Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Το καλοκαίρι του 1980 ≠ Το καλοκαίρι του 2006

Όταν έχεις μπει σε δρόμους νοσταλγίας, θαρρείς κι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να μην μπορείς να δραπετεύσεις απ’ τις αναμνήσεις σου με τίποτα.

Το καλοκαίρι των 8 μου χρόνων, πήγαμε διακοπές στην Κω, η μαμά, η γιαγιά, ο αδερφός μου κι εγώ. Ο μπαμπάς δεν είχε έρθει μαζί μας εκείνη τη φορά γιατί είχε δουλειά στην Αθήνα.
Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο νεόχτιστο τότε, 2 χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη. Τα πρωινά, η μαμά μας πήγαινε για μπάνιο στην πλαζ του απέναντι μεγάλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος γιατί τότε δεν ξέραμε μπάνιο και ήταν πιο προσβάσιμο για μας. Μας πασάλειβε με αντηλιακό, μας φόραγε και τα μπρατσάκια και μας άφηνε να πλατσουρίσουμε στα ρηχά. Εγώ ομολογουμένως έτρεφα και μια ψιλοαντιπάθεια για τη θάλασσα. Αντιθέτως, μου άρεσε πολύ να παίζω με τα κουβαδάκια.
Τα μεσημέρια τρώγαμε στη γειτονική ταβέρνα. Η μαμά και η γιαγιά ακόμα αναπολούν τους εξαιρετικούς ντολμάδες, εγώ πάλι δεν τους θυμάμαι καθόλου. Αυτό όμως που θυμάμαι είναι ότι εκεί άκουσα πρώτη φορά το τραγούδι «η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, βαρκούλα στο Σαρωνικό» και πολύ μου άρεσε.
Μετά, το πρόγραμμα είχε απαραιτήτως ύπνο, πράγμα που επίσης αντιπαθούσα όπως όλα τα φυσιολογικά παιδιά και ήθελα να βγω να παίξω, αλλά η φράση «βλέπεις άλλο παιδί να παίζει μέσα στον καυτό ήλιο»; με καθήλωνε με το ζόρι στο κρεββάτι μου.
Τα απογεύματα, η μαμά πήγαινε για απογευματινό μπάνιο στην πλευρά του ξενοδοχείου, στα βαθιά και δεν μας έπαιρνε μαζί γιατί δεν ξέραμε μπάνιο. Και επιπλέον, παρόλο που υποσχόταν να μας πάρει και απλώς να κάτσουμε και να βλέπουμε, ποτέ δεν τηρούσε την υπόσχεση και πάντα έλειπε ήδη την ώρα που εμείς ξυπνούσαμε. Επιπλέον, τα απογεύματα ήμουνα αναγκασμένη να παίζω με τα παιδιά του ξενοδόχου( 2 κορίτσια κι ένα αγόρι). Τσακωνόμουνα καθημερινά με τη μεγάλη κόρη που ήταν και 1 χρόνο μεγαλύτερη μου.
Τα βράδια κατεβαίναμε στην πόλη κι εγώ διάβαζα τη «Μικρή Λουλού».
Μια μέρα πήγαμε και στο Ασκληπιείο, αλλά εμείς τα παιδιά βαριόμασταν πολύ, γεγονός που είναι ξεκάθαρα αποτυπωμένο στα βλέμματα μας, σε μια φωτογραφία κάτω από ένα πλατάνι. (Στο ίδιο σημείο, έβγαλα πρόσφατα μια ακόμα φωτογραφία, για να την βάλω δίπλα στην παλιά)…
Ώσπου μια μέρα, το σκηνικό άλλαξε. Απ’ τη μια, κατέφτασε στο ίδιο ξενοδοχείο ο Κωστάκης με τους γονείς του. Έτσι, απέκτησα επιτέλους το φοβερό ενδιαφέρον να πηγαίνω μαζί του και με τον αδερφό μου στους βάλτους και να σκοτώνουμε βατράχια με σφεντόνες. Μετατράπηκα σε κανονικό αγοροκόριτσο και πολύ μου άρεσε που δεν ήμουν καλό κοριτσάκι να παίζω με τα παιδιά του ξενοδόχου κούκλες και άλλα τέτοια. Ο Κωστάκης επίσης δεν ήξερε κολύμπι αλλά είχε σαμπρέλα αντί για μπρατσάκια, πράγμα που απαιτήσαμε κι εμείς αμέσως. για να υπάρχει η απαραίτητη για τα παιδιά ομοιομορφία.

Απ’ την άλλη, στο ίδιο ξενοδοχείο κατέφτασε μια παρέα 18χρονων. Ένας απ’ αυτούς, ο Διαμαντής, ήταν αδερφός του Κωστάκη, αλλά ήρθε στην Κω με την παρέα του που αποτελείτο κι από αγόρια κι από κορίτσια. Είχαν μάλιστα νοικιάσει και ποδήλατα και κυκλοφορούσαν συνέχεια μ’ αυτά. Εμένα, αν και 8 χρονών, ο Διαμαντής μου άρεσε πολύ και ήθελα να είμαι συνέχεια μαζί του και προτιμούσα να με παίρνει αυτός στο ποδήλατο του βόλτα κι όχι κανένα απ’ τα άλλα παιδιά της παρέας. Ναι, κανά δυο φορές μας πήρανε, τον Κωστάκη κι εμάς βόλτα με τα ποδήλατα.
Νωρίς τα βράδια, οι 18χρονοι μαζευόντουσαν για λίγο στο μπαρ του ξενοδοχείου και κανονίζανε πού θα πάνε για διασκέδαση. Οι κοπέλες πιάνανε παρέα με τη μαμά κι όλο μυστικά λέγανε γιατί κάθε φορά που πλησίαζα και ρώταγα τι λένε, η μαμά μου έλεγε «πήγαινε να παίξεις, αυτά που συζητάμε δεν είναι για παιδιά». Έξαλλη γινόμουνα από θυμό, ειδικά αν εκεί κοντά ήταν κι ο Διαμαντής και άκουγε ότι ήμουνα παιδί. Λες και δεν το έβλεπε… Υποθέτω μάλιστα ότι είχε καταλάβει ότι του είχα γίνει της προσκολλήσεως ( τσιμπούρι αλλιώς) και κάποια μέρα ανέλαβε αυτός να με συμμορφώσει επειδή είχα πει κακίες στην κόρη του ξενοδόχου και την έκανα να κλαίει. Με τράβηξε λοιπόν κάπου παράμερα κι άρχισε να μου μιλάει. Η νουθεσία κατέληξε με τον ακόλουθο εκβιασμό. «Αν δεν ζητήσεις συγνώμη απ’ το κοριτσάκι, δεν θα σε πάρουμε μαζί βόλτα το απόγευμα». Κι επειδή, μπορεί μεν να μου άρεσε ο Διαμαντής, αλλά εκβιασμοί δεν χωράνε και δεν θα περά δεν θα περάσει ο φασισμός, σήκωσα τους ώμους και είπα απαξιωτικά «Σκασίλα μου, εγώ συγνώμη δεν ζητάω».
Και βέβαια, βόλτα δεν πήγα.



Πριν από δυο βδομάδες, βρέθηκα μετά από 26 χρόνια πάλι στην Κω και το πρώτο που έκανα ήταν να αναζητήσω το ξενοδοχείο που έμενα τότε.
Το βρήκα πολύ εύκολα. Η πρώτη συγκίνηση ήταν η θύμηση της μυρωδιάς γύρω απ’ αυτό, μια μυρωδιά που δεν πίστευα ότι θα τη θυμόμουνα. Πλησίασα και είδα μια κυρία περασμένης σχετικά ηλικίας να κάθεται σ’ ένα τραπέζι. Δίπλα της κοιμόταν αμέριμνος ένας σκύλος. «Ψάχνετε κάτι»; με ρώτησε. «Είχα παραθερίσει κάποτε εδώ και ήθελα να δω το ξενοδοχείο», της απάντησα. «Το δουλεύουμε πια ως ενοικιαζόμενα δωμάτια όλο το χρόνο», με πληροφόρησε. «Γίνανε τόσα ξενοδοχεία που εμείς δεν είχαμε κόσμο πια». Έριξα μια ματιά γύρω μου. Ήταν η παρακμασμένη εικόνα της παιδικής μου ανάμνησης. Η αλλοτινή πισίνα, άδεια. Η είσοδος προς τη ρεσεψιόν και την τραπεζαρία κλειστή. Στα 5- 10 λεπτά που έμεινα, έμαθα επίσης ότι η μεγάλη κόρη – η παλιά μου εχθρός- ήταν πια μαμά τεσσάρων παιδιών, ο γιος ζούσε μόνιμα εκεί και η μικρή κόρη στην Αθήνα. Ο πατέρας είχε πεθάνει από ανακοπή στα 56 του χρόνια προ πενταετίας.
Παιδικές φωνές ακούστηκαν. «Ήρθαν τα εγγόνια μου απ’ τη θάλασσα. Πάω να τα κάνω ντους», είπε η κυρία και αφού με αποχαιρέτησε ευγενικά και μου ευχήθηκε καλές διακοπές, σηκώθηκε κι έφυγε.
Περιεργάστηκα βιαστικά ξανά τον χώρο γύρω μου. Από κει που άλλοτε φαινόταν η θάλασσα, τώρα αντίκριζα ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα, κάποια μάλιστα εντελώς εγκαταλελειμμένα, θλιβερά απομεινάρια του παρελθόντος. Ανέβηκα στο ποδήλατο μου και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Στα δεξιά μου, η ταβέρνα που έπαιζε τη Μαργαρώ και τρώγαμε τους ντολμάδες. Κατά μήκος της παραλίας, συνειδητοποίησα ότι ήμουν πια μεγάλη και ήξερα ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες. Το νοίκιασα μάλιστα μόνη μου, ξορκίζοντας το παιδικό απωθημένο του καλοκαιριού εκείνου που δεν ήξερα και ζήλευα τους μεγάλους που κάνανε. Μεγάλωσα πια τόσο, ώστε να έχω σχεδόν σήμερα τα διπλάσια χρόνια απ’ τον 18χρονο Διαμαντή του γλυκού παρελθόντος.

14 σχόλια:

padrazo είπε...

Λοιπόν τώρα που μεγάλωσες πρεπει να μάθεις τα εξής.
1. Εκει που πήγαινε η μαμασου να κολυμπησει δεν ήταν βαθιά αλλατο ελεγε ψεματα για να μη τηε γινεσαι τσιμπούρι
2.Την πρώτη φορά που σου έδωσαν ντολμάδες σου είχαν βαλει πολύ πιπέρι για νατους αντιπαθησεις και να τους τρωνε ολους μονοι τους
3.επίτηδες σας κανανε να ζηλεψετε και να ζητησετε κουλούρα φουσκωτή γιαί βαριόντουσαν να φουσκώνουνε τα μπρατσάκια
4.η κόρη της ξενοδόχου ήταν ερωτευμενη μαζί σου
5.10 χρόνια μετά ο Διαμαντής πήγε ξανα στην Κω γιατι είχες κλείσει τα 18 και μπορούσε άφοβα να εκφρασει τον έρωτα του για σένα. Αλλα εσυ έλειπες.

your είπε...

earn money - tramadol cool blog :)

Composition Doll είπε...

8 χρονών δεν ήξερες κολύμπι?

8 ΧΡΟΝΩΝ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ ΚΟΛΥΜΠΙ???

Αλεπού είπε...

@padrazo
Λοιπόν έχω να σου πω τα εξής:
1. Ενδεχομένως
2. Μάλλον έτσι γινόταν, γιατί οι ντολμάδες ήταν οι αγαπημένοι τους. Άσε που ακόμα σήμερα τους θυμούνται...
3. Η φαντασία σου οργιάζει
4. Κολυμπάς μέσα στη διαστροφή...
5. Λες;;; :-)

@composition doll

ε, ναι λοιπόν, κολύμπι έμαθα στα 10. Πρέπει να το ομολογήσω. Και μάλιστα μόνη μου, γιατί νόμιζα ότι όλοι οι άλλοι θα μ' έπνιγαν!

MåvяiÐåliå είπε...

Τουλάχιστον έμαθες να φτιάχνεις κάνα ντολμά ή τζάμπα μεγάλωσες;;;;

padrazo είπε...

Ε ναι λοιπόν έμαθα να κολυμπάω στη διαστροφή αλλά όχι από τα οκτώ μου χρόνια.

@mavridalia
μήπως θα έπρεπε στην οικιακή οικονομία να προστεθεί ένα κεφάλαιο όπως "στοιχεία μαγειρικής" ;

Αλεπού είπε...

@padrazo
τώρα με προκαλείς...αλλά είμαι κατά βάθος καλό κορίτσι
@mavri dalia
Τζάμπα μεγάλωσα. Απ' τα δύσκολα, μόνο μουσακά ξέρω. Σας εντυπωσίασα ή όχι ακόμα;

padrazo είπε...

ΜΟΥΣΑΚΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΥΠΟΚΡΙΝΕΣΑΙ;

Composition Doll είπε...

Αξέχαστα θα περάσουμε, απόψε, πάλι...

markos-the-gnostic είπε...

μου φαίνεται απίστευτο το να θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια με τόση λεπτομέρεια...
συγχαρητήρια
αν θυμάσαι με την ίδια λεπτομέρεια και το μέλλον, άνοιξε κάνα καφετζουγείο

Αλεπού είπε...

@padrazo
Κι όμως, λέω αλήθεια!
@composition doll
Ωχ, θα' ρθεις κι εσύ;;; Συμφορά. Ωιμέ!!!!!!!!
@markos
Μια απορία: το καφετζουγείο είναι για καφέ και ατζούγιες;

Krotkaya είπε...

Αλεπού μου, σου εκφράζω την συμπάθεια και την αγάπη μου επειδή τπύτοι εδώ οι άθλιοι σου διέβρωσαν τις όμορφες παιδικές σου αναμνήσεις...

Αλλά όντως έμαθες να κολυμπάς στα δέκα; Και ποδήλατο ΠΟΤΕ έμαθες;;; :)))

Χαρτοπόντικας είπε...

Επειδή κι εγώ πήγα σε νησί που είχα επισκεφτεί πριν 27 χρόνια, ξέρω καλά αυτό το συναίσθημα του να περπατάς σε ένα ξεχασμένο προσωπικό μαυσωλείο μιας αλλοτινής σου ηλικίας...

Αλεπού είπε...

@χαρτοπόντικας

Μαυσωλείο... Πόσο δίκιο έχεις. Είναι η ζωή που περνά και χάνεται.