία που αποπνέει και συγχρόνως μια νοσταλγία αισθητικής του περιβάλλοντος χώρου αλλά και των μικρών λεπτομερειών.
Έτσι λοιπόν αποφασίζω να υποδεχτώ τον καινούργιο χρόνο: με μια ελπίδα αισθητικής που τόσο λείπει απ' την καθημερινότητα μας και τόσο ευθύνεται η απουσία της για την παρουσία άλλων δεινών.
Πατώντας εδώ μπορείτε να τον απολαύσετε σε λίγο καλύτερη κατάσταση απ' ότι στη φωτογραφία που έβαλα και που είναι λίγο τσακισμένη.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

Γιαγιά Αννίκα

Το 2010 είναι η τελευταία χρονιά που σε είχε. Εσένα που ήσουν πάντα εκεί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι τελευταίοι 5 μήνες από τότε που έφυγες, είναι περίεργοι, άδειοι, δεν σε έχουν. Κοιτάζω τα κλειδιά του σπιτιού σου κλεισμένα σ' ένα μικρό πορτοφολάκι μέσα στην τσάντα μου. Δεν θα τα ξαναχρησιμοποιήσω ποτέ. Ένα χαρτάκι είναι ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο μου με τη σημείωση που άφηνα στον γείτονα απέναντι να χτυπήσει το κουδούνι σου αν τον ενοχλεί το αυτοκίνητο μου που του έκλεινε το πάρκιν όταν δεν έβρισκα αλλού να παρκάρω. Δεν θα χρειαστεί ξανά.
Φέτος στις 9 του Δεκέμβρη είχα έναν άνθρωπο λιγότερο να πάρω τηλέφωνο και να ευχηθώ Χρόνια Πολλά. Έφυγες. Έτσι απλά. Και φεύγοντας, πήρες μαζί σου εκείνο το κομμάτι μου που σ' αγαπούσε. Εντάξει, το ξέρω, εξακολουθώ να έχω συναισθήματα για σένα, αλλά είναι πια συναισθήματα μνήμης. Δεν μπορώ να σ' ακούσω, δεν μπορώ να σου τηλεφωνήσω, δεν μπορώ να σου αγγίξω το χέρι.
Ευτυχώς έχω ένα σωρό μνήμες από σένα. Πράγματα παιδικά αλλά και πιο μεγάλα. Να, για παράδειγμα, την περασμένη βδομάδα που ψώνιζα για το χριστουγενιάτικο τραπέζι, μόλις κράτησα στο χέρι μου ένα ρόδι σε θυμήθηκα. Σου έφερνε ρόδια η κυρία Παναγιώτα απ' την πατρίδα της την Ερμιόνη κι εσύ μας τα καθάριζες και μας έδινες τα κόκκινα μπαλάκια τους με ζάχαρη σε μπωλ. Μετά, άδειαζα τις σακκούλες απ' το σούπερ μάρκετ κι έβγαλα τα μπισκότα Μιράντα που είχες πάντα κι έτρωγες με τον καφέ σου και με κέρναγες κι εμένα τα Σάββατα που ερχόμουν να σε δω, πάντα γύρω στις 12 το μεσημέρι. "Δεν θες λίγη ζάχαρη" με ρώταγες; "έτσι θα τον πιεις; δηλητήριο;" Κι εγώ γέλαγα και προσπαθούσα να σου εξηγήσω ότι δεν το κάνω λόγω δίαιτας, αλλά λόγω γεύσης. Κι ύστερα, στενοχωριόσουνα που δεν σε κράταγαν πολύ πια τα πόδια σου και δεν μπορούσες να μου μαγειρέψεις. Δεν σε παρηγορούσε που τόσα μας είχες προσφέρει μια ολόκληρη ζωή και που στο λέγαμε, ήθελες να κάνεις κι άλλα.
Ήσουν η πιο αφοσιωμένη γιαγιά που ξέρω κι αν μ' ακούς από κει που είσαι, αν νιώθεις πόσο μου λείπεις, ξέρεις ότι εννοώ κάθε λέξη που γράφω εδώ κι άλλες τόσες που δεν χρειάζεται να τις γράψω, που μετουσιώθηκαν σε χάδια, αγγίγματα και βλέμματα όσο ήσουν μαζί μας και δάκρυα όταν εκείνο το ζεστό πρωινό του Ιούλη έφυγες.
Όταν ήμουν μωρό, ηρεμούσα μόνο στην αγκαλιά σου, έτσι μου είχες διηγηθεί κι έτσι έλεγαν όλοι. Όταν νοσηλεύτηκα μικρό παιδάκι στο Παίδων, κοιμόσουνα μέρα νύχτα δίπλα μου. Νόμιζα ότι ήμουνα στο σπίτι της γιαγιάς κι όχι στο νοσοκομείο. Όταν πήγαινα σχολείο μου είχες ήδη μάθει την προπαίδεια από πιο πριν, σαν ποίημα κι έτσι την ήξερα. Μας τραγούδαγες, μας έλεγες ποίηματα, παραμύθια, ιστορίες αληθινές κι άλλες βγαλμένες απ' τη φαντασία. Όταν έβαφες κόκκινα αυγά τη Μεγάλη Βδομάδα, μας έδινες ένα πανάκι με λάδι να τα γυαλίζουμε για να νιώθουμε κι εμείς ότι συμμετέχουμε. Όταν έφτιαχνες χαλβά, μας έβαζες μικρές δόσεις σε φορμάκια κι έτσι είχαμε κι εμείς τον δικό μας ανεξάρτητα απ' τον μεγάλο που κρύωνε σκεπασμένος κάτω απ' την πετσέτα της κουζίνας. Όταν λέγαμε τα κάλαντα, ξεκινάγαμε απ' το σπίτι σου γιατί μας έδινες τα πιο πολλά, διακόσιες δραχμές που για την εποχή ήταν σπουδαίο ποσό κι έτσι κάναμε καλό σεφτέ.
Όταν αρρώσταινα, ερχόσουνα κι έστυβες ακούρσατα πορτοκαλάδες, έβραζες κοτόπουλο να πιω τη σούπα και μου' δινες αυγό μελάτο ν' ανοίξει η φωνή μου. Εκμεταλλευόμουνα την αδυναμία που ήξερα ότι μου είχες και σου παράγγελνα στα κρυφά απ' τη μαμά μου που φώναζε να μου φέρεις Μανίνα και Κατερίνα. Και τα έφερνες! Και κάτι Σάββατα βράδυ ερχόμουνα και τα πέρναγα σπίτι σου. Ήμουνα γύρω στα 13 τότε. Βλέπαμε μαζί ελληνική ταινία και μετά εσύ πήγαινες για ύπνο κι εγώ πέρναγα τη φάση μου με τις δρακουλιάρικες ταινίες. Το τι Κρίστοφερ Λι είχα δει τότε, δεν λέγεται! Το πρωί μου έφτιαχνες ψημένο χωμί με φέτα κι όταν έφευγα μου έδινες πάντα ένα εικοσάρικο για να πάρω την Πάττυ. Δεκαπέντε δραχμές έκανε και μου έμεναν και για τσίχλες.
Δεν σ' αγαπούσα όμως μόνο για τις υλικές παροχές. Εντάξει, όταν είσαι παιδί, θες να σου κάνουν τα χατήρια κι έλκεσαι κυρίως απ' αυτούς που σου τα κάνουν. Μεγαλώνοντας όμως, ξεδιπλώθηκε μπροστά μου όλη σου η αφοσίωση σε όλους κι όχι μόνο σε μένα. Στα τρία σου παιδιά, στα έξι σου εγγόνια. Πώς να ξεχάσω ότι ήρθες σπίτι και με περιποήθηκες όταν επέστρεψα από διακοπές το καλοκαίρι του ΄90; Μου έπλυνες μάλιστα και τα ρούχα γιατί θα ξανάφευγα μετά από λίγες μέρες. Μπορούσες να κάνεις το κορόϊδο τότε, ολόκληρη κοπέλα ήμουν. Δεν το' κανες. Ήσουν απόλυτα πιστή. '
Επειτα, ξέρεις κάτι άλλο; Σε θαύμαζα! Έκανες την επανάσταση σου σε νεαρή ηλικία και σ' ένα συντηρητικό περιβάλλον. Έφυγες απ' το χωριό σου για τη μεγάλη πόλη, παντρεύτηκες αυτόν που ερωτεύτηκες και τον ακολούθησες. Τον αγαπούσες πολύ. Πάντα μας μίλαγες γι' αυτόν τον παππού που λίγο είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε. Συντηρούσες όμως τη μνήμη του. Δεν μπορούσες να χωνέψεις το ότι τον έχασες έτσι γρήγορα. Μόνο πριν δυο τρία χρόνια θυμάμαι τον είδες στον ύπνο σου και δεν χάρηκες καθόλου. Φοβήθηκες ότι ήταν σημάδι για σένα. Δεν ήθελες ακόμα.
Καλή μου γιαγιάκα, δεν είναι τυχαίο που πρώτα σε σένα ανακοίνωσα δυο σημαντικά γεγονότα στη ζωή μου, την είσοδο στο Πανεπιστήμιο και τον γάμο μου. Αυτό το δεύτερο μάλιστα ήρθε κάπως αργά για σένα που ξέρω ότι το περίμενες χρόνια νωρίτερα και που πάντα μ' εκνεύριζες όταν μου ευχόσουν σε γιορτές και γενέθλια "Άντε και του χρόνου σπίτι σου". Χάρηκες τόσο όταν το έμαθες. Κολακεύτηκες που το είπα πρώτα σε σένα και μετά στη μαμά μου. Χαμογέλασες και μου είπες: "Καλά ήσουνα κι έτσι, αλλά εγώ είμαι του παλιού καιρού και σε προτιμώ παντρεμένη". "Θέλω να ζήσω τώρα", είπες. "Σ' ευχαριστώ γιατί μου έδωσες ζωή". Δεν έζησες. Μόνο ένα μήνα μετά τον γάμο. Πρόλαβες κι είδες φωτογραφίες τουλάχιστον...
Ξέρω ότι χάρηκες που έβλεπες ότι είμαι καλά. Δυστυχώς, τον τελευταίο καιρό είχες καταπέσει πολύ. Ανακουφιζόσουνα πια περισσότερο στο κρεββάτι. Έχανες σιγά- σιγά το ενδιαφέρον σου για τα εγκόσμια. Είχες σταματήσεις να διαβάζεις, τα χέρια σου δεν σε βοηθούσανε πια για βελονάκι, ακόμα και το περιοδικό για την τηλεόραση που αγόραζες, σε βάραινε. Η τηλεόραση δεν σου κινούσε πια το ενδιαφέρον και οι πολλές κουβέντες σε ζάλιζαν. Κάποια βράδυα ήσουν ξάγρυπνη και συνομιλούσες με τους γονείς σου. Είχες αρχίσει το ταξείδι σου. Τίποτα δεν θα σε σταματούσε.
Δεν κράτησες την υπόσχεση σου να με περιμένεις. Την τελευταία φορά που σε είδα σε αποχαιρέτησα γιατί έφευγα για διακοπές. Ήσουν ήδη αδύναμη. Τα νέα με βρήκαν στο νησί και με γύρισαν πίσω. Τα λουλούδια που αγόρασα ήταν πια γι' αυτό το τελευταίο ταξείδι.
Από τότε ξέρεις, προσπαθώ να κρατάω όλες τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Άναψα κεράκι για σένα τον δεκαπενταύγουστο που ήμουνα στη Σίφνο. Ήρθα στο σπίτι που κατοικείς τώρα και θα ξανάρθω. Δεν νιώθω βέβαια άνετα εκεί, αλλά θα ξανάρθω.

Έχω στο σπίτι τη βαλιτσούλα σου, ένα δίσκο σερβιρίσματος, κάτι ποτηράκια του λικέρ, το δαχτυλίδι σου που φόρεσα στο γάμο μου, τη βέρα σου που μαζί μ' αυτήν του παππού μου είχες δώσει πριν χρόνια, μια καρφίτσα, ένα κολιέ, τις φωτογραφίες σου, τα πετσετάκια που μου έκανες με το βελονάκι.

Έχω στη μνήμη μου όλα τα χρόνια που ζήσαμε μαζί. Σχεδόν 40 χρόνια να έχεις γιαγιά, δεν είναι και λίγο έτσι;

'Εχω στην ψυχή μου την αγάπη που μου είχες. Ξέρω ότι η αγάπη δεν χάνεται. Κάπου στο σύμπαν υπάρχει κι εξακολουθεί να μας φωτίζει.

Σε θυμάμαι καθιστή στην πολυθρόνα σου να χαμογελάς. Δεν θέλω να σε θυμάμαι αδύναμη όπως ήσουν στο τέλος.

Μου λείπεις.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 22, 2010

Paris avant Noël

Αυτή τη φορά το Παρισάκι το απολαύσαμε κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη...
Καταρχήν, χιόνισε πολύ!!! Αλλά πάρα πολύ!!! και σε σημείο που αγωνιούσα μήπως και δεν πετάξει το αεροπλάνο. Μετά από μια εξαιρετική πτήση (που σημειωτέον το τελευταίο της μισάωρο το απόλαυσα απ' το πιλοτήριο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...) πάνω απ' τις κάτασπρες Άλπεις, προσγειωθήκαμε σ' ένα κατάλευκο Παρίσι όπου στο αεροδρόμιο έριχναν αλάτι για να κατέβουν οι επιβάτες.
Καταρχήν, να διευκρινήσω ότι ένα πρόβλημα οργάνωσης το έχουν οι Παριζιάνοι κι αυτό δεν είναι δική μου διαπίστωση, αλλά διαβεβαίωση φίλης ελληνογαλλίδας που ζει εκεί και ξέρει τι γίνεται. Το βασικό τους θέμα είναι ότι δεν είναι συνηθισμένοι στο χιόνι κι ως εκ τούτου η πόλη είναι κάπως παραλυμένη. Φανταστείτε τώρα να χιονίζει και να έχουν σταματήσει όλα τα μέσα συγκοινωνίας, ενώ οι ταξιτζήδες να το έχουν κλείσει το μαγαζί. Ε, όλος ο κόσμος περπατούσε στους δρόμους και δεν ήταν καθόλου ευχάριστο.
Στο αεροδρόμιο, τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων για το τρένο είναι έτσι κουρδισμένα που δέχονται ή κάρτα ή κέρματα. Οπότε, αν δεν θες να βάλεις κάρτα ή δεν έχεις έτσι πρόχειρα 8 ευρώ σε κέρματα, πρέπει να στηθείς σε μια ατέλιεωτη ουρά για να εξυπηρετηθείς από τον ένα και μοναδικό υπάλληλο που καθόλου δεν βιάζεται και που θυμίζει λίγο και δημόσιο υπάλληλο της γνωστής μας ψωροκώσταινας...

Στα highlights αυτών των 3 ημερών ξεχωρίζω:

1) τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Monet στο Grand Palais. Παραβλέπω το γεγονός της αναμονής στην ουρά για 2 ώρες έξω στο κρύο και τον χιονιά επειδή τα ηλεκτρονικά εισιτήρια είχαν εξαντληθεί. Κάνω τα στραβά μάτια στο ακατανόητο για μένα να μην δέχεται το μουσείο να προαγοράσεις εισιτήρια. Όταν κάποτε φτάσαμε στο ταμείο, ρωτήσαμε αν μπορούσαμε ν' αγοράσουμε εισιτήρια για τους φίλους μας που θα ερχόντουσαν απ' τις γειτονικές Βρυξέλλες την επόμενη μέρα ειδικά για την έκθεση και θα ήταν κρίμα να φάνε κι αυτοί τόσο στήσιμο στην ουρά. Μας απάντησαν ένα ωραιότατο ΟΧΙ που πολύ με θύμωσε. Δεν είναι δυνατόν τόσο μεγάλα μουσεία να μην έχουν ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα εξυπηρέτησης και ειδικά κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Ωστόσο, χαίρομαι που είδα μια τόσο καλοστημένη έκθεση και που απέκτησα μια ολοκληρωμένη εικόνα απ' τα διάσημα αλλά και τα λιγότερο γνωστά έργα που δημιούργησε στον πολύχρονο βίο του ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής. Εντάξει, είχα και καλό προσωπικό guide, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι το μουσείο είχε κάνει καταπληκτική δουλειά συγκεντρώνοντας όλους αυτούς τους πίνακες από διάφορα μέρη του κόσμου.

2) το πολύ ενδιαφέρον "Pornographie" στο Petit théâtre de la coline για το οποίο εκτενώς θα αναφερθώ στο έτερο ειδικό βλόγιον. Παρόλη την κούραση μου εκείνη τη μέρα με τρεις μόνο ώρες ύπνου, το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ! Χίλια ευχαριστώ στη φίλη που μου το κανόνισε.

2) τα ωραία φαγάκια στο "Le Pot-Potin De L' été" με την Ελένη, στο "Le Trumilou"με τον Νίκο και στο " Le Cap" με τον Νίκο, τον Bernard και τη Veronique. Μιαμ, μιαμ!!!

4) την ωραία νυχτερινή βόλτα απ' το Hôtel de Ville στην Place Vendome με τους δρόμους φωτισμένους και τα μαγαζιά γιορτινά στολισμένα

5) Το Shakespeare and Company. Τέλειο βιβλιοπωλείο!!! ε, ναι τα βιβλιαράκια μας τα ψωνίσαμε πάλι

6) το απόγευμα που περάσαμε με την φιλενάδα μας απ' το Βρυξελλοχώρι. Τι καλά να μπορείς να βλέπεις τους φίλους σου παντού!!! Γρηγόρη, μας έλειψες!

Έλα όμως που το Παρισάκι είναι πάντα πανέμορφο, οπότε όλα του τα συγχωρείς!!!

Κυριακή, Νοεμβρίου 28, 2010

"O ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ"

"Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ"( "The terrible Privacy of Maxwell Sim": όσοι το διαβάσουν θα διαπιστώσουν πόσο λείπει το terrible απ' την ελληνική μετάφραση), είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου μετρώντας έναν μόνο μήνα κυκλοφορίας στην ελληνική αγορά.

Ο Κόου γνωστός κι αγαπημένος στους βιβλιόφιλους λέει μια ιστορία σχολιάζοντας ταυτόχρονα το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.
Γέννημα θρέμμα της Βρετανίας προ Θάτσερ, στο Μπέρμιγχαμ πριν αυτό αρχίσει ν' αποβιομηχανίζεται, νοσταλγεί συχνά μέσα απ' τα βιβλία του τις περασμένες δεκαετίες. Όχι τόσο γιατί πιστεύει ότι ήταν καλύτερες κοινωνικά όπως πρόσφατα παραδέχτηκε ο ίδιος σε μια συνέντευξη του, αλλά για την εφηβεία και τη νεότητα που παρήλθαν ανεπιστρεπτί.

Αν τα πάντα είναι πολιτική, "ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ", το αποδεικνύει περίτρανα κατορθώνοντας συγχρόνως να περάσει τα σύνορα της πατρίδας του.

Ένας σαραντοχτάχρονος άντρας, ταξειδεύει προς τη Σκωτία με σκοπό να προσωθήσει κάποιες πρωτοποριακές οδοντόβουρτσες. Στην πραγματικότητα, ενώ σωματικά κατευθύνεται προς τα κει που τον οδηγεί ο δορυφορικός πλοηγός του υβριδικού αυτοκινήτου που του παραχώρησε η εταιρεία για την οποία εργάζεται, το μυαλό του γυρνάει στο παρελθόν προσπαθώντας να συνθέσει το παζλ της ίδιας του της ύπαρξης. Πού είναι το πολιτικό στοιχείο; Οργώνοντας με το αμάξι μια χώρα που έχει χάσει κάθε στοιχείο ιδιαιτερότητας, κάθε ταυτότητα που καθόριζε τις μικρές πόλεις και τα χωριά στο διάβα του, βρίσκει σιγουριά στις μεγάλες αλυσίδες εστιατορίων που είναι παντού κοινές, χαίρεται να εξυπηρετείται από αυτόματους πωλητές για να μην αναγκαστεί να πιάσει κουβέντα με κανονικούς ανθρώπους, αρέσκεται να καταβαλώνει τυποποιημένα φαγητά και ικανοποιείται στην ασφάλεια που του προσφέρει μια "φίλη" της φαντασίας του που μπορεί να τον ακούει χωρίς να χρειάζεται ν' απαντήσει. Κι όμως, η ψυχή του αποζητάει την ανθρώπινη επαφή που ωστόσο έχει προσπαθήσει να βγάλει απ' τη ζωή του.
Εγκαταλελειμμένος απ' τη γυναίκα του, αδιάφορος στα μάτια της έφηβης κόρης του, ξεχασμένος από φίλους, με χρόνια κατάθλιψη κι εξάρτηση απ' το φέισμπουκ, μ' έναν πατέρα που ζει σε άλλη ήπειρο και με τον οποίο ποτέ δεν είχε κανονική σχέση, ο Μάξ είναι ένας άνθρωπος του παρόντος μας, ίσως κάπως υπερτονισμένος χάριν συγγραφικής αδείας, αλλά όχι ψεύτικος. Ο Μαξ ζει σε μια εποχή που αδυνατεί ν' αναγνωρίσει τη διαφορετικότητα, όχι λόγω συντηρητισμού αλλά γιατί δεν υπάρχει πια χρόνος στους ανθρώπους να σκύψουν μέσα τους και να κοιτάξουν με ειλικρίνεια τον εαυτό τους και τις επιθυμίες τους.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

Πενήντα χρόνια πριν

Δεν μπόρεσα ν΄αντισταθώ και να μην παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα- δημοσίευμα προ πεντηκονταετίας σε ελληνική εφημερίδα, στη στήλη των πολιτιστικών:

"Πληροφορούμεθα ότι το έργο του Άγγελου Τερζάκη "Θεοφανώ" παίχθηκε προ ημερών στο Κρατικό Θέατρο της πόλεως Πριλέπ της σερβικής Μακεδονίας " 1 Δεκεμβρίου 1960

Προφανώς πενήντα χρόνια πριν δεν υπήρχε πρόβλημα να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, ε;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 19, 2010

Σημεία και τέρατα!

Με τη χρονική σειρά των γεγονότων:
Σήμερα άκουσα έξαλλο κόσμο (νεαρής ηλικίας) να λέει ότι το ελληνικό κράτος θα πληρώσει για να φτιαχτεί τζαμί και θ' αφήσει τους αυτόχθονες και γηγενείς να πεινάνε αφού τους πετσοκόβει μισθούς και συντάξεις.
Άκουσα ότι η Ελλάδα είναι στόχος γιατί μας ζηλέυουνε.
Άκουσα ότι έχουμε τεράστια στρατηγική σημασία σαν χώρα, πολύ χρυσό και άφθονο πετρέλαιο.
Σήμερα με ρωτήσανε πως γράφονται οι λέξεις, εισηγμένη, άμεσο, ζημιογόνες, απευθύνεται.
Μου΄ρθε να γελάσω, αλλά μάλλον για κλάματα είναι όλα αυτά.
Αναλύοντας τα παραπάνω, δυστυχώς διαπιστώνω ότι:
Έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, είμαστε ρατσιστές, παίρνουμε στα σοβαρά όσα λένε οι τηλε-κατευθυνόμενοι δημοσιογραφίσκοι των κεντρικών δελτίων και των πρωινών ενημερωτικών εκπομπών. Έχουμε σίγουρα κόμπλεξ κατωτερότητας προς τους ανεπτυγμένους Ευρωπαίους και ανωτερότητας απέναντι στους δύστυχους μετανάστες. Τα εμφανίζουμε εναλλάξ - ανάλογα την περίσταση-. Και είμαστε και βαθειά αγράμματοι. Ίσως από κει να ξεκινάνε όλα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2010

Aποδείξεις της κρίσης

Οι ολοένα και πιο επίμονοι- σχεδόν επιθετικοί- Πακιστανοί στα φανάρια για να πλύνουν τα τζάμια του αυτοκινήτου
Ο τσαγκάρης της γειτονιάς που τις προάλλες με ρώτησε αν θα τον προπληρώσω ή μια και καλή με την παραλαβή
Οι μοδίστρες της γειτονιάς που πνίγονται στη δουλειά λόγω μεταποιήσεων
Κάτι μισόκτιστες πολυκατοικίες
Η αυξανόμενη ζήτηση για φαγητό στους σκουπιδοτενεκέδες
Οι ύπουλες αυξησούλες στα ράφια των super markets
Η κατά 5 ευρώ αύξηση στον τιμοκατάλογο της αισθητικού
Η απόλυτη ησυχία των επαναστατών στο γραφείο. Καμία νύξη πια για αυξήσεις ή bonus
Ο κόσμος που χαίρεται μ' αυτή την παράλογη για την εποχή ζέστη μιας και δεν θα χρειαστεί ν' ανάψει καλοριφέρ
Τα αμέτρητα φυλλάδια delivery που βρίσκω κάθε μέρα στην πόρτα μου
Η έλλειψη διαφημίσεων στην τηλεόραση. Εντάξει υπάρχουν κάτι λίγες, αλλά καμία σχέση με τον καταιγισμό του παρελθόντος
Η πατέντα του προαναφερθέντος τσαγκάρη της γειτονιάς. Μεταποιεί τα μυτερά παπούτσια σε στρογγυλά

και πάει λέγοντας...

Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2010

"Στρέλλα"- κάλλιο αργά παρά ποτέ!

Την είδα μ' έναν χρόνο καθυστέρηση, αλλά ευτυχώς την είδα και την απόλαυσα. Λέω ευτυχώς γιατί η "Στρέλλα" είναι η ζωντανή απόδειξη ενός κινηματογράφου με δυναμική κι ενός σκηνοθέτη με άποψη.
Μακριά απ' το στερεότυπο που θέλει τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο να είναι στιγματισμένος από αργά πλάνα αλλά και αδιάφορος προς εξαγωγή, με εσωστρέφεια, μιζέρια και αισθητική προηγούμενων δεκαετιών, η "Στρέλλα" αποτελεί την εξαίρεση.
Διάβασα εκ των υστέρων τις περιπέτειες της ταινίας μέχρι να φτιαχτεί και να προβληθεί. Η απουσία χρηματοδότησης και οι αρνητικές - ορμώμενες απο ταμπού και απαρχαιωμένες προκαταλήψεις- εγχώριες κριτικές, ευτυχώς δεν της στέρησαν τις υποψηφιότητες για 11 συνολικά βραβεία, τα 4 που απέσπασε τελικά και τα θετικότατα σχόλια απ' το εξωτερικό (εδώ κι εδώ)
Η "Στρέλλα" τολμάει να μιλήσει έξω απ' τα δόντια χωρίς να προκαλεί. Με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο θίγει ένα μείζον ζήτημα, αυτό του ανθρώπου που είναι διαφορετικός αλλά διεκδικεί τα δικαιώματα του απ' τη ζωή και παράλληλα δεν διαφέρει στις ανάγκες και τις επιθυμίες του από τα υπόλοιπα "κανονικά" ανθρώπινα όντα.
Η εξέλιξη της υπόθεσης είναι απρόβλεπτη. Με αναφορές σε ανθρώπινα ερωτήματα υπαρξιακού χαρακτήρα, η ταινία κάνει αναγωγή σε ζητήματα με τα οποία δραματουργικά ασχολήθηκε το θέατρο του 5ου π.Χ αιώνα (αρχαία τραγωδία) και καταλήγει στη θαλπωρή και τη ζεστασιά της οικογενειακής ατμόσφαιρας που επιβάλλουν οι μεγάλες γιορτές (Πρωτοχρονιά).
Η "Στρελλα" είναι μια ακομπλεξάριστη ταινία που πέρα απ' τα βραβεία και τις διακρίσεις, περπάτησε με επιτυχία στις αίθουσες του χειμώνα (στις σινεφίλ, να εξηγούμαστε).
Αφήνω για το τέλος το τερατώδες που διάβασα εδώ και που με θλίβει για την παντελή απουσία κοινής λογικής για να μην πω τίποτα βαρύτερο...

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2010

Poznan

Όταν διάβαζα πριν δυο χρόνια αυτό, δεν μπορούσα βέβαια να φανταστώ ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα επισκεπτόμουν την Πολωνική σήμερα και πάλαι ποτέ Πρωσική πόλη που βρίσκεται μια ανάσα από τη γειτονική της Γερμανία αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι είχα επιπλέον ξεχάσει και το όνομα και την ύπαρξη της. Παρόλα αυτά, πήγα διαβασμένη καλά και με το προαναφερθέν σκονάκι ανά χείρας, πέρασα 5 πολύ ωραίες μέρες στο πανέμορφο Poznan.

Για τα ιστορικά στοιχεία της μικρής αυτής πόλης, σας παραπέμπω στο σκονάκι μου. Θέλω περισσότερο να μιλήσω γι' αυτά που παρατήρησα και μ' εντυπωσίασαν.

Πρέπει να πω ότι τους Πολωνούς δεν τους είχα και τόσο σε εκτίμηση, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί τους θεωρούσα κάπως "βραδείας καύσεως". Να διευκρινίσω εδώ ότι η εκτίμηση μου αυτή προερχόταν αποκλειστικά απ' τον εργασιακό μου χώρο και χαίρομαι που εμπλουτίστηκε και με άλλα στοιχεία και μάλιστα θετικά.
Καταρχήν, οι Πολωνοί είναι πολύ φιλόξενοι. Επειδή ο λόγος του ταξειδιού μας ήταν επαγγελματικός (όχι δικός μου), είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πολύ καλά πόσο ευγενείς, φιλόξενοι και οργανωτικοί είναι. Το συνέδριο για το οποίο πήγαμε ήταν τέλεια οργανωμένο σε όλες του τις λεπτομέρειες και η υποδοχή των καλεσμένων εξαιρετική.
Οι Πολωνοί στο Poznan είναι περήφανοι για τον τόπο τους και καλά κάνουν. Κατοικούν σε μια μικρή πόλη- στολίδι.

Το Poznan δεν είναι αμιγώς τουριστικό μέρος αλλά είναι δημοφιλές γιατί έχει πολύ ανεπτυγμένο συνεδριακό τουρισμό. Επιπλέον, οι κάτοικοι είχαν ανέκαθεν καλές σχέσεις με τη γνώση και την επιστήμη, απόδειξη ότι σήμερα στο Poznan λειτουργούν πάνω από 20 εκπαιδευτικά ιδρύματα και η πόλη μετράει γύρω στους 130.000 φοιτητές.


Πέρα όμως απ' το εμπόριο και τα πανεπιστήμια, το Poznan έχει ενδιαφέρουσα πολιτιστική ζωή. Πάνω από είκοσι μουσεία βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, ωδεία, θέατρα και κινηματογράφοι. Τα εστιατόρια και τα καφέ είναι μικρά κομψοτεχνήματα κι αν ο καιρός ευνοεί - όπως στη δική μας περίπτωση- μπορεί κανείς ν' απολαύσει τον καφέ ή το γλυκό του στους μικρούς κήπους των μαγαζιών που μοιάζουν εντελώς παραμυθένιοι.
Εκτός απ' το Cocorico και το Bordo που τα επισκέφθηκα από δυο φορές το καθένα καθώς και το φοβερό Behemot με τις γάτες, ανακάλυψα και το κουκλίστικο republika roz.

Για φαγητό "μίλησαν" κατευθείαν στο στομάχι μου η Brovaria (παλιά μπυραρία όπως μαρτυράει και το όνομα) και το Bazanciarnia.

Πάνω από 3 μεγάλα πάρκα μετρήσαμε σε απόσταση μισής ώρας το ένα απ' το άλλο. Πέρα απ' την τεχνητή λίμνη Malta με εγκαταστάσεις για αθλητικές δραστηριότητες

και το Cytadeli που είναι εκτός από ένας καταπράσινος λόφος, τόπος μνήμης για τους νεκρούς στρατιώτες του Β' παγκοσμίου πολέμου, η πόλη δίνει στους κατοίκους και τους επισκέπτες τη δυνατότητα να περπατήσουν, να βγάλουν βόλτα τα παιδιά τους, να αθληθούν και να χαλαρώνουν ανάμεσα σε δέντρα και νερά.

Αν αναφέρω όλα τα παραπάνω, είναι γιατί θέλω πραγματικά να πω ότι θυμώνω πια πολύ με όσους έχουν ακόμα προκαταλήψεις με τις χώρες και τους ανθρώπους του πρώην ανατολικού μπλοκ. Η μικρή εμπειρία μου απ' την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τώρα την Πολωνία μου δείχνει ότι υπάρχουν εκεί υποδομές εκεί που εμείς δυστυχώς δεν μπορέσαμε ν' αποκτήσουμε αν και τέκνα της δύσης... Αλήθεια, πέστε μου ένα αξιόλογο πάρκο της Αθήνας!
Γι' αυτούς που ακούνε ανατολική Ευρώπη και φαντάζονται κλέφτες και πουτάνες, θα ήθελα να πω ότι πέραν αυτών -που αφθονούν άλλωστε και στη δύση-, η νέα γενιά είναι μοντέρνα, με όνειρα, φιλοδοξίες και γνώσεις. Επιπλέον, δεν διαφέρουν σε τίποτα απ' τους δυτικούς συνομηλίκους τους. Μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες για το μέλλον, έχουν κινητά, σερφάρουν στο ίντερνετ, ψωνίζουν από εμπορικά κέντρα, πάνε σε multiplex κινηματογράφους και μαθαίνουν αγγλικά σαν ξένη γλώσσα. Τα έχουν δηλαδή όλα πια (αυτά που εμείς θεωρούμε απαραίτητα...) έχοντας διανύσει επιπλέον και πολύ μεγάλη απόσταση αυτά τα 20 τελευταία χρόνια που άλλαξε ο χάρτης του κόσμου και κάτι μου λέει ότι δικαίως τους αξίζει να είναι περισσότερο αυτοί παιδιά της Ευρώπης παρά κάτι άλλοι...
Τέλος, δεν μπορώ να μην αναφέρω και την καταπληκτική ποσότητα βότκας που καταναλώνεται σ' αυτήν τη χώρα. Είδα και γεύτηκα μάρκες που δεν τις είχα ξανακούσει ποτέ κι εκτός απ' τις γνώσεις μου για το πολωνικό top 3 της βότκας (Wyborowa, Zybrowka και Zoladkowa) και το μπουκάλι που έφερα μαζί μου, νόμιζω ότι κύλησε αρκετή και στο αίμα μου.

NASDROVIA!!!