Παρασκευή, Απριλίου 09, 2010

Στην πατρίδα του εξαφανισμένου κάστορα

Μου το χρώσταγα το ταξειδάκι στην Καστοριά, μιας και μιλάμε για την πατρίδα της γιαγιάς μου. Τόσα είχα ακούσει στα χρόνια που μεγάλωνα κι ήρθε η στιγμή να τα δω από κοντά. Συγγενείς που είχα να δω από παιδί, άλλοι που δεν είχα γνωρίσει ποτέ, το πατρικό σπίτι της οικογένειας της, χτισμένο απ’ το 1915 και με επιγραφή που το πιστοποιεί. Χρώματα, αρώματα της άνοιξης που οργίαζε καθώς αποτυπωνόταν στη φύση, παραδοσιακές γεύσεις, καμπάνες από εκκλησίες και μοναστήρια, ένας κόσμος που μας δέχτηκε φιλόξενα και μας περιμένει ξανά.

Το όνομα Καστοριά αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Προκόπιο στα μέσα του 6ου αι। μ.Χ.) ως όνομα της λίμνης που φαίνεται πως ονομάστηκε έτσι από τους Κάστορες, τα μικρά δηλαδή γουνοφόρα ζώα που ζούσαν μέσα στη λίμνη ή γύρω από αυτή.Άλλες απόψεις γύρω από την προέλευση του ονόματος, όπως ότι το όνομα προέρχεται από τη λέξη Κάστρο (λατ. Catrsum), ή από τον μυθικό Κάστορα, ήρωα που λατρεύονταν στην περιοχή, δεν μοιάζουν πιθανές.

Από τους περισσότερους μελετητές η Καστοριά ταυτίζεται με το αρχαίο Κέλετρο, μια πόλη που μνημονεύεται μόνο από το ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο κατά την περιγραφή της πορείας των ρωμαϊκών στρατευμάτων με επικεφαλής τον P. Sulpicius Galba στην περιοχή εναντίον του Φιλίππου Ε'(198 μΧ).Σε ό,τι αφορά στην προέλευση του ονόματος της πόλης αυτής διατυπώθηκαν από τους μελετητές δυο απόψεις: η πρώτη υποστηρίζει ότι η λέξη Κέλετρο προέρχεται από το ρήμα κήλω=θέλγω, γοητεύω, συνεπώς η πόλη που θέλγει και η δεύτερη ότι προήλθε από τη λέξη κήκηθρον> κάλαθρον> κέλετρον = καλάθι, είδος εργαλείου ψαρικής.

Η πρώτη εικόνα λοιπόν όταν αντικρίσαμε την πόλη ήταν θελκτική κατά τα ως άνω αναφερόμενα। Βέβαια, όταν κανείς πλησιάζει και περπατάει δίπλα στη λίμνη, δεν μπορεί παρά να θλίβεται για την απουσία αισθητικής που έχει εξαπλωθεί και στην επαρχία (πώς αλλιώς να εξηγήσω την ύπαρξη πολυκατοικίας με θέα τη λίμνη) καθώς και για την αδιαφορία προς το φυσικό περιβάλλον.

Οι κάστορες αποτελούν μακρινό παρελθόν αφού θυσιάστηκαν στον βωμό της γούνας κι ολόγυρα –τόσο μέσα στην πόλη όσο και στις παρυφές της- δεσπόζουν μαγαζιά κι εταιρείες με γούνες κι επιγραφές γραμμένες στα ελληνικά και ρωσικά. Δεν θα αναφερθεί μάλλον ποτέ σε κανέναν τουριστικό οδηγό, αλλά εγώ θέλω να πω αυτά που άκουσα από ανθρώπους που ξέρουν κι η πραγματικότητα είναι ότι η νεόπλουτη τάξη των Ρώσων ξεπλένει πολύ χρήμα στις αγορές γουναρικών τη σήμερον ημέρα. Έτσι, δεν είναι ν’ απορεί κανείς για την εξαφάνιση του γηγενούς και συμπαθούς κάστορα αλλά και για τη διακριτική ύπαρξη εκτροφείων μινκ εκτός πόλεως. Τα ζωάκια εισάγονται από τις Σκανδιναβικές χώρες και την Αμερική…

Τώρα λοιπόν οι Ρώσοι, παλιότερα οι Τούρκοι και πιο παλιά μια παγκόσμια αγορά -κέντρο εμπορίας της οποίας ήταν η Λειψία, όπου μια φορά το χρόνο, κάθε Κυριακή του Θωμά, οι έμποροι προμηθεύονταν τα δέρματα για να τα επεξεργαστούν- ήταν και είναι οι παράγοντες που συνετέλεσαν στον διαρκή πλούτο της πόλης και των επιφανών κατοίκων της. Η Καστοριά όπως και η γειτονική Σιάτιστα στην οποία περάσαμε λίγες ώρες, ήταν ανέκαθεν πλούσιες πόλεις χάρη στην ιδιαίτερη τεχνική της κατασκευής γουναρικών που αναπτύχθηκε από τους βυζαντινούς χρόνους, πιθανόν όταν οι πρώτοι Καστοριανοί τεχνίτες μαθήτευσαν στην Κωνσταντινούπολη. Αξιοσημείωτο είναι ότι η επεξεργασία της γούνας γίνεται παραδοσιακά με τον ίδιο τρόπο εδώ και πεντακόσια χρόνια.

Τον 16ο και 17ο αιώνα η συντεχνία των Καστοριανών γουναράδων της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στην ακμή της και πολλά από τα μέλη της κατέχουν θέσεις με μεγάλο κύρος και επιρροή। Η γούνα δεν παρήκμασε ούτε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Αντιθέτως, η ζήτηση ήταν μεγάλη γιατί οι Τούρκοι αγαπούσαν τα γούνινα πολυτελή ρούχα, αλλά και γιατί οι στολές των αξιωματικών είχαν γούνινα κομμάτια. Τα πρώτα χρόνια χρησιμοποιούσαν δέρματα από ολόκληρα ζώα, αργότερα, όμως, τον 18ο αιώνα, παρουσιάστηκε έλλειψη ζώων, οπότε οι Καστοριανοί έφτιαχναν θαυμάσια ρούχα από αποκόμματα.



Οι Καστοριανοί απέκτησαν μεγάλη φήμη για την τέχνη τους, ανοίχτηκαν σε αγορές έξω από τα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δημιούργησαν αντιπροσωπείες στην Ευρώπη και τη Ρωσία. Η ευμάρεια της εποχής αυτής αποτυπώνεται στα αρχοντικά της πόλης


Στη νότια πλευρά της λίμνης και προς τα μέσα, εκτείνεται η παλιά πόλη, η συνοικία Ντολτσό (απ’ το ιταλικό ντόλτσε=γλυκό) με τα παραδοσιακά αρχοντικά। Αυτά είναι χάρμα οφθαλμών ακόμα και τα εγκαταλειμμένα που στέκουν έτσι χάσκοντας στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Τα σπίτια αυτά είναι δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής από φημισμένους Μακεδόνες και Ηπειρώτες «μαΐστορες», που ταξίδευαν στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Τριώροφα ή τετραώροφα, ανάλογα με την κλίση του εδάφους, έχουν κήπους και εσωτερικές αυλές, ψηλούς φράχτες, κλειστούς εξώστες και παράθυρα με κάγκελα. Όσα ήταν παραλίμνια, έφταναν μέχρι τη λίμνη με τις αυλές τους που τις έλεγαν αβγατές. Εκεί είχαν όλοι τις βάρκες τους, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την μετακίνησή τους. Σταθήκαμε τυχεροί γιατί ένα απ’ αυτά έχει μετατραπεί σε Λαογραφικό Μουσείο και διαπιστώσαμε και εκ των έσω την παραδοσιακή δομή και λειτουργία τους


Το αρχοντικό του Νεράντζη Αϊβάζη, κατοικήθηκε συνεχόμενα 280 χρόνια (1680-1960). Το ισόγειο είναι πετρόχτιστο με ελάχιστα ανοίγματα και χώρους εργασίας, στο υπόγειο υπάρχουν χώροι αποθήκευσης τροφίμων, το ζυμωτήρι, το κελλάρι και οι καρβουναποθήκες, ενώ ανεβαίνοντας τη σκάλα και περιδιαβαίνοντας στους ορόφους, παρατηρούμε την «κρεβάτα», τον χώρο που φιλοξενούσε τις επίσημες τελετές και γιορτές, τον «καλόν οντά», καθώς και το καλοκαιρινό καθημερινό δωμάτιο που σήμερα για τις ανάγκες του μουσείου στεγάζει την αναπαράσταση ενός εργαστηρίου γουνοποιίας. Ένα ακόμα σημαντικό δωμάτιο είναι το «Δοξάτο», ένα ορθογώνιο σαλόνι σε σχήμα Π που φιλοξενούσε χορούς και σημαντικά γεγονότα. Ολόγυρα περιβάλλαεται από εντυπωσιακά βιτρώ και η οροφή του είναι ξυλόγλυπτη. Μια τοιχογραφία μ’ ένα τοπίο της Βενετίας κοσμεί το δωμάτιο που υποδέχονταν τον μελλοντικό γαμπρό.

Μάθαμε ότι ανάλογα με το πού εμπορεύονταν οι γουναράδες, στη Βενετία ή την Κωνσατντινούπολη, αυτή η πόλη ζωγραφιζόταν και στον τοίχο του αρχοντικού τους।Το αρχοντικό Νεράντζη- Αϊβάζη ήταν ζωγραφισμένο στο μεγαλύτερο μέρος του, όμως όταν οι ιδιοκτήτες ασβέστωσαν τους τοίχους, μετά από συμβουλή των γιατρών, για να προλάβουν τη φυματίωση, χάθηκε μεγάλο μέρος της ζωγραφικής.


Η κουζίνα του σπιτιού με το μαγειρείο ήταν εκτός, στον χώρο της αυλής για λόγους προστασίας από ενδεχόμενη πυρκαγιά, ενώ μέσα στο σπίτι υπήρχε και καταπακτή απ’ την οποία φυγαδεύονταν τα γυναικόπαιδα σε περίπτωση τουρκικής εισβολής.

Μια ακόμα εντυπωσιακή πληροφορία είναι η ακόλουθη. Τα ανύπαντρα κορίτσια της οικογένειας είχαν δικαίωμα να παρατηρούν τον υποψήφιο γαμπρό από ένα παραθυράκι. Αν τους άρεσε, κερνούσαν τον γαμπρό γλυκό καφέ. Αν όχι, ο καφές ήταν πικρός κι έτσι εκείνος λάμβανε το μήνυμα της απόρριψης. Ο γαμπρός δεν έβλεπε τη νύφη παρά τη μέρα του γάμου. Στην απορία μας γι’ αυτή την προχωρημένη για την εποχή άποψη να έχει δικαίωμα επιλογής η γυναίκα, η απάντηση ήταν ότι επειδή οι πατεράδες ταξίδευαν πολύ είχαν γίνει ανοιχτόμυαλοι…

Η σπηλιά του Δράκου είναι ένα ακόμη αξιοθέατο του οποίου είχαμε την τιμή να είμαστε απ’ τους πρώτους επισκέπτες (μέσα στους πρώτους 12.000 για την ακρίβεια), αφού άνοιξε για το κοινό τον περασμένο Δεκέμβρη. Πρόκειται για ένα σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες και 7 υπόγειες λίμνες το οποίο ανακαλύφθηκε το 1940. Στην ξενάγηση, μας είπανε ότι τα οστά ζώου που βρέθηκαν εδώ είχαν ηλικία 10.000 ετών κι ανήκαν σε αρκούδα που προφανώς έψαχνε τροφή κι έπεσε μέσα με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί. Ωστόσο, το αστείο της υπόθεσης είναι ότι έχει κατασκευασθεί ένας μύθος για έναν δράκο που κατοικούσε το σπήλαιο φρουρώντας έναν αμύθητο θησαυρό. Μας το έπαιξαν σαν παραμυθάκι που ακουγόταν απ’ τα ηχεία κατά την περιήγηση μας κι εύλογα προκάλεσε τη θυμηδία μας και την απορία γιατί οι καστοριανοί δεν κατέφυγαν στην ορθότερη κι αληθέστερη ονομασία Σπήλαιο της Αρκούδας.

Τέλος, επισκεφτήκαμε τον Λιμναίο Οικισμό στο Δισπηλιό, όπου είδαμε την Αναπαράσταση ενός προϊστορικού οικισμού ηλικίας 7.500 χρόνων. Μικρές καλύβες ολόγυρα μας βοήθησαν να καταλάβουμε την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνης της εποχής που επέλεξαν να ζήσουν μέσα στη λίμνη αφενός για να προφυλαχθούν απ’ τα άγρια ζώα της ξηράς, αφετέρου γιατί η λίμνη τους εξασφάλιζε νερό και τροφή. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το νερό της λιμνης ήταν πόσιμο ως το 1950. Πιο κάτω, ένα πρόχειρο μουσείο στεγάζει τα πραγματικά ευρήματα που τεκμηριώνουν την ύπαρξη ζωής στον οικισμό.


Η Καστοριά είναι μια απ’ τις πόλεις που αξίζει κανείς να επισκεφτεί παρόλα τα αρνητικά που είπαμε και που αφορούν στο αισθητικό κομμάτι.Κουβαλάει μνήμες ένδοξου παρελθόντος με τα αρχοντικά σπίτια και τις 80 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σκορπισμένες παντού μέσα στην πόλη, έχει ωραία παραδοσιακά φαγητά, εύγεστο τσίπουρο, ωραία φύση εκτός πόλης και είναι ιδανική για περίπατο ή για ποδήλατο γύρω απ’ τη λίμνη.

Ιδιαιτέρως η βόρεια πλευρά της λίμνης όπου κι αυτή έχει την παλιά αρχοντική συνοικία Απόζαρι, είναι πολύ πιο ήσυχη απ’ τη νότια καθώς και το κομμάτι της νότιας μετά το Ντολτσό που σταματάνε τα σπίτια και χαζεύει κανείς πάπιες, χήνες και τα ψηλά δέντρα να γέρνουν νωχελικά στη λίμνη.


Συνεχίζεται γιατί το ταξειδάκι είχε και ολίγον Πρέσπες....



4 σχόλια:

renata είπε...

Ενδιαφέρον τόπος καταγωγής με βαριά ιστορία! :)
Όμορφα να περνάτε πάντα! :)

Кроткая είπε...

Τι καλά. Είναι από τις ελληνικές πόλεις που θέλω πολύ να επισκεφτώ, μολονότι έχω ακούσει και αρκετά αρνητικά κυρίως για τους ντόπιους. Ομολογώ πως η γουνοποιΐα με απωθεί επίσης πολύ -και όσα αναφέρεις επαυξάνουν.
Λένε πως είναι αρκετά συντηρητική πόλη σήμερα, ισχύει;

Αλεπού είπε...

@renata
όντως ενδιαφέρων τόπος. Σ' ευχαριστούμε ρενατούλα μας :)
@krotkaya
Μπα, για τους ανθρώπους δεν παρατήρησα κάτι αρνητικό, φιλόξενοι μου φάνηκαν. Τώρα βέβαια, εμείς δεν είμασταν κι εντελώς άσχετοι, παίζει κι αυτό τον ρόλο του. Σ' όλη πάντως την ελληνική επαρχία υπάρχουν πολλές ομοιότητες συμπεριφοράς που αξίζει να τις παρατηρήσει κανείς και που εξηγούν βέβαια πολλά απ' τα χαρακτηριστικά του νεοέλληνα. Πάντως, συντηρητικοί είναι σε υπερθετικό βαθμό.Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια κυριολεκτικά, π.χ αν δεν γίνουν γουναράδες τα αγόρια, πάνε στον στρατό...

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω ότι και οι δύο σας πιο πάνω, είστε trop "σικ", σαν τους Έλληνες με τα 4Χ4.